Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022

Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης. Έννοια και κριτήρια. Ευθύνη μεταβιβάζοντος και διαδόχου. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης δεν μεταβάλει κατά κανόνα την ταυτότητά της. Η κρίση για την διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Το χρονικό διάστημα των τριών μηνών δεν συνιστά μακρά διακοπή, απορριπτομένου του ισχυρισμού της δεύτερης εναγόμενης. Το γεγονός ότι η νέα επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης είχε άδεια ιδρύσεως ως εν γένει εστιατορίου δεν είναι κρίσιμο για την ύπαρξη ή μη «μεταβίβασης επιχείρησης» υπό την έννοια του π.δ/τος 178/2002, διότι τυγχάνει προεχόντως σημαντικός ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά την μεταβίβαση. Οποιαδήποτε πρόσθετη παρεχόμενη υπηρεσία από την επιχείρηση της δεύτερης εναγόμενης, συναφής ή μη με την κύρια, δεν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμο στοιχείο για την κατάφαση των νομικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων της ύπαρξης «μεταβίβασης επιχείρησης», αλλά εντάσσεται μόνο στην γενικότερη επιχειρηματική πολιτική της. Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Συνέχιση υπερημερίας στο πρόσωπο του διάδοχου εργοδότη. Επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 46.724,06 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ

2640/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαργίτσα Μιτζέλου – Θάνου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου, και την Γραμματέα Αικατερίνη Σπυροπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2015 για να δικάσει την υπόθεση:

Του ενάγοντος: ……. ……. ……., κατοίκου ……. Αττικής, ο οποίος παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου.

