Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης. Οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις, που ήταν ενεργές κατά το χρόνο της μεταβίβασης της επιχείρησης, συνεχίζονται με τον νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, άσχετα από τη συναίνεση των εργαζόμενων. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Ο μεταβιβάζων, παράλληλα με τον διάδοχο, παραμένει και μετά τη μεταβίβαση υπεύθυνος εις ολόκληρο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Ο τρόπος της μεταβίβασης δεν ενδιαφέρει. Οφειλή δεδουλευμένων αποδοχών. Απορρίπτει ένσταση εξόφλησης. Η γένεση της υποχρέωσης του εργοδότη για παροχή πιστοποιητικού εργασίας δεν εξαρτάται από το κύρος της εργασιακής σύμβασης. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 11.138,14 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

2162/2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Λιάκουρη, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Αναστασία Μπαμπαλούκα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 02-10-2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : …………, κατοίκου ……………., με ΑΦΜ ……………., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου (Α.Μ. 29922 Δ.Σ. ΑΘΗΝΩΝ).

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………», και διακριτικό τίτλο «……………», που εδρεύει στον …………., νομίμως εκπροσωπούμενης από το σύνδικο της πτώχευσης, Αριστομένη Μπαλάσκα του Παναγιώτη, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αριστομένους Μπαλάσκα (Α.Μ. 3393 Δ.Σ.Π) και 2) ……………, κατοίκου ……………, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανασίου Μπούρλου (Α.Μ. 80580 Δ.Σ. ΑΘΗΝΩΝ).

Η ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 29-12-2016 και με αριθμό κατάθεσης ………./…………./29-12-2016 αγωγή της, η οποία επανέρχεται με την από 24-05-2018 και με αριθμό κατάθεσης …………/………../16-05-2018 κλήση, για την οποία είχε ορισθεί αρχική δικάσιμος η 28-09-2018 και κατόπιν αναβολής αυτή που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την εκφώνηση αυτής νόμιμα από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου της αγωγής ως προς την πρώτη των εναγομένων κι ως εκ τούτου η υπό κρίση αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτήν (άρθρα 294 και 295 παρ. 1 εδ. α ’).

Νομίμως φέρεται, με την από 24-05-2018 και με αριθμό κατάθεσης ……../………../16-05-2018 κλήση, για την οποία είχε ορισθεί αρχική δικάσιμος η 28-09-2018 και κατόπιν αναβολής αυτή που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, η από 29-12-2016 και με αριθμό κατάθεσης ……../………./29-12-2016 αγωγή της ενάγουσας, η οποία συζητήθηκε την 19-09-2017 κι εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 248/2018 μη οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία αφού ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να κληθεί, επιμελεία της ενάγουσας η πρώτη εναγομένη εταιρία.

Σύμφωνα με το άρθρο 678 Α.Κ., “κατά τη λήξη της σύμβασης, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη πιστοποιητικό για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας του”. Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει τεθεί προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου εργαζομένου, προκειμένου, στη συνέχεια, ήτοι μετά την λήξη, με οποιονδηποτε τρόπο, της εργασιακής του σχέσης, να διευκολυνθεί στην ανεύρεση εργασίας αλλού και, γενικά να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά, σε συνδυασμό με τη διατρέχουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της εύνοιας προς τον εργαζόμενο, προκύπτει ότι η γένεση της υποχρεώσεως αυτής του εργοδότη, προς παροχή πιστοποιητικού εργασίας, δεν εξαρτάται από το κύρος της εργασιακής συμβάσεως. Επομένως και σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως (όταν, π.χ. δεν έχει εφοδιασθεί ο εργαζόμενος με βιβλιάριο υγείας ή δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις πρόσληψης κ.λπ.) υπάρχει τέτοια υποχρέωση του εργοδότη και, εάν αυτός αρνείται, ο εργαζόμενος, δικαιούται να προσφύγει δικαστικώς και να ζητήσει την παροχή πιστοποιητικού εργασίας. Το “είδος” εξάλλου, της εργασίας, που αναφέρεται στο νόμο, για το οποίο ο εργοδότης υποχρεούται να παράσχει βεβαίωση, δεν αναφέρεται στο νομικό προσδιορισμό της εργασιακής σχέσης, αλλά στο αντικείμενο της εργασίας, την οποία ο εργαζόμενος παρείχε. Συνεπώς, για την επίκληση εφαρμογής της ως άνω διατάξεως του άρθρου 678 Α.Κ., αρκεί η ύπαρξη πραγματικής σχέσης εργασίας. Αντίθετη άποψη, θα αδικούσε τον εργαζόμενο, καθώς ο εργοδότης, που κατήρτισε την άκυρη σύμβαση και οπωσδήποτε ωφελήθηκε από την εργασία του μισθωτού, στερεί έτσι τον εργαζόμενο από τη δυνατότητα να αποδείξει στο νέο εργοδότη την προϋπηρεσία του και την εμπειρία, που απέκτησε, εξαιτίας της ενασχόλησής του στον κλάδο, στον οποίο απασχολείται (ΑΠ. 667/2012, ΝΟΜΟΣ).

Υπό την ισχύ, εξάλλου, του π.δ/τος 178/2002 (όπως και του προγενέστερου π.δ/τος 572/1988, άρθρο 3 παρ. 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών», βλ. ΑΠ 259/2006, ό.π.), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση, για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό, από το άρθρο 479 ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις, που ήταν ενεργείς κατά το χρόνο της μεταβίβασης της επιχείρησης (ΑΠ 318/1998, ΕΕργΔ 1999.355), συνεχίζονται με το νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, άσχετα από τη συναίνεση των εργαζόμενων (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 1994.1252). Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 “η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος”. Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-7- 1920. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας “τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας”. Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50, αντίστοιχη, προς προσαρμογή δε σ’ αυτή εκδόθηκε το 178/2002 Π.Δ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, και 4 παρ. 1, 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του Π.Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως “μεταβιβάζων” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα, του εργοδότη στην επιχείρηση, ενώ ως “διάδοχος” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Ο μεταβιβάζων, παράλληλα με το διάδοχο, παραμένει και μετά τη μεταβίβαση υπεύθυνος σε ολόκληρο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση ή από κανονισμούς εργασίας ή άλλη νόμιμη αιτία, όπως είναι η επιχειρησιακή συνήθεια, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει ( ΑΠ 1147/2017, ΝΟΜΟΣ).

Με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι την 27-09-2002 προσελήφθη από την πρώτη των εναγόμενων ανώνυμη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος με την ειδικότητα της πωλήτριας επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, με πλήρες ωράριο, έναντι μηνιαίου μισθού, ύψους 1.180,00 ευρώ (μικτές αποδοχές). Ότι, από το έτος 2011 η εναγομένη καθυστερούσε να της καταβάλλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της και παρέλειψε να της χορηγήσει ολόκληρη την προβλεπόμενη άδεια κατά το έτος 2014, παρόλο που την ζήτησε, χωρίς να της καταβάλει αποδοχές λόγω μη ληφθείσας αδείας. Ότι, η καθυστέρηση των δεδουλευμένων συνεχίστηκε μέχρι την 02-02-2015, οπότε η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μεταβιβάστηκε στο σύνολό της στο δεύτερο των εναγομένων, ο οποίος τυγχάνει μέλος του Δ.Σ. της πρώτης, αλλά και υιός του προέδρου του Δ.Σ. ……….. και της αντιπροέδρου ………….. Ότι, οι εργαζόμενοι της πρώτης των εναγομένων, όπως κι η ίδια η ενάγουσα μεταφέρθηκαν με το ίδιο εργασιακό καθεστώς στο δεύτερο των εναγομένων. Ότι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας στο δεύτερο των εναγομένων περί καταβολής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, η ενάγουσα την 18-06-2016 αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό και κατόπιν της παραίτησης από του δικογράφου της αγωγής ως προς την πρώτη εναγομένη, η ενάγουσα ζητά, με προσωρινό εκτελεστή απόφαση, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, α) να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 11.138,14 ευρώ που αναλύεται ως εξής : α) Το ποσό των 10.005,34 για δεδουλευμένες αποδοχές και β) το ποσό των 1.132,80 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας έτους 2014, νομιμοτόκως από τότε που κάθε αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, β) να υποχρεωθεί ο δεύτερος των εναγομένων να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της, καθώς και η διαγωγή της και να καταδικασθεί σε χρηματική ποινή, ύψους 500,00 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί στην ανωτέρω υποχρέωση, γ) να διαταχθεί σε βάρος του δεύτερου των εναγομένων προσωπική κράτηση, διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης και δ) να καταδικασθεί ο δεύτερος εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως εισάγεται [βλ. και ΑΠ 1412/2009 ΕΕργΔ 69(2010).216], καθ’ ύλην και κατά τόπον, προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2, 25 παρ. 2 και 664-676 ΚΠολΔ) – και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 325, 329, 353, 479, 648, 649, 652, 653, 655, 656, 678 του ΑΚ και σε αυτές των άρθρων 1 του Ν. 3302/2004, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, 3, 5 παρ. 1 εδ. β’ του Ν. 539/1945, 4 παρ. 1 π.δ. 178/2002, 6 Ν. 2112/1920, 18 Ν.1082/1980, 9 παρ. 1 του β.δ. της 16/18-07-1920, άρθρο 8 Ν.3514/1928, 4 παρ. 1 π.δ. 178/2002 και 176, 907, 908, 946 και 1047 του ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάσθηκε με επιμέλεια του δεύτερου εναγόμενου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος της ενάγουσας που εξετάσθηκε κατά την αρχική συνεδρίαση της 19ης-09-2017 και περιέχεται στα υπ’ αριθμ. 248/19-09-2017 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από τις υπ’ αριθμ. …./27-09-2018 και ……../27-09-2018 ένορκες βεβαιώσεις των …………… και …………., αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ευγενίας Λέου, που προσκομίζει κι επικαλείται ο δεύτερος εναγόμενος, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της ενάγουσας (βλ. την υπ’ αριθμ. ………../24-09-2018 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αριστείδη Μεραντζή) κι από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ.3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω κι αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (Α.Π. 139/20096 ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσελήφθη την 27-09-2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «………………», στον ……………, επί της οδού …………, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της πωλήτριας, στο ως άνω κατάστημα. Τον Ιούνιο του έτους 2003, η ανωτέρω εταιρία την μετέθεσε σε ομοειδές κατάστημά της στο ……….., επί της οδού ……………, στο οποίο παρέμεινε ως εργαζόμενη μέχρι τις αρχές του 2013, οπότε κι έκλεισε η επιχείρηση και την τοποθέτησε στο αρχικό κατάστημά της στον ………….. Η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της επί πενθήμερο εβδομαδιαίως από Τρίτη έως Σάββατο, με πλήρες ωράριο, από 09.30 το πρωί έως την 17.30, έναντι μηνιαίου μισθού, ύψους 1.180,00 ευρώ (μικτές αποδοχές). Το αντικείμενο της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας ήταν το εμπόριο ποτών, αναψυκτικών, νερών κι εισαγωγές επαγγελματικού εξοπλισμού. Ο, δε, δεύτερος εναγόμενος συμμετείχε στη διοίκηση της ανώνυμης εταιρίας από το 1997 έως το 2014 και ήταν υιός του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, ………. και  της αντιπροέδρου …………. Το έτος 2011 η εργοδότρια εταιρία καθυστερούσε στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας και την 02-02-2015 η επιχείρηση σταμάτησε τη λειτουργία της, ενώ με την υπ’ αριθμ. 2047/20-05-2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Ο, δε, δεύτερος εναγόμενος το έτος 2013 ξεκίνησε εμπορική δραστηριότητα σε διπλανό κατάστημα από αυτό της πρώτης εναγομένης, με αντικείμενο την πώληση χύμα οινοπνευματωδών ποτών, ξηρών καρπών και ζαχαρωδών προϊόντων με λιανικό χαρακτήρα. Ουσιαστικά, όμως, κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία (02-02-2015) η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας μεταβιβάσθηκε στο σύνολό της στο δεύτερο των εναγομένων, καθώς μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, η επιχείρηση από την οδό …………… μεταφέρθηκε ως εξοπλισμός κι εμπόρευμα στο διπλανό μαγαζί του δεύτερου εναγόμενου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η μάρτυρας της ενάγουσας (βλ. τα υπ’ αριθμ. 248/2018 πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου), ενώ, σε κάθε περίπτωση, τα ανωτέρω δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ο μάρτυρας του δεύτερου εναγόμενου, ……………, καθώς ο ίδιος παρείχε την εργασία του μέχρι και το καλοκαίρι του έτους 2014, στο δεύτερο εναγόμενο, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (βλ. την υπ’ αριθμ. ……./27-09-2018 προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Λέου). Επίσης, μαζί με την υλικοτεχνική υποδομή μεταβιβάσθηκε η φήμη κι η πελατεία της αρχικής εργοδότριας εταιρίας με το διακριτικό τίτλο «…………» στο δεύτερο εναγόμενο, αφού αφενός μεν η πελατεία κι οι προμηθευτές της παρέμειναν ως επί τω πλείστον οι ίδιοι, καθώς η ως άνω ανώνυμη εταιρία δραστηριοποιούνταν για πολλά έτη (από 1998 έως 2011) στον χώρο του εμπορίου, μεταβιβάζοντας κι άρα την τεχνογνωσία στο δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος ήταν μέλος του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης από το έτος 1997 κι επιπλέον τυγχάνει υιός του προέδρου και της αντιπροέδρου του Δ.Σ. της εταιρίας, του ……………. και της ……………, αντίστοιχα. Εξάλλου, ο δεύτερος εναγόμενος με την έναρξη της επιχείρησής του απασχόλησε το ίδιο προσωπικό που απασχολούσε η «……………….» και κατά τον χρόνο μεταβίβασης της εταιρίας στο δεύτερο εναγόμενο, η ανώνυμη εταιρία είχε ήδη περιορίσει τη δραστηριότητα της στο κατάστημα λιανικής πώλησης, επί της οδού …………… με ίδιο αντικείμενο με αυτό της επιχείρησης του δεύτερου εναγόμενου. Επομένως, εν προκειμένω στοιχειοθετούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος περί μεταβίβασης επιχείρησης (Π.Δ. 178/2002) και του άρθρου 479 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης συνέχισε να λειτουργεί σε όμορο κατάστημα, στον ………….., όπου μεταφέρθηκε ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός της, καθώς και τα εμπορεύματα αυτής, μαζί με την πελατεία, φήμη και τεχνογνωσία που έφερε καθόλη την χρονική διάρκεια της λειτουργίας της, την οποία απέκτησε κι ο δεύτερος εναγόμενος, ως μέλος του Δ.Σ. της «…………….», με κοινότητα οικονομικών συμφερόντων, στα πλαίσια της αρχικής οικογενειακής επιχείρησης. Εξάλλου, κι ο ίδιος ο δεύτερος εναγόμενος συνομολογεί με τις προτάσεις του ότι ανέλαβε την εξόφληση τυχόν οφειλών που εκκρεμούσαν από την παροχή εργασίας της ενάγουσας και έτερου εργαζόμενου, του κ. …………., από την παροχή της εργασίας τους στην «……………..» από κοινού με τη μητέρα του, …………, υπό την ιδιότητά τους ως μέλος κι Αντιπρόεδρος, αντίστοιχα, του Δ.Σ. της πρώτης των εναγομένων. Επίσης, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, την 02-02-2015 έλαβε χώρα η μεταβίβαση της επιχείρησης από την «……………..» στο δεύτερο εναγόμενο κι έκτοτε η ενάγουσα απασχολούνταν στο κατάστημά του ανελλιπώς μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2016, που παραιτήθηκε και την 20-05-2015 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2047/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία κήρυξε την «…………….» σε κατάσταση πτώχευσης. Άρα, εν προκειμένω, απορρίπτεται ως νόμω αβάσιμη η ένσταση που προέβαλε ο δεύτερος εναγόμενος, στηριζόμενη στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 6 του π.δ. 178/2002 – ισχυριζόμενος ότι οι εργαζόμενοί του προσελήφθησαν στην ατομική του επιχείρηση την 26-06-2015, όταν ήδη η «…………….» είχε ήδη κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, αποβλέποντας στην ολοσχερή διακοπή της λειτουργίας αυτής – καθώς η «………….» κηρύχθηκε σε πτώχευση μετά από τρεις και πλέον μήνες αφότου συντελέστηκε η μεταβίβαση της επιχείρησης κι η ενάγουσα συνέχισε να εργάζεται στην ατομική επιχείρηση του δεύτερου εναγόμενου μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης σε αυτόν μέχρι την ως άνω παραίτησή της. Επομένως, ο δεύτερος εναγόμενος ευθύνεται για τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις της ενάγουσας και συγκεκριμένα οφείλει να της καταβάλλει το α) το ποσό των 10.005,34 ευρώ, που συνίσταται σε 565,34 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2014 (1.180,00-614,66 ευρώ που έλαβε) και στο ποσό των 1180,00 ευρώ μηνιαίως για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου του έτους 2014 και μηνός Ιανουαρίου 2015, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου εκάστου δεδουλευμένου μηνός και β) το ποσό των 1.132,80 ευρώ, που συνίσταται στις αποδοχές μη ληφθείσας αδείας δέκα ημερών που ζήτησε η ενάγουσα για το μήνα Αύγουστο του έτους 2014, όπου συμπεριλαμβάνεται και η προσαύξηση του 100% (1.180,00 ευρώΧ25Χ10 ημέρες αδείαςΧΙ,2+100%), νομιμοτόκως από την 31-12-2014 μέχρι την πλήρη εξόφληση, απορριπτομένης της νόμιμης κατ’ άρθρο 416 ΑΚ ένστασης εξοφλήσεως που προέβαλε ο δεύτερος εναγόμενος ως ουσία αβάσιμης, καθώς από κανένα ιδιωτικό έγγραφο δεν προέκυψε ότι έχουν καταβληθεί οι δεδουλευμένες αποδοχές της, ούτε ο κ. …………….. στην υπ’ αριθμ. ………/2018 ένορκη βεβαίωσή του μπορεί μετά βεβαιότητος να γνωρίζει εάν η ενάγουσα έχει πλήρως εξοφληθεί, αλλά κι εάν οι ενδεχόμενες καταβολές στην ίδια αφορούν τις εν προκειμένω δεδουλευμένες αποδοχές ή παλαιότερες οφειλές του δεύτερου εναγόμενου προς την ίδια. Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η υπό κρίση αγωγή και να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος α) να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.005,34 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου εκάστου δεδουλευμένου μηνός, καθώς και το ποσό των 1.132,80 ευρώ, νομιμοτόκως από την 31-12-2014 μέχρι την πλήρη εξόφληση, β) να χορηγήσει στην ενάγουσα, κατ’ άρθρο 678 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η χρονική διάρκεια κι η ποιότητα της εργασίας της ενάγουσας, καθώς και η διαγωγή της, καταδικαζομένου του δεύτερου εναγόμενου σε χρηματική ποινή, ύψους 20,00 ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς του να συμμορφωθεί στην ως άνω υποχρέωσή του. Επίσης, πρέπει να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 3.000,00 ευρώ, καθώς κρίνεται ότι η καθυστέρηση, στην εκτέλεση μπορεί να επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, αφού η εργασία της ήταν το μόνο μέσο βιοπορισμού της, ενώ δεν κρίνεται απαραίτητη η προσωπική κράτηση του εναγομένου, ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησομένης αποφάσεως. Τέλος, ο δεύτερος εναγόμενος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΘΕΩΡΕΙ ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς την πρώτη εναγόμενη.

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το δεύτερο εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα χιλιάδων πέντε ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών του ευρώ (10.005,34 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου εκάστου δεδουλευμένου μηνός, καθώς και το ποσό των χιλίων εκατόν τριάντα δύο ευρώ και ογδόντα λεπτών του ευρώ (1.132,80) ευρώ, νομιμοτόκως από την 31-12-2014 μέχρι την πλήρη εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το δεύτερο εναγόμενο να χορηγήσει στην ενάγουσα πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η χρονική διάρκεια κι η ποιότητα της εργασίας της ενάγουσας, καθώς και η διαγωγή της, διαφορετικά και σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς του καταδικάζει το δεύτερο εναγόμενο σε χρηματική ποινή ποσού, είκοσι (20) ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς του να συμμορφωθεί στην ως άνω υποχρέωσή του.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το δεύτερο εναγόμενο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, την 21/11/2018.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies