Τελευταία ενημέρωση: 12 Μαΐου 2022
Περίληψη: Οδηγοί τουριστικών λεωφορείων. Απασχόληση πέρα από τα επιτρεπόμενα ανώτατα χρονικά όρια εργασίας. Ορισμένο αγωγής, με την οποία ζητείται αμοιβή λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης. Η απασχόληση του μισθωτού κατά το Σάββατο, ως έκτη ημέρα εργασίας, συνιστά υπερωριακή εργασία, μόνο εάν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης. Ο εργαζόμενος το Σάββατο, ως 6η ημέρα, δεν δικαιούται επιπλέον ημέρα ανάπαυσης ούτε ιδιαίτερη αποζημίωση σε περίπτωση μη χορήγησής της, όπως, αντιθέτως, ισχύει για τους εργαζόμενους τις Κυριακές. Δεν χωρεί παραίτηση του μισθωτού από αξιώσεις του για αποζημίωση παράνομης υπερωριακής απασχόλησής του. Επίσχεση εργασίας. Απορρίπτει ένσταση εξόφλησης της εναγόμενης ως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζεται το ύψος των υπέρτερων των νομίμων μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και πώς καταλογίστηκε αυτό εκ μέρους της εναγόμενης στις επίδικες αξιώσεις, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι τέτοιου είδους συμφωνία είναι άκυρη ως προς την υπερωριακή απασχόληση. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 93.528,18 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός αποφάσεως
2523/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Χατζάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Αλίκη Πάτσιου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20.2.2015 για να δικάσει την υπόθεση:
Του ενάγοντος ………, κατοίκου …… Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.
Της εναγόμενης ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία ……, που εδρεύει στα …… Αττικής και εκπροσωπείται νομίμως, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Γκίνη.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 27.1.2014 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό ……/……/28.1.14, προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 29.9.2014 μετά από αναβολή για την παρούσα και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Κατά την συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ
Ι. Α)Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα σε αυτήν ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ (ΥΑ
11770/20.3.1984, ΦΕΚ Β’ 181 – ΔΕΝ 1984 σελ. 155), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε, από 1.1.1984, σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι για τον υπολογισμό της υπερωριακής απασχόλησης λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή απασχόληση, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα (ή πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως, για όσους απασχολούνται με εργασία έξι ημερών την εβδομάδα), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 «Προώθηση της απασχόλησης και άλλες διατάξεις», από 1.4.2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών την εβδομάδα, καταργείται η, κατά την κρίση του εργοδότη, υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε ωρών την εβδομάδα (παρ. 1), σε τέτοιες επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού με αντίστοιχη υποχρέωση του τελευταίου, για παροχή εργασίας για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η, 43η ώρα) την εβδομάδα η οποία ορίζεται ως ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση (παρ. 2), η απασχόληση του μισθωτού, πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα, θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης (παρ. 3), οι μισθωτοί, που απασχολούνται υπερωριακά, δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, για την πέραν δε των 120 ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976 (παρ. 4), τέλος, ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας. Η έκφραση, όμως, του ως άνω νόμου ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνον η υπέρβαση του ανωτάτου νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας. Έτσι, υπερωρία εξακολουθεί να αποτελεί και η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου εργασίας της ημέρας, το οποίο και μετά την 1.4.2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρύθμισης, εξακολουθεί να είναι το 8ωρο (ή το 9ωρο επί πενθημέρου) (βλ. Α. Χαλαμάνη, Η υπερωριακή απασχόληση των μισθωτών, ΔΕΝ 2001.41, X. Πετίνη, ΔΕΝ 2002. 