Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Για την πληρότητα ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος πρέπει αφενός μεν να προτείνονται από τον ενιστάμενο τα πραγματικά περιστατικά που, αν αποδειχθούν αληθινά, αποτελούν κατάχρηση, αφετέρου δε να γίνεται επίκληση της καταχρήσεως που προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και να διατυπώνεται συνάμα αίτημα απορρίψεως της αντικρουόμενης αξιώσεως και για την αιτία αυτή. Απορρίπτει ως αόριστη ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Δεδουλευμένες αποδοχές, εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, νυχτερινή εργασία. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 2.912,90 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Αποφάσεως
2410/2010
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ελένη Γκορέζη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Αντωνία Λαμπροπούλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24/09/2010 για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του ενάγοντος: ………….., κατοίκου ………….. Αττικής (οδός …………., αρ. …..), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.
Της εναγόμενης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……………..» και διακριτικό τίτλο «……………», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός …………., αριθμ. …) και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κανέλος Γιαννικόπουλος.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 31-03-2009 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό καταθέσεως ………/2009 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……../2009, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 10-03-2010 και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, στην υπό κρίση αγωγή του, εκθέτει ότι είχε προσληφθεί από την εναγομένη, η οποία διατηρεί κατάστημα εστιατόριο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και παρείχε τις υπηρεσίες του σε αυτόν ως αρχιμάγειρας κατά το χρονικό διάστημα από 25-8-2008 έως 16-1-2009, οπότε η σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε από την εναγομένη χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Ότι αν και είχε συμφωνήσει να εργάζεται σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, εργαζόταν, και τις επτά ημέρες της εβδομάδας, από τις 12 το μεσημέρι έως την 2.00 π.μ., όπως αναλυτικά αναφέρει στο αγωγικό δικόγραφο χωρίς να αμείβεται για την εργασία πέραν του οκταώρου, τα Σάββατα, τις Κυριακές, την νυκτερινή του εργασία και χωρίς να λαμβάνει επίδομα γάμου και πλήρως τα επιδόματα εορτών. Ζητά, ως εκ τούτου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 16-1-2009 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, λόγω της άκυρης καταγγελίας άλλως εφόσον η καταγγελία κριθεί έγκυρη την αποζημίωση καταγγελίας, όπως αναλυτικά στο δικόγραφο περιγράφει τα αιτούμενα ποσά, να υποχρεωθεί η εναγομένη, λόγω της μεταξύ τους σύμβασης αλλά και επικουρικά δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού στην περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης άλλως λόγω αδικοπραξίας από την προσβολή της προσωπικότητάς του και την επαγγελματική του μείωση από την μη καταβολή των δεδουλευμένων και την καταγγελία της σύμβασης, να του καταβάλει με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, τα ποσά που αναλυτικά στην αγωγή της αναφέρει και αντιστοιχούν σε εργασία πέραν του οκταώρου, εργασία τις Κυριακές, Σάββατα, επίδομα γάμου, επιδόματα εορτών και αδείας, αποζημίωση για μη χορήγηση αδείας, εργασία νυκτερινή, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντα από την επίδοση της απόφασης και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση υποχρέωσης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να παραδώσει στον ενάγοντα το βιβλιάριο υγείας του που παρακρατεί με απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση της υποχρέωσης αυτής και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη.
