Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω μη καταβολής αποζημίωσης. Μισθοί υπερημερίας. Μεταβίβαση επιχείρησης. Παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταβιβάζουσας και αποκτούσας εταιρείας για τα υπάρχοντα χρέη. Άρση νομικής προσωπικότητας εταιρείας. Μη νόμιμο το σχετικό αίτημα προς θεμελίωση ευθύνης του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας, ο οποίος, όμως, δεν έχει την ιδιότητα του μετόχου ή του εταίρου. Επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας. Αόριστο το αίτημα του εργοδότη για αφαίρεση κάθε ποσού που εισέπραξε η εργαζόμενη από παροχή εργασίας σε τρίτον, εφόσον δεν αναφέρεται ότι αυτή εργάστηκε και δεν προσδιορίζονται τα ποσά που εισέπραξε. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 18.339,84 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ –
ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
Αριθμός Απόφασης: 1927/2019
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τον Ευστράτιο Πατινίδη, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τον Γραμματέα Μιχαήλ Μανιαδάκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια και στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ………………., κατοίκου ……………………….., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου.
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………………………..» και το διακριτικό τίτλο «…………..», που εδρεύει στην ……………….. (ΑΦΜ ………………) και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….» και το διακριτικό τίτλο «………………..», που εδρεύει στη ……………….. (οδός …………….. αρ. … – ΑΦΜ …………..) και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) …………………….., κατοίκου …………… (οδός ……………….. αρ. … – ΑΦΜ ……………….), οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κανέλλο Γιαννικόπουλο.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 17-6-2016 αγωγή του, που κατατέθηκε ηλεκτρονικά στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με Γ.Α.Κ. ………../18-6-2016 και Α.Κ.Δ. ………./2016, προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 29-3-2017 οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό. Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 330/2010, ΝΟΜΟΣ). Με την παραπάνω έννοια δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων ΕΠΕ σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 17/1994, ΝΟΜΟΣ), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική και ΕΠΕ, βλ. άρθρ. 47α παρ. 2 Ν. 2190/ 1920, 41 παρ. 2 Ν. 959/1979, π.δ. 273/1993), η οποία και διατηρεί κατ’ αρχήν την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία. Επίσης, η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας νομίμως συσταθείσης και λειτουργούσας ανωνύμου εταιρείας δεν δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας προς τα αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρείας ή τέλος από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης με καθοριστική συμβολή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων. Συνεπώς δεν ενεργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προσφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί όμως όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της, που σκόπιμα παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία, από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημιά σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και η μετακύλιση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών, που την αφορούν ή αντιστρόφως η μετακύλιση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία (ΑΠ 149/2013, 330/2010, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ.3 εδ. α’ του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη μόνον εφ’ όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης ορίζεται ότι, .αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών, το δε υπόλοιπο δικαιούται να το καταβάλει σε 2μηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημίωσης είναι μικρότερο, η δε πρώτη δόση καταβάλλεται την επόμενη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση (άρθρο 74 παρ. 3 Ν. 3863/2010). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η καταβολή της αποζημιώσεως πρέπει να είναι πραγματική και ότι δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής. Σε περίπτωση άρνησης του μισθωτού να την εισπράξει, ο εργοδότης οφείλει να προβεί στη δημόσια κατάθεσή της, μέσα σε εύλογο χρόνο από την ατελεσφόρητη προσφορά, ώστε να αποτρέψει την ακυρότητα. Ο προσδιορισμός του εύλογου χρόνου, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι συνάρτηση των κρατούντων συναλλακτικών ηθών (κατά κανόνα: ο απολύτως αναγκαίος χρόνος για τη συντέλεση των απαιτουμένων διατυπώσεων) και των συντρεχουσών σε κάθε περίπτωση περιστάσεων, όπως η συμπεριφορά του εργαζόμενου, που δικαιολογεί τη δημόσια κατάθεση ή τυχόν έκτακτες εξωτερικές συνθήκες. Από τις ίδιες διατάξεις, όμως, συνάγεται ότι δεν αποκλείεται το να προκαταβληθεί η αποζημίωση σε σχέση με το χρόνο επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας ή το να κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό, του οποίου δικαιούχος είναι ο εργαζόμενος και στον οποίο, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, είχε συμφωνηθεί να κατατίθεται η μισθοδοσία του (ΑΠ 1338/2014, 1289/2013, 105/2009, ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι στις 2-1-2013 η 1η εναγόμενη την προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου, απασχολούμενη από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή κάθε εβδομάδα επί 8ωρο καθημερινώς με μηνιαίες αποδοχές ανερχόμενες στο ποσό 1.320 ευρώ. Ότι στις 13-1-2015 η 1η εναγόμενη μεταβιβάστηκε στη 2η εναγόμενη, στην οποία έκτοτε συνέχισε να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες με μειωμένες αποδοχές ανερχόμενες στο ποσό των 990,15 ευρώ. Ότι η 2η εναγόμενη καθυστερούσε να της καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της και στις 19-2-2016 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, με αποτέλεσμα στις 22-2-2016 να της χορηγηθεί η άδεια του έτους 2016 και κατά την επιστροφή της στις 22-3-2016 η δεύτερη εναγόμενη, κινούμενη από ελατήρια εχθρότητας στο πρόσωπό της επειδή προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας καταβάλλοντας αποζημίωση απόλυσης άμεσα 310,36 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό με την έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής. Ότι η 3η εναγόμενη στην πραγματικότητα ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα και στις δύο εναγόμενες εταιρίες, διαχειριζόταν το σύνολο των υποθέσεών τους, απέσπασε παράνομα από την 1η εναγόμενη ποσό 1.404.000 ευρώ και ίδρυσε τη 2η εναγόμενη χρησιμοποιώντας το σύζυγό της ως αχυράνθρωπο ιδρυτή – διαχειριστή αυτής με σκοπό να συνεχίσει να ασκεί την εμπορική της δραστηριότητα απαλλαγμένη ευθυνών, καταστρατηγώντας έτσι το νομικό πρόσωπο των εταιριών αυτών. Ότι οι εναγόμενες εταιρίες μέχρι την καταγγελία της εργασιακής σχέσης δεν της έχουν καταβάλλει όλες τις νόμιμες αποδοχές της. Με βάση το ιστορικό αυτό, όπως περιόρισε το αίτημά της με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τη συζήτηση, που καταχωρήθηκε στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και αναπτύσσεται στις προτάσεις, η ενάγουσα ζητεί να αρθεί η αυτοτέλεια του νομικού προσώπου των εναγόμενων εταιριών ώστε να ευθύνεται αλληλέγγυα με αυτές και η 3η εναγόμενη, να αναγνωρισθεί ότι στις 13-1-2015 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την 1η στην 2η εναγόμενη, να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία της εργασιακής σχέσης, να υποχρεωθούν η 2η και η 3η των εναγόμενων να της καταβάλουν, καθεμία εις ολόκληρον το ποσό των 18.339,84 ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών και μισθούς υπερημερίας μέχρι τις 21-3-2018 και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, να υποχρεωθεί η 1η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 1.320 ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών μέχρι τις 13-1-2015, τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που έπρεπε να καταβληθεί κάθε μισθός, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να υποχρεωθεί η 2η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης της διάταξης αυτής, επικουρικά δε, σε περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας έχει λυθεί ή ήταν άκυρη, να της καταβάλει η 2η και η 3η εναγόμενη αλληλέγγυα και εις ολόκληρον καθεμία, πέραν των δεδουλευμένων αποδοχών, το υπόλοιπο ποσό της αποζημίωσης απόλυσης ποσού 1.999,99 ευρώ και το επίδομα άδειας έτους 2016 ποσού 495,08 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία της σύμβασης, άλλως από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση, να της χορηγήσει η 2η εναγόμενη πιστοποιητικό εργασίας με απειλή χρηματικής ποινής για παράβαση της σχετικής διάταξης, να διαταχθεί η προσωπική κράτηση της 3ης εναγόμενης ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση, ως προς την καταψηφιστική της διάταξη, προσωρινά εκτελεστή και να επιβληθούν σε βάρος των εναγόμενων τα δικαστικά της έξοδα.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών – εργατικές διαφορές (άρθρα 14 παρ. 2, 22, 25 παρ. 2, 591 παρ.1, 614 αρ. 3 ΚΠολΔ ως εκ του χρόνου άσκησης της αγωγής μετά την 1-1-2016) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 346, 57, 281, 299, 361, 648 επ., 653, 655, 656, 669 εδ. β’, 678, 914 ΑΚ, 4 του ΠΔ 178/2002, 2 της από 15-7-2010 ΕΓΣΣΕ και άρθρ. 70, 907, 908, 946 παρ.1 και 176 ΚΠολΔ, εκτός από α) το αίτημα περί προσωπικής κράτησης της 3ης εναγόμενης για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών (άρθρο 1047 παρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ) και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία λόγω ποσού (άρθρο 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ), το οποίο είναι μη νόμιμο και απορριπτέο, διότι ο ΚΠολΔ δεν προβλέπει προσωπική κράτηση στις περιπτώσεις αυτές και β) το αίτημα άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των εναγόμενων εταιριών με σκοπό να ευθύνεται αλληλέγγυα με αυτές και η 3η εναγόμενη, το οποίο είναι μη νόμιμο και απορριπτέο, διότι η τελευταία δεν είναι ούτε μέτοχος ούτε εταίρος των εναγόμενων εταιριών, ώστε να δύναται να χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα των εταιρειών αυτών για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημιά σε τρίτους ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της (βλ. νομική σκέψη), τυχόν δε παράνομη συμπεριφορά αυτής λόγω της ιδιότητάς της ως Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου της 1ης εναγόμενης εταιρείας δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης της εταιρείας αυτής και ενδεχομένως και των εταίρων της και όχι την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της εταιρίας. Πρέπει, επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι για το εναπομείναν, μετά τον ανωτέρω περιορισμό, καταψηφιστικό αντικείμενό της έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. το υπ’ αριθμ. ………………. e-παράβολο της ΓΓΠΣ).
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, αξιολογούμενες κατά το λόγο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας των προσώπων, εκ των οποίων προέρχονται (η υπ’ αρ. ……/30-3-2018 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδίκη Αθηνών δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, διότι κατά τη γνωστοποίηση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση δεν ορίστηκε ενώπιον ποιου αρμοδίου οργάνου, δηλ. Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου και σε ποιο τόπο θα ληφθεί αυτή (άρθρα 421, 422 και 424 ΚΠολΔ) – βλ. πρακτικά δίκης) και απ’ όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις ομολογίες των διαδίκων, για τις οποίες γίνεται λόγος παρακάτω, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Με την από 2-1-2013 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η 1η εναγόμενη εταιρία προσέλαβε την ενάγουσα για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου απασχολούμενη επί πενθήμερο, ήτοι από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή και επί 8ωρο καθημερινώς με μηνιαίες μεικτές αποδοχές το ποσό των 1.320 ευρώ. Η ενάγουσα αρχικά απασχολήθηκε στις εγκαταστάσεις της 1ης εναγόμενης εταιρείας στην …………., όπου και η έδρα της και από τον Μάιο 2014 στις νέες εγκαταστάσεις της στη ……………… Μέλος του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου της εργοδότριας ήταν και η 3η εναγόμενη και από τις 31-5-2000 Πρόεδρος και Διευθύνουσα (Εντεταλμένη) Σύμβουλος αυτής. Τον Απρίλιο 2014 ο σύζυγος της 3ης εναγόμενης ………………. συνέστησε την 2η εναγόμενη εταιρεία, της οποίας ήταν και διαχειριστής. Στη συνέχεια με την από 12-1-2015 σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της 1ης και της 2ης των εναγόμενων εταιρειών συμφωνήθηκε να παρέχει η ενάγουσα τις ίδιες υπηρεσίες στο ίδιο χρονικό διάστημα στην 2η εναγόμενη με μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 990,15 ευρώ. Με τη σύσταση της 2ης εναγόμενης εταιρείας μεταβιβάστηκε σ’ αυτή σχεδόν το σύνολο της επιχείρησης της 1ης εναγόμενης, η οποία είχε την ίδια έδρα, το ίδιο τηλέφωνο, fax και email επικοινωνίας με το κοινό, το ίδιο αντικείμενο εμπορίας (διαφημίσεις, μάρκετινγκ, έρευνες αγοράς κλπ.) και πελατολόγιο με την 1η εναγόμενη και σχεδόν το σύνολο του προσωπικού της τελευταίας μεταφέρθηκε προς απασχόληση στη 2η εναγόμενη. Έτσι, επήλθε ειδική διαδοχή απευθείας από το νόμο για τα χρέη που ανήκουν στην επιχείρηση με παράλληλη διατήρηση της ευθύνης και της μεταβιβάσασας 1ης εναγόμενης εταιρείας, με τη δημιουργία προς τούτο παθητικής εις ολόκληρον ενοχής μεταξύ της τελευταίας και της 2ης εναγόμενης εταιρίας που απέκτησε την επιχείρηση (άρθρο 479 ΑΚ και 4 ΠΔ 178/2002 Προστασία εργαζομένων σε μεταβιβαζόμενες επιχειρήσεις – 98/50/ΕΚ). Στις 22-3-2016 η 2η εναγόμενη (εργοδότρια) κατήγγειλε την εργασιακή σχέση και από το συνολικό ποσό της αποζημίωσης απόλυσης ποσού 2.310,36 ευρώ κατέβαλε στην ενάγουσα την ίδια ημέρα 310,36 ευρώ και για το υπόλοιπο ποσό των 2.000 ευρώ της παρέδωσε τραπεζική επιταγή της ΕUROBANK με χρονολογία λήξης 30-6-2016, η οποία δεν πληρώθηκε. Λόγω της μη καταβολής όλου του ποσού της αποζημίωσης απόλυσης την ημέρα της απόλυσης αλλά και λόγω της τμηματικής αυτής καταβολής η καταγγελία της εργασιακής σχέσης είναι άκυρη, διότι, εφόσον η αποζημίωση αυτή (2.310,36 ευρώ) υπερβαίνει τις αποδοχές δύο μηνών (990,15 ευρώ χ 2), η εργοδότρια έπρεπε να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο μηνών, ήτοι 1.980,30 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό 330,06 ευρώ την επόμενη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση (άρθρο 74 παρ. 3 Ν. 3863/2010 – βλ. νομική σκέψη). Αποτέλεσμα της ακυρότητας της απόλυσης είναι να περιέλθει η εργοδότρια (2η εναγόμενη), μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες της ενάγουσας μετά την καταγγελία, σε κατάσταση υπερημερίας και να οφείλει μισθούς υπερημερίας καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η υπερημερία της αλλά και να είναι υποχρεωμένη να απασχολήσει πραγματικά την ενάγουσα. Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης δεν έγινε από λόγους εχθρότητας της 3η εναγόμενης στο πρόσωπο της ενάγουσας, επειδή η τελευταία προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας για καθυστερούμενες δεδουλευμένες αποδοχές της, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται, διότι αποδείχθηκε ότι η 3η εναγόμενη ουδεμία σχέση είχε με την εργοδότρια (2η εναγόμενη) εταιρία, της οποίας ο διαχειριστής προέβη στην καταγγελία αυτή. Επομένως, το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα περιόρισε το αίτημά της για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών και μισθούς υπερημερίας μέχρι τις 21-3-2018 στο ποσό των 18.339,84 ευρώ και για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών μέχρι τις 13-1-2015 στο ποσό των 1.320 ευρώ, οφειλή την οποία ομολόγησαν οι εναγόμενες