508). Εξ άλλου, με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005, που ισχύει από 1/10/2005, τροποποιήθηκε το ως άνω άρθρο του ν. 2874/2000, επανορίσθηκε ότι οι πρώτες πέντε ώρες μετά τη συμπλήρωση του συμβατικού ωραρίου των 40 ωρών (οκτώ ώρες για όσους ισχύει σύστημα εργασίας έξι εργάσιμων ημερών την εβδομάδα και εννέα ώρες για όσους ισχύει πενθήμερο) αποτελούν υπερεργασία, η οποία αμείβεται με προσαύξηση 25% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, ότι η πέραν των 45 ωρών (ή 48 ωρών αντίστοιχα) απασχόληση, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, αποτελεί κατ’ εξαίρεση υπερωρία, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% και ότι διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, για την πληρότητα του δικογράφου αγωγής (άρθρα 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 του ΚΠολΔ), με την οποία ζητείται αμοιβή λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, θα πρέπει να εκτίθενται είτε οι ώρες της ημερήσιας εργασίας, έτσι ώστε να προκύπτει ότι αυτή υπερβαίνει, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, τις εννέα (9) ώρες ημερησίως, είτε οι ώρες της εβδομαδιαίας εργασίας, έτσι ώστε, υπό το καθεστώς του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000, δηλαδή μετά την 1.4.2001, να προκύπτει ότι αυτή υπερβαίνει τις 43 ώρες την εβδομάδα (ΑΠ 24/2000 ΔΕΝ 2000.851, ΑΠ 119/1997 ΔΕΝ 1998.17, ΕφΘεσ 1326/1999 ΔΕΝ 2000.28, ΕφΘεσ 1403/1994 ΔΕΝ 1994.1155) και τις 45 ώρες την εβδομάδα μετά την 1/10/2005, οπότε τροποποιήθηκε η προαναφερθείσα διάταξη από τον ν. 3385/2005, σε καμία, όμως, περίπτωση δεν αρκεί για το ορισμένο της σχετικής αγωγής η αναφορά του συνολικού αριθμού των ωρών της παράνομης υπερωρίας ανά μήνα και μόνο. Η απασχόληση του μισθωτού κατά το Σάββατο, ως έκτη ημέρα εργασίας, συνιστά υπερωριακή εργασία, μόνο εάν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης [βλ. ΑΠ 413/2008 ΔΕΝ 64(2008). 1268, ΑΠ 2125/2007 ΔΕΝ 64(2008).182, ΑΠ 45/2006 ΕλΔ 47(2006).1395, ΕΕργΔ 65(2006).926, ΝοΒ 54(2006).131, ΑΠ 804/2003 ΔΕΝ 2003.1387, ΑΠ 1253/2002 ΔΕΝ 2002.1634, ΑΠ 1207/2002 ΔΕΝ 2002.1631, ΑΠ 1331/2001 ΔΕΝ 2002.1637, ΑΠ 1256/2000 ΔΕΝ 2002.1637, ΑΠ 1181/2000 ΔΕΝ 2002.1629, ΑΠ 124/1998 ΔΕΝ 2000,1529, ΑΠ 119/1997 ΔΕΝ 1998.17). Ήδη δε, κατόπιν του άρθρου 74 παρ. 10 ν.3863/10, που τροποποίησε το άρθρο 1 παρ.1 ν.3385/05, το άρθρο 4 ν.2874/2000 έχει ως εξής: “1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%). 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)”. Β)Επιπλέον, σε συνάφεια με τα ανωτέρω, σε περίπτωση εφαρμογής του συστήματος της πενθήμερης εργασίας, για την απασχόληση το Σάββατο, που θεωρείται ημέρα αναπαύσεως του μισθωτού και δεν συνυπολογίζεται στην εβδομαδιαία απασχόλησή του για την εξεύρεση των ωρών υπερεργασίας και υπερωρίας σε εβδομαδιαία βάση, τότε αυτός δικαιούται, ως ιδιαίτερη αμοιβή, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού (ΑΠ 1207/02 ΕλλΔνη 44.161, ΑΠ 1331/2001 ΕλλΔνη 42.1591, ΑΠ 679/2001 ΕλλΔνη 42.1590, ΑΠ 229/2001 ΕλλΔνη 42.1591, ΑΠ 1224/99 ΕλλΔνη 42.406, ΑΠ 545/2000 ΕλλΔνη 41.1614, ΑΠ 1164/95 ΔΕΝ 1995.1366, ΕΑ 810/2001 ΕλλΔνη 42.1381, ΕφΠατρ 321/2003 αδημ., Εφ Πατρ 410/99 ΑχΝομ 2000.474). Ενώ, περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του β.δ.748/66 συνάγεται ότι ο εργαζόμενος το Σάββατο, ως 6η ημέρα, δεν δικαιούται επιπλέον ημέρα αναπαύσεως ούτε ιδιαίτερη αποζημίωση σε περίπτωση μη χορηγήσεώς της, όπως, αντιθέτως, ορίζεται ειδικώς στο άνω διάταγμα για τους εργαζόμενους τις Κυριακές ή για τους εργαζόμενους του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ (ΠΝΠ από 30.12.1980, που κυρώθηκε με το ν. 1157/81) ή όταν ορίζεται άλλως από τις οικείες κλαδικές ή ειδικές ΣΣΕ (ΑΠ 331/2003 ο.π., ΑΠ 1253/2002 ο.π., ΕΑ 8262/95 ΔΕΝ 58.1638). Ήδη δε με το άρθρο 8 ν.3846/10 ορίζεται ότι “Η εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή οι απασχολούμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις”. Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εκθέτει τα εξής: Ότι προσελήφθη και απασχολήθηκε από την εναγόμενη ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης. Ότι η εναγόμενη δεν του κατέβαλε προσηκόντως τις δεδουλευμένες αποδοχές του, καθώς και τα οφειλόμενα σ’ αυτόν εκ του νόμου για την παρασχεθείσα εκ μέρους του εργασία καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, για νυκτερινή εργασία και για εργασία Σάββατα, ενώ δεν του χορήγησε άδεια το 2013 και δεν του κατέβαλε επίδομα αδείας έτους 2013, με συνέπεια να προβεί σε επίσχεση εργασίας από 25.10.13. Βάσει του ιστορικού αυτού ο ενάγων ζητεί: α)να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για τις ανωτέρω επιμέρους αιτίες το συνολικό ποσό των 93.528,18 ευρώ ως δεδουλευμένες αποδοχές, αμοιβή υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης τις εργάσιμες μέρες, αμοιβή για εργασία τα Σάββατα και νύκτα, αποζημίωση λόγω μη χορηγήσεως αδείας και επίδομα αδείας έτους 2013 και αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα της επίσχεσης, πλέον τόκων και β)να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή. Με το άνω περιεχόμενο η αγωγή εισάγεται παραδεκτώς και αρμοδίως προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 14 παρ. 2, 16 παρ. 2, 218 και 663 επ. ΚΠολΔ) και είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 648 επ., 904επ ΑΚ, 176, 907, 908 παρ.1ε ΚΠολΔ, αρθ.1-3 ΑΥΟικΕργ 19040/81, 2 παρ.1,3- 5, 3, 5 παρ.1 του α.ν. 539/45, 3 παρ.16 του ν.4504/66, 249, 271 ν.4072/12, ΑΥΟικΕργ 8900/1946, ΑΥΟικΕργ 18310/1946, 2 ν.δ.3755/57, του β.δ.748/1966 και αρθ.1, 2, 3, 7, 8 ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις, υπό την επισήμανση ότι οι ένδικες αξιώσεις για αμοιβή υπερεργασίας και προσαυξήσεως λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης και για εργασία σαββατοκύριακα και αργίες απορρέουν ευθέως από τις προαναφερθείσες διατάξεις νόμου, υπό την έννοια ότι δεν προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση εργασίας, ενώ η ένδικη αξίωση επιδικάσεως αμοιβής για παράνομη υπερωριακή απασχόληση απορρέει ευθέως από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι σε περίπτωση παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, ο εργαζόμενος δικαιούται βάσει των άνω διατάξεων α)αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, συνιστάμενη στην ωφέλεια που αποκόμισε ο εργοδότης από τη μη απασχόληση άλλου εργαζόμενου υπό τις ίδιες συνθήκες, βάσει των συμφωνημένων ή καταβαλλομένων ως αντάλλαγμα της εργασίας αποδοχών και β)την άνω προσαύξηση επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, ενώ δεν χωρεί παραίτηση του μισθωτού από αξιώσεις του για αμοιβή παράνομης υπερωριακής απασχόλησής του. Μετά ταύτα, πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν, αφού επί του καταψηφιστικού αντικειμένου της προκαταβλήθηκε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (διπλότυπο εισπράξεως Δ.Ο.Υ. …… ……/24.2.2015 μετ’ επικολληθέντων ενσήμων ΤΝ και ΕΤΑΑ-ΤΠΔΑ).
ΙΙ. Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, των νομίμως επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από τους διαδίκους εγγράφων, καθώς και α)της υπ’ αριθ……./24.9.2014 ενόρκου βεβαιώσεως του …… …… ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, που δόθηκε κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της εναγόμενης από τον ενάγοντα, που εμπεριέχεται στην υπό κρίση αγωγή (σχετική ……/30.1.2014 έκθεση επιδόσεως αγωγής του δικαστικού επιμελητού Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη) και β)της υπ’ αριθ……./13.2.2015 ενόρκου βεβαιώσεως του …… …… ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, που δόθηκε κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του ενάγοντος από την εναγόμενη (σχετική ……/10.2.2015 έκθεση επιδόσεως της από 9.2.2015 κλήσεως- γνωστοποιήσεως μαρτύρων του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Πειραιώς, απεδείχθησαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα εξής: Η εναγόμενη εκμεταλλεύεται επιχείρηση τουριστικού γραφείου και διαθέτει ιδιόκτητα λεωφορεία για τη διενέργεια μεταφορών. Ο δε ενάγων είναι κάτοχος νομίμου αδείας άδειας ικανότητας οδηγήσεως κατηγορίας Δ από το 2007. Στο πλαίσιο των ανωτέρω, ο ενάγων προσελήφθη από την εναγόμενη στις 1.9.2009 (και όχι στις 15.3.2010 ως αναληθώς αναγράφεται στην από 17.7.2012 γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας του) ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχολήσεως. Οι δε συμφωνηθείσες μικτές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχοντο αληθώς σε ποσό 1.200 ευρώ και όχι σε 1.080 ευρώ, ως εσφαλμένως αναγράφεται στον λογαριασμό ασφαλισμένου ΙΚΑ του ενάγοντος. Τα ανωτέρω προσεπιβεβαιώνονται και από όσα εξέθεσε η εναγόμενη ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας κατά τη συζήτηση της από 17.10.2013 προσφυγής του ενάγοντος (σχετικό υπ’ αριθ……./2013 δελτίο εργατικής διαφοράς). Με την από 17.10.2013 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 18.10.2013, ο ενάγων την κάλεσε να του εξοφλήσει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του από τον Απρίλιο του 2013 και εντεύθεν εντός πέντε ημερών και δήλωσε ότι θα προβεί σε επίσχεση εργασίας μετά την πάροδο απράκτου της ταχθείσας προθεσμίας, το οποίο και έπραξε, με αποτέλεσμα από 25.10.2013 να τελεί νομίμως σε επίσχεση εργασίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εναγόμενη ούτε επικαλείται ούτε προσκομίζει αποδεικτικά εξοφλήσεως των άνω οφειλομένων (σχετικές …… και …… εκθέσεις επιδόσεως των από 17.10.13 και 25.10.13 εξωδίκων διαμαρτυριών του ενάγοντοες του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.Λεράκη). Πέραν τούτου, η εναγόμενη απασχολούσε τους οδηγούς της, συμπεριλαμβανομένου του ενάγοντος, σε βάρδιες διάρκειας δώδεκα ωρών, δηλαδή από 6πμ έως 6μμ και από 6μμ έως 6πμ, με συνέπεια οι οδηγοί να παρέχουν τις καθημερινές τακτικά εργασία πέραν του οκταώρου, ακόμη και νύκτα, σε περίπτωση απασχόλησής στην απογευματινή-βραδυνή βάρδια. Οι ανωτέρω περιστάσεις απασχόλησης του ενάγοντος προσεπιβεβαιώθηκαν και από τον εξετασθέντα ενόρκως στο ακροατήριο μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος εργαζόταν ως οδηγός στην ίδια επιχείρηση. Όμως, η εναγόμενη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα επιπλέον ποσά για την εργασία νύκτα και πέραν του ωραρίου των 40 ωρών εβδομαδιαίως. Επίσης, ο ενάγων εργαζόταν και δύο Σάββατα κάθε μήνα με το ίδιο, ως άνω, ωράριο, χωρίς να του καταβάλλεται επιπλέον αμοιβή για την εργασία αυτή. Επισημαίνεται ότι η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικώς τις ένδικες αξιώσεις του, διότι ελάμβανε μικτές μηνιαίες αποδοχές υπέρτερες των νομίμων ώστε να καλύπτονται οι αξιώσεις του για εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου και εκτός εργασίμων ημερών, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων κατά την πρόσληψη του ενάγοντος. Με το περιεχόμενο αυτό ο εν λόγω ισχυρισμός της εναγόμενης εκτιμάται ως ένσταση εξοφλήσεως εκ του άρθρου 416ΑΚ και όχι ως ένσταση εκ του άρθρου 281ΑΚ, αλλά κρίνεται απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζεται το ύψος των υπέρτερων των νομίμων μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και πώς καταλογίστηκε αυτό εκ μέρους της εναγόμενης στις επίδικες αξιώσεις, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι τέτοιου είδους συμφωνία είναι άκυρη ως προς την υπερωριακή απασχόληση (ΕφΑΘ4405/11 και 1782/11, βλ.και Στ.Βλαστό, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ.385επ). Κατόπιν των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εναγόμενη δεν προσκόμισε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η εξόφληση των επιδίκων αξιώσεων, καθώς και ότι χορήγησε αληθώς στον ενάγοντα άδεια και επίδομα αδείας το έτος 2013, ο ενάγων δικαιούται τα εξής ποσά: Α)Ως δεδουλευμένες μικτές αποδοχές για το χρονικό διάστημα 1.4.2013-24.10.2013 το συνολικό ποσό των 8.256 ευρώ. Β)Ως αμοιβή για απασχόληση επί 2 Σάββατα μηνιαίως κατά το χρονικό διάστημα 1.9.2010-24.10.13, και συνολικώς 76 Σάββατα επί 12 ώρες: 1)Για απασχόληση οκταώρου, βάσει ημερομισθίου 48 ευρώ, προσαυξημένου κατά 30%, το συνολικό ποσό των 4.742,40 ευρώ. 2)Για υπερωριακή απασχόληση πέραν του οκταώρου και δη, τεσσάρων ωρών για κάθε μέρα εργασίας, βάσει ωρομισθίου 7,20 ευρώ, προσαυξημένου κατά 30% και κατά 80%, το συνολικό ποσό των 5.121,79 ευρώ. Γ)Ως αμοιβή υπερεργασίας 5 ωρών κατά τις εργάσιμες μέρες της εβδομάδας και κατ’ εξαίρεση υπερωριών τις ίδιες μέρες (μετ’ αφαίρεση 4 εβδομάδων αδείας που έλαβε ο ενάγων έκαστο των ετών 2010, 2011 και 2012): 1)Από 1.9.09 έως 14.7.10, βάσει ωρομισθίου 7,20 ευρώ, προσαυξημένου κατά 25%, το συνολικό ποσό των 2.025 ευρώ για υπερεργασία 225 ωρών. 2)Από 15.7.10 έως 24.10.13, βάσει ωρομισθίου 7,20 ευρώ προσαυξημένου κατά 20%, το συνολικό ποσό των 6.868,80 ευρώ για υπερεργασία 675 ωρών. 3)Από 1.9.09 έως 14.7.10 για κατ’ εξαίρεση υπερωρίες 15 ωρών εβδομαδιαίως, βάσει ωρομισθίου 7,20 ευρώ, προσαυξημένου κατά 100%, το συνολικό ποσό των 9.720 ευρώ. Και 4)από 15.7.10 έως 24.10.13 για κατ’ εξαίρεση υπερωρίες 15 