Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Επίσχεση εργασίας. Εφόσον ο εργοδότης καθυστερεί την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, ο εργαζόμενος δικαιούται να ασκήσει επίσχεση της παροχής της εργασίας του, αρνούμενος να εργασθεί έως ότου ικανοποιηθεί η αξίωση του, ήτοι μέχρι την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών. Κατά τον χρόνο της επισχέσεως της εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται να λαμβάνει τις αποδοχές του, διότι κατά τον χρόνο αυτό ο εργοδότης τελεί εν υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως η προσφυγή του τελευταίου στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας για την προστασία των δικαιωμάτων του ή η άσκηση επίσχεσης εργασίας. Μεταβολή του προσώπου του εργοδότη. Η μεταβίβαση επιχείρησης καθ’ εαυτή δεν συνιστά λόγο απόλυσης των εργαζομένων και, σε περίπτωση που ο εργαζόμενος, παρά την απαγόρευση, απολυθεί, η απόλυσή του είναι άκυρη. Σε περίπτωση που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του μισθωτού πριν από τη μεταβίβαση επιχείρησης και η καταγγελία αυτή ακυρώνεται, συνεχίζεται στο πρόσωπο του διαδόχου η υπερημερία, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους του. Άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Μισθοί υπερημερίας. Προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος και η επαγγελματική τιμή και υπόληψή του και συνεπώς δικαιούται αυτός ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Αναγνωρίζει ότι ο εργαζόμενος άσκησε νομίμως το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του. Αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Αναγνωρίζει ότι συνδέεται με τον διάδοχο εργοδότη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 27.959,26 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
1956/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Γεωργούλια, Πρόεδρο Πρωτοδικών την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα, Γεωργία Μαρούσου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9-3-2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του ενάγοντος: ………. ………. ………., κατοίκου ………. Αττικής (οδός ………., αριθμ. …) ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου
Των εναγομένων : 1.της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……….», δ.τ. «……….», που εδρεύει στη ………. Αττικής (οδός ………., αριθμ. …), νομίμως εκπροσωπούμενης 2. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……….», δ.τ. «……….», που εδρεύει στη ………. Αττικής (οδός ………., αριθμ. …), νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από 12-9-2014 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό καταθέσεως, ………./2014, προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 26-3-2015 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις με αριθ. ………./15-9-2014 και ………./15-9-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη τις οποίες ο ενάγων νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 26-3-2015 κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις εναγόμενες για να παραστούν στην συζήτηση της υπόθεσης. Οι εναγόμενες όμως δεν εμφανίστηκαν στη δικάσιμο αυτή κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή, όπως αυτή περιορίστηκε παραδεκτά ( άρθρα 223,294,295,297ΚΠΟλΔ) με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντα στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά σύμφωνα με την οποία περιόρισε το αίτημα της αγωγής που αφορά την καταβολή των μισθών από τη δεύτερη εναγομένη στο ποσόν των 25959,26 ευρώ ο ενάγων, εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος με την ειδικότητα του βοηθού ηλεκτροτεχνίτη Ότι από τον Δεκέμβριο του 2011 η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του. Ότι στις 6-12-2012 κοινοποίησε στην πρώτη εναγομένη την από 5-12-2012 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση στην οποία εξέθετε τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του και την καλούσε να τις ικανοποιήσει τάσσοντας της προθεσμία 15 ημερών με τη μνεία ότι σε περίπτωση παρέλευσης της προθεσμίας θα ασκούσε επίσχεση εργασίας. Ότι η εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της και ο ενάγων αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το χώρο εργασίας του δηλώνοντας της ότι από τις 13-2-2013 ασκεί επίσχεση εργασίας . Ότι στις 13-2-2013 ο ενάγων προσέφυγε και στην Επιθεώρηση Εργασίας και υπογράφτηκε στις 28-3-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης ρύθμισης της διαφοράς και στη συνέχεια ο ενάγων διέκοψε την επίσχεση εργασίας Ότι στις 29-3-2013, η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος εκδικητικά για το λόγο ότι είχε ασκήσει επίσχεση εργασίας και είχε προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας για την προστασία των δικαιωμάτων του. Ότι στις 7-8-2013 η βασική μέτοχος της πρώτης εναγομένης ίδρυσε τη δεύτερη εναγομένη και από την 1-10-2013 η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μεταβιβάστηκε στη δεύτερη εναγομένη η οποία συστήθηκε με μοναδικό σκοπό να συνεχίσει τη δραστηριότητα της πρώτης εναγομένης. Κατόπιν των παραπάνω ο ενάγων ζητεί να αναγνωρισθεί ότι νομίμως άσκησε κατά της πρώτης των εναγόμενων το δικαίωμά του για επίσχεση της εργασίας του στις 13 Φεβρουάριου 2013. Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της, από 29 Μαρτίου 2013, καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας από πλευράς πρώτης των εναγομένων, για τους αναφερθέντες στην αγωγή λόγους. Να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τη δεύτερη των εναγομένων με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πράγμα το οποίο αμφισβητείται από τις εναγόμενες. Να υποχρεωθεί η δεύτερη των εναγομένων να του καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 25959,26 ευρώ που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2015 και να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων να του καταβάλει για την ίδια αιτία εις ολόκληρο με τη δεύτερη, μέρος του ποσού αυτού, ύψους δεκατριών χιλιάδων τετρακοσίων δεκαοκτώ Ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (13.418,44), που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 2013 (χρονικό σημείο υλοποίησης της μεταβίβασης επιχείρησης) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, το ποσό των 5.000,00 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Άπαντα τα ως άνω ποσά πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του τα καταβάλουν νομίμως εντόκως αφ’ ης εκάστη αξίωση, ως προσδιορίστηκε η γένεσή της στο ιστορικό της αγωγής , κατέστη απαιτητή, άλλως από της επιδόσεως της προηγούμενης, από 21/6/2013, με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ………./2013 και Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου ………./2013, αγωγής του, κατά της πρώτης των εναγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου (26 Ιουνίου 2013), άλλως από της επιδόσεως της υπό κρίση αγωγής μέχρι την εξόφληση. Να υποχρεωθεί η δεύτερη των εναγομένων να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης, από την επίδοση της εκδοθησομένης αποφάσεως και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους 500,00 Ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησομένη υποχρέωσή της. Επικουρικώς, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβασή του εργασίας έχει λυθεί, να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων να του χορηγήσει, κατ’ άρθρον 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ, πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του καθώς και η διαγωγή του και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους 5.900,00 Ευρώ για την περίπτωση αρνήσεώς της να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησομένη υποχρέωσή της. Να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στα εν γένει δικαστικά έξοδα Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 16 αριθμ. 2, 25, παρ. 2, 663 επ. Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της.
Από την εκτίμηση της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, τις υπ’ αριθμ ………., ………./2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών μετά τη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (βλ τις υπ’ αριθμ ………./15-9-2014 και ………./15-9-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη ) καθώς και του συνόλου των εγγράφων που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 6η Ιουνίου 2011, ο ενάγων προσελήφθη από την πρώτη των εναγομένων, με έγγραφη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος με την ειδικότητα του βοηθού ηλεκτροτεχνίτη. Την εργασία του συμφωνήθηκε να παρέχει επί πενθήμερο εβδομαδιαίως κατά πλήρες ωράριο, έναντι μηνιαίου μισθού, ύψους 820 Ευρώ από την πρόσληψή του μέχρι την 30ή Σεπτεμβρίου 2012 και 1.020,00 Ευρώ από 1ης Οκτωβρίου 2012 και εντεύθεν. Η εργασιακή σχέση του με την πρώτη των εναγομένων εξελίχθηκε ομαλά μέχρι τον Δεκέμβριο του 2011, έκτοτε όμως διαταράχθηκε, αφού άρχισε να καθυστερεί συστηματικά να του καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του. Η καθυστέρηση αυτή τον ανάγκασε να εκφράσει κατ’ επανάληψη τη διαμαρτυρία του στον νόμιμο εκπρόσωπό της, ………………….., ο οποίος όμως συνεχώς ανέβαλλε την καταβολή των οφειλομένων, επικαλούμενος ταμειακή δυσχέρεια, με πρόδηλο στόχο τον εξαναγκασμό του ενάγοντος σε παραίτηση από την εργασία του. Όταν δε, απογοητευμένος από την εμμονή του να μην τηρεί τα συμφωνηθέντα, του δήλωσε ότι με τη συμπεριφορά του τον εξωθούσε να ασκήσει επίσχεση της εργασίας του και ότι, για τον λόγο αυτό, θα προσέφευγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, του δήλωσε ότι, αν το έπραττε θα τον απέλυε. Αντιπαρερχόμενος τις εκφοβιστικές προειδοποιήσεις του άνω νομίμου εκπροσώπου της πρώτης των εναγομένων, τελώντας υπό καθεστώς απόγνωσης λόγω της δεινής οικονομικής θέσης στην οποία είχε περιαχθεί – δεδομένου ότι ζει αποκλειστικά από το προϊόν του μόχθου του και από αυτό καλύπτει τις ανάγκες του – και με την προσδοκία εξώδικης διευθέτησης της διαφοράς, στις 6 Δεκεμβρίου 2012 κοινοποίησε στην πρώτη των εναγομένων την, από 5 Δεκεμβρίου 2012, «εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωσή» του (υπ’ αριθμ. ……….6-12-2012, έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη), στην οποία εξέθεσε τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του, ύψους, κατά τον χρόνο εκείνο. 6.604,58 Ευρώ (770,80 Ευρώ γιο δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Δεκεμβρίου 2011 + 820,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Μαρτίου 2012 + 493,78 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Απριλίου 2012 + 820,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Μαιου 2012 + 820,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Ιουνίου 2012 + 620,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Ιουλίου 2012 + 220,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Αυγούστου 2012 + 1020 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Οκτωβρίου 2012 + 1020 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Νοεμβρίου 2012) και την κάλεσε για πολλοστή φορά να τις ικανοποιήσει, τάσσοντάς της εύλογη προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών, με τη ρητή μνεία ότι σε περίπτωση παρέλευσης της άνω προθεσμίας θα ασκούσε επίσχεση της εργασίας του. Η πρώτη των εναγομένων, μετά την κοινοποίηση της άνω έγγραφης διαμαρτυρίας του, δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της και δεν προχώρησε σε καταβολή των οφειλομένων (πλην του μισθού μηνός Νοεμβρίου 2012), δι’ ο και, μετά την παρέλευση της άνω εύλογης προθεσμίας και συγκεκριμένα στις 13 Φεβρουάριου 2013, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τον χώρο εργασίας του, δηλώνοντάς της με την, από 13 Φεβρουάριου 2013, «εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωσή» του (υπ’ αριθμ. ……….13-2-2013, έκθεση επιδόσεως του άνω δικαστικού επιμελητή), ότι από την ημέρα εκείνη ασκεί επίσχεση της εργασίας του. Ούτε μετά την έναρξη της επίσχεσης όμως του κατέβαλε η πρώτη των εναγομένων τα οφειλόμενα. Συγχρόνως, στις 13 Φεβρουάριου 2013, ο ενάγων προσέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ……………..) και υπέβαλε έγγραφη αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς, με αντικείμενο την οφειλή των άνω δεδουλευμένων αποδοχών. Μετά την έναρξη της επίσχεσης εργασίας και μία ημέρα πριν από την προσδιορισθείσα συζήτηση της εργατικής διαφοράς ενώπιον του Σ.ΕΠ.Ε., και συγκεκριμένα στις 28 Μαρτίου 2013, με πρωτοβουλία της πρώτης των εναγομένων, υπεγράφη από τις δύο πλευρές ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης ρύθμισης της διαφοράς, δυνάμει του οποίου η πρώτη των εναγομένων αναγνώρισε τη νομιμότητα και το κύρος της επίσχεσης, του κατέβαλε ένα μέρος των οφειλομένων μέχρι τότε αποδοχών, της τάξης του 40% και ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το υπόλοιπο σε πέντε (5) ισόποσες δόσεις, της πρώτης εξ αυτών πληρωτέας στις 30/4/2013, της δεύτερης στις 31/5/2013, της τρίτης στις 30/6/2013, της τέταρτης στις 31/7/2013 και της πέμπτης και τελευταίας στις 31/8/2013, αποδέχθηκε δε και ισόποσες συναλλαγματικές. Επιπλέον, συμφωνήθηκε να του καταβληθεί μέρος των εξόδων στα οποία υπεβλήθη για την προστασία των δικαιωμάτων του (αμοιβές του νομικού μου παραστάτη, αμοιβές δικαστικών επιμελητών κ.λπ.), ύψους 632,20 Ευρώ, εξ ων τα 316,10 Ευρώ του κατεβλήθησαν ήδη και τα υπόλοιπα 316,10 Ευρώ συμφωνήθηκε να του καταβληθούν στις 30/4/2013. Από την πλευρά του ενάγοντος , παρά το γεγονός ότι δεν εξοφλήθηκε άμεσα για το σύνολο των αξιώσεών του, με πρόθεση εξώδικης επίλυσης της διαφοράς και σε ένδειξη καλοπιστίας, διέκοψε την επίσχεση εργασίας, με ρητή επιφύλαξη για την περίπτωση μη τήρησης του άνω χρονοδιαγράμματος από πλευράς πρώτης των εναγομένων και υπό τη διαλυτική αίρεση πληρωμής εκάστης δόσης – συναλλαγματικής άμα τη εμφανίσει και σε περίπτωση οποιοσδήποτε καθυστέρησης, να θεωρείται το άνω συμφωνητικό ως μη γενόμενο και τα πράγματα να επανέρχονται στην προ της υπογραφής του κατάσταση. Στις 29ης Μαρτίου 2013, μετέβην στην Επιθεώρηση Εργασίας, προκειμένου να ανακαλέσει την αίτησή του για διενέργεια εργατικής διαφοράς και να δηλώσει ότι είχε ήδη επιτευχθεί ρύθμιση της υπόθεσης. Αμέσως μετά, την ίδια ημέρα (29/3/2013), όπως είχε συμφωνηθεί κατά την υπογραφή του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, εμφανίστηκε στις εγκαταστάσεις της πρώτης των εναγομένων προκειμένου να αναλάβει εργασία. Πλην όμως ο άνω νόμιμος εκπρόσωπός της, αντί να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, αφού σιγουρεύτηκε ότι είχα πράγματι ανακαλέσει την αίτησή του για διενέργεια εργατικής διαφοράς ενώπιον του Σ.ΕΠ.Ε., αγνοώντας τη συμφωνία τους και υλοποιώντας τις απειλές του, τον εξεδίωξε από την εργασία του επειδή είχε ασκήσει επίσχεση της εργασίας του και επειδή είχε προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας για την προστασία των δικαιωμάτων του. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για την αντισυμβατική συμπεριφορά της και ζήτησε την ανάκληση της απόφασής της, πλην όμως ο άνω νόμιμος εκπρόσωπός της του διεμήνυσε ότι η απόφαση της πρώτης των εναγομένων να τον απολύσει ήταν οριστική και τον απέπεμψε από τις εγκαταστάσεις της, ενώ λίγες ώρες αργότερα του κοινοποιήθηκε και εγγράφως η καταγγελία της συμβάσεώς του με δικαστικό επιμελητή. Από την πλευρά του, αμέσως μετά την καταγγελία της συμβάσεώς του εργασίας, προσέφυγε και πάλι στην Επιθεώρηση Εργασίας και δήλωσε ότι η εναγομένη τον απέλυσε εκδικητικά λόγω της επίσχεσης και της προηγούμενης προσφυγής του στις Αρχές. Κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, στις 17 Μαΐου 2013, η πρώτη των εναγόμενων αρνήθηκε την ακρίβεια των καταγγελλόμενων, δηλώνοντας ότι δήθεν κατήγγειλε την σύμβασή του εργασίας για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Σημειωτέον επίσης ότι η πρώτη των εναγόμενων ουδέν του κατέβαλε εκ των οφειλομένων με βάση το άνω συμφωνητικό τους έως σήμερα Για τους λόγους αυτούς, αναγκάστηκε να προσφύγει στο Δικαστήριό με την, από 21 Ιουνίου 2013, με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ………./2013 και Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου ………./2013, αγωγή του, κατά της πρώτης των εναγομένων, με την οποία ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι νομίμως άσκησε το δικαίωμά του για επίσχεση της εργασίας του στις 13 Φεβρουάριου 2013, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της, από 29 Μαρτίου 2013, καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας από πλευράς πρώτης των εναγομένων, γ) να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων να του καταβάλει το ποσό των 4.215,49 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και επίδομα Πάσχα, το ποσό των 14.449,99 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας έως τις 13/2/2014 και το ποσό των 5.000,00 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστην και δ) να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης. Λίγες ημέρες μετά την άσκηση της αγωγής του κατά της πρώτης των εναγομένων συνέβη σαν τα ακόλουθα , που εξηγούν τη σπουδή που επέδειξε να καταγγείλει τη σύμβασή του εργασίας: Στις 7 Αυγούστου 2013, η βασική μέτοχος της πρώτης των εναγομένων και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της, ………. ………., δυνάμει της, με αριθμό ………./7-8-2013, πράξης σύστασης του Συμβολαιογράφου Στέφανου Γκριόγλου, ίδρυσε τη δεύτερη των εναγομένων μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία, στην οποία ανέλαβε καθήκοντα προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου. Η εταιρία αυτή, με βάση το καταστατικό της, εδρεύει επί της οδού ………., αριθμ. …, στην ………. Αττικής και ως σκοπό έχει: α) την ανάπτυξη, μελέτη, έρευνα, κατασκευή, επεξεργασία, παραγωγή, συναρμολόγηση, τροποποίηση, επισκευή και συντήρηση κάθε είδους ηλεκτρολογικού, ηλεκτροβιομηχανικού, ηλεκτρολογικού και επικοινωνιακού υλικού και εξοπλισμού, β) την εκπόνηση μελετών, την εγκατάσταση και τοποθέτηση, την παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης (service) για κάθε είδους ηλεκτρολογικό, ηλεκτροβιομηχανικό, ηλεκτρονικό και επικοινωνιακό υλικό και εξοπλισμό, γ) την ανάληψη και εκτέλεση έργων από Δημόσιους ή Ιδιωτικούς φορείς στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς του δημοσίου για την ανάδειξη εργοληπτών, προμηθευτών ή χορηγών για τα αντικείμενα ή τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στους εταιρικούς σκοπούς καθώς και την εκτέλεση τέτοιων έργων προμήθειας, δ) τη διενέργεια διανομών, εισαγωγών και εξαγωγών των ανωτέρω ειδών και την αντιπροσώπευση οίκων της ημεδαπής και της αλλοδαπής που κατασκευάζουν ή και εμπορεύονται τα ανωτέρω είδη και ε) τη δημιουργία ηλεκτροπαροχικών και ηλεκτροπαραγωγικών συγκροτημάτων – μονάδων, με την απορρέουσα από αυτά πάσης φύσεως παροχή υπηρεσιών και προϊόντων καθώς και τη συμμετοχή και συνεργασία με οποιοδήποτε τρόπο σε εταιρίες ή επιχειρήσεις που υφίστανται ή θα ιδρυθούν μελλοντικά, ημεδαπές ή αλλοδαπές, που έχουν τον ίδιο ή παρεμφερή σκοπό, τηρουμένων των διατάξεων του ν. 2244/94. Το πρώτο Δ.Σ. της δεύτερης των εναγομένων ορίστηκε τριμελές, αποτελούμενο από τη ………. θυγ. ………. ………., η οποία ορίσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος, την υπέργηρη (διάγει το 90ό έτος της ηλικίας της), ………. θυγ. ………. ………. και την επίσης ηλικιωμένη (διάγει το 70° έτος της ηλικίας της) ………. ………. ……….. Η νεοσυσταθείσα αυτή εταιρία, από 1ης Οκτωβρίου 2013, ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρησιακή (παραγωγική και εμπορική) δραστηριότητα της πρώτης των εναγομένων, η οποία, μετά από ατελέσφορη προσπάθειά της να υπαχθεί σε καθεστώς εξυγίανσης επιχειρήσεων (άρθρα 99 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα), έκτοτε διέκοψε εν πολλοίς τη λειτουργία της. Η κατάσταση που διαμορφώθηκε από το χρονικό σημείο που ανέλαβε τη λειτουργία της επιχείρησης η δεύτερη των εναγομένων, έχει ως ακολούθως: Η ίδια κατ’ αντικείμενο δραστηριότητα (παραγωγή και εμπορία ηλεκτροβιομηχανικών ειδών και παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης – service αυτών) ασκείται στις ίδιες εγκαταστάσεις επί της οδού ………., αριθμ. … στη ………. Αττικής. Άλλωστε οι σκοποί των δύο εταιριών, όπως συνάγεται από τα καταστατικά τους, είναι πανομοιότυποι. Ο νέος διακριτικός τίτλος της επιχείρησης («……….») παραπέμπει ευθέως στον προηγούμενο («……….»), τόσο λεκτικά όσο – και προεχόντως – ως απεικόνιση (ακριβώς ίδια γραμματοσειρά και χρωματικός συνδυασμός). Ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός (μηχανήματα, οχήματα κ.λπ.) μεταβιβάστηκε στο σύνολό του από την πρώτη των εναγομένων στη δεύτερη Στη δεύτερη των εναγομένων μεταβιβάστηκε το σύνολο των άυλων αγαθών της πρώτης (πελατεία, τεχνογνωσία, φήμη, επαγγελματικές σχέσεις με τρίτους κ.λπ.) Οι περισσότεροι εργαζόμενοι της πρώτης των εναγομένων μεταφέρθηκαν και εργάζονται στη νέα εταιρία. Η επιχείρηση χρησιμοποιεί τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό Η δεύτερη των εναγομένων ανέλαβε την εκτέλεση εκκρεμουσών συμβάσεων της πρώτης εξ αυτών (ενδεικτικά: δυνάμει, της, υπ’ αριθμ. …./10-2-2014, απόφασης του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου ……., η δεύτερη των εναγομένων ανέλαβε τις εργασίες επισκευής και ελέγχου των ηλεκτροπαραγωγών ζευγών του άνω νοσοκομείου, ως διάδοχος της πρώτης εξ αυτών) Η επιχείρηση της πρώτης των εναγομένων συνέχισε τη λειτουργία της ως οικονομική μονάδα και διατήρησε την ταυτότητά της υπό τον νέο φορέα, ο οποίος είχε την βούληση να είναι διάδοχος του προηγούμενου εταιρικού σχήματος. Η δεύτερη των εναγομένων δηλαδή, ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων, εγκαταστάσεων κ.λπ. την επιχείρηση της πρώτης των εναγομένων, για την επίτευξη του ίδιου οικονομικού σκοπού. Εκ των ανωτέρω συνάγεται σαφώς ότι την 1η Οκτωβρίου 2013 η άνω επιχείρηση της πρώτης των εναγομένων μεταβιβάστηκε, κατά την έννοια των διατάξεων του π.δ. 178/2002, στη δεύτερη των εναγομένων, η οποία συστήθηκε με αποκλειστικό σκοπό να συνεχίσει τη δραστηριότητά της. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4, παρ. 1 του π.δ. 178/2002 (αλλά και του άρθρου 6 του ν. 2112/1920), τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη σύμβασή του εργασίας μεταβιβάστηκαν ipso iure και ως είχαν κατά το χρονικό σημείο της μεταβίβασης, στη δεύτερη των εναγομένων, παράλληλα όμως με αυτήν, παραμένει συνυπεύθυνη εις ολόκληρον και η πρώτη εξ αυτών για τις υποχρεώσεις της έναντι του ενάγοντος που προέκυψαν από τη σύμβαση εργασίας μέχρι τον χρόνο υλοποίησης της μεταβίβασης, ήτοι την 1/10/2013. Είναι δε προφανές ότι η πρώτη των εναγομένων απέπεμψε τον ενάγοντα αλλά και αρκετούς ακόμη συναδέλφους του επιλέγοντας τους μεταξύ αυτών που είχαν ασκήσει επίσχεση εργασίας και είχαν προσφύγει στη Δικαιοσύνη, ενόψει της επί θύραις τότε μεταβίβασης, με σκοπό να αποφύγει την εκ του νόμου μεταβίβαση των υποχρεώσεων της στη νέα εταιρία, η οποία επιχειρήθηκε να ξεκινήσει να λειτουργεί απαλλαγμένη από τα βάρη του παρελθόντος. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθ. 325 ΑΚ, αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη απαίτηση συναφή προς την οφειλή του, εφόσον δεν προκύπτει άλλο, δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής μέχρις ότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Το δικαίωμα επισχέσεως που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή μπορεί να προταθεί και στη σύμβαση εργασίας, αν ο εργοδότης δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του έναντι του εργαζομένου, που απορρέουν από τη σύμβαση ή τον νόμο. Έτσι, εφόσον ο εργοδότης καθυστερεί την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, ο εργαζόμενος δικαιούται να ασκήσει επίσχεση της παροχής της εργασίας του, αρνούμενος να εργασθεί έως ότου ικανοποιηθεί η αξίωση του, ήτοι μέχρι την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών. Κατά τον χρόνο της επισχέσεως της εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται να λαμβάνει τις αποδοχές του, διότι κατά τον χρόνο αυτό ο εργοδότης τελεί εν υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας (άρθ. 656 ΑΚ). Η επίσχεση εργασίας αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, η οποία καταρτίζεται ατύπως με μόνη την δήλωση της βουλήσεως του οφειλέτη της εργασίας (μισθωτού), που μπορεί να γίνει με εξώδικη έγγραφη ή και προφορική δήλωση και ισχύει αφότου περιέλθει σε γνώση του δανειστή – εργοδότη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 669 Α.Κ., η καταγγελία της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη, σύμφωνα όμως με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/997, για να είναι έγκυρη η καταγγελία από πλευράς εργοδότη, απαιτείται σωρευτικώς η τήρηση εγγράφου τύπου και η άμεση καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Εξάλλου, καίτοι η καταγγελία της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης, η άσκηση της υπόκειται στον, από τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, τιθέμενο περιορισμό, άρα δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Όταν η καταγγελία της συμβάσεώς εργασίας υπερβαίνει τα όρια που προσδιορίζονται από τα άρθρα 200, 281 και 288, είναι ομοίως άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε. Ειδικότερα, η καταγγελία της συμβάσεώς εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως η προσφυγή του τελευταίου στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας για την προστασία των δικαιωμάτων του ή η άσκηση επίσχεσης εργασίας. Εξάλλου, η μεταβίβαση επιχείρησης καθ’ εαυτή δεν συνιστά λόγο απόλυσης των εργαζομένων (άρθρο 5, παρ. 1 π.δ 178/2002) και, σε περίπτωση που ο εργαζόμενος, παρά την απαγόρευση, απολυθεί, η απόλυσή του είναι άκυρη. Σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας, ο εργοδότης που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος (άρθρα 349, 350 Α.Κ.) και υποχρεούται στην πληρωμή των αποδοχών του, για το διάστημα της υπερημερίας του. Τέλος, σε περίπτωση που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του μισθωτού πριν από τη μεταβίβαση επιχείρησης και η καταγγελία αυτή ακυρώνεται, συνεχίζεται στο πρόσωπο του διαδόχου η υπερημερία, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους του Όπως εξετέθη ανωτέρω, παρά το γεγονός ότι ο ενάγων παρείχε ανελλιπώς την εργασία του σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους, η πρώτη των εναγομένων παρέλειψε να του καταβάλει τις συμφωνημένες αποδοχές του. Για τον λόγο αυτόν, στις 13 Φεβρουάριου 2013 άσκησε συννόμως επίσχεση της εργασίας του, ως έσχατο μέσο πίεσης, μέχρι την καταβολή, από πλευράς πρώτης των εναγομένων, των άνω αποδοχών του, περιάγοντάς την σε κατάσταση υπερημερίας. Η επίσχεσή του διήρκεσε έως τις 28 Μαρτίου 2013 και την επομένη ημέρα (29 Μαρτίου 2013) η πρώτη των εναγομένων κατήγγειλε τη σύμβασή του εργασίας λόγω του γεγονότος ότι είχε ασκήσει επίσχεση εργασίας και είχε προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας προκειμένου να προασπίσει τα δικαιώματα του. Όπως δε προέκυψε στη συνέχεια και είναι πλέον πρόδηλο, βασικός δικαιολογητικός λόγος της απόλυσής του ήταν η, επί θύραις τότε, μεταβίβαση επιχείρησης, προκειμένου η δεύτερη των εναγομένων να ξεκινήσει τη λειτουργία της απαλλαγμένη από το βάρος των οφειλών της προς τους δανειστές της, μεταξύ των οποίων είναι κι ο ενάγων. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η, από 29 Μαρτίου 2013, καταγγελία της συμβάσεώς μου εργασίας είναι άκυρη, λόγω παράβασης της απαγόρευσης της διάταξης του άρθρου 5, παρ. 1 π.δ 178/2002. Επομένως, ενόψει της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας, η πρώτη των εναγομένων συνέχισε να τελεί σε κατάσταση υπερημερίας περί την αποδοχή των νομίμως, προσηκόντως και πραγματικώς προσφερομένων υπηρεσιών του, η υπερημερία δε αυτή συνεχίζεται στο πρόσωπο της δεύτερης των εναγομένων για το χρονικό διάστημα μετά τη μεταβίβαση επιχείρησης, και, δεδομένου ότι οι καταβλητέες αποδοχές του, κατά τον χρόνο της επίσχεσης και της καταγγελίας, ανέρχονταν στο ποσό των 1.020,00 Ευρώ μηνιαίως και το ποσό αυτό θα λάμβανε ανά μήνα υπό τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, παρέπεται ότι του οφείλουν οι εναγόμενες, για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, κατ’ άρθρον 656 Α.Κ., τα ακόλουθα ποσά: α) η δεύτερη των εναγομένων, για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2015 του οφείλει το ποσό των 45.544,16 Ευρώ (652,94 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Ιουνίου 2012 [820,00 Ευρώ – 167,06 Ευρώ που έλαβα] + 620,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Ιουλίου 2012 [820,00 Ευρώ – 200,00 Ευρώ που έλαβα] + 220,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Αυγούστου 2012 [820,00 Ευρώ 600,00 Ευρώ που έλαβα] + 1.020,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Οκτωβρίου 2012 + 1.020,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Ιανουάριου 2013 + 1.020,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνάς Φεβρουάριου 2013 + 1020 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Μαρτίου 2013 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Απριλίου 2013 + 531,25 για επίδομα Πάσχα 2013 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166}] + 1020 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Μαΐου 2013 + 1020 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Ιουνίου 2013 + 1020 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Ιουλίου 2013 + 510 Ευρώ για επίδομα αδείας 2013 [1.020,00 / 2] + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Αυγούστου 2013 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Σεπτεμβρίου 2013 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Οκτωβρίου 2013 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Νοεμβρίου 2013 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Δεκεμβρίου 2013 + 1.062,49 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2013 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166}] + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Ιανουάριου 2014 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Φεβρουάριου 2014 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Μαρτίου 2014 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Απριλίου 2014 + 531,25 για επίδομα Πάσχα 2014 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166}] + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Μαΐου 2014 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Ιουνίου 2014 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Ιουλίου 2014 + 510,00 Ευρώ για επίδομα αδείας 2014 [1.020,00 / 2] + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Αυγούστου 2014 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Σεπτεμβρίου 2014 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Οκτωβρίου 2014 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Νοεμβρίου 2014 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Δεκεμβρίου 2014 + 1.062,49 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2014 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166}] +1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουάριου 2015 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουάριου 2015 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2015 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2015 + 531,25 για επίδομα Πάσχα 2015 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166}] + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαίου 2015 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2015+ 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2015 + 510,00 Ευρώ για επίδομα αδείας 2015 [1.300,00/2] + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2015 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2015 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2015 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2015 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2015 + 1.062,49 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2015 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166}]). Από το ποσόν των 45.544,16 Ευρώ πρέπει να αφαιρεθεί το ποσόν των 19584,90 ευρώ , ποσό που έλαβε ο ενάγων από την εργασία του σε άλλους εργοδότες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα υπερημερίας της και συγκεκριμένα 418,88 Ε για μισθό μηνός Οκτωβρίου 2013 +497,42 ευρώ για μισθό μηνός Νοεμβρίου 2013+78,54 Ε για επίδομα αδείας 2013+386,81 ευρώ για μισθό μηνός Δεκεμβρίου 2013 +175,64 Ε για επίδομα Χριστουγέννων 2013+ 644,69Ε για μισθό μηνός Ιανουαρίου 2014 +644,69 για μισθό μηνός Φεβρουάριου 2014+644,69Ε για μισθό μηνός Μαρτίου 2014 +593,12Ε για μισθό μηνός Απριλίου 2014 +335,78 Ε για επίδομα Πάσχα 2014 +644,69Ε για μισθό μηνός Μαίου 2014 + 644,69Ε για μισθό μηνός Ιουνίου 2014 + 644,69Ε για μισθό μηνός Ιουλίου 2014 + 373,93 για επίδομα αδείας 2014+ 644,70 ευρώ για μισθό Αυγούστου 2014+ 644,70 ευρώ για μισθό Σεπτεμβρίου 2014, 644,69 Ε για μισθό μηνός Οκτωβρίου 2014 + 644,69 ευρώ για μισθό Νοεμβρίου 2014 + 644,69 ευρώ για μισθό Δεκεμβρίου 2014+ 671,54 Ε για επίδομα Χριστουγέννων 2014 +644,69 Ε για μισθό μηνός Ιανουαρίου 2015 +644,69 Ε για μισθό μηνός Φεβρουάριου 2015 + 541,54 Ε για μισθό μηνός Μαρτίου 2015+644,69Ε για μισθό μηνός Απριλίου 2015 +334,58Ε για επίδομα πάσχα 2015 +644,69Ε για μισθό μηνός Μαίου 2015 +644,69ε για μισθό μηνός Ιουνίου 2015 +618,90 Ε για μισθό μηνός Ιουλίου 2015 +373,93 Ε για επίδομα αδείας 2015 +644,69 Ε για μισθό μηνός αυγούστου 2015 +644,71 Ε για μισθό μηνός σεπτεμβρίου 2015 +618,90 Ε για μισθό μηνός Οκτωβρίου 2015 +644,69Ε για μισθό μηνός Νοεμβρίου 2015 + 644,69 Ε για μισθό μηνός Δεκεμβρίου 2015 +671,55 Ε για επίδομα Χριστουγέννων 2015) Η πρώτη των εναγομένων του οφείλει εις ολόκληρον με τη δεύτερη, για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2013 , (χρονικό σημείο υλοποίησης της μεταβίβασης επιχείρησης )το ποσό των 13.418,44 Ευρώ (652,94 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2012 [820,00 Ευρώ – 167,06 Ευρώ που έλαβα] + 620,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2012 [820,00 Ευρώ – 200,00 Ευρώ που έλαβα] + 220,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2012 [820,00 Ευρώ – 600 Ευρώ που έλαβε] + 1.020,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2012 + 1.020,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουάριου 2013 + 1.020,00 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουάριου 2013 + 1020 Ε για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2013 +1020 για αποδοχές υπερημερίας Απριλίου 2013 +531,25 Ε για επίδομα Πάσχα 2013(ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (1041,66}+ 1020 Ε αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαίου 2013}+ 1020 Ε αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2013}+ 1020 Ε αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2013 +510 Ευρώ για επίδομα αδείας 2013 [1.020,00/2] + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Αυγούστου 2013 + 1.020,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνάς Σεπτεμβρίου 2013 + 684,25 Ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2013 [δύο ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 1/5/2013 έως 30/9/2013 και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 2 x 1.020,00/ 25 % 8,05 χ 1,04166]).. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος και η επαγγελματική τιμή και υπόληψή του και συνεπώς δικαιούται αυτός ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη το ποσόν των 2000 ευρώ το οποίο κρίνεται εύλογο και ανάλογο με τον βαθμό της υπαιτιότητας των οργάνων των εναγομένων και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών. Κατόπιν των ανωτέρω η αγωγή η οποία είναι αρκούντος ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν καθώς και σε εκείνες των άρθρων 648επ,325,281, 341 εδ. α’ 345, 346, 479,57, 59, 932, Α.Κ., 70ΚΠολΔ πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων νομίμως άσκησε κατά της πρώτης των εναγομένων το δικαίωμά του για επίσχεση της εργασίας του στις 13 Φεβρουάριου 2013.Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της, από 29 Μαρτίου 2013, καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας από πλευράς πρώτης των εναγομένων. Να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τη δεύτερη των εναγομένων με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Υποχρεώνει τη δεύτερη των εναγομένων να καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας στον ενάγοντα το ποσό των 25959,26 ευρώ που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2015 και να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων να του καταβάλει εις ολόκληρο με τη δεύτερη, μέρος του ποσού αυτού, ύψους δεκατριών χιλιάδων τετρακοσίων δεκαοκτώ Ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (13.418,44), που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 2013 (χρονικό σημείο υλοποίησης της μεταβίβασης επιχείρησης)-Υποχρεώνει τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα , εις ολόκληρον έκαστη, το ποσό των 2.000,00 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Άπαντα τα ως άνω ποσά υποχρεώνει τις εναγόμενες να τα καταβάλουν στον ενάγοντα νομίμως εντόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Υποχρεώνει τη δεύτερη των εναγομένων να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης, από την επίδοση της εκδοθησομένης αποφάσεως και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους 300,00 Ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησομένη υποχρέωσή της. Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή μόνο ως προς τη δεύτερη εναγομένη κατά το ποσόν των 5000 ευρώ διότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της αποφάσεως δύναται να επιφέρει σημαντική ζημιά στον ενάγοντα ένεκα και του διαδραμόντος μέχρι τούδε χρόνου σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος σε βάρος των εναγομένων , κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος του (άρθρ. 178 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ) και ορίζει παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση που οι εναγόμενες ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας ( άρθρα 501, 502, 505,673 681 Κ Π ο λ Δ ) κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα κατωτέρω στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην τις εναγόμενες.
Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας για έκαστη εναγόμενη στο ποσό των εκατόν ογδόντα (180) ευρώ.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή .
Αναγνωρίζει ότι ο ενάγων νομίμως άσκησε κατά της πρώτης των εναγομένων το δικαίωμά του για επίσχεση της εργασίας του στις 13 Φεβρουαρίου 2013
Αναγνωρίζει την ακυρότητα της, από 29 Μαρτίου 2013, καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας από πλευράς πρώτης των εναγομένων.
Αναγνωρίζει ότι ο ενάγων συνδέεται με τη δεύτερη των εναγομένων με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Υποχρεώνει τη δεύτερη των εναγομένων να καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας στον ενάγοντα το ποσό των 25959,26 ευρώ που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2015 και υποχρεώνει την πρώτη των εναγομένων να καταβάλει στον ενάγοντα εις ολόκληρο με τη δεύτερη, μέρος του ποσού αυτού, ύψους δεκατριών χιλιάδων τετρακοσίων δεκαοκτώ Ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (13.418,44), που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 2013 (χρονικό σημείο υλοποίησης της μεταβίβασης επιχείρησης)
Υποχρεώνει τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα , εις ολόκληρον έκαστη, το ποσό των 2.000,00 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Άπαντα τα ως άνω ποσά υποχρεώνει τις εναγόμενες να του τα καταβάλουν νομίμως εντόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση
Υποχρεώνει τη δεύτερη των εναγομένων να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης, από την επίδοση της εκδοθησομένης αποφάσεως και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους 300,00 Ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησομένη υποχρέωσή της.
Κηρύσσει την απόφαση εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη ως προς τη δεύτερη εναγομένη κατά το ποσόν των 5000 ευρώ
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εναγόμενες σε καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος , τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στην Αθήνα , στις 13-11-2017.