εργοδότριες εταιρίες κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (βλ. πρακτικά δίκης). Τα αιτήματα των εναγόμενων: α) για επίδειξη εγγράφων και β) αφαίρεσης κάθε ποσού που τυχόν εισέπραξε η ενάγουσα από την παροχή εργασίας σε τρίτον κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της 2ης εναγόμενης (ένσταση εκ του άρθρου 656 εδ. τελευτ. ΑΚ), πρέπει να απορριφθούν το μεν πρώτο κατ’ ουσίαν λόγω της ομολογίας των εναγόμενων ως προς τα οφειλόμενα ποσά (δεδουλευμένες αποδοχές), το δε δεύτερο λόγω της αοριστίας αυτού, για το λόγο ότι δεν αναφέρεται σε αυτό (αίτημα) ότι η ενάγουσα εργάσθηκε και ποια ποσά εισέπραξε, κατ’ επάλληλη σκέψη κατ’ ουσία, διότι δεν αποδείχθηκε τέτοια εργασία, ήτοι οι εναγόμενες δεν ανταποκρίθηκαν στο βάρος τους να αποδείξουν τα πραγματικά αυτά γεγονότα.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει, η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως προς την 3η εναγόμενη ως μη νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη για τις λοιπές εναγόμενες, να υποχρεωθεί η 1η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.320 ευρώ και η 2η εναγόμενη το ποσό των 18.339,84 ευρώ, τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, διότι μετά το μερικό περιορισμό του αιτήματος δεν προσδιορίζεται το οφειλόμενο μηνιαίο ποσό, ώστε αυτό να καταστεί τοκοφόρο από την επόμενη ημέρα που έπρεπε να καταβληθεί αυτό, δεδομένου ότι στα ποσά αυτά οφείλονται και επιδόματα εορτών και άδειας, που δεν προσδιορίζονται μετά τον περιορισμό του αιτήματος και να υποχρεωθεί η 2η εναγόμενη να απασχολήσει πραγματικά την ενάγουσα. Όσο αφορά το παρεπόμενο αίτημα για την κήρυξη της εκδοθησόμενης απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης μπορεί να επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα και γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτό για το συνολικά επιδικαζόμενο ποσό όσον αφορά την πρώτη εναγόμενη και για το ποσό των 4.000 ευρώ όσον αφορά την δεύτερη εναγόμενη. Τα δικαστικά έξοδα της 3ης εναγόμενης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ενάγουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ) και των λοιπών διαδίκων πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ τους ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας καθενός των μερών (άρθρο 178 παρ.1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς την τρίτη εναγόμενη.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα της τρίτης εναγόμενης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300 €).
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή ως προς τις λοιπές εναγόμενες. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι το έτος 2015 έγινε μεταβίβαση της επιχείρησης από την πρώτη στη δεύτερη εναγόμενη.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η αναφερόμενη στο σκεπτικό καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων τριακοσίων είκοσι ευρώ (1.320 €), με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγόμενη: α) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων τριακοσίων τριάντα εννέα ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (18.339,84 €), με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση και β) να απασχολήσει πραγματικά την ενάγουσα με τους ίδιους όρους που ίσχυαν πριν την καταγγελία της εργασιακής της σχέσης με απειλή χρηματικής ποινής τριακοσίων ευρώ (300 €) για κάθε ημέρα παράβασης της διάταξης αυτής.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα απόφαση προσωρινά εκτελεστή για ολόκληρο το επιδικαζόμενο καταψηφιστικώς ποσό που αφορά την πρώτη εναγόμενη και για το επιδικαζόμενο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (4.000 €), που αφορά τη δεύτερη εναγόμενη.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των 1ης και 2ης των εναγόμενων μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων ευρώ (1.000 €).
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 25-9-2019, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.