Η αγωγή αρμοδίως καθ’ύλη και κατά τόπο εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 16 αρ. 2 και 663 – 676 ΚΠολΔ). Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 648 ΑΚ, 904 επ. ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, 907, 908, 176 ΚΠολΔ, β.δ. 748/1966, ν.δ. 3755/57, κοινή υπουργική απόφαση 8900/46, 25825/51, 3385/2005, ν. 435/1976, ν. 539/45, ν. 3302/2004, ν. 1082/80, Κοιν.Υπ. απ. 19040/81, π.δ. 88/99, ΥΑ 18310/46, 1, 2, 2112/20, 5 ν. 3198/55. Δεν είναι νόμιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λόγω αδικοπραξίας όσον αφορά στο σκέλος της μη καταβολής δεδουλευμένων, καθόσον η μη καταβολή δεδουλευμένων συνιστά παραβίαση συμβατική υποχρέωσης και όχι αδικοπρακτική συμπεριφορά (ΕφΠειρ. 1 17/2003ΔΕΕ 2003 1248). Είναι όμως νόμιμη η αδικοπρακτική βάση και το αίτημα καταβολής ηθικής βλάβης, όσον αφορά το σκέλος της προσβολής προσωπικότητας από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 914 επ, 932, 59 ΑΚ. Πρέπει, επομένως η αγωγή, να ερευνηθεί για να κριθεί η ουσιαστική βασιμότητα των επί μέρους κονδυλίων της, δεδομένου ότι το αντικείμενό της έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. τα με αριθμούς ………., …………, ………., …………, ……….., αγωγόσημα με τα επικολληθέντα επ’ αυτών ένσημα υπέρ του Τ.Π.Δ.Α. και του ΤΝ).
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ’ απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Από τα ως άνω συνάγεται ότι για την πληρότητα ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος πρέπει αφενός μεν να προτείνονται από τον ενιστάμενο τα πραγματικά περιστατικά που, αν αποδειχθούν αληθινά, αποτελούν κατάχρηση, αφετέρου δε να γίνεται επίκληση της καταχρήσεως που προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και να διατυπώνεται συνάμα αίτημα απορρίψεως της αντικρουόμενης αξιώσεως και για την αιτία αυτή (ΟλΑ.Π 472/1983 ΝοΒ 32-50, ΑΠ 1236/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ Α.Π 769/2000 ΕλλΔ/νη 42-110). Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά αλλά και με τις προτάσεις της προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά την αγωγή του και καθ’ υπέρβαση των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., διότι ο ενάγων είχε υπογράψει εξοφλητικές αποδείξεις για όλα τα αιτούμενα κονδύλια, είχε αντισυναδελφική συμπεριφορά κατά την διάρκεια της εργασίας του και αποχώρησε οικειοθελώς εν ώρα λειτουργίας του εστιατορίου για να προκαλέσει φθορά στην επιχείρηση. Ο ανωτέρω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος καθόσον τα ανωτέρω πραγματικά αυτά περιστατικά δεν αρκούν από μόνα τους για να θεμελιώσουν το πραγματικό του κανόνα το άρθρου 281 Α.Κ. αφού αποτελούν στην πραγματικότητα τους ισχυρισμούς της άρνησης της αγωγής που θα εξετασθούν κατωτέρω, δεν εκτίθεται δε από την εναγομένη, κανένα επιπλέον περιστατικό που να στοιχειοθετεί τα στοιχεία του άρθρου 281 ΑΚ, όπως ανωτέρω αναλύθηκαν αλλά και περαιτέρω πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς του ενάγοντα, από τα οποία να της δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα που ήδη ασκεί.
Από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, και τις ομολογίες που εμπεριέχονται στις προτάσεις των διαδίκων ή συνάγονται από αυτές (άρθρο 261 σε συνδ. με 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), από τις υπ’ αριθμ. ……..-………..-…………/23-9-2010 και ………./29-9-2010 ένορκες εξετάσεις μαρτύρων του ενάγοντα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζονται παραδεκτά και νόμιμα μετά από κλήτευση της εναγομένης (βλ. την με αριθμό …………/14-9-2010 έκθεση επίδοσης κλήσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κων/νου Λεράκη για τις πρώτες και με δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά για την δεύτερη) και από τις υπ’ αριθμ. ………-……….-………./23-9-2010 ένορκες εξετάσεις μαρτύρων της εναγομένης ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολέτας Γυφτοπούλου, που προσκομίζεται παραδεκτά και νόμιμα μετά από κλήτευση της ενάγουσας (βλ. τις με αριθμούς …………/16-9-2010 και ……../17-9-2010 έκθεση επίδοσης κλήσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Νικόλαου Ρουμάνα), πλην των με αριθμούς ………-………./28-9-2010 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που προσκομίζει η εναγομένη καθώς αυτές λήφθηκαν μετά την συζήτηση της αγωγής, ενώπιον της προθεσμίας προσθήκης- αντίκρουσης, όχι για την αντίκρουση ισχυρισμών του ενάγοντα που προβλήθηκαν για πρώτη φορά στο ακροατήριο ή με τις προτάσεις του αλλά προς αντίκρουση ισχυρισμών που προέβαλε ο ενάγων στην αγωγή του και επομένως αποτελούν απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 66/2007, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην επιχείρηση εστιατόριο που διαθέτει στο ……….., ως μάγειρας Γ, με μισθό 1.110,85 ευρώ, την 25-8-2008 και εργάσθηκε εκεί μέχρι και την 16-1-2009, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι προσελήφθη από την εναγομένη ως αρχιμάγειρας δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε προσλάβει ως μάγειρα Α τον κ. ……….., ο οποίος οργάνωνε, συντόνιζε και επέβλεπε τις κουζίνες και των υπολοίπων εστιατορίων της εναγομένης, έκανε τον ποιοτικό έλεγχο των πιάτων, το κλείσιμο της κουζίνας, διαχειριζόταν τα παράπονα πελατών και προσωπικού, αναρτούσε το πρόγραμμα εργασίας του προσωπικού. Το γεγονός δε ότι κατά τις ώρες απουσίας του κ. ………., ο ενάγων ήταν υπεύθυνος για την λειτουργία της κουζίνας και την προετοιμασία των πιάτων, δεν τον καθιστά αρχιμάγειρα, αφού την ευθύνη και εποπτεία της κουζίνας, όπως ανωτέρω αναλύθηκε είχε ο κ. …………, τα καθήκοντα δε που ανωτέρω αναλύθηκαν και έχει ο μάγειρας Α, όχι μόνο δεν απέδειξε ότι εκτελούσε ο ενάγων αλλά δεν τα αναφέρει ούτε και στο αγωγικό του δικόγραφο περιοριζόμενος μόνο στην ευθύνη του κατά την παρασκευή των πιάτων τις ώρες λειτουργίας της κουζίνας. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι είχε συμφωνήσει να λαμβάνει και ελάμβανε ως μισθό το ποσό των 1862,20 ευρώ μεικτών, δεν αποδείχθηκε, αφού από τις προσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις με την υπογραφή του προκύπτει ως μισθός το ποσό των 1110,85 ευρώ, τις αποδείξεις δε αυτές ο ενάγων το πρώτον κατά την συζήτηση της υπόθεσης αμφισβήτησε καθώς μέχρι αυτήν (την συζήτηση δηλ. της υπόθεσης) δεν είχε κάνει καταγγελία ούτε στην επιθεώρηση εργασίας, ο ισχυρισμός του δε ότι τις υπέγραψε κατόπιν απειλών από την εναγομένη δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ο εκπρόσωπος της εναγομένης κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του την 16-1-2001 για λόγους εκδίκησης επειδή ο ίδιος πίεζε την εναγομένη να τον τακτοποιήσει ασφαλιστικά με βάση τον μισθό των 1862,20 ευρώ καθώς επίσης και για την καταβολή ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λόγω διαφωνιών που είχε με τον μάγειρα Α, κ. ………… αλλά και διαφωνιών με έτερους εργαζόμενους για τον τρόπο λειτουργίας στην κουζίνα του εστιατορίου, αποχώρησε από την εργασία του την 16-1-2009 οικειοθελώς. Επομένως τα κονδύλια περί μισθών υπερημερίας ή αποζημίωσης καταγγελίας είναι απορριπτέα και συνακόλουθα με αυτά απορριπτέο είναι το αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντα από την επίδοση της απόφασης και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση υποχρέωσης καθώς επίσης και το κονδύλιο για ηθική βλάβη από την προσβολή της προσωπικότητας του από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν πέντε ημέρες την εβδομάδα από την 5.00 μ.μ. έως την 1.00 π.μ., εργαζόταν δε και Σάββατα και Κυριακές. Ειδικότερα, από τις επίσημες καταστάσεις εβδομαδιαίας ανάπαυσης προσωπικού που έχουν υπογραφεί από όλους τους εργαζόμενους και από τον ενάγοντα, προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα εργασίας του εργάσθηκε 21 Σάββατα, 13 Κυριακές και 73 ημέρες εντός του πενθημέρου, δεδομένου ότι τις υπόλοιπες ημέρες λάμβανε την αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι εργαζόταν από τις 12 το μεσημέρι καθώς παραλάμβανε τα τρόφιμα που παραγγέλνανε, τα ζύγιζε και τοποθετούσε στις αποθήκες και στα ψυγεία, έκανε προετοιμασία μαγειρευτών φαγητών και κρύων πιάτων και έδινε στους βοηθούς του οδηγίες για την παρασκευή ή προπαρασκευή πιάτων, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια ότι η παραλαβή των τροφίμων γινόταν τις πρωινές ώρες μεταξύ 6.00 π.μ. και 9.00 π.μ. και όχι μετά τις 12.00, όπως ο ενάγων επικαλείται. Όσον αφορά στην προετοιμασία της κουζίνας, πέραν του ότι ως ισχυρισμός αποδεικνύει την απασχόλησή του ως μάγειρα γ, αφού η προετοιμασία σαλτσών, κρύων πιάτων και γλυκών δεν γίνεται από τον αρχιμάγειρα αλλά από τους λοιπούς μάγειρες της κουζίνας, δεν αποδεικνύεται ότι απαιτούνταν να γίνεται από τις 12.00 το μεσημέρι για την λειτουργία του εστιατορίου τις βραδινές ώρες. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι εργαζόταν και για την εξυπηρέτηση του εστιατορίου τις μεσημεριανές ώρες δεν αποδείχθηκε αφού προέκυψε ότι είχε προσληφθεί για την λειτουργία τις κουζίνας κατά την απογευματινή βάρδια, ήτοι τις βραδινές ώρες. Επομένως το σχετικό κονδύλιο για υπερωριακή εργασία είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. Όσον αφορά στο επίδομα γάμου, όπως προκύπτει από τις εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας αυτό καταβαλλόταν στον ενάγοντα και επομένως το σχετικό κονδύλιο είναι απορριπτέο. Όσον αφορά στο επίδομα Χριστουγέννων αυτό καταβλήθηκε ορθά στον ενάγοντα βάση του μισθού που λάμβανε και το σχετικό κονδύλιο είναι απορριπτέο. Τέλος, όσον αφορά στον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι συμφώνησε με την εναγομένη να του παρέχει καθημερινά γεύμα συνολικής αξίας 5 ευρώ, τούτο δεν αποδείχθηκε ως ειδική συμφωνία πρόσθετη ώστε να πρέπει η αξία του γεύματος να συμπεριληφθεί στον μηνιαίο μισθό.
Επομένως οφείλονται στον ενάγοντα τα κάτωθι ποσά για την εργασία του το ανωτέρω χρονικό διάστημα που δεν του έχουν καταβληθεί: 1. Μισθός Ιανουαρίου που δεν του έχει καταβληθεί για τις 16 ημέρες εργασίας του: 710,944 (44,43 το ημερομίσθιο). 2. Για επίδομα Πάσχα 2009 που δεν του καταβλήθηκε 74 ευρώ (1/15 του μισού μηνιαίου μισθού για κάθε 8 ημέρες διάρκειας εργασιακής σχέσης από 1-1-2009 έως 16-1-2009, οπότε και η εργασιακή σχέση έληξε). 3. Ο ενάγων εργάσθηκε 21 Σάββατα για τα οποία δεν προκύπτει ότι έχει εξοφληθεί και πρέπει να του καταβληθούν με βάσει τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ήτοι το ποσό που θα λάμβανε οποιοσδήποτε άλλος εργαζόμενος χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα. Επομένως νόμιμος μισθός 892,65 ευρώ συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας που δεν είναι προσωποπαγές, ημερομίσθιο 35,706 και ωρομίσθιο 5,35 ευρώ χ 8 ώρες = 42,84 ευρώ x 21 Σάββατα = 899,80 ευρώ 4. Προσαύξηση νυκτερινής εργασίας κατά τα Σάββατα, 21 Σάββατα χ 3 ώρες νυκτερινής εργασίας 63 ώρες χ 5,35 χ 25% = 84.26 ευρώ. 5. Για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας κατά τις ημέρες του πενθημέρου. Ο ενάγων εργάσθηκε 73 ημέρες από τις ημέρες του πενθημέρου στο χρονικό αυτό διάστημα x 3 ώρες νυκτερινής εργασίας = 219 ώρες νυκτερινής εργασίας. Επομένως 6,67 ωρομίσθιο χ 219 χ 25% = 365,18 ευρώ Από τις προσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις συνάγεται ότι ο ενάγων έχει λάβει για την αιτία αυτή το ποσό των 175,24 ευρώ και επομένως του οφείλεται το ποσό των 189,94 ευρώ. 6. Ο ενάγων στο χρονικό αυτό διάστημα εργάσθηκε 10 Κυριακές. Δεδομένου ότι λάμβανε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης του οφείλεται μόνο η προσαύξηση 75%. Επομένως του οφείλεται 44,43 ημερομίσθιο x 75% = 33,32 χ 10 = 333,22 ευρώ, του έχουν καταβληθεί για την αιτία αυτή 140,2 και επομένως του οφείλονται 193,02 ευρώ. 7. Για προσαύξηση κατά την νυκτερινή εργασία των Κυριακών, του οφείλεται 6,67 ωρομίσθιο x 25% = 1,67 χ 3 ώρες = 5,01 χ 10 Κυριακές= 50,1 ευρώ. 8. Για άδεια και επίδομα αδείας. Για το έτος 2008 οφείλεται στον ενάγοντα το ποσό των 355,422 ευρώ (2/25 μηνιαίου μισθού για κάθε μήνα απασχόλησης) και 355,422 για επίδομα αδείας. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ζητούσε την άδεια από την εναγομένη και η τελευταία δεν του την χορηγούσε ώστε να του χορηγηθεί το ποσό των αποδοχών αδείας διπλασιασμένο, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο και επομένως δεν οφείλεται στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό για την αιτία αυτή. Τέλος όσον αφορά στο αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη να παραδώσει στον ενάγοντα το βιβλιάριο υγείας του, είναι απορριπτέο καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη παρακρατά το βιβλιάριο του ενάγοντα αλλά αντίθετα ο τελευταίος αρνείται να το παραλάβει παρά τις κλήσεις της εναγομένης προς τούτο. Κατόπιν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, και να υποχρεωθεί η εναγομένη, να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 2.912,908 ευρώ (710,944 + 74 + 899,80 + 84,26 + 189,94 + 193,02 + 50,01 + 355,422 + 355,22), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η παρούσα δεν κρίνεται ότι συντρέχει λόγος να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή καθώς δεν προέκυψε ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα βλάψει ανεπανόρθωτα τον ενάγοντα (908 ΚΠολΔ) και τέλος η εναγομένη πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος ανάλογα με την ήττα της (176, 178 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε στο σκεπτικό απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων εννιακοσίων δώδεκα ευρώ και εννιακοσίων οκτώ λεπτών (2.912,908) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Καταδικάζει την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των εκατό (100) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του στην Αθήνα, την 10-11-2010.
