Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αζήμια καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Αξίωση μισθωτού για πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του από τον εργοδότη. Καταγγελία για οικονομοτεχνικούς λόγους. Η επιλογή πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια και σύμφωνα με την καλή πίστη. Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι έχει λυθεί η σύμβαση με καταγγελία αποτελεί ένσταση και ο προς απόκρουση της άνω ένστασης του εναγομένου εργοδότη ισχυρισμός του ενάγοντος μισθωτού ότι η καταγγελία είναι άκυρη αποτελεί αντένσταση. Εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ίδια ημέρα με την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης. Δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαραίτητο, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή, που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και συνεπώς, μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ως άνω καταγγελία ή και με ρητή μη αποδοχή της. Μισθοί υπερημερίας. Κατάχρηση δικαιώματος. Ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας. Δικαίωμα εργοδότη να αφαιρέσει την ωφέλεια που απεκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή από την χρησιμοποίηση του χρόνου του που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και ο μισθωτός από την αξιοποίηση αυτής είτε αυτοαπασχολούμενος είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη, αποκόμισε ωφέλεια. Για την παύση της υπερημερίας αρκεί η δήλωση του εργοδότη περί αποδοχής των υπηρεσιών, χωρίς να απαιτείται να προσφέρει και τους οφειλόμενους έως τη δήλωση μισθούς υπερημερίας. Αν όμως ο εργαζόμενος, συγχρόνως με την προσφορά της εργασίας του, προβάλλει και δικαίωμα επίσχεσης για τους καθυστερούμενους μισθούς (ΑΚ 325), τότε η υπερημερία του εργοδότη δεν διακόπτεται και αυτός είναι μεν πρόθυμος να δεχθεί την παροχή που του προσφέρεται, δεν προσφέρει όμως την αντιπαροχή που του ζητείται. Η αδυναμία παροχής της εργασίας από τον εργαζόμενο αν παραλλήλως δεν οφείλεται σε ανυπαίτιο γεγονός τότε απαλλάσσει τον εργοδότη και από την υποχρέωση καταβολής μισθού στην οποία αυτός άλλως διατηρεί όχι όμως βάσει της διάταξης του άρθρου 656 ΑΚ, αλλά των άρθρων 657 και 658 ΑΚ. Μόνος ο λόγος ότι η ενάγουσα βρισκόταν στο εξωτερικό δεν συνεπάγεται ότι η παροχή της εργασίας της ήταν αδύνατη από υπαιτιότητά της και ότι συνεπώς συντρέχει λόγος απαλλαγής της υποχρέωσης της εναγομένης από την καταβολή των μισθών υπερημερίας της. Απορριπτέος ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης. Το αίτημα για επίδειξη τόσο των φορολογικών δηλώσεων της ενάγουσας όσο και των βεβαιώσεων μισθοδοσίας της, ως στοιχείων που άπτονται της φορολογίας του εισοδήματος της, πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμα, διότι προσκρούει στο φορολογικό απόρρητο των διατάξεων των άρθρων 85 παρ. 1 και 2 του Ν. 2238/1994 και 31 του Π.Δ. 186/1992, εφόσον δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις, που προβλέπονται στην παρ. 5 του άρθρου 85 του Ν. 2238/1994. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 17.484,20 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης: 1931/2017
(Γενικός αριθμός κατάθεσης …../2011 και αριθμός κατάθεσης δικογράφου αγωγής …../2011)
(Γενικός αριθμός κατάθεσης …../2014 και αριθμός κατάθεσης δικογράφου κλήσης …../2014)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
……………………………………………………
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Θεοδώρα Καρατσικάκη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Προϊστάμενος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ιωάννα Βέττου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουάριου 2017, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας – ενάγουσας : ………. ………. του ………., ιδιωτικής υπαλλήλου, κατοίκου Αθηνών, οδός ………. αρ. …., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου με ΑΜΔΣΑ 029922.
Της καθ’ ής η κλήση – εναγόμενης: Της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……….» με έδρα την Αθήνα, οδός ………. αρ. …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθηνών Αμαλίας Κουτσοκέρα με ΑΜΔΣΑ 023411.
Η ενάγουσα ζητάει να γίνει δεκτή η από 25.07.2011 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης …../2011 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …../2011 η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στις 24.01.2014 και κατόπιν αναβολής για την 10.10.2014 οπότε και ματαιώθηκε. Ήδη η συζήτηση της υπό κρίση αγωγής επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 14.10.2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης …../2014 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …../2014 η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 20.03.2015 και κατόπιν αναβολής για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο και ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920, 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Εάν διαγνωσθεί ότι η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε καταχρηστικά, η καταγγελία είναι άκυρη κατά τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ και ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του κατ’ άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομίας που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές περιστάσεις, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει σης οικονομικές δυσχέρειες δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Ελέγχεται όμως ο τρόπος επιλογής των προς απόλυση εργαζομένων. Η επιλογή πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια και σύμφωνα με την καλή πίστη. Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπ’ όψιν του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας στη συγκεκριμένη επιχείρηση, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητας και της δυνατότητα εύρεσης άλλης εργασίας. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας για οικονομικοτεχνικούς λόγους είναι καταχρηστική, όταν ο εργοδότης επιλέγει τους μισθωτούς που θα απολυθούν χωρίς να λάβει υπ’ όψιν και να συνεκτιμήσει τα ως άνω κριτήρια, όπως επιβάλλεται από το καθήκον προνοίας που τον βαρύνει κατά τα άρθρα 651, 657, 658, 660 σε συνδυασμό με τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ και επιτάσσει την απόλυση εκείνων, για τους οποίους το μέτρο αυτό θα είναι λιγότερο επαχθές (ΑΠ 31/2013 ΤΝΠ Νόμος, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, εκδ. 2007, σελ. 1199 επ.). Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από άποψη ικανότητας, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχολήσεως του εργαζόμενου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής καταστάσεως κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητας και τη δυνατότητα εξευρέσεως απ’ αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει, στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ’ αυτή (ΑΠ 13/2014, ΑΠ31/2013, σε ΤρΝομΠλ ΝΟΜΟΣ). Με βάση τα παραπάνω η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας για οικονομικοτεχνικούς λόγους είναι καταχρηστική, όταν ο εργοδότης, προκειμένου να επιλέξει τους μισθωτούς που θα απολυθούν, παραλείπει να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα ως άνω κριτήρια της αρχαιότητας, ηλικίας, οικονομικής και οικογενειακής καταστάσεως του καθενός, όπως επιβάλλεται από το καθήκον προνοίας που τον βαρύνει κατά τα άρθρα 651, 657, 658, 660 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 200, 281 και 288 του ΑΚ και επιτάσσει την απόλυση εκείνων για τους οποίους το μέτρο αυτό θα είναι λιγότερο επαχθές. Επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, ο μισθωτός, ο οποίος προβάλλει αξιώσεις από άκυρη για το λόγο αυτό καταγγελία, οφείλει, με ποινή απαραδέκτου λόγω αοριστίας της αγωγής του, να εκθέσει σαφώς, είτε καθ’ υποφοράν στην αγωγή του, είτε αντενιστάμενος με τις προτάσεις του, εκτός από τις δικές του ανάγκες, την αρχαιότητα, την ηλικία και την οικονομική και οικογενειακή του κατάσταση και εκείνες συγκεκριμένων συναδέλφων του, που έπρεπε ν’ απολυθούν αντ’ αυτού (ΑΠ31/2013, ό.π., ΑΠ355/2009, ΑΠ 63/2007, σε ΤρΝομΠλ ΝΟΜΟΣ, ΜΟΝΕΦΘΕΣ 2533/2014, ΝΟΜΟΣ). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις [των άρθρων 669 του ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955], προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα που ασκείται με μονομερή, απευθυντέα δήλωση, η οποία, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, είναι αναιτιώδης και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε. Η άσκηση, όμως, του σχετικού δικαιώματος της καταγγελίας δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, γιατί διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μη έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ (βλ. ΑΠ 247/2012, ΑΠ 84/2011, ΑΠ 1267/2011, ΑΠ 581/2011 ΝΟΜΟΣ). Υπέρβαση των ορίων αυτών ενέχει, εκτός των άλλων, η καταγγελία που έγινε από τον εργοδότη από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης προς το πρόσωπο του μισθωτού συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη ή, όταν αυτός είναι νομικό πρόσωπο, στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στα μέλη της διοίκησής του ενέργειας (ΑΠ 247/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ84/2011 ο.π.). Τέτοιος λόγος υπάρχει και όταν ο μισθωτός προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, για να διεκδικήσει νόμιμα δικαιώματά του (ΑΠ 581/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ502/2005 ΔΕΕ 2006-88, ΕφΛαμ194/2004 αδημ.), έστω και αν η ασκηθείσα προσφυγή ελέγχθηκε, τελικώς, ως βάσιμη (ΑΠ 581/2011 ο.π.) Στην περίπτωση δε αυτή (της άκυρης καταγγελίας), ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται, όπως και πριν, τις υπηρεσίες του μισθωτού και, διαφορετικά, αν αρνηθεί, καθίσταται υπερήμερος (άρθρ. 349 και 350 Α.Κ.) και οφείλει τους μισθούς του, σύμφωνα με τα άρθρα 648 επ. και 656 του Α.Κ. (βλ. ΑΠ ΐ747/2008, ΑΠ 197/2009, ΑΠ 653/2000 ΝΟΜΟΣ). Η αξίωση δε του μισθωτού για μισθούς υπερημερίας, λόγω της άρνησης του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του, δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία και αποτελεί τη βάση της σχετικής αγωγής. Γι’ αυτό και ο εργαζόμενος, αξιώνοντας μισθούς υπερημερίας, στην αγωγή του πρέπει να αναφέρει την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας, το ύψος του συμβατικού ή νόμιμου μισθού και την άρνηση του εργοδότη να καταδεχθεί την εργασία του. Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται. Ο ισχυρισμός του εργοδότη (εναγομένου) ότι έχει λυθεί η σύμβαση με καταγγελία αποτελεί ένσταση (ΑΠ 192/2009, ΑΠ 624/2008, ΑΠ 216/2002, ΕφΠατρ56/2009, ΕφΑθ 5913/2003 ΝΟΜΟΣ), η οποία μπορεί να προταθεί μόνο κατά διαγραφόμενα στα άρθρα 115 παρ. 3, 256 παρ. 1 δ’, 262 παρ. 1 και 591 παρ. 1 β’ του ΚπολΔ, δηλαδή προφορικά κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και με καταχώρησή της στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 190 και 341/2011 ΝΟΜΟΣ) ή και μετά τη συζήτηση, ακόμη και στο δεύτερο βαθμό, στις περιπτώσεις των άρθρων 269 και 527 του ΚπολΔ (ΑΠ 192/2009, ΑΠ 624/2008 ο.π.). Ο προς απόκρουση της άνω ενστάσεως του εναγομένου εργοδότη ισχυρισμός του ενάγοντος μισθωτού ότι η καταγγελία είναι άκυρη αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης ή και μετά τη συζήτηση, στις άνω περιπτώσεις των άρθρων 269παρ. 2 και 527 του ΚπολΔ. Έχει, επί πλέον, τη δυνατότητα να επικαλεσθεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που τη θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής («καθ’ υποφορά»), οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν άνω ενστάσεως του εργοδότη περί καταγγελίας της συμβάσεως (ΑΠ 192/2009, ΑΠ 624/2008, ΑΠ 216/2002 ο.π.). Όμως, στην περίπτωση που ο ενάγων μισθωτός δεν προτείνει απλώς, καθ’ υποφορά, την ως άνω αντένσταση, αλλά εκθέτει στην αγωγή ότι η υπερημερία του εναγομένου εργοδότη προήλθε από άκυρη, επαρκώς προσδιοριζομένη, καταγγελία της συμβάσεως και επιδιώκει με ιδιαίτερο αίτημα να αναγνωριστεί η ακυρότητα αυτή, τότε ο ισχυρισμός του εναγομένου εργοδότη ότι η καταγγελία είναι έγκυρη αποτελεί άρνηση των θεμελιωτικών του εν λόγω αγωγικού αιτήματος περιστατικών (ΑΠ 216/2002, ΕφΑθ 5913/2003 ο.π.). Το αίτημα δε της αγωγής (και της ακυρότητας της καταγγελίας) δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνεται πανηγυρικά στο αιτητικό, αλλά μπορεί να περιέχεται οπουδήποτε στο δικόγραφο αυτής (και στο ιστορικό), αρκεί να είναι σαφές και ορισμένο (ΑΠ 216/2002 ο.π.). Τέλος, ο ενάγων μισθωτός που απολύθηκε, ισχυριζόμενος ότι η απόλυσή του είναι άκυρη, ως καταχρηστική, οφείλει, ζητώντας, κατά τα άνω την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας με την αγωγή (ή προτείνοντας αυτή κατ’ αντένσταση), να επικαλεστεί, με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 624/2008 ο.π., ΑΠ 84/2011 ΕλΔ/νη 2011-1621) και να αποδείξει (ΑΠ 247/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1689/2006 ΕΕργΔ 214 – 120, ΑΠ 704/2006 ΔΕΕ 2007-1102, ΕφΛαμ 22/2011 ΝΟΜΟΣ), τα πραγματικά περιστατικά (τους λόγους εκδικήσεως κλπ.) που τη θεμελιώνουν (ΑΠ 247/2012, ΑΠ 1689/2006, ΑΠ 704/2006, ο.π.), αλλιώς ο ισχυρισμός του απορρίπτεται κατ’ ουσία, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα της απόλυσης, ως εκ του αναιτιώδους, κατά τα παραπάνω, της καταγγελίας (ΑΠ 247/2012,ΑΠ 704/2000, ΑΠ 1689/2006 ο.π., ΑΠ 1901/2005 ΕλΔ/νη 2006-1036). Ο εναγόμενος εργοδότης αρνούμενος αιτιολογημένα (ΕφΛαμ 22/2011, ο.π., ΕφΑθ 5913/2002 ΕλλΔνη 2006-860) τον ισχυρισμό του μισθωτού για την ακυρότητα της καταγγελίας, ως καταχρηστικής, γιατί έγινε από λόγους εκδικήσεως προς το πρόσωπό του, μπορεί να επικαλεστεί ότι η απόλυση έγινε για άλλο σοβαρό λόγο, όπως, εκτός των άλλων, για οικονομοτεχνικούς λόγους (ΑΠ 581/2001, ΑΠ 1267/2011 ΝΟΜΟΣ), όπως μεταξύ άλλων, είναι και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομίας που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες η επιχείρηση αντιμετωπίζει (ΑΠ 581/2011, ΑΠ 101/2009, ΑΠ 2260/2009, ΕφΑθ 5913/2003 ΝΟΜΟΣ). Οι άνω λόγοι (οικονομοτεχνικοί), αν, κατά την ερευνά τους από το Δικαστήριο (ΑΠ 2260/2009, ΕφΑθ 5913/2003 ο.π.), αποδειχθούν αληθινοί και όχι προσχηματικοί, υποκρύπτοντας πράγματι εμπάθεια ή κακοβουλία του εργοδότη, δικαιολογούν την καταγγελία και δεν την καθιστούν καταχρηστική (ΑΠ 247/2012, ΑΠ 581 και 1267/2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ14/2013, α’ δημοσίευση στην τνπ ΝΟΜΟΣ). Επειδή, επί αγωγής η οποία έχει ως αυτοτελές αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως, ή αν ασκηθεί μόνο αναγνωριστική της ακυρότητας αγωγή, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα. Επομένως, στο δικόγραφο της αγωγής στην οποία ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως προβάλλεται η καταχρηστική άσκησή της εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη (άρθρο 281 ΑΚ) και ζητείται η αναγνώριση του γεγονότος τούτου, πρέπει να διαλαμβάνονται περιστατικά υπό τα οποία η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του, οπότε η καταγγελία είναι άκυρη (ΑΚ 174, ΑΠ900/2004, Α’ δημοσίευση στην τνπ ΝΟΜΟΣ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει καταρχήν, εκτός αντιθέτου συμφωνίας, υποχρέωση να απασχολεί πραγματικά τον εργαζόμενο και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών αυτού δεν έχει άλλες συνέπειες, εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Η καταρχήν, όμως, ως άνω νόμιμη άρνηση του εργοδότη καθίσταται παράνομη, όταν καθίσταται καταχρηστική, το οποίο συμβαίνει, όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέρονται του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ’ αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης [ΑΠ 1672/2007, ΕΕργΔ 67.968, ΑΠ 362/2007 ΕΕργΔ 66.1487]. Υπάρχει δε αγώγιμη αξίωση του μισθωτού (βλ. άρθρο 23 § του ν. 1264/1982), του οποίου ακυρώνεται, με δικαστική απόφαση, η απόλυσή του ως καταχρηστική, να ζητήσει την πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του από τον εργοδότη, ενώ, για να καταδικαστεί ο εργοδότης σε πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής, να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή, σύμφωνα με την ουσιαστικού ικαίου διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 [για το ότι οι δημιουργούμενες από την εργασιακή σχέση υποχρεώσεις των μερών, όπως είναι η υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται τις προσφερόμενες από τον εργαζόμενο υπηρεσίες, εμπίπτουν στη ρύθμιση της ΚΠολΔ 946 παρ. 1 βλ. ενδεικτικά ΑΠ 28/2006, ΧρΙδ 2006.521, όμοια η ΑΠ 41/2006, ΕλΔ 47.787, ΑΠ 255/2005 ΕΕργΔ 65.487, ΕφΑθ 8860/2006, ΕλΔ 48.886, βλ. ακόμη και ως προς την αυτεπάγγελτη εφαρμογή από το Δικαστήριο του άρθρου 946 ΚΠολΔ, ΑΠ 1167/1999 ΕΕργΔ 60.731, Δημ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (2002), αρ. 940], δεν απαιτείται να συντρέχουν και άλλοι όροι, δηλονότι η απόκρουση των προσφερόμενων υπηρεσιών να έχει γίνει υπό περιστάσεις, που υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ ή να συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (άρθρο 57 ΑΚ) ή υπαιτίως να προσβάλουν το δικαίωμά του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) [ΑΠ 1540/2006 ΕΕργΔ 66.810].
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α’ του ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημιώσεως ορίζεται κατ’ αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ 1 εδ. α’ του ιδίου νόμου 3198/1955, η ημέρα της λύσεως της συμβάσεως, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημιώσεως, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδάφιο βν της άνω παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3198/1955. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται σαφώς ότι εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ίδια ημέρα με την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή η οποία είναι σύμφωνη με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία δεν χωρεί εκ των υστέρων ίαση της άκυρης δικαιοπραξίας, που θεωρείται εξυπακουόμενη από το άρθρο 183 ΑΚ, ενισχύεται και από την επιβαλλόμενη, με το εδ. β’ της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 5 του ν. 3198/1955 κύρωση της (επιγενόμενης) ακυρότητας της καταγγελίας σε περίπτωση καθυστερήσεως μιας από τις οφειλόμενες τριμηνιαίες δόσεις αποζημιώσεως, που υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών (ΑΠ 71/2010 ΔΕΝ 2010/674, ΑΠ 105/2009 ΕΕργΔ 2009/289, ΑΠ 405/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 695/2007 ΝΟΜΟΣ).
ΙΙΙα. Από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 της ΚΥΑ με αριθμό 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, δώρα εορτών καταβάλλονται ολόκληρα εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε χωρίς διακοπή καθ’ όλη τη χρονική περίοδο που ορίζεται για κάθε περίπτωση που είναι για το δώρο Πάσχα από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και για το δώρο Χριστουγέννων από 1η Μαΐου μέχρι 30 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Εάν όμως διήρκεσε η εργασιακή σχέση μικρότερο χρονικό διάστημα, μέσα στα χρονικά όρια που αναφέρθηκαν, τότε καταβάλλεται σαν δώρο Χριστουγέννων ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 19ημερο χρονικό διάστημα διαρκείας της εργασιακής σχέσεως και σαν δώρο Πάσχα ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού ή 1 ημερομίσθιο, ανάλογα με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 8ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσεως. Για κάθε χρονικό διάστημα μικρότερο του 19ημέρου ή του 8ημέρου αντίστοιχα δικαιούνται ανάλογο κλάσμα (ΑΠ 1425/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περ. γ’ του άρθρου 3 της ΚΥΑ 19040/1981 για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών στις τακτικές αποδοχές περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων και το επίδομα αδείας. Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση το δώρο εορτών πρέπει να είναι προσαυξημένο με την αντίστοιχη αναλογία του επιδόματος αδείας. Η προσαύξηση αυτή υπολογίζεται στα δώρα εορτών μία φορά το χρόνο, ή στο δώρο εορτών Χριστουγέννων ή στο δώρο εορτών Πάσχα, ανάλογα με το πότε χορηγήθηκε (ΑΠ 690/1978 ΕΕΔ 1978.818, ΕφΘεσ 1130/1978 Αρμ 1998.719). Για τον συνυπολογισμό της αναλογίας του επιδόματος αδείας σε ένα από τα επιδόματα εορτών, αυτό προσαυξάνεται με το συντελεστή (0,5/12) 0,04166.
Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη την 13.04.2009 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως βοηθός τεχνίτη αργυροχρυσοχοΐας, απασχολούμενη με πλήρες ωράριο σης εγκαταστάσεις της εναγομένης στην Αθήνα. Ότι συμφωνήθηκε να αμείβεται με ημερομίσθιο που ανερχόταν στα 36,42 ευρώ και από 1.09.2009 στα 37,69 ευρώ. Ότι μολονότι προσέφερε πραγματικώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες της σε αυτήν η τελευταία στις 3.05.2011 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της χωρίς να της καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της δεν την είχε ασφαλίσει στο ΙΚΑ και δεν της χορηγούσε εξοφλητικές αποδείξεις για τα ποσά που της κατέβαλε. Ότι η εναγομένη τελικώς την απέλυσε από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας επειδή διεκδίκησε τα δικαιώματά της. Με το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε : 1) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 3.05.2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, για τους λόγους ακυρότητας που αναφέρει στην αγωγή της, 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 35.075,22 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 4.05.2011 έως 31.12.2011, άλλως και επικουρικά σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της το ποσό των 2.198,58 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και 3) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ λόγω της απόλυσής της και της στέρησης των αναγκαίων για την επιβίωσή της, 4) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με την απειλή ποινής ύψους τουλάχιστον 1.000 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης με την απόφαση που θα εκδοθεί, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η αντίδικος στη δικαστική της δαπάνη. Με το ιστορικό αυτό και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, σχετικά με το αίτημά της το οποίο αφορά την ακυρότητα της γενόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας αλλά και το επικουρικό αίτημα της καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, έχει ασκηθεί εντός της τρίμηνης και εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του ν. 3198/1955, αντίστοιχα, λαμβανομένων υπόψη των προθεσμιών αυτών αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο [άρθρο 280 ΑΚ], δεδομένου ότι, με τον επικαλούμενο χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της την 3.05.2011, η επίδοση της υπό κρίση αγωγής [με την οποία ολοκληρώθηκε κατ’ άρθρο 215 αρ. 1 ΚΠολΔ, η άσκησή της] έγινε στις 28.07.2011, όπως αποδεικνύεται από την με αριθμό …./2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή η οποία είναι πλήρως ορισμένη αφού περιέχονται σε αυτή όλα τα στοιχεία από τις οικείες διατάξεις καθώς και εκείνες των άρθρων 117-8, 216 ΚΠολΔ αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού [άρθρα 7, 9, 10, 11 αρ. 7, 16 αρ.2 ΚΠολΔ ως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του ν. 4335/2015 [ΦΕΚ 87/23/07.2015] και 22, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ], κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663-676 ΚΠολΔ, ως αυτές ίσχυαν προ της τροποποίησής τους με το ν. 4335/2015. Ερείδεται δε, στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 174, 180, 281, 340, 341, 345, 346, 648, 649, 652, 653, 655, 914, 932 ΑΚ, σε εκείνες των άρθρων 5 και 6 του Ν. 3198/1955 και των άρθρων 1, 3, 5 του Ν. 2112/1920 [όπως το άρθρο 1 αυτού ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την υποπερ. ΙΑ 12 περ.1 του Ν.4093/2012 (ΦΕΚ Α’ 222/12.11.2012) και πριν την αντικατάσταση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1, με την παρ. 9 του άρθρου 34 του Ν. 4111/2013, ΦΕΚ Α’ 18/25.1.2013 (ΦΕΚ Α’ 33/7.2.2013)], 68, 70, 176,191 παρ. 2, 218, 219, 907, 908 περ. ε’ [ως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του ν. 4335/2015], 910 περ. 4, 947 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου [βλ. το με αρ. ………………………….. ηλεκτρονικό παράβολο αγωγής, νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ενάγουσα].
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 380 παρ.1, 381, 656 ΑΚ, που ορίζουν ότι “ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την παροχή που του προσφέρεται. Η προσφορά πρέπει να είναι πραγματική και προσήκουσα” (άρθρο 249)» “ο δανειστής γίνεται υπερήμερος και με προσφορά του οφειλέτη μη πραγματική, αν δήλωσε ήδη ότι δε δέχεται την παροχή” (άρθρο 350), “αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευθύνη, απαλλάσσεται και ο άλλος συμβαλλόμενος από την αντιπαροχή και την αναζητεί, αν τυχόν την κατέβαλε, κατά τις διατάξεις για το αδικαιολόγητο πλουτισμό” (άρθρο 380 παρ. 1), “αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλόμενους έγινε αδύνατη από πταίσμα του άλλου, αυτός δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση αντιπαροχής. Από την αντιπαροχή όμως αφαιρείται καθετί που οφείλεται ή δόλια παραλείπει να ωφεληθεί από την απαλλαγή αυτός που απαλλάσσεται λόγω αδυναμίας. Το ίδιο ισχύει αν η παροχή του ενός έγινε αδύνατη χωρίς υπαιτιότητα του κατά το διάστημα που ο άλλος βρισκόταν σε υπερημερία αποδοχής της” (άρθρο 381)», “αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό κάθε τι που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή του αλλού” (άρθρο 656), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρ. 657 και 658 του ΑΚ κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δικαιούται ένα μηνιαίο μισθό αν εμποδίζεται να εργασθεί από σπουδαίο λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, ένα τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της συμβάσεώς του, αφαιρείται όμως ό,τι έλαβε από τον ασφαλιστικό του φορέα, προκύπτουν τα εξής: Η υποχρέωσή του υπερήμερου εργοδότη για καταβολή των αποδοχών του εργαζομένου υφίσταται μέχρι να αρθεί η υπερημερία του, είτε με δήλωσή του ότι αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία του μισθωτού, είτε με απόσβεση της ενοχής, είτε με σχετική αυτού και του μισθωτού συμφωνία είτε με νεώτερη έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως. Σε περίπτωση ανυπαίτιας αδυναμίας του εργαζομένου να παράσχει την εργασία του, ενώ κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 380 ΑΚ, θα έπρεπε να απαλλαγεί και ο εργοδότης της καταβολής του μισθού, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 657 και 658 ΑΚ δικαιούται ο εργαζόμενος, υπό τις προϋποθέσεις που το πρώτο εξ αυτών θέτει το μέρος του μισθού του που ορίζεται στο δεύτερο άρθρο. Αντίθετα αν είτε πριν την έναρξη της υπερημερίας του εργοδότη είτε κατά τη διάρκεια αυτής η παροχή της εργασίας από τον εργαζόμενο καταστεί αδύνατη από υπαιτιότητα του εργοδότη, αυτός (εργοδότης) δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση προς παροχή του μισθού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 656 ΑΚ και της παρ. 1 του άρθρου 381 ΑΚ στην πρώτη περίπτωση, της παρ. δε 2 του ίδιου άρθρου 381 ΑΚ στη δεύτερη περίπτωση, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση της συμβάσεως εργασίας, εφόσον, από τις σχετικές ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν αυτήν, δεν προβλέπεται διαφορετική αντιμετώπιση της αδυναμίας του μισθωτού για παροχή της εργασίας του, που οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, όπως συμβαίνει με τις διατάξεις των άρθρων 357 και 358 που αντιμετωπίζουν εν μέρει κατά διαφορετικό τρόπο από ό, τι το άρθρο 380 ΑΚ τις υποχρεώσεις του εργοδότη σε περίπτωση ανυπαίτιας αδυναμίας του εργαζόμενου που οφείλεται σε σπουδαίο λόγο. Εξ άλλου, στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αναγνωρίζεται, γενικώς, στον εργοδότη η εξουσία να λαμβάνει κάθε μέτρο, το οποίο έχει σχέση με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργαζομένου και θεωρείται πρόσφορο για την αποδοτική οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης, εντός της οποίας παρέχεται η εργασία. Η εξουσία αυτή είναι γνωστή ως “διευθυντικό δικαίωμα” του εργοδότη και έχει ως περιεχόμενο τον εκ μέρους αυτού μονομερή καθορισμό των όρων της συμβάσεως εργασίας, από την πρόσληψη του εργαζόμενου μέχρι την απόλυσή του, στο μέτρο που οι όροι αυτοί δεν έχουν προκαθορισθεί δεσμευτικά από τους ίδιους τους συμβαλλόμενους ή κάποιον υποχρεωτικό κανόνα δικαίου. Η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, όμως, ελέγχεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την εφαρμογή της ΑΚ 281, υπό την έννοια ότι απαγορεύεται, ως καταχρηστική, όταν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού (ολ ΑΠ 10/2010).
V. Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του ΒΔ από 16.7.1920 και 5 του Ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη το οποίο ασκείται με τη μορφή της μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί πλήρης η νόμιμη αποζημίωση. Η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στη μη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων (έγγραφο και καταβολή πλήρους αποζημίωσης) είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, δηλαδή καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1107/2000 ΔΕΝ 2001.339, ΑΠ 380/2000 ΔΕΝ 2000.1442, ΕφΘεσ 1341/2000 ΔΕΝ 2001.339) και θεωρείται σαν να μην έγινε (3, 174, 180 ΑΚ). Περαιτέρω, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας από τον εργοδότη, ο τελευταίος που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού καθίσταται υπερήμερος (άρθρα 349, 350 ΑΚ) και υποχρεούται στην πληρωμή των αποδοχών του για το διάστημα της υπερημερίας του (ΑΠ 548/2000 ΕλλΔνη 41.1615, ΑΠ 1169/1999 ΔΕΝ 2000.72, ΑΠ 590/1994 ΕλλΔνη 36.162). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1α Κ.Πολ,Δ. προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαραίτητο, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή, που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και συνεπώς, μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ως άνω καταγγελία ή και με ρητή μη αποδοχή της (ΑΠ 641/2008 Νόμος, ΑΠ 752/2007 Νόμος, ΑΠ 294/2001 ΕλλΔνη 2001.693, Εφ.Δωδ 249/2005 Νόμος, ΕφΑθ 5888/2004 Αρμ 2005.901, ΕφΑθ 6449/2002 Νόμος). Προσέτι, αν η άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέσθηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου ή που συνιστούν αδικοπραξία, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (άρθρα 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281 ΑΚ, 5 παρ. 1 Συντάγματος), το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο, κατ’ εύλογη κρίση (ΑΠ 282/2009 Νόμος, ΑΠ 161/1997 ΔΕΝ 53.763, ΕφΑθ 1139/2007 ΔΕΕ 2007.1139, ΕφΑθ 1322/2006 ΕλλΔνη 2007.1120, ΕφΑθ 5223/2004 ΔΕΕ 2005.469). Εξάλλου, οι σχετικές τυπικές προϋποθέσεις της εγκυρότητας της καταγγελίας (έγγραφος τύπος και αποζημίωση) πρέπει να τηρούνται ασχέτως από το λόγο που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως προ της καταγγελίας για αξιόποινη πράξη, ανώτερα βία). Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη (εκτός δηλαδή της συνισταμένης σε καταμηνυθείσα αξιόποινη πράξη) υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού. Δηλαδή δεν προβλέπεται από το νόμο απόλυση των μισθωτών που δυστροπούν ή παραμελούν τα καθήκοντά τους χωρίς αποζημίωση, αλλά εάν ο μισθωτός συμπεριφέρεται αντισυμβατικά, μόνη διέξοδος για τον εργοδότη που επιθυμεί να λύσει την εργασιακή σύμβαση είναι η καταγγελία αυτής και η καταβολή αποζημίωσης. Όταν, όμως, ο μισθωτός δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές πλημμελώς, κακόβουλα, με αποκλειστικό δηλαδή σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση ή μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης, τότε η ενάσκηση της αξίωσης για την καταβολή της αποζημίωσης ή μισθών υπερημερίας από άκυρη καταγγελία, λόγω ακριβώς του τυπικού λόγου της μη καταβολής της αποζημίωσης ή της μη τήρησης έγγραφου τύπου, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και, συνακόλουθα, είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 405/2008 Νόμος, ΑΠ 1080/2003 ΕΕΡΓΔ 2004.19, ΑΠ 233/2003 ΔΕΕ 2003.987, ΑΠ 284/1996 ΕΕργΔ 1998.62, Εφ Θεσ 886/2000 Αρμ 2000.1252). Πάντως, η υπερημερία του εργοδότη αίρεται αν αυτός, με δήλωσή του προς τον εργαζόμενο, του καταστήσει γνωστό, ότι είναι έτοιμος να δεχθεί και πάλι, με τους ίδιους όρους της σύμβασης, την εργασία του (βλ. ΑΠ 364/1995 ΕΕΡΓΔ 54.1098, ΑΠ 1169/1999 ΕλλΔνη 2000.722, ΑΠ 1093/1993 ΕΕργΔ 53.1007, ΕφΠατρ 416/2006, ΕφΑθ 2729/2004 ΕλλΔνη 46.239, ΕφΘεσ. 1897/2000 Αρμ 2000.1252). Για την παύση της υπερημερίας αρκεί η δήλωση του εργοδότη περί αποδοχής των υπηρεσιών, χωρίς να απαιτείται να προσφέρει και τους οφειλόμενους έως τη δήλωση μισθούς υπερημερίας. Αν όμως ο εργαζόμενος, συγχρόνως με την προσφορά της εργασίας του, προβάλλει και δικαίωμα επίσχεσης για τους καθυστερούμενους μισθούς (ΑΚ 325), τότε η υπερημερία του εργοδότη δεν διακόπτεται και αυτός είναι μεν πρόθυμος να δεχθεί την παροχή που του προσφέρεται, δεν προσφέρει όμως την αντιπαροχή που του ζητείται [ΑΚ 353 (βλ. ΑΠ 618/1963 ΕΕργΔ 1963/1458)]. Σε κάθε δε περίπτωση, προκειμένου να καταστεί υπερήμερος ο εργοδότης, θα πρέπει να υπάρχει εκ μέρους του εργαζομένου δυνατότητα παροχής της εργασίας (βλ. ΑΠ 408/1970 ΔΕΝ 1970.785, ΑΚ Απ. Γεωργιάδη-Μ. Σταθόπουλου, τόμος III, άρθρο 656, αριθμ. 15, σελ. 487). Ετσι, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση να καταβάλει το μισθό, όταν η αδυναμία παροχής της εργασίας οφείλεται σε υπαιτιότητα του μισθωτού ή σε τυχαίο περιστατικό που τον αφορά, όπως επίσης όταν υπάρχει αδυναμία αποδοχής της εργασίας από την πλευρά του εργοδότη εξαιτίας ανωτέρας βίας (βλ. 1614/1997 ΕλλΔνη 1998.832). Αλλά και η, μετά την έναρξη της υπερημερίας του εργοδότη, εμφάνιση (επιγενομένης) ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής της εργασίας εκ μέρους του μισθωτού επιφέρει άρση της υπερημερίας του εργοδότη και η αξίωση του εργαζόμενου για μισθό αποσβήνεται (βλ. ΑΚ Απ. Γεωργιάδη – Μ Σταθόπουλου, ό.π., αριθμ.16 και 48, σελ. 487 και 492). Συνεπώς, η αδυναμία παροχής της εργασίας από τον εργαζόμενο αν παραλλήλως δεν οφείλεται σε ανυπαίτιο γεγονός τότε απαλλάσσει τον εργοδότη και από την υποχρέωση καταβολής μισθού στην οποία αυτός άλλως διατηρεί όχι όμως βάσει της διάταξης του άρθρου 656 ΑΚ, αλλά των άρθρων 657 και 658 ΑΚ (βλ. Σ. Βλαστό, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2005, σελ. 921-922). Κατά δε το άρθρο 657 ΑΚ, «Ο εργαζόμενος διατηρεί την αξίωσή του για το μισθό, αν ύστερα από δεκαήμερη τουλάχιστον παροχή εργασίας εμποδίζεται να εργασθεί από σπουδαίο λόγο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό τα ποσά που εξαιτίας του εμποδίου καταβλήθηκαν στον εργαζόμενο από ασφάλιση υποχρεωτική κατά το νόμο», κατά το άρθρο 658 ΑΚ «Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διατηρείται, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, η αξίωση για το μισθό σε περίπτωση εμποδίου, δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα μήνα αν το εμπόδιο εμφανίσθηκε ένα τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της σύμβασης, και το μισό μήνα σε άλλη περίπτωση [ΕφΔωδ1/2014, α’ δημοσίευση στην τνπ ΝΟΜΟΣ].
VI. Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Για να θεωρηθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι, όμως, ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη πρέπει αυτός να αναφέρει την εργασία, την οποία αυτός μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση και τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε. Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι επαρκώς αιτιολογημένη (βλ. ΑΠ 197/2009, δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 203/2009, ΕλλΔνη 2010/1991).
VII. Κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει το δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νόμιμα και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού που αυτός πραγματικά και προσηκόντως του προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο (Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α.), εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του. Από τις αποδοχές, όμως, αυτές ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που απεκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή από την χρησιμοποίηση του χρόνου του που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και ο μισθωτός από την αξιοποίηση αυτής είτε αυτοαπασχολούμενος είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη, αποκόμισε ωφέλεια. Αντίθετα, δεν αφαιρείται η ωφέλεια που προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη προερχόμενη από την αξιοποίηση εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Δηλαδή πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού. Ως ωφέλεια του μισθωτού νοείται και εκείνη που αποκτήθηκε από τη δραστηριότητα αυτού ως ελεύθερου επαγγελματία, εφόσον όμως η ωφέλεια αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτός δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε στην άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού, που διώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να προσδιορίζονται οι λοιπές επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά σας συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητες αυτές (βλ. ΑΠ 221/2011, ΔΕΕ 2012, 389).
Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή, επικουρικά δε προέβαλε παραδεκτά, ήτοι με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού (βλ. ΟλΑΠ 2/2005, ΕλλΔνη 2005, 689) και με τις προτάσεις της, τις ακόλουθες ενστάσεις: α) περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αγωγής, διότι η ενάγουσα αδικαιολόγητα και κακόβουλα δεν επιχείρησε να ανεύρει άλλη αντίστοιχη εργασία ως ανειδίκευτη εργάτρια στην Ελλάδα προσκομίζοντας σχετικές προς τούτο μικρές αγγελίες από τις οποίες εμφαίνεται η ζήτηση εργασίας σε διάφορα επαγγέλματα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ενάγουσα αιτείται από την εναγομένη την καταβολή μισθών υπερημερίας, β) Όπως αυτολεξεί αναφέρει στα πρακτικά και στις προτάσεις της, ένσταση έκπτωσης των κερδηθέντων, ήτοι των μισθών υπερημερίας της ωφέλειας, που η ενάγουσα έλαβε από την παροχή υπηρεσιών της σε άλλον εργοδότη στη Γερμανία, κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της (άρθρο 656 εδ. β’ του ΑΚ). Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη και ορισμένη σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον αν και δεν αναφέρεται η εργασία που παρείχε η ενάγουσα κατά το παραπάνω διάστημα καθώς και το όνομα του συγκεκριμένου εργοδότη, αναφέρεται κατά προσέγγιση η αμοιβή που θα μπορούσε να εισπράξει απασχολούμενη στην Γερμανία. Τέλος, η εναγομένη υπέβαλε αίτημα επίδειξης εγγράφων και ειδικότερα αντιγράφων των εκκαθαριστικών σημειωμάτων της ενάγουσας «των τελευταίων ετών», καθώς και βεβαιώσεων μισθοδοσίας της για το ίδιο διάστημα. Το αίτημα αυτό, όμως τόσο ως προς την επίδειξη τόσο των φορολογικών δηλώσεων της ενάγουσας όσο και των βεβαιώσεων μισθοδοσίας της, ως στοιχείων που άπτονται της φορολογίας του εισοδήματος της, πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμα, διότι προσκρούει στο φορολογικό απόρρητο των διατάξεων των άρθρων 85 παρ. 1 και 2 του Ν. 2238/1994 και 31 του Π.Δ. 186/1992, χωρίς να συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση κάποια από τις εξαιρέσεις, που προβλέπονται στην παρ. 5 του άρθρου 85 του Ν. 2238/1994 (βλ. ΑΠ 1831/2007, ΕλλΔνη 2008,120, ΕφΑθ 673/2009, ΕλλΔνη 2009, 1474).
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος της ενάγουσας [η εναγομένη δεν πρότεινε προς εξέταση μάρτυρα], που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση, μεταξύ των οποίων και οι με αρ. …../14.03.2012, …../14.03.2012 και …../14.03.2012 ένορκες βεβαιώσεις των ………… …………, ………… …………, ………… …………, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της αντιδίκου δυνάμει της με αρ. …../7.03.3012 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, νομίμως επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την ενάγουσα, και την με αρ. …../17-02.2017 ένορκη βεβαίωση της ………… ………… ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή : η ενάγουσα προσελήφθη την 13.04.2009 από την εναγομένη προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με την ειδικότητα της βοηθού τεχνίτη αργυροχρυσοχοΐας με ημερομίσθιο 36,42 ευρώ και από 1.09.2009 με ημερομίσθιο 37,69 ευρώ. Η ενάγουσα προσέφερε πραγματικώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες της στην εναγομένη, αποδείχθηκε ωστόσο ότι η τελευταία προέβη σης 3.05.2011 σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, χωρίς ωστόσο να της καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της ενάγουσας, καθιστάμενη έτσι υπερήμερη ως προς την αποδοχή τους, οφείλοντας στην τελευταία μισθούς υπερημερίας. Πράγματι, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση απόλυσής της, αρνούμενη έκτοτε, [την 3.05.2011] να την απασχολήσει, παρά την αντίθετη επιθυμία της ενάγουσας, για την οποία τα εισοδήματα που αποκέρδαινε από την εργασία της αυτή ήταν απαραίτητα για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών. Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήταν άκυρη και για το λόγο αυτό της οφείλονται μισθοί υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από τις 4.05.2011 έως και 31.12.2013, ανερχομένων αυτών στο συνολικό ποσό των [942,25 ευρώ μηνιαίος μισθός επί 31,85 μήνες =] 30.010,66 ευρώ πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας ήτοι επίδομα Χριστουγέννων 2011 942,25 ευρώ πλέον αναλογίας επιδόματος αδείας [942,25 ευρώ επί 0,04166 = 39,25 ευρώ], ήτοι 981,5 ευρώ, επίδομα Πάσχα 2012, 15 ημερομίσθια προς 37,69 ευρώ 565,35 ευρώ, πλέον αναλογίας επιδόματος άδειας, 23,55 ευρώ, ήτοι 588,90 ευρώ, για επίδομα άδειας του 2012, το ήμισυ του μηνιαίου μισθού της 942,25/2, ήτοι 471,12 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 2012, ένα μηνιαίο μισθό πλέον της αναλογίας επιδόματος, ήτοι ποσό 981,50 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 2013 15 ημερομίσθια προσαυξημένα με την αναλογία επιδόματος άδειας [0,04166], ήτοι 588,90 ευρώ, για επίδομα άδειας 2013 μισό μηνιαίο μισθό, ήτοι ποσό 471,12 ευρώ, και για επίδομα Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 981,50 ευρώ [πλέον της αναλογίας επιδόματος άδειας]. Όμως, αποδείχθηκε όπως και η ενάγουσα αποδέχθηκε ότι πραγματοποίησε προσπάθειες ανεύρεσης εργασίας τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό στην Γερμανία, όπου όπως αποδείχθηκε μετέβαινε συχνά όπου εξάλλου έχει εγκατασταθεί μόνιμα ο σύντροφός της. Τα πραγματικά περιστατικά προέκυψαν κυρίως από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ………… …………. Περαιτέρω, ωστόσο εκ μόνου του λόγου ότι η ενάγουσα βρισκόταν στο εξωτερικό δεν συνεπάγεται ότι η παροχή της εργασίας της ήταν αδύνατη από υπαιτιότητά της και ότι συνεπώς συντρέχει λόγος απαλλαγής της υποχρέωσης της εναγομένης από την καταβολή των μισθών υπερημερίας της. Συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Συνακόλουθα, κρίνεται ότι οι προσπάθειες της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του 2012 έως το τέλος του 2013 να ανεύρει εργασία στην Γερμανία, όπου εξάλλου μετέβαινε συχνά, έχουν ευοδωθεί με αποτέλεσμα να αποκερδαίνει μηνιαίως το ποσό των 1.500 ευρώ το οποίο εξάλλου υπερβαίνει κατά πολύ το ύψος εκάστου μηνιαίου μισθού υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.09.2012 έως 31.12.2013 και επομένως πρέπει να εκπέσει η εναγομένη της ωφέλειας που απεκόμισε η ενάγουσα από την εργασία της αυτή σε άλλον εργοδότη, μολονότι δεν κατέστη γνωστός ο τελευταίος. Ωστόσο, η εναγομένη εξακολουθεί να της οφείλει τους μισθούς υπερημερίας από 4.05.2011 έως 31.08.2012 και για 15,85 μήνες, ήτοι 942,25 ευρώ επί 15,85 μήνες ήτοι. 14.934,66 ευρώ, πλέον επιδόματος Χριστουγέννων 2011, ποσού 981,50 ευρώ, επιδόματος Πάσχα 2012 ποσού 588,90 ευρώ, επιδόματος αδείας 2012 ποσού 471,12 ευρώ και αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2012, για 123 ημέρες [123/19 επί [2/25 του 981,50 ευρώ], ήτοι 6,47 επί 78,52 ευρώ =] 508,02 ευρώ. Συνολικά δε για το χρονικό διάστημα από 4.05.2011 έως και 31.08.2012 η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 17.484,20 ευρώ, το οποίο ως προς τα επιμέρους κονδύλια που το συναπαρτίζουν, καθίσταται απαιτητό ως εκτίθεται κατωτέρω :οι μηνιαίες βασικές αποδοχές τοκοφορούν από την επομένη της τελευταίας ημέρας κάθε μήνα, το επίδομα αδείας τοκοφορεί από την 31η Δεκεμβρίου του έτους που όφειλε να καταβληθεί (βλ. ΟλΑΠ 39 και 40/2002, ΕΕργΔ 2002, 1482 και 1478, αντίστοιχα), το επίδομα του δώρου εορτής Πάσχα οφείλεται από την πρώτη του μηνός Μαΐου του έτους που αφορά και το επίδομα του δώρου εορτής Χριστουγέννων από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από αυτόν που αφορά (βλ. ΟλΑΠ 39–40/2002, ό.π., ΑΠ 945/2001, ΕΕργΔ 2002, 168, ΑΠ 1682/2000, ΕΕργΔ 2001, 456, ΔΕΝ 2001,1361, ΕλλΔνη 2001,1308). Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι η γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε υπό συνθήκες προσβολής της τιμής και υπόληψής της και γι’ αυτό το σχετικό αγωγικό κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο.
Συνακόλουθα, θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 3.05.2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι λεπτών [17.484,20] νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης. Εξάλλου ως προς το παρεπόμενο αίτημα για κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ [10.000 ευρώ], όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, γιατί η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατό να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, οι απαιτήσεις της οποίας απορρέουν από παροχή εξαρτημένης εργασίας (άρθρα 907 και 908 παρ. 1 ε’ του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, κατά παραδοχή του αντίστοιχου, παρεπόμενου αιτήματος της αγωγής, πρέπει να απειληθεί χρηματική ποινή σε βάρος της εναγόμενης ύψους 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της να απασχολεί την ενάγουσα. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας θα πρέπει να επιβληθούν στο σύνολό τους σε βάρος της εναγομένης, κατά το λόγο της νίκης προς την ήττα [άρθρο 178 παρ. 2 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η από 3.05.2011 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης είναι άκυρη.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας.
ΑΠΕΙΛΕΙ κατά της εναγομένης χρηματική ποινή ποσού εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών της ενάγουσας.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των δέκα επτά χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι λεπτών [17.484,20] νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας σε βάρος της εναγομένης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τετρακοσίων σαράντα (440) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2017, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