Των εναγομένων: 1] Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…….» και έδρα στην ……. Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2] ……. θυγ. ……. ……., κατοίκου ……. Αττικής, η οποία παρέστη μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αικατερίνης Μαϊχόσογλου.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 11-7-2014 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό καταθέσεως ……./……./2014, προσδιορίστηκε μετά από αναβολή για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εκφωνήθηκε από το πινάκιο.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, με οποιονδήποτε τρόπο και αν επέλθει, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των ευνοϊκών για τους υπαλλήλους διατάξεων του νόμου αυτού, που ρυθμίζει την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Το ίδιο ορίζεται και με το άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ/τος της 16/18.7.1920, αναφορικά με τους εργάτες και υπηρέτες, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 8 του κ.ν. 3514/1928, αν μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, οι υποχρεώσεις του, που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό για την περίπτωση στρατεύσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο νέο εργοδότη. Επίσης, το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3239/1955 για τις συλλογικές διαφορές εργασίας, όριζε ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά στην εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τα δε δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του πηγάζουν από αυτή, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως για το μέλλον στους διαδόχους του. Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου», κατά το άρθρο 4 του οποίου, δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά την μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο, για τις υποχρεώσεις, που προέκυψαν από την σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά την μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Εξ ετέρου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου π.δ/τος, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις, που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξ αιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Τέλος, κατά το άρθρο 6 του ίδιου π.δ/τος, τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στην μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παρ. 5 του ν. 2648/98 (κατάσταση παύσης ή αναστολής πληρωμών, προβληματική επιχείρηση, που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση των άρθρων 9 του ν. 1386/1983, 46 του ν. 1892/1990 και 14 του ν. 2000/1991, όπως ισχύουν, ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των δανειστών), η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες, που διεξάγονται υπό την εποπτεία της κατά περίπτωση αρμόδιας Αρχής (παρ. 1). Η εφαρμογή της παρ. 1 αρχίζει από την έκδοση της σχετικής κατά περίπτωση δικαστικής απόφασης (παρ. 2). Μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιo πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφ’ όσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή [ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35(1994).1252, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48(2007).1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48(2007).469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35(1994).1311, ΑΠ 610/1991 ΕΕργΔ 1992.136, ΑΠ 18/1991 ΕΕργΔ 1992.125, ΑΠ 227/1990 ΕΕργΔ 1990.722, ΑΠ 889/1992 ΕΕργΔ 1993.456, ΑΠ 942/1992 ΕλλΔνη 35(1994).1038, ΑΠ 602/1980 ΕΕργΔ 1980.534, ΕφΑθ 9346/1988 ΕΕργΔ 1989.403, ΕφΠατρ 61/1988 ΕΕργΔ 1988.971, ΕφΘεσ 420/1989 ΕΕργΔ 1989.518]. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, πρέπει να μεταβιβάζονται τόσο επιμέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και να είναι, υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Θα πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό τον νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά στο πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι στην ίδια. Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και, συνεπώς, δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Η ταυτότητα της επιχειρήσεως δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα τοιαύτα (νέα μηχανήματα, εγκατάστασης, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.). Η επί μακρόν διακοπή λειτουργίας της επιχειρήσεως είναι δυνατόν να μεταβάλει την ταυτότητα της επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η οργάνωση, η πελατεία, η φήμη εξαφανίζονται ωστόσο, εκτός από την διακοπή πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλα στοιχεία προς διαπίστωση αν υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως. Προσωρινή διακοπή δεν μεταβάλει κατά κανόνα την ταυτότητα της επιχειρήσεως. Η κρίση για την διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από την συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κλπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά την μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007.258). Μάλιστα, υπό την ισχύ του π.δ/τος 178/2002 (όπως και του προγενέστερου π.δ/τος 572/1988, άρθρο 3 § 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών», ΑΠ 259/2006, ό.π.), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά την μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι την μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά την μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό, από το άρθρο 479 ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από την μεταβίβαση (για το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς του π.δ/τος 572/1988, βλ. Δημ. Ζερδελή: Μεταβίβαση Επιχειρήσεως και συνέπειες στις εργασιακές σχέσεις, ΔΕΕ 1996.238 επ., Αλ. Καρακατσάνη/Στ. Γαρδίκα, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, εκδ. 1995, σελ. 180, ΕφΑθ 3156/2002 ΔΕΕ 2003.88, ΕφΑθ 5341/1999 ΕΕργΔ 59.271, ΕφΠειρ 833/2001 ΔΕΕ 2002.884). Σε όλες τις περιπτώσεις οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις, που ήταν ενεργείς κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως (ΑΠ 318/1998 ΕΕργΔ 1999.355) συνεχίζονται με τον νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, ανεξαρτήτως της συναινέσεως ή μη των εργαζόμενων (ΟλΑΠ 5/1994 ό.π., ΑΠ 1222/1998 ΕΕργΔ 1999.983, ΑΠ 1723/1995 ό.π.). Αναγκαία πάντως προϋπόθεση είναι η συνέχιση της λειτουργίας της επιχειρήσεως από τον νέο εργοδότη, χωρίς πραγματική διακοπή, εκτός αν αυτός, μετά την διακοπή, επαναλειτουργήσει την επιχείρηση ως την αυτή οικονομική μονάδα (ΑΠ 244/2012 και ΑΠ 891/1992 ΕΕργΔ 1993.454), δηλαδή με την θέληση να είναι διάδοχος του αρχικού εργοδότη, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις επαναλειτουργίας επιχειρήσεων, που μεταβιβάστηκαν ενώ η λειτουργία τους είχε προσωρινά διακοπεί λόγω εποχής (ΕφΑθ 9346/1988 ό.π.) ή λόγω ανασυγκροτήσεώς τους (βλ. και Ληξουριώτη, ΕΕργΔ 1993.450, Στ. Βλαστό, ΕΕργΔ 1999. 982,983). Αντιθέτως, δεν υπάρχει διαδοχή εργοδοτών, όταν η επαναλειτουργία της επιχειρήσεως από τον νέο φορέα της γίνεται κατά τρόπο ανεξάρτητο από εκείνον του προηγούμενου φορέα της, με μισθωτούς που προσλαμβάνει με νέες συμβάσεις εργασίας είτε από το παλαιό προσωπικό είτε όχι [ΑΠ 610/1991, 889/1992, 942/1992, 1364/1992 ό.π., ΕφΠειρ 647/1996 ΕλλΔνη 39(1998).165].

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ’ αριθμόν ……./5-4-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 11-2-2015, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη εναγομένη, ότε κατόπιν αναβολής η συζήτηση ορίσθηκε για την δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της αποφάσεως. Η τελευταία όμως δεν εμφανίστηκε κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, και συνεπώς, επειδή η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως, πρέπει να δικασθεί ερήμην (άρθρο 226 και 271 παρ. 1 ΚΠολΔ). Το Δικαστήριο ωστόσο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίσιν αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι εργάσθηκε στην πρώτη εναγομένη, η οποία διατηρούσε επιχείρηση εστιατορίου – ψαροταβέρνας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του σερβιτόρου και με τον συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό που ειδικότερα αναφέρει. