άδειες εργαζόμενουαπόλυσηΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 2151/2019

Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022

Περίληψη: Έννοια μισθού. Διευθυντικό δικαίωμα εργοδότη. Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Προϋποθέσεις για την εγκυρότητά της. Απαιτείται να είναι έγγραφη, ακόμα και επί άκυρης σύμβασης εργασίας, και να συνοδεύεται από την καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης. Η καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται για τους εργάτες, αντί για την υψηλότερη των υπαλλήλων, καθιστά άκυρη την απόλυση. Ο μισθωτός δικαιούται να αναζητήσει αποδοχές υπερημερίας, είτε να την θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση. Στην πρώτη περίπτωση, η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής. Εάν ο εργοδότης προβάλει, κατ’ ένσταση, έγκυρη καταγγελία, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητά της αποτελεί αντένσταση που, για το παραδεκτό της, πρέπει να προβληθεί εντός τριμήνου από την περιέλευση της καταγγελία σε αυτόν. Πιστοποιητικό υγείας. Απαιτείται για τους μισθωτούς που έρχονται σε άμεση επαφή με τρόφιμα και ποτά ή με τους καταναλωτές τους. Η έλλειψή του επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης εργασίας, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως. Η ύπαρξή του ή μη δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου αγωγής αναζήτησης αποδοχών, αλλά περιεχόμενο σχετικής ένστασης του εργοδότη. Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας με οποιονδήποτε τρόπο (όπως η απόλυση) προτού συμπληρωθεί δωδεκάμηνο στη σχέση εργασίας, και ο εργαζόμενος δεν έχει λάβει την κανονική του άδεια, δικαιούται τις αποδοχές που θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια. Αγωγή αναζήτησης αποδοχών. Αναγκαίο περιεχόμενο. Δεν απαιτείται αναφορά στις νόμιμες κρατήσεις. Πιστοποιητικό προϋπηρεσίας. Οφείλεται και επί άκυρης σύμβασης εργασίας. Αποδοχές και επίδομα αδείας. Καταβάλλονται και στους μισθωτούς που απασχολούνται με απλή σχέση εργασίας. Οι αποδοχές αδείας καταβάλλονται προσαυξημένες, εφόσον η άδεια δεν χορηγήθηκε, έως τη λήξη της σύμβασης, με υπαιτιότητα του εργοδότη, παρότι είχε ζητηθεί από τον μισθωτό. Ένσταση εξόφλησης. Για το ορισμένο της πρέπει να αναφέρεται το καταβληθέν ποσό, ο χρόνος και η αιτία καταβολής. Πωλητής σε εστιατόριο. Κρίση ότι αποτελούσε υπάλληλο, καθώς διαχειριζόταν το ταμείο και επέβλεπε τη λειτουργία της επιχείρησης. Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης υπαλλήλου. Μισθοί υπερημερίας. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 9.605,16 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Αριθμός απόφασης 2151/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από την Δικαστή Ελευθερία Αθανασίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Γεωργία Σταφιδά.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 21η Νοεμβρίου του έτους 2018 για να δικάσει την υπόθεση :

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ : …………, κατοίκου Αθηνών, οδός …………, αριθμός …, με ΑΦΜ …………, ο οποίος εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο του Γεωργίου-Μιχαήλ, Δικηγόρο Αθηνών (ΑΜ ΔΣΑ 29922), που κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : Της ετερρόρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «…………», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………, αριθμός … και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ………… της Δ.Ο.Υ. … Αθηνών, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Νικόλαος Δούναβης του Χρήστου, Δικηγόρος Αθηνών (ΑΜ ΔΣΑ 6943), που κατέθεσε προτάσεις.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 14.09.2018 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 17η Σεπτεμβρίου έτους 2018, έλαβε γενικό αριθμό κατάθεσης …………/2018 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………/2018, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε με την σειρά του πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 653 του Α.Κ. προκύπτει, ότι ως μισθός νοείται κάθε παροχή που δίδεται από τους εργοδότες στους εργαζόμενους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, δηλαδή κάθε αμοιβή σε χρήμα και σε είδος (τροφή, κατοικία), η οποία καταβάλλεται τακτικά και μόνιμα, είτε βάσει της εργασιακής σχέσης ή της συλλογικής σύμβασης ή του νόμου, είτε βάσει της κρατούσας συνήθειας όταν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία (ΑΠ 52/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 673/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 266/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Νόμιμος μισθός χαρακτηρίζεται αυτός που προβλέπεται από συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτητική ή υπουργική απόφαση και αποτελεί τα κατώτατα όρια αποδοχών που υποχρεούται ο εργοδότης να καταβάλει στους εργαζόμενους, αποτελείται δε ο νόμιμος μισθός από το βασικό μισθό και τα διάφορα επιδόματα, τα οποία επίσης προβλέπονται από τη συλλογική σύμβαση εργασίας, τη διαιτητική απόφαση ή την υπουργική απόφαση. Ως συμβατικός μισθός χαρακτηρίζεται αυτός που έχει καθορισθεί από τη συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου στην ατομική σύμβαση εργασίας γραπτώς ή προφορικώς ο συμβατικός, δε, μισθός είναι πάντοτε μεγαλύτερος από το νόμιμο, δεδομένου ότι το αντίθετο απαγορεύεται από το νόμο (680 του Α.Κ. και 7 παρ. 2 του νόμου 1876/1990). Επίσης, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 του Α.Κ., 7 του νόμου 2112/1920 και 5 παρ. 3 του νόμου 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών της. Έχει, δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά για αυτή κριτήρια (ΟλΑΠ 25/2003 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1338/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) και οφείλει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., δηλαδή να συμπεριφέρεται στους εργαζόμενους με ευπρέπεια και να σέβεται την τιμή, την υπόληψη και γενικά την προσωπικότητα τους. Εξάλλου, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του Α.Κ., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση, δε, των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού και την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση για να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά, η σχετική, δε, απόφαση του εργοδότη δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια, ελέγχεται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 561/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 573/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1420/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1689/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) καθώς επίσης και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως, είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη ή όταν αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας και ειδικότερα την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του (ΑΠ 77/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 539/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 412/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

II. Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 εδ. α και 10 εδ. β’ της με αριθμό Α1β/8557/1983 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β’ 526) «Υγειονομικός έλεγχος, γενικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών και ειδικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών», η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Α.Ν. 2520/1940, όπως η διάταξη του άρθρου 14 αντικαταστάθηκε με την με αριθμό 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665 Β’/11.11.1992), ορίσθηκε ότι : «όσοι ασκούν ή επιθυμούν ν’ ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή απασχολούμενοι με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, κουρεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία ή άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του πέρασε από ιατρική εξέταση και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του» (παρ. 1 εδ.α’) και ότι : «οι νομείς καταστημάτων, εργαστηρίων και εργοστασίων υγειονομικού ενδιαφέροντος ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι τούτων οφείλουν να μην προσλαμβάνουν ή απασχολούν στην επιχείρησή τους άτομα, τα οποία δεν κατέχουν βιβλιάριο υγείας ή δεν έχουν θεωρήσει αυτό σύμφωνα με την παρ. 6 του παρόντος άρθρου» (παρ. 10 εδ.β’). Η ως άνω με αριθμό 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 1 της με αριθμό Υ1γ/ΓΠ/οικ 35797/4.4.2012 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β’ 1199/11.4.2012) : «Πιστοποιητικό υγείας εργαζομένων σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος», που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση επίσης του Α.Ν. 2520/1940, με το οποίο (άρθρο 1) ορίσθηκε στα εδάφια α’ και β’ αυτού ότι: «όσοι απασχολούνται ή επιθυμούν να απασχοληθούν σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος ή/και έχουν άμεση ή έμμεση επαφή με τα τρόφιμα πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό υγείας. Στο πιστοποιητικό υγείας θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του», ενώ με το άρθρο 2 αυτής ορίσθηκε ότι τα ατομικά βιβλιάρια υγείας, τα οποία έχουν ήδη εκδοθεί, ισχύουν έως την ημερομηνία λήξης τους. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι με βιβλιάρια υγείας (ήδη πιστοποιητικά υγείας) πρέπει να εφοδιάζονται όχι όλοι όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών ή απασχολούνται σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, αλλά εκείνοι από αυτούς που ασχολούνται με την παρασκευή, συσκευασία και προετοιμασία των τροφίμων ή ποτών για τη διάθεσή τους στην κατανάλωσή ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών ή με το χρήστη των υπηρεσιών, αφού τότε μόνο υπάρχει κίνδυνος να μεταδοθούν στον τελευταίο τα νοσήματα από τα οποία πάσχουν ή τα μικρόβια, οι ιοί και τα παράσιτα των οποίων είναι φορείς (ΑΠ 167/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1113/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 709/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 434/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1098/2003 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 735/2003 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 465/2001 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 79/2000 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επομένως, στο ρυθμιστικό πεδίο των ως άνω ρυθμίσεων δεν περιλαμβάνονται μισθωτοί οι οποίοι, λόγω της φύσης της εργασίας των, δεν έρχονται σε άμεση επαφή με τρόφιμα ή/ και ποτά κατά την από αυτούς παροχή των υπηρεσιών σε τρίτους. Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 εδ. α’ και 10 εδ. β’ της με αριθμό Α1β/8557/1983 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, όπως αυτή αντικαταστάθηκε κατά τα άνω αρχικά με την με αριθμό 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στη συνέχεια με το άρθρο 1 της με αριθ. Υ1γ/ΓΠ/οικ 35797/04.04.2012 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 του Α.