ωρών εβδομαδιαίως, βάσει ωρομισθίου 7,20 ευρώ, προσαυξημένου κατά 80%, το συνολικό ποσό των 30.909,60 ευρώ. Δ)Ως επίδομα αδείας έτους 2013 το ποσό 600 ευρώ και ως αποζημίωση λόγω μη χορηγήσεως αδείας το ίδιο έτος 2.400 ευρώ. Ε)Ως Ως προσαύξηση λόγω νυκτερινής εργασίας α)κατά τις εργάσιμες ημέρες επί 8 ώρες ημερησίως, δεδομένου ότι κάθε δεύτερη εβδομάδα ο ενάγων εργαζόταν την απογευματινή-βραδυνή βάρδια, ήτοι, συνολικώς, επί 40 ώρες εβδομαδιαίως και β)κατά τα Σάββατα επί 8 ώρες, δεδομένου ότι ο ενάγων εργαζόταν ένα Σάββατο την απογευματινή βάρδια, νομίμου ωρομισθίου 5,33 ευρώ, το συνολικό ποσό των 5.969,60 ευρώ. ΣΤ)Ως αποδοχές υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εκ μέρους του ενάγοντος, από 25.10.13 έως 24.10.14, το συνολικό ποσό των 14.400 ευρώ (μικτές μηνιαίες αποδοχές) πλέον επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων 2013 {αναλογία} 358 ευρώ, Πάσχα 2014 625 ευρώ, Χριστουγέννων 2014 {αναλογία} 931,99 ευρώ και επιδόματος αδείας 2014 600 ευρώ).
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα τα ανωτέρω επιμέρους ποσά, νομιμοτόκως α)από την επομένη του τέλους κάθε μήνα στον οποίο αφορά κάθε επιμέρους κονδύλιο δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών και μηνιαίων αποδοχών υπερημερίας συνεπεία επισχέσεως, αμοιβής για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωρίες, νυκτερινά και εργασία Σάββατα, β)από την επομένη του τέλους κάθε έτους για την αποζημίωση λόγω μη χορηγήσεως αδείας, τα επιδόματα αδείας και τα δώρα Χριστουγέννων και γ)από 30.4.14 για το δώρο Πάσχα 2014. Επιπλέον, πρέπει η παρούσα να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή α)κατά το οφειλόμενο ποσό των δεδουλευμένων αποδοχών και β)κατά το ήμισυ των οφειλομένων μηνιαίων αποδοχών υπερημερίας (άνευ των επιδομάτων εορτών και αδείας) και να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος λόγω ήττας της (ΚΠολΔ 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των ενενήντα τριών χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (93.528,18), νομιμοτόκως α)από την επομένη του τέλους κάθε μήνα στον οποίο αφορά κάθε επιμέρους κονδύλιο δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών και μηνιαίων αποδοχών υπερημερίας συνεπεία επισχέσεως, αμοιβής για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωρίες, νυκτερινά και εργασία Σάββατα, β)από την επομένη του τέλους κάθε έτους για την αποζημίωση λόγω μη χορηγήσεως αδείας, τα επιδόματα αδείας και τα δώρα
Χριστουγέννων και γ)από 30.4.14 για το δώρο Πάσχα 2014.
Κηρύσσει την παρούσα εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική διάταξη για α)ως προς τις δεδουλευμένες αποδοχές συνολικού ποσού οκτώ χιλιάδων διακοσίων πενήντα έξι (8.256) ευρώ και β)ως προς τις αποδοχές υπερημερίας συνεπεία επισχέσεως κατά το ποσό των επτά χιλιάδων διακοσίων (7.200) ευρώ.
Καταδικάζει την εναγόμενη στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος ποσού τριών χιλιάδων εξακοσίων είκοσι (3.620) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στην Αθήνα, στις 26-11-2015