Κ., συνάγεται ότι η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας (ήδη πιστοποιητικού υγείας) ή η μη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας των μισθωτών που απασχολούνται με την παρασκευή, προετοιμασία και συσκευασία των τροφίμων και ποτών για τη διάθεσή τους στη κατανάλωση ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών ή με τον χρήστη των υπηρεσιών. Η άνω ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, λόγω έλλειψης του βιβλιαρίου υγείας, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, επειδή αφορά τη δημόσια τάξη, καθόσον η ύπαρξη του βιβλιαρίου υγείας αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας υγείας και έχει ως συνέπεια ότι ο εργαζόμενος τελεί σε απλή σχέση εργασίας με τον εργοδότη του (ΑΠ 454/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 349/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 904/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 205/1999 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 180, 904 και 908 του Α.Κ., 1 παρ. 1 του νόμου, 1 παρ. 1 και 2 και 3 παρ. 1 και 2 της ΚΥΑ 19040/1981, 1 παρ. 1, 2 και 3 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του νόμου 4504/1966 προκύπτουν τα εξής : 1) Επί παροχής εργασίας υπό άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολόγητα πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε (από την εργασία του μισθωτού), η οποία συνίσταται στον μισθό (αποδοχές) που αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος και υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός από τις παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του τελευταίου, όπως είναι τα επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κ.λπ., εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν, αναγκαίως, στο πρόσωπο του δυναμένου ν’ απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού, και η οποία (αποδοτέα από τον εργοδότη ωφέλεια) δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι οικείες ΣΣΕ ή ΔΑ (ΑΠ 950/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 5/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). 2) Οι αποδοχές και το επίδομα άδειας καθώς και τα επιδόματα εορτών, καταβάλλονται σε όλους τους μισθωτούς που απασχολούνται και με απλή σχέση εργασίας, καθόσον οι αξιώσεις τους αυτές θεμελιώνονται απευθείας στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 131/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 950/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1824/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), υπολογίζονται δε με βάση τις πράγματι καταβαλλόμενες (τακτικές) αποδοχές, που περιλαμβάνουν τον καταβαλλόμενο συμβατικό ή νόμιμο μισθό (ή ημερομίσθιο) και οποιαδήποτε άλλη παροχή τακτικά καταβαλλομένη ως αντάλλαγμα της εργασίας (ΑΠ 950/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). 3) Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας με οποιονδήποτε τρόπο (όπως η απόλυση) προτού συμπληρωθεί δωδεκάμηνο στη σχέση εργασίας, και ο εργαζόμενος δεν έχει λάβει την κανονική του άδεια, δικαιούται τις αποδοχές που θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια (ΑΠ 1033/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1716/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ,), οι οποίες αντιστοιχούν για κάθε μήνα απασχόλησης στα 2/25 του μηνιαίου μισθού για όσους αμείβονται με μισθό, ανεξάρτητα από τυχόν οφειλόμενη σε αυτόν αποζημίωση για άλλο λόγο, για απασχόληση δε μικρότερη από ένα μήνα καταβάλλεται ανάλογα κλάσμα. Μαζί με την καταβολή των αποδοχών της άδειάς του δικαιούται ο εργαζόμενος στην τελευταία περίπτωση να λάβει μέρος του επιδόματος αδείας ανάλογα με το χρόνο της εργασιακής σχέσης από την πρόσληψη ή λήψη του προηγούμενου επιδόματος μέχρι τη λύση της σύμβασης το οποίο είναι ισόποσο των αποδοχών αδείας, υπό τον περιορισμό ότι το τελευταίο (επίδομα άδειας) δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου ή των 13 εργασίμων ημερών, αναλόγως αν ο μισθωτός αμείβεται με μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο (ΑΠ 1020/1995 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). 4) Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 666, 679 του Α.Κ., της κυρωθείσας με το νόμο 3248/1955 με αριθμό 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης «περί προστασίας του ημερομισθίου», προκύπτει ότι οι «συνήθεις αποδοχές», με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το ισούμενο προς αυτές, υπό τον ως άνω περιορισμό, επίδομα αδείας, ταυτίζονται προς τις «τακτικές αποδοχές» που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, και ως τέτοιες, νοούνται ο καταβαλλόμενος συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχεται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων η αμοιβή για υπερεργασία και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού (ΟλΑΠ 5/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του νόμου 3198/1955 και εκείνες των άρθρων 1 και 3 του νόμου 2112/1920 συνάγεται ότι και σε περίπτωση σχέσης εργασίας από άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, όταν θέλει να παύσει να δέχεται την εργασία που του προσφέρεται πρέπει να καταγγείλει εγγράφως τη σχέση και να πληρώσει την αποζημίωση που οφείλει κατά το νόμο 2112/1920 ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της σχέσης. Η αποζημίωση αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 192/1962 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 131/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 667/2012 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 892/2003 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1435/1991 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), υπολογίζεται δε βάσει των, κατά την ανωτέρω έννοια, τακτικών αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, δηλαδή του μισθού και κάθε άλλης παροχής, η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 1254/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 194/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1033/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), μεταξύ δε των παροχών αυτών είναι και η αμοιβή για τακτικώς προσφερόμενη υπερεργασία (ΑΠ 790/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1211/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1605/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1642/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 222/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Λαναράς Κωνσταντίνος, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική», έκδοση 20014, σελ. 105). Περαιτέρω, η παράλειψη του ενάγοντος να αναφέρει στην αγωγή, με την οποία προβάλλει αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας, τα αναγκαία για το κύρος της συμβάσεως αυτής στοιχεία, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι έχει εφοδιαστεί με βιβλιάριο υγείας όπου αυτό απαιτείται κατά νόμο, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, όμως το δικαστήριο έχει υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή της προυποθέσεως αυτής, καθόσον η ύπαρξη του βιβλιαρίου υγείας αποβλέπει στη προστασία της δημόσιας υγείας (ΑΠ 904/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η αγωγή που ερείδεται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδιώκει την πληρωμή οφειλόμενων διαφορών από μισθολογικές αξιώσεις, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας στις περιπτώσεις που τούτο απαιτείται, διότι η αναφορά «σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας» στο δικόγραφο της αγωγής έχει την έννοια της έγκυρης σύμβασης, ενώ η έλλειψή του βιβλιαρίου υγείας αποτελεί ένσταση του εναγόμενου εργοδότη περί ακυρότητας της σύμβασης αυτής, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης (ΑΠ 439/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 65/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1098/2003 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 771/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) και όχι ως αόριστης (ΑΠ 65/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Εφθεσ 2810/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

III. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 167, 168, 648 παρ. 1, 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 και 3 του νόμου 2112/1920 και 5 παρ. 1 και 3 του νόμου 3198/1955, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του νόμου 2556/1997, προκύπτει ότι για την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πρέπει να τηρηθεί έγγραφος τύπος, να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, εφόσον η απασχόληση του εργαζομένου έχει υπερβεί τους δύο μήνες και να καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα μητρώα για το Ι.Κ.Α. ή να έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Η καταβολή της αποζημιώσεως πρέπει να είναι πραγματική και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής, ενώ η μη καταβολή ολόκληρης της αποζημιώσεως, άλλως η καταβολή ελλιπούς αποζημιώσεως συνεπάγεται το δικαίωμα του μισθωτού να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 κα 656 του Α.Κ. τις αποδοχές του για το διάστημα της υπερημερίας του (ΑΠ 121/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 339/2000 ΕΕργΔ 2001.658, ΑΠ 1165/1999 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1825/1999 ΕλλΔνη 41.1014, Λαναράς Κωνσταντίνος, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική», έκδοση 2003, σελ. 102) είτε να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να ζητήσει την νόμιμη αποζημίωση, δυνάμενος να ενώσει στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής προς συνεκδίκαση και τα δύο αιτήματα (άρθρο 218 ΚΠολ.Δ.), εφόσον το δεύτερο εξ αυτών προβάλλεται επικουρικά (άρθρο 219 Κ.Πολ.Δ.) και για την περίπτωση απορρίψεως του πρώτου, διότι είναι μεταξύ τους αντιφατικά (ΑΠ 1278/2001 ΕΕργΔ 2003.941, ΕφΠειρ 117/2003 ΔΕΕ 2003.1248). Εξάλλου, η εκ του άρθρου 656 του Α.Κ. αξίωση για μισθούς υπερημερίας, λόγω αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού μετά την καταγγελία της συμβάσεως, την οποία ο τελευταίος θεωρεί άκυρη, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή η κατάρτιση της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός καθώς και τυχόν λοιπές πρόσθετες παροχών μισθολογικού χαρακτήρα (ΑΠ 389/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) καθώς και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού. Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης τη αγωγής. Αν όμως ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, για να απαλλαγεί, επικαλεστεί, κατ’ ένσταση, έγκυρη καταγγελία της σύμβασης (και στη συνέχεια αποδείξει τούτο) και ανυπαρξία υπερημερίας του, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα της καταγγελίας αποτελεί αντένσταση, που πρέπει να προβληθεί κατά νόμιμο και παραδεκτό τρόπο. Ο μισθωτός έχει βέβαια τη δυνατότητα να επικαλεστεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που τη θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής «καθ’ υποφοράν», οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη περί καταγγελίας της σύμβασης. Έτσι, εφόσον και στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να συμπληρώσει και να βελτιώνει τον ισχυρισμό του για ακυρότητα, επικαλούμενος νέους λόγους ακυρότητας ή διαφορετικούς από αυτούς που περιέχονται στην αγωγή, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό, με τις προϋποθέσεις πάντοτε του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός (ακυρότητας της καταγγελίας) που προβάλλεται (με ένσταση ή αντένσταση) προς απόκρουση του ισχυρισμού του εργοδότη, για είναι παραδεκτός, πρέπει, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, να προβάλλεται μέσα στην ανατρεπτική προθεσμία των τριών μηνών από την περιέλευση στον μισθωτό της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 121/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 429/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 624/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η ακυρότητα της καταγγελίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξάρτητα από το λόγο στον οποίο οφείλεται, είναι σχετική, τάσσεται υπέρ του εργαζομένου και επομένως μόνον αυτός μπορεί να την επικαλεστεί. Συνακόλουθα ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να ζητήσει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας είτε να την θεωρήσει έγκυρη, παραιτούμενος από το δικαίωμα προσβολής της και να ζητήσει την καταβολή της αποζημιώσεως (ΕφΠειρ 8/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 9/2007 Αρμ 2007.415, ΕφΑθ 2342/2003 ΕλλΔνη 45.1483). Η παραίτηση από το ανωτέρω δικαίωμα του εργαζομένου μπορεί να είναι, κατά το άρθρο 156 του Α.Κ., ρητή ή σιωπηρή (ΑΠ 934/1999 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η σιωπηρή παραίτηση πρέπει να προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Σιωπηρή παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας σύμβασης εργασίας ως άκυρης είναι και η από μέρους του είσπραξη του ποσού της αποζημίωσης απολύσεως χωρίς καμία επιφύλαξη, εναντίωση ή διαμαρτυρία για την καταγγελία της συμβάσεως του (ΑΠ 606/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 934/1999 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1818/1990 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2343/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1654/2004 Αρμ 2004.1302, ΕφΑθ 6669/1998 ΕλλΔνη 41.504). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του νόμου 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 19 του νόμου 435/1976 : «πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξαρτημένης εργασίας». Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 429/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1387/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2234/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 404/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Οι ανωτέρω ελλείψεις, κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, δεν καθιστούν αυτή ανυπόστατη, αλλά αποτελούν λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, η επίκληση της οποίας (ακυρότητας), πρέπει να γίνει από τον εργαζόμενο με αγωγή μέσα στην τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του νόμου 3198/1955 ή με ένσταση μέσα στην ίδια προθεσμία (ΟλΑΠ 1338/1985 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, δηλαδή έχει εφαρμογή όχι μόνο για τους μισθωτούς, που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παραβάσεως των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παραβάσεως άλλων διατάξεων ή και κανονισμών του εργοδότη, που έχουν ισχύ νόμου (ΑΠ 404/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του νόμου 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, η οποία λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 του Α.Κ.), καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης από τον  εργοδότη (ΑΠ 359/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 705/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Στον ίδιο δε χρονικό περιορισμό υπόκειται και η ένσταση ή αντένσταση περί ακυρότητας της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 429/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 624/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η μη κοινοποίηση, δηλαδή, της αγωγής στον εργοδότη ή η μη προβολή της ενστάσεως, μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, η οποία αρχίζει από την επομένη της ημέρας, που έλαβε χώρα η καταγγελία με την περιέλευσή της στο μισθωτό και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε κατά το άρθρο 243 του Α.Κ. (ΑΠ 404/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ’ ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις, ως εκ τούτου δε αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου, δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 429/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 359/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 705/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η ως άνω αποσβεστική προθεσμία, διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, είτε είναι καταψηφιστική είτε αναγνωριστική, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι στην αγωγή περιέχεται αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας (ΑΠ 121/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκή και ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ. παρέχει μεν στον ενάγοντα την ευχέρεια να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι, όμως, και να αναπληρώσει εκείνους οι οποίοι λείπουν και αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Με βάση την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 του Κ.Πολ.Δ. ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις του να συμπληρώσει, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει την νομική αοριστία αυτής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση των περιστατικών που απαιτούνται κατά το νόμο για την γένεση του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1056/2002 ΕλλΔνη 45.84, ΑΠ 167/2002 ΕλλΔνη 43.1348, ΑΠ 1363/1998 ΕλλΔνη 39.325). Ειδικότερα, για το ορισμένο της αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων μισθών ή άλλων παροχών που οφείλονται από την έγκυρη σύμβαση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 648 του Α.Κ. και τις ισχύουσες εκάστοτε κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, όπως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αμοιβή για παρασχεθείσα υπερεργασία και νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή εργασία, είναι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, ο χρόνος της καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσης εργασίας, οι όροι της παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχολήσεως και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 2016/2207 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 184/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 66/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τα στοιχεία αυτά δεν είναι ανάγκη να διατυπώνονται στο δικόγραφο της αγωγής με πανηγυρικό τρόπο και τυποποιημένες εκφράσεις, αλλά αρκεί λογικώς να συνάγονται από το όλο κείμενο της αγωγής, το οποίο ο ενάγων μπορεί, έως τη συζήτησή της να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει, εφόσον δεν μεταβάλλεται η βάση της (άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ.) με τις προτάσεις της συζητήσεως (ΑΠ 548/2000 ΕΕργΔ 2001.803, ΕφΘεσ 584/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟ, ΕφΠειρ 300/2001 ΕΕργΔ 2001.659). Αντιθέτως, για το ορισμένο της ανωτέρω αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρονται σε αυτή οι νόμιμες κρατήσεις που έγιναν ή πρέπει να γίνουν επί των αξιούμενων οικείων χρηματικών ποσών, διότι ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 του αναγκαστικού νόμου 1846/1951, 22 και 32 του νόμου 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές, αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού, πλην όμως τα ποσά αυτά αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος τους δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους καθώς επίσης και τα καταβληθέντα έναντι των αγωγικών αξιώσεών χρηματικά ποσά, εφόσον το γεγονός τούτο πρέπει να επικαλεστεί κατ’ ένσταση (άρθρο 416 του Α.Κ.) ο εναγόμενος, κατά του οποίου προβάλλεται με την αγωγή η σχετική αξίωση, ο χρόνος από του οποίου αρχίζει η υπερεργασία και η υπερωρία κάθε ημέρα, αφού αυτός ορίζεται από το νόμο, ούτε η ανάγκη η οποία παρέστη για την εκτέλεση της και το πρόσωπο από το οποίο δόθηκε η σχετική εντολή (ΑΠ 516/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2018/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 140/2000 ΕλλΔνη 41.966, ΕφΠειρ 994/2207 ΕΝαυτΔικ 2007.385, ΕφΠειρ 892/2002 ΕΝΔ 30.437, ΕφΠειρ 1239/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

V. Περαιτέρω, το άρθρο 904 του Α.Κ. ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία κατά το άρθρο 361 του Α.Κ. και εφόσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα δικαιώματα του από τη σύμβαση. Επομένως, στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ. τα περιστατικά που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 του Κ.Πολ.Δ.), υπό τη ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης, δεν απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΟΛΑΠ 22/2003 ΕλλΔνη 2003.1261, ΟλΑΠ 23/2003 ΝοΒ 2004.1179). Η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη έχει επιβοηθητικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. Έτσι αν η αγωγή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί αφού υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να αξιώσει τις αξιώσεις του από αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του πλουτισμού (ΑΠ 2019/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 923/2007 ΧρΙΔ 2008.121). Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθηκαν, μπορεί να ασκηθεί, αν η σύμβαση είναι άκυρη ή ανίσχυρη ή εάν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα για οποιαδήποτε λόγο. Τα πραγματικά όμως περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα, το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης, τα οποία συνιστούν τη βάση της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο σύμφωνα με το άρθρο 216 του Κ.Πολ,Δ, διαφορετικά η αγωγή είναι απαράδεκτη, ένεκα της αοριστίας της (ΑΠ 1056/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1457/2001 ΕλλΔνη 2002.1690, ΑΠ 1322/1996 ΕλλΔνη 1997.1045, ΕφΑθ 5617/2007 ΕλλΔνη 2008.1523).

VI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 678 Α.Κ., 2 του νόμου 2112/20 και 4 του Β.Δ. 16/18 Ιουλίου 1990, ερμηνευομένων διασταλτικά, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πιστοποιητικό προϋπηρεσίας δικαιούται να λάβει κάθε μισθωτής (υπάλληλος, υπηρέτης, εργατοτεχνίτης), που έχει προσληφθεί για διαρκή εργασία, είτε προσωρινώς είτε για δοκιμή, αρκεί η σχέση που τον συνδέει με τον εργοδότη να ήταν εξαρτημένης εργασίας, έστω και αν είχε συναφθεί ακύρως, διότι και σε άκυρη σύμβαση εργασίας υπάρχει υποχρέωση του εργοδότη να εκδώσει πιστοποιητικό. Είναι δε αδιάφορος ο τρόπος με τον οποίο επήλθε η λήξη της σύμβασης εργασίας, δηλαδή είτε με την πάροδο του χρόνου για τον οποίο είχε συνομολογηθεί αυτή, είτε με καταγγελία από μέρους του εργοδότη ή του μισθωτού έστω και παρανόμου. Ακόμη και επί άκυρου συμβάσεως εργασίας υπάρχει υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει το πιστοποιητικό εργασίας, εκτός αν η εργασιακή σχέση είναι γενικώς αθέμιτη ή αντίκειται στα χρηστά ήθη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το πιστοποιητικό εργασίας πρέπει να αποδίδει σωστά και συνολικά την υπηρεσιακή κατάσταση του μισθωτού (ΕφΑθ 2115/95 ΔΕΝ 1996.118). Η διαφορά που προκύπτει από παράβαση της ανωτέρω διάταξης υπάγεται στη διαδικασία των εργατικών διαφορών και η απόφαση που εκδίδεται, εφόσον δέχεται τη σχετική αγωγή, ενέχει καταδίκη του εργοδότη σε δήλωση βουλήσεως. Από την τελεσιδικία της ανωτέρω απόφασης θεωρείται ότι εκδόθηκε το πιστοποιητικό, το περιεχόμενο του οποίου ταυτίζεται με το διατακτικό της (ΕφΠειρ 987/1995 ΔΕΝ 1997.1197, ΕφΑθ 1138/1984 ΕΕργΔ 44.03, ΕφΑθ 3198/1970 ΔΕΝ 27.507, Ντάσιος, «Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο», έκδοση 1991, τόμος Α/Ι, σελ. 156 επ.). Υπάρχει επίσης υποχρέωση του εργοδότη για χορήγηση του λεγομένου «ενδιάμεσου πιστοποιητικού» και κατά τη διάρκεια της συμβάσεως. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από το καθήκον του για πρόνοια και πίστη απέναντι στο μισθωτό, διότι σκοπός της διατάξεώς είναι, εκτός των άλλων, να διευκολύνει τον τελευταίο στην περαιτέρω επαγγελματική του σταδιοδρομία (ΕφΠατρ 996/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 987/1995 ΕλλΔνη 38.676, ΕφΑθ 1138/1984 ΕΕργΔ 44.403, «Το πιστοποιητικό Προϋπηρεσίας των μισθωτών» ΔΕΝ 2004.161 επ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι την 10.08.2007 προσλήφθηκε από την εναγομένη, που εκμεταλλεύεται επιχείρηση εστίασης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να παρέχει την εργασία του σε αυτή με την ειδικότητα του πωλητή στο κατάστημα – κρεπερί που διατηρεί στην Αθήνα και ότι σε εκτέλεσή της ανωτέρω σύμβασης εργάσθηκε μέχρι τον Οκτώβριο του 2009, οπότε λύθηκε η σύμβαση του. Ότι την 26.04.2010 προσλήφθηκε εκ νέου από την εναγομένη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να παρέχει την εργασία του σε αυτή με την ίδια ειδικότητα και στο ίδιο κατάστημα και ότι κατά την πρόσληψή του συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία του καθημερινά, πέντε (05) ημέρες κάθε εβδομάδα και με πλήρες ωράριο απασχόλησης και οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του συμφωνήθηκαν στο ποσό των 666,67 ευρώ. Ότι σε εκτέλεση των όρων της ανωτέρω σύμβασης παρείχε την εργασία του στην εναγόμενη με τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή καθήκοντα, επιδεικνύοντας συνέπεια, εργατικότητα και υπευθυνότητα και ότι η εργασιακή σχέση με την εναγομένη εξελίχθηκε ομαλά μέχρι το καλοκαίρι του έτους 2016, οπότε η εργοδότρια άρχισε να καθυστερεί συστηματικά την καταβολή των μηνιαίων αποδοχών του και δεν του χορήγησε ολόκληρη την προβλεπόμενη εκ του νόμου άδειά του, ούτε κατέβαλε αποδοχές λόγω μη ληφθείσης άδειας. Ότι την 17.06.2018 η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του χωρίς να τηρήσει τον έγγραφο τύπο και χωρίς να συντρέχουν βάσιμοι λόγοι για την καταγγελία σχετιζόμενοι είτε με την ικανότητα για την άσκηση των καθηκόντων του είτε με λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης. Ότι την 17.07.2018 η εναγομένη προέβη σε νέα καταγγελία της σύμβασης τους, η οποία έλαβε χώρα εγγράφως, πλην όμως η αποζημίωση που του προσφέρθηκε ήταν μειωμένη, διότι ήταν αυτή του εργάτη και ουχί του υπαλλήλου. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, διότι έλαβε χώρα προφορικά, δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και διότι δεν υπαγορεύθηκε από την αδυναμία εκτέλεσης των καθηκόντων του ή από τις ανάγκες της εργοδότριας, αλλά ήταν απόρροια των διαμαρτυριών και της διεκδίκησης των δεδουλευμένων αποδοχών του. Ότι λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας η εναγομένη περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας και ενέχεται έναντι αυτού στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την 18.06.2018 έως την 17.06.2020, πιθανολογούμενη ημερομηνία συζήτησης της αγωγής, ποσού 16/000,08 ευρώ καθώς επίσης και στην καταβολή των αναλογούντων στην ανωτέρω χρονική περίοδο επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας, ποσού 2.298,33 ευρώ, ως αυτά αναλυτικά υπολογίζονται στην αγωγή. Ότι σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του η εναγομένη ενέχεται έναντι αυτού σε συμπλήρωση του ποσού της αποζημίωσης απόλυσης, ποσού 3.068,51 ευρώ καθώς και στην καταβολή αποζημίωσης λόγω μη ληφθείσης άδειας για το έτος 2018,ποσού 666,67 ευρώ. Ότι την άνοιξη κάθε έτους ζητούσε από την εργοδότρια την χορήγηση της ετήσιας άδειας του για το μήνα Αύγουστο, ότι η εναγομένη επικαλούμενη φόρτο εργασίας και δυσκολίας αντικατάστασης του δεν χορηγούσε το σύνολο της ετήσιας άδειας του και ότι λόγω της υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης δεν έλαβε άδεια επτά (07) ημερών κατ’ έτος και η εναγομένη του οφείλει ως αποζημίωση για την ανωτέρω αιτία με την νόμιμη προσαύξηση σε ποσοστό 100% το ποσό των 2.206,30 ευρώ. Με βάση αυτό το ιστορικό και επικαλούμενος άμεσο έννομο συμφέρον αιτείται, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου (βλ. 3η σελίδα των πρακτικών) και διαλαμβάνεται στις έγγραφες προτάσεις του (βλ. 4η σελίδα των προτάσεων του ενάγοντος), να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 17.06.2018 και της από 17.07.2018 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, να απειληθεί σε βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή ύψους τριακοσίων ευρώ (300 ευρώ) για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης της στην ανωτέρω απόφαση, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, ως ενεχόμενη έναντι του από την μεταξύ τους συμβατική σχέση, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του κατά τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, τα οποία θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενο που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τα οποία εξοικονόμησε αποφεύγοντας ισόποση δαπάνη, για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την 18.06.2018 έως την 17.06.2019, για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2018 και για επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2019 το ποσό των οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι τριών ευρώ και τριάντα επτά λεπτών (8.923,37 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους αξίωση του ανωτέρω ποσού κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοσης της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, άλλως και για την περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των τριών χιλιάδων εξήντα οκτώ ευρώ και πενήντα ενός λεπτών (3.068,51 ευρώ) και για αποδοχές μη ληφθείσης άδειας του έτους 2018 το ποσό των εξακοσίων εξήντα επτά ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (666,67 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, άλλως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, να υποχρεωθεί η εναγομένη να χορηγήσει σε αυτόν πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του καθώς επίσης και η διαγωγή του, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής ύψους τριακοσίων ευρώ (300 ευρώ) για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης της στο διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή, διότι τα αιτήματα της αφορούν σε χρηματικά ποσά από παροχή εξαρτημένης εργασίας και τυχόν καθυστέρηση της εκτέλεσης θα προκαλέσει σε αυτόν σημαντική ζημία και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι υλικά και τοπικά αρμόδιο (άρθρα 1, 2, 7, 9 εδ. α’, 10, 12, 13, 14 παρ. 2, 25 παρ. 2 και 614, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του νόμου 4335/2015 του Κ.Πολ.Δ.) για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. του Κ.Πολ.Δ.), που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα μετά την 01.01.2016 ένδικα μέσα και αγωγές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του νόμου 4335/2015. Η αγωγή ως προς τα αιτήματα της περί αναγνώριση του κύρους της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και επιδίκασης μισθών υπερημερίας, άλλως καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης ασκήθηκε παραδεκτά εντός της τρίμηνης, άλλως, εξάμηνης για την αποζημίωση απόλυσης αποσβεστικής προθεσμίας της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του νόμου 3198/1955, το οποίο ερευνάται αυτεπαγγέλτως, δοθέντος ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έλαβε χώρα την 17η Ιουνίου του έτους 2018, άλλως την 17η Ιουλίου του έτους 2018 και η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου, τούτου την 17η Σεπτεμβρίου του έτους 2018 και επιδόθηκε στην εναγόμενη, οπότε και ολοκληρώθηκε η άσκηση της, κατ’ άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., την 18η Σεπτεμβρίου του έτους 2018 (βλ. σχετ. την με αριθμό …………/18.09.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη). Η αγωγή είναι ορισμένη, διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει ότι διαλαμβάνει άπαντα τα υπό του νόμου αξιούμενα στοιχεία για τη δικαστική έρευνα και εκτίμηση της και συγκεκριμένα διαλαμβάνει αναφορά της σύμβασης εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, του χρόνου της καταρτίσεως της συμβάσεως, του είδους της παρασχεθείσης από τον ενάγοντα εργασίας, των όρων παροχής της εργασίας του και τα ειδικότερα καθήκοντα του, της συμφωνίας περί των μηνιαίων αποδοχών του, του χρόνου και των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβαση εργασίας του και του χρονικού διαστήματος για τον οποίο οφείλονται και τα περιστατικά (αποδοχές υπερημερίας, αποδοχές μη ληφθείσης άδειας, αποζημίωση απόλυσης) από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές της εναγόμενης, απάντα, δε, τα ανωτέρω επαρκώς προσδιορισμένα. Οι αιτιάσεις της εναγομένης περί αοριστίας της αγωγικής αξίωσης για την καταβολή της νόμιμης προσαύξησης λόγω μη χορήγησης του συνόλου των ημερών της ετήσιας άδειας που δικαιούνταν κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι αναφέρονται σε αυτή η παράλειψη της εναγομένης να χορηγήσει επτά (07) ημέρες άδειας κατ’ έτος και την ύπαρξη υπαιτιότητας της εργοδότριας λόγω της υποβολής αιτήματος εκ μέρους του ενάγοντος και της μη χορήγησης της, με την επίκληση φόρου εργασίας και της δυσκολίας εύρεσης υπαλλήλου για την ανάληψη των καθηκόντων του τις ημέρες της απουσίας του (βλ. σχετ. ΑΠ 506/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1420/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 104/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ – για την θεμελίωση της αξίωσής προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαύξησης που έχει το χαρακτήρα αστικής ποινής, ισχύει χωρίς εξαίρεση για όλους τους εργοδότες και κατοχυρώνει όλους τους μισθωτούς, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφριάς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν την χορήγησε). Οι λοιποί ισχυρισμοί της εναγομένης ότι δεν αναφέρονται στην αγωγή ο μήνας που ζητούσε την χορήγηση της άδειας, ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας ουδέποτε αρνήθηκε να χορηγήσει την άδεια και ότι η σχετική αγωγική αξίωση έρχεται σε αντίφαση με προηγούμενη περικοπή της αγωγής περί ομαλής εξέλιξης της εργασιακής σχέσης μέχρι το καλοκαίρι του έτους 2016 δεν άπτονται του ορισμένου, άλλα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης διαφοράς. Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή, που κρίθηκε ορισμένη, είναι νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 341, 345, 346, 361, 649, 651, 653, 655, 656 και 678 του Α.Κ., 1 και 7 του νόμου 2112/1920, 1, 2, 5 και 6 του νόμου 3198/1955 , 1 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου 1082/1980, 1 παρ. 1, 2 και 3, 3 παρ. 1, 6, 10 παρ. 1 της 19040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας (δώρα εορτών), 1, 2 παρ. 1 του νόμου 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του νόμου 1346/1983 και ακολούθως η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρο 13 του νόμου 3227/2004 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 1 του άρθρου 1 του νόμου 3302/2004 (αποδοχές αδείας), 3 παρ. 16 του νόμου 4504/1966 (επίδομα αδείας), 5 παρ. 1 εδ. β’ του Α.Ν. 539/1945, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν.Δ. 3755/1957 και 62, 63, 64, 68, 69 (σε ότι αφορά για το αίτημα μισθών υπερημερίας και για το μετά την συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα βλ.σχετ. ΑΠ 752/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 597/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 294/2001 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 249/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5888/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2212/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 6449/2002, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), 70, 73, 176, 189, 191παρ. 2, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 910 αριθμός 4, 946 και 947 του Κ.Πολ.Δ. και 84 παρ. 1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων – νόμος 4194/2013 (ΦΕΚ 208Α,/27.09.2013). Η επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία ο ενάγων αξιώνει τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κρίνεται απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, διότι η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας. Συνακόλουθα, στην προκείμενη περίπτωση, που ο ενάγων στηρίζει τις αξιώσεις του στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή βάσει της αντισυμβατικής ευθύνης της εναγόμενης, αυτός δεν δύναται λόγω του επικουρικού χαρακτήρα της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του Α.Κ. Επομένως, η κρινόμενη αγωγή, που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δοθέντος ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, διότι το αιτούμενο καταψηφιστικό ποσό δεν υπερβαίνει το όριο της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (άρθρα 14 παρ. περ. α’ του Κ.Πολ.Δ. και 71 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 6 παρ. 17 του νόμου 2479/1997, ήτοι για αγωγές που έχουν κατατεθεί από την 25.07.2011 και εφεξής το ποσό των 20.000 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του νόμου 3994/2011) και για το αναγνωριστικό αίτημα δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (άρθρο 7 παρ. 3 του νομοθετικού διατάγματος, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 21 του νόμου 4055/2012 και την εκ νέου αντικατάσταση του με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 και 2 του νόμου 4446/2016-ΦΕΚ 240Α,/22.12.2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 416 του Α.Κ., η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι τα στοιχεία της ένστασης εξόφλησης, των οποίων πρέπει να γίνεται επίκληση, για το ορισμένο αυτής, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία έτσι του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελάχιστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 του Α.Κ., 8 του νόμου 2112/1920, 8 παρ. 4 του νόμου 4020/1959). Σε αντίθετη περίπτωση, η ένσταση είναι αόριστη και δεν μπορεί να συμπληρωθεί δια των αποδείξεων. Επομένως, για να είναι σαφής, και ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικών έγγραφων στοιχείων (μισθοδοτικών καταστάσεων, αποδείξεων πληρωμής) περί του ότι πληρώθηκε ο μισθωτός όλες τις απαιτήσεις του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μια και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για την κάθε μια αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών. Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός περί καταβολής όλων των απαιτήσεων του ενάγοντος, χωρίς να γίνεται. ειδικότερη ανάλυση του ποσού που καταβλήθηκε για την κάθε μία αιτία, είναι αόριστος, έστω και αν αναφέρεται το συνολικό ποσόν, που καταβλήθηκε, εκτός εάν πρόκειται για μία μόνο απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία καταβολής, οπότε είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος, ως προς το αν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση του σχετικού χρέους. Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει, όταν ασκούνται με την αγωγή αξιώσεις από σύμβαση εργασίας και προσκομίζεται από τον εργοδότη έγγραφη απόδειξη του εργαζομένου περί καταβολής σε αυτόν συνολικού ποσού, που καλύπτει κατά ένα μέρος ή εξ ολοκλήρου τις αγωγικές αξιώσεις, χωρίς να αναφέρει την κάθε αιτία και το επί μέρους ποσό, που καταβλήθηκε για αυτή, διότι στην εν λόγω περίπτωση δεν αποκλείεται να καταβλήθηκε το ποσόν αυτό, προς εξόφληση άλλων αξιώσεων του εργαζομένου, που δεν περιλήφθηκαν στην αγωγή. Για τον λόγο  αυτό, άλλωστε, με τα άρθρα 18 του νόμου 1082/1980 και 20 παρ. 2 του νόμου 1469/1984, με την οποία προστέθηκε εδάφιο ε’ στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 26 του αναγκαστικού νόμου 1846/1951 επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται περί φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σε αυτές (ΑΠ 417/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1221/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1069/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 381/2014 ΧρΙΔ 2014.488, ΑΠ 1030/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 191/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1322/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 178/2010 ΕλλΔνη 2010.743, ΑΠ 1828/2008 ΔΕΝ 2009.628, ΑΠ 1320/2008 ΧρΙΔ 2009.311, ΑΠ 894/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1405/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1086/2006 ΕΕργΔ 2007.306, ΕφΑθΙ 160/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Γκούτος Χρ., «Εξόφληση χρηματικού χρέους του εργοδότη», ΔΕΝ 2009.817).

Η εναγομένη με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αρνείται αιτιολογημένα την κρινόμενη αγωγή. Περαιτέρω, προβάλει τον ισχυρισμό ότι την 17.07.2018 επιδόθηκε στον ενάγοντα έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και προσφέρθηκε ταυτόχρονα η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ότι την 11.09.2018 καταβλήθηκε στον τραπεζικό του λογαριασμό το ποσό των 225,04 ευρώ, με την αιτιολογία «αποδοχές από 17/6/2018» και ως εκ τούτου, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η από 17.06.2018 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη, με την δεύτερη έγγραφη καταγγελία η συμβατική τους σχέση λύθηκε έγκυρα και νόμιμα, ώστε δεν υπάρχει υπερημερία της μετά την 17.06.2018 και με την καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού η αξίωση για αποδοχές υπερημερίας από την 17.06.2018 έως την 17.07.2018 πρέπει να απορριφθεί λόγω εξοφλήσεως. Επίσης, η εναγομένη προβάλει τον ισχυρισμό ότι καταβλήθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος : α) την 11.09.2018 το ποσό των 140,65 ευρώ για υπόλοιπο πέντε ημερών αδείας του έτους 2013, β) την 11.09.2018  το ποσό των 140,65 ευρώ για υπόλοιπο πέντε ημερών αδείας του έτους 2014, γ) την 11.09.2018 το ποσό των 140,65 ευρώ για υπόλοιπο πέντε ημερών αδείας του έτους 2015, δ) την 11.09.2018 το ποσό των 84,39 ευρώ για υπόλοιπο τριών ημερών αδείας του έτους 2016, ε) την 11.09.2018 το ποσό των 84,39 ευρώ για υπόλοιπο τριών ημερών αδείας του έτους 2017 και στ) την 11.09.2018 το ποσό των 478,21 ευρώ για υπόλοιπο αδείας του έτους 2018 και ως εκ τούτου η σχετική αγωγική αξίωση για την καταβολή αποδοχών αδείας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Ο σχετικός ισχυρισμός της αγωγής συνιστά ένσταση εξόφλησης, η οποία προβλήθηκε παραδεκτά (άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ.), είναι ορισμένη (άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ. διότι αναφέρονται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, τα ποσά που καταβλήθηκαν, η αιτία καταβολής αυτών και ο χρόνος της καταβολής εκάστου, και νόμιμη, στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 416 του Α.Κ. και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της.

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ………… και …………, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 408 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ.), από τις με αριθμούς …………/20.11.2018 και …………/20.11.2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος ………… και ………… ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών (άλλη ένορκη, βεβαίωση πλην των προαναφερόμενων δεν προσκομίσθηκε παρά την σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης – βλ. σχετ. 11η σελίδα πρακτικών), που ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη τους (βλ. σχετ. την από 14.11.2018 κλήση και τη με αριθμό …………/15.11.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη), κατ’ άρθρο 422 του Κ.Πολ.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του νόμου 4335/2015 και ισχύει από την 01.01.2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του νόμου 4335/2015, που ισχύει και στην διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 591 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του νόμου 4335/2015), το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι άπτεται του υποστατού του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 580/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1103/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), από τη με αριθμό …………/19.11.2018 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της εναγομένης …………, που ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη της (βλ. σχετ. την από 13.11.2018 γνωστοποίηση μαρτύρων και κλήση και τη με αριθμό …………/13.11.2018 έκθεση επίδοσης, της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ουρανίας Θ. Δημητρακοπούλου), κατ’ άρθρο 422 του Κ.Πολ.Δ., από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά από αυτά, είτε για να χρησιμεύσουν (τα έγγραφα) προς πλήρη απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 338, 339 του Κ.Πολ.Δ.) και από όλη εν γένει την διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εναγομένη είναι ετερόρρυθμη εταιρία, η οποία εδρεύει την Αθήνα και δραστηριοποιείται στον τομέα της εκμετάλλευσης εστιατορίου. Την 26η Απριλίου του έτους 2010 συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για να παρέχει την εργασία του στην επιχείρηση της με την ειδικότητα του πωλητή. Ειδικότερα, κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ο ενάγων να παρέχει την εργασία του πέντε (05) ημέρες κάθε εβδομάδα, δηλαδή από Δευτέρα έως και Παρασκευή και σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, και οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του συμφωνήθηκαν στο ποσό των εξακοσίων εξήντα έξι ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (666,67 ευρώ – βλ. σχετ. αντίγραφο ετήσιου πίνακα προσωπικού). Ο ενάγων κατά το χρόνο της πρόσληψής του διέθετε ατομικό βιβλιάριο υγείας, το οποίο είχε εκδοθεί από την Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας της Νομαρχίας Αθηνών την 17η Ιουλίου του έτους 2007 με διάρκεια ισχύος πέντε (05) ετών και την 28.04.2015 χορηγήθηκε σε αυτόν πιστοποιητικό υγείας από το Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «…………» με πενταετή επίσης διάρκεια ισχύος, το οποίο είναι υποχρεωτικό σύμφωνα με το άρθρο 1 της υπουργικής απόφασης Υ1γ/Γ.Π/οικ 35797/04.04.2012 (ΦΕΚ 1199Β’/11.04.2012), που αντικατέστησε το άρθρο 14 παρ. 1 της υπουργικής Α1β/8577/1983 εκδοθείσης κατ’ εξουσιοδότηση του αναγκαστικού νόμου 2520/1940 και ήδη καταργηθείσης από την 24.10.2012 με το άρθρο 19παρ. 1 της υπουργικής απόφασης Υ1γ/ΓΠ/οικ.96967/2012, λόγω της απασχόλησης του με την παρασκευή, προετοιμασία και συσκευασία τροφίμων και ποτών για τη διάθεσή τους στη κατανάλωση, προς αποφυγή να μεταδοθούν στο τελευταίο τα νοσήματα από τα οποία αυτοί τυχόν πάσχουν ή τα μικρόβια, οι ιοί ή τα παράσιτα, των οποίων είναι τυχόν φορείς. Σε εκτέλεση των όρων της ανωτέρω σύμβασης ο ενάγων παρείχε την εργασία του στην εναγομένη με εργατικότητα, συνέπεια, ευσυνειδησία και υπευθυνότητα, ακολουθώντας τις οδηγίες; της εργοδότριας και χωρίς να προκύψει ότι υπήρχαν παράπονα εκ μέρους της ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του, στα οποία ήταν η εξυπηρέτηση των πελατών του καταστήματος (λήψη παραγγελιών, παρασκευή εδεσμάτων-κρέπες και hot dog και ροφημάτων), ο χειρισμός της ταμειακής μηχανής και του μηχανήματος υποδοχής πιστωτικών και χρεωστικών καρτών της επιχείρησης, η είσπραξη του αντιτίμου από την πληρωμή των λογαριασμών, η καταγραφή των ελλείψεων των εμπορευμάτων και των προμηθειών του καταστήματος για την παραλαβή των πρώτων υλών από τους προμηθευτές και τις ημέρες που απασχολούνταν στην βραδινή βάρδια η έκδοση συγκεντρωτικής κατάστασης αποδείξεων, ο έλεγχος της καλής λειτουργίας των ψυγείων και των ηλεκτρικών συσκευών του εστιατορίου και το κλείσιμο της θύρας του καταστήματος με τα κλειδιά που του είχε παραδώσει ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης μετά την λήξη του ωραρίου απασχόλησής του. Η εργασιακή σχέση μεταξύ των διαδίκων εξελίχθηκε ομαλά μέχρι το καλοκαίρι του έτους 2016, οπότε η εργοδότρια άρχισε να επιδεικνύει ασυνέπεια στην καταβολή των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος και συγκεκριμένα καθυστερούσε συστηματικά την πληρωμή αυτών, το οποίο είχε σαν συνέπεια τις διαμαρτυρίες του ενάγοντος. Η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων εξακολούθησε μέχρι την 17η Ιουνίου του έτους 2018, οπότε λύθηκε με προφορική καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος από την εναγομένη λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης και οριστικού κλεισίματος αυτής. Την 25η Ιουνίου του έτους 2018 ο ενάγων προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και κατέθεσε αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και λόγω ύπαρξης οφειλών για δεδουλευμένες αποδοχές και για οφειλόμενες αποδοχές λόγω μη ληφθείσας άδειας επτά (07) ημερών ανά έτος την τελευταία πενταετία. Την 17η Ιουλίου του έτους 2018 κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα με δικαστικό επιμελητή έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του (βλ. σχετ. έντυπο σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και τη με αριθμό 8193Ε/17.07.2018 έκθεση επίδοσης της – δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανασίας Παναγούλια-Κοπανιτσάνου) και καταβλήθηκε σε αυτόν, με κατάθεση στον τραπεζικό του λογαριασμό την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………….», η αποζημίωση απόλυσης, που υπολογίσθηκε στο ποσό των οκτακοσίων είκοσι ευρώ και σαράντα λεπτών (820,40 ευρώ – βλ. σχετ. το με αριθμό …/17.07.2018 γραμμάτιο είσπραξης- κατάθεση σε λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας) βάσει των διατάξεων που ισχύουν για τους εργατοτεχνίτες. Η εργατική διαφορά συζητήθηκε την 06.09.2018 στην Επιθεώρηση Εργασίας, πλην όμως δεν επιτεύχθηκε συμβιβαστική επίλυση αυτής, διότι η εναγομένη με το έγγραφο υπόμνημα που κατέθεσε ισχυρίσθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν σύννομη και ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχές αδείας είχαν εξοφληθεί με κατάθεση στον τραπεζικό του λογαριασμό (βλ. σχετ. το από 12.09.2013 και με αριθμό πρωτοκόλλου ………… υπόμνημα της εργοδότριας). Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι η από 17.06.2018 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε από την εναγομένη-εργοδότρια ο έγγραφος τύπος και δεν προσφέρθηκε ταυτόχρονα η αποζημίωση απόλυσης που αυτός δικαιούνταν βάσει των ετών απασχόλησής του και των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Ομοίως άκυρη είναι και η από 17.07.2018 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (ΑΠ 771/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), διότι η εργοδότρια τήρησε τον έγγραφο τύπο με την επίδοση του οικείου εγγράφου με θυροκόλληση στην οικία του ενάγοντος με δικαστικό επιμελητή, πλην όμως το ποσό της αποζημίωσης που καταβλήθηκε στον ενάγοντα ήτοι των 820,40 ευρώ, που κατατέθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό του, υπολείπονταν του ποσού που αυτός δικαιούνταν ως υπάλληλος και ανέρχεται στο ποσό των 3.888,95 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (666,67 ευρώ τακτικές μηνιαίες αποδοχές + 111,12 ευρώ [αναλογία 1/6 για τα επιδόματα εορτών και αδείας] = 777,79 ευρώ X 5 μήνες [ποσό αποζημίωσης για εργαζόμενους – υπαλλήλους με συμπληρωμένα 8,-10 έτη στον ίδιο εργοδότη – βλ. σχετ. Λαναράς Κωνσταντίνος, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική», έκδοση 2014, σελ. 143] = 3.888,95 ευρώ). Η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι ο ενάγων κατά την εκτέλεση της εργασίας του είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και δεν ήταν εργάτης ενισχύεται αφενός από τις προτάσεις της ιδίας της εναγομένης, η οποία ρητά αναφέρει στην πρώτη σελίδα αυτών ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση ως υπάλληλος και αφετέρου από τον προσκομιζόμενο πίνακα προσωπικού της εργοδότριας επιχείρησης, όπου ο ενάγων αναγράφεται ως υπάλληλος με την ειδικότητα του πωλητή. Περαιτέρω, ο μάρτυρας του ενάγοντος που εξετάσθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, και έχει άμεση και ιδία αντίληψη, διότι εργαζόταν στο διπλανό κατάστημα και έβλεπε καθημερινά τον ενάγοντα στην επιχείρηση της εναγομένης, ερωτηθείς σχετικά κατέθεσε ότι η εναγομένη διατηρεί κρεπερί, ότι ο ενάγων ήταν υπεύθυνος για το ταμείο, έκανε τις παραλαβές, παρακολουθούσε το απόθεμα των εμπορευμάτων και των αναλωσίμων ειδών, έπαιρνε τις παραγγελίες, έφτιαχνε τις κρέπες και τα hot dog, έφτιαχνε το παγωτό, που εν συνεχεία τοποθετούσε στην παγωτομηχανή και σερβίροντας στους πελάτες, είχε την ευθύνη της καλής λειτουργίας του εξοπλισμού της επιχείρησης κατά την βάρδια του και κρατούσε όλο το μαγαζί, διότι ήταν ο μοναδικός υπάλληλος στη βάρδια του, με εξαίρεση κάποιες ημέρες κυρίως τα Σαββατοκύριακα, οπότε λόγω μεγάλης κίνησης τοποθετούνταν από την εργοδότρια και δεύτερο άτομο στην βάρδια ως βοηθητικό. Τα ανωτέρω επιβεβαίωσαν και οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίοι κατέθεσαν : α) ο ………… ότι : «…….Όσες φορές πήγαινα στο μαγαζί (κυρίως νωρίς το μεσημέρι) και ήταν η βάρδια του …………, συνήθως ήταν ο μοναδικός εργαζόμενος που εξυπηρετούσε την πελατεία. Το ίδιο συνέβαινε και αν δούλευε άλλος ή άλλη συνάδελφός του, που και αυτοί συνήθως μόνοι τους ήταν στο πόστο. Πολλές φορές δεν προλαβαίναμε να ανταλλάξουμε κουβέντα, αφού ο ………… έκανε τα πάντα μόνος του. Τον έχω δει αρκετές φορές να παραλαμβάνει εμπορεύματα από προμηθευτές που τα έφερναν με φορτηγάκια ή με μηχανάκια……» και ο ………… ότι : «…..Τον ………… τον γνώρισα στη δουλειά αφού όλα αυτά τα χρόνια εργαζόμασταν σε διπλανούς χώρους (τα δύο καταστήματα τα χωρίζει ένας τοίχος). Τύχαινε μάλιστα συχνά να συμπίπτουν οι βάρδιες μας. Έτσι, γνωρίζω αναλυτικά τα καθήκοντά του. Ο ………… ήταν ο άνθρωπος που κρατούσε το μαγαζί, γιατί σχεδόν πάντα ήταν ο μοναδικός εργαζόμενος στη βάρδιά του (το σύστημα ήταν να έρχεται ο επόμενος 10 λεπτά πριν από το τέλος της βάρδιας του προηγούμενου για να τον αλλάξει). Η δουλειά του ήταν να παίρνει παραγγελίες, να ετοιμάζει: τις κρέπες, τα χοτ ντογκ, τα παγωτά, τους καφέδες (μέχρι πριν από 2 χρόνια περίπου, γιατί μετά δεν σέρβιρε καφέδες το μαγαζί) κ.λπ. Ετοίμαζε και τον χυλό με τον οποίο φτιάχνονται οι κρέπες, όταν δεν τον ετοίμαζε ο συνάδελφός του της άλλης βάρδιας. Φυσικά, κρατούσε και το ταμείο, το οποίο, στο τέλος της βάρδιας, παρέδιδε στον κ. …………. Επίσης έπρεπε να παρακολουθεί το στοκ των πρώτων υλών και των αναλώσιμων, για να γίνονται οι αντίστοιχες παραγγελίες, και παραλάμβανε εμπορεύματα, συνήθως την πρωινή βάρδια που τα έφερναν οι προμηθευτές. Ο …………, όταν δούλευε νυχτερινή βάρδια, στο κλείσιμο έβγαζε το Ζ της ημέρας από την ταμειακή και κλείδωνε το μαγαζί. Επίσης, ήταν υπεύθυνος για τον έλεγχο λειτουργίας των ψυγείων και γενικά των συσκευών, για να μπορεί το κατάστημα να λειτουργήσει κανονικά στην επόμενη πρωινή βάρδια. Ο ………… ήταν υπεύθυνος και για την εκπαίδευση των νεοπροσλαμβανόμενων που ήταν στο μαγαζί στη βάρδια του, λόγω της μεγάλης πείρας του. Γνωρίζω ότι εκπαίδευσε πολλούς εργαζόμενους στο μαγαζί από τότε που προσλήφθηκε ο ίδιος, και σίγουρα τους: …………, …………, …………, ………… και …………. Η εκπαίδευση κάθε νεοπροσλαμβανόμενου κρατούσε περίπου μια εβδομάδα. Τόσο κράτησε και η εκπαίδευση του ίδιου του ………… στη δουλειά……» Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, που εξετάσθηκε στη συζήτηση της υπόθεσης, ο οποίος κατέθεσε ότι ο ενάγων στην βάρδια του εκτελούσε όλα τα ανωτέρω καθήκοντα, ενώ σχετικά με την παραλαβή των εμπορευμάτων δεν έδωσε θετική απάντηση, διότι δεν ήταν παρών καμία φορά σε παραλαβή και δεν γνώριζε να καταθέσει σχετικά με αυτή τη διαδικασία, η δε κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης που εξετάσθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών σύμφωνα με την οποία η όλη δουλειά του ενάγοντος ήταν η προετοιμασία της κρέπας (ψήσιμο και γέμιση βάσει των υλικών που επέλεγε ο εκάστοτε πελάτης από τους γαστρονόμους της βιτρίνας), η προετοιμασία του hot dog και η πώληση παγωτού από μηχανή και ότι για την εκτέλεση αυτής δεν απαιτούνταν καμία εκπαίδευση, αλλά γίνονταν κατά τρόπο μηχανικό δεν κρίνεται πειστική. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο ενάγων ανέπτυξε κατά την παροχή των υπηρεσιών του δράση πολυσχιδή και πολυσύνθετη, αφού η εργασία του δεν περιορίζονταν απλά στην εκτέλεση των παραγγελιών των πελατών του καταστήματος, αλλά διαχειρίζονταν το ταμείο της επιχείρησης και είχε την ευθύνη της επίβλεψης της καλής και ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης λόγω της απουσίας του νομίμου εκπροσώπου αυτής κατά την βάρδια του ενάγοντος από το κατάστημα, το οποίο κατατέθηκε και από τον μάρτυρα της εναγομένης (βλ. σχετ. 10η σελίδα πρακτικών) και ως εκ τούτου στην εργασία του προείχε το πνευματικό στοιχείο έναντι του σωματικού και αυτός είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του απλού εργάτη (ΑΠ 1479/1995 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), δοθέντος ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του νομοθετικού διατάγματος 2655/1953, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 7 του νόμου 4558/1930 που είχε τροποποιήσει και συμπληρώσει το άρθρο 10 του νόμου 3514/1928 σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 παρ. 2 του β.δ. της 16/18.7.1920, τα στοιχεία τα οποία διακρίνουν τον ιδιωτικό υπάλληλο από τον απλό εργάτη (που η παροχή της εργασίας του συνιστάται στην καταβολή σωματικής ενεργείας) είναι η εξειδιασμένη εμπειρία, η θεωρητική μόρφωση και ιδία η επίδειξη πρωτοβουλίας και η ανάληψη ευθύνης στην εκτέλεση της εργασίας, εκ της αναπτύξεως των οποίων προκύπτει ότι το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού στην εργασία (ΟλΑΠ 295/1969 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1437/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1185/1999 ΔΕΝ 56.26, ΑΠ 1481/1995 ΕΕργΔ 56.307, ΑΠ 314/1998 ΛΕΝ 55.776, ΑΠ 1479/1995 ΕΕργ Δ 56.368). Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της εναγόμενης κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες. Περαιτέρω, ο ενάγων λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της δικαιούται το μισθό του – αποδοχές υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται πραγματική προσφορά των υπηρεσιών του και ως εκ τούτου η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν : α) για μισθούς υπερημερίας της χρονικής περιόδου από την 18.06.2018 έως την 17.16.2019, κατά το αγωγικό αίτημα, όπως περιορίσθηκε (άρθρα 106 και 111 του Κ.Πολ.Δ.) το ποσό των τριών χιλιάδων επτακοσίων πενήντα έξι ευρώ και εξήντα εννέα λεπτών (8.000,04 ευρώ) ήτοι αναλυτικά : (666,67 ευρώ συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές X 12 μήνες = 8.000,04 ευρώ), β) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων του έτους 2018 το ποσό των 572,76 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (666,67 ευρώ : 25 = 26,66 ευρώ X 2 = 53,33 ευρώ [2/25 μηνιαίου μισθού για κάθε δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα από την 1η Μαΐου έως την 31η Δεκεμβρίου] X 10,31 = 549,86 ευρώ + 22,90 ευρώ προσαύξηση με την αναλογία του επιδόματος αδείας = 572,76 ευρώ) και γ) για επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2019 το ποσό των 347,23 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (666,67 ευρώ X ½ = 333,35 ευρώ + 13,88 ευρώ προσαύξηση με την αναλογία του επιδόματος αδείας = 347,23 ευρώ), πλην όμως θα επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό των 347,22 ευρώ. Επομένως, η πρώτη εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι ευρώ και δύο λεπτών (8.000,04 ευρώ + 572,76 ευρώ + 347,22 ευρώ = 8.920,02 ευρώ). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα κατά τα έτη 2013 έως και 2017 το σύνολο των μερών αδείας που δικαιούνταν, παρά το γεγονός ότι ο ενάγων αιτήθηκε κατ’ επανάληψη να του δοθεί το σύνολο της άδειας ανάπαυσης που δικαιούνταν. Συνεπεία τούτου, η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα, αφαιρουμένων των χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν για την ανωτέρω αιτία από την εναγομένη με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος την 11.09.2018, σύμφωνα με όσα θα αναφερθούν αναλυτικά κατωτέρω, γενομένης δεκτής της ένστασης περί εξόφλησης της ένδικης αξίωσης εν μέρει ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν, για επτά (07) ημέρες άδειας κατ’ έτος και για τα έτη 2013 έως και 2017 τα κάτωθι ποσά : α) για το έτος 2013 το ποσό των 46,01 ευρώ ήτοι: (666,67 ευρώ : 25 = 26,66 ευρώ X 7 ημέρες = 186,66 ευρώ – 140,65 ευρώ που καταβλήθηκαν την 11.09.2018 [βλ. το με αριθμό 111 παραστατικό-γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας] = 46,01 ευρώ), β) για το έτος 2014 το ποσό των 46,1 ευρώ ήτοι : (666,67 ευρώ : 25 – 26,66 ευρώ X 7 ημέρες – 186,66 ευρώ – 140,65 ευρώ που καταβλήθηκαν την 11.09.2018 [βλ. το με αριθμό 110 παραστατικό- γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής. Τράπεζας] = 46,01 ευρώ), γ) για το έτος 2015 το ποσό των 46,01 ευρώ ήτοι : (666,67 ευρώ : 25 = 26,66 ευρώ X 7 ημέρες = 186,66 ευρώ – 140,65 ευρώ που καταβλήθηκαν την 11.09.2018 [βλ. το με αριθμό 109 παραστατικό-γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας] = 46,01 ευρώ), δ) για το έτος 2016 το ποσό των 102,27 ευρώ ήτοι : (666,67 ευρώ : 25 = 26,66 ευρώ X 7 ημέρες = 186,66 ευρώ – 84,39 ευρώ που καταβλήθηκαν την 11.09.2018 [βλ. το με αριθμό 108 παραστατικό-γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας] = 102,27 ευρώ) και ε) για το έτος 2017 το ποσό των 102,27 ευρώ ήτοι : (666,67 ευρώ : 25 = 26,66 ευρώ X 7 ημέρες = 186,66 ευρώ – 84,39 ευρώ που καταβλήθηκαν την 11.09.2018 [βλ. το με αριθμό 107 παραστατικό-γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας] = 102,27 ευρώ) και συνολικά για την ανωτέρω αιτία το ποσό των τριακοσίων σαράντα δύο ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (46,01 ευρώ) + 46,01 ευρώ + 46,01 ευρώ + 102,27 ευρώ + 102,27 ευρώ = 342,57 ευρώ). Επιπλέον, η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα τις αποδοχές αδείας προσαυξημένες, κατά ποσοστό 100%, αφού η μη χορήγησή της ετήσιας άδειας πριν από την λήξη των ημερολογιακών ετών που αφορούν οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτής, διότι γνωρίζοντας ότι ο ενάγων εδικαιούτο άδεια και της είχε μάλιστα ζητηθεί, δεν του τη χορήγησε στο σύνολό της. Τα ανωτέρω επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας του ενάγοντος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο οποίος κατέθεσε ότι : «… … Υπάρχουν και περιπτώσεις που έχουν ζητηθεί και μπροστά μου. Συνήθως κατέβαιναν στο γραφείο του κ. …………, αλλά υπήρχαν και στιγμές όπου και μέσα στο πόστο, δηλαδή συζήταγαν για το θέμα αυτό… …Συγκεκριμένα, του είχε ζητήσει ο κ. ………… άδεια, δεν θυμάμαι για ποιο λόγο, ήθελε κάπου να πάει, και η απάντηση του κ. ………… είναι δεν γίνεται τώρα, δεν θα σου τη φάω την άδεια, δεν γίνεται τώρα, δεν έχουμε άτομα… …» (βλ. σχετ. 6η σελίδα των πρακτικών), αλλά και ο μάρτυρας …………, ο οποίος κατέθεσε ότι: «… …Γνωρίζω, εξάλλου, από πρώτο χέρι ότι ο κ. …………, παρά τις διαμαρτυρίες του …………, δεν του έδινε ποτέ όλη την κανονική άδειά του, λόγω φόρτου εργασίας, αλλά ούτε και τον πλήρωνε γι’ αυτή. Γνωρίζω ότι του χρωστάει τουλάχιστον επτά μέρες για κάθε χρόνο… …». Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης, λογιστή της επιχείρησης, ο οποίος όλως αορίστως ανέφερε ότι μετά την προσφυγή του ενάγοντος στην Επιθεώρηση Εργασίας διαπιστώθηκε ότι του οφείλονταν κάποιες ημέρες άδειας που δεν είχαν πληρωθεί και ουδέν κατέθεσε περί της ύπαρξης ή μη διαμαρτυριών εκ μέρους του ενάγοντος για τη χορήγηση του συνόλου των ημερών άδειας ανάπαυσης. Επομένως, η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα για την ανωτέρω αιτία το ποσό των τριακοσίων σαράντα δύο ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (342,57 ευρώ). Περαιτέρω, ενόψει της σιωπηρώς συνομολογούμενης κατ’ άρθρα 261, 591, 614 περ.3 και 621επ. του Κ.Πολ.Δ. μη χορήγησης από την εναγομένη του αιτηθέντος κατ’ άρθρο 678 του Α.Κ. από τον ενάγοντα πιστοποιητικού εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας του καθώς επίσης και η διαγωγή του, πρέπει η εναγομένη να υποχρεωθεί προς τούτο, απειλουμένης σε βάρος της χρηματικής ποινής, για εκάστη ημέρα μη συμμόρφωσής της προς το διατακτικό της παρούσας απόφασης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την κύρια βάση της ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να αναγνωρισθεί ότι η από 17.06.2018 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των εννέα χιλιάδων εξακοσίων πέντε ευρώ και δέκα έξι λεπτών (8.920,02 ευρώ + 342,57 ευρώ + 342,57 ευρώ = 9.605,16 ευρώ), με το νόμιμο τόκο : α) για τις αξιώσεις που αφορούν σε αποδοχές υπερημερίας από την επόμενη ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο του ανωτέρω επιδικασθέντος ποσού κατέστη απαιτητό, δηλαδή από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση (άρθρο 655 Α.Κ. – βλ. σχετ. ΟλΑΠ 39 – 40/2002 ΕλλΔνη 2003.118, ΑΠ 945/2001 ΕΕργΔ 2002.168, ΕφΙωαν 14/2007 ΕΕργΔ 2007/473 ΑρχΝ 2007.298, ΕφΠειρ 555/2006 ΔΕΕ 2006.1179), β) για τα επιδικασθέντα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2018 και Πάσχα του έτους 2019 από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου και από την επόμενη της 30ης Απριλίου αντίστοιχα του έτους που οφείλονται, αφού για αυτά έχει ορισθεί (άρθρο 10 της Υ.Α. 19040/1981) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου και η 30η Απριλίου αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας ο εργοδότης να γίνεται υπερήμερος και να οφείλει τόκους υπερημερίας σύμφωνα με τα άρθρα 341 και 345 του Α.Κ. (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 236/2004 ΧρΙΔ 2004.645, ΑΠ 1682/2000 ΕΕργΔ 2001.456), γ) για τις αποδοχές αδείας των ετών 2013 έως και 2017 από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους που αυτές αφορούν, αφού γι’ αυτές τις εργατικές απαιτήσεις τάσσεται από το νόμο επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478) και δ) για την επιδικασθείσα προσαύξηση-αστική ποινή λόγω μη χορήγησης της άδειας από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής, ήτοι από την 19η Σεπτεμβρίου του έτους 2018, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Επίσης, η εναγομένη πρέπει να υποχρεωθεί να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας του καθώς και η διαγωγή του, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, γενομένου δεκτού του σχετικού αγωγικού αιτήματος, ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν. Το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, αφενός διότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις (άρθρα 907 και 908 παρ.1 περ. ε’ του Κ.Πολ.Δ.) και αφετέρου διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι και η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή είναι μισθοσυντήρητη και ότι οι αποδοχές εκ της εργασίας της είναι το μοναδικό εισόδημα αυτής για την κάλυψη των αναγκών και εν γένει εξόδων διαβίωσης του. Τέλος, η εναγομένη, που ηττήθηκε εν μέρει, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος τους ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό της παρούσας.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η από 17.06.2018 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου πλήρους απασχόλησης του ενάγοντος είναι άκυρη.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των το ποσό των εννέα χιλιάδων εξακοσίων πέντε ευρώ και δέκα έξι λεπτών (9.605,16 ευρώ), με το νόμιμο τόκο : α) για τις αξιώσεις που αφορούν σε αποδοχές υπερημερίας από την επόμενη ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο του ανωτέρω επιδικασθέντος ποσού κατέστη απαιτητό, δηλαδή από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση, β) για τα επιδικασθέντα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2018 και Πάσχα του έτους 2019 από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου και από την επόμενη της 30ης Απριλίου αντίστοιχα του έτους που οφείλονται, γ) για τις αποδοχές αδείας των ετών 2013 έως και 2017 από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους που αυτές αφορούν και δ) για την επιδικασθείσα προσαύξηση-αστική ποινή λόγω μη χορήγησης της άδειας από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής, ήτοι από την 19η Σεπτεμβρίου του έτους 2018, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς αμέσως την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη και ως το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 ευρώ).

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας και η διαγωγή του (ενάγοντος).

ΑΠΕΙΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή ύψους εκατό ευρώ (100 ευρώ) για την περίπτωση μη συμμόρφωσης στην αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική διάταξη της παρούσας απόφασης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων ενενήντα ευρώ (590 ευρώ).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 30 Οκτωβρίου του έτους 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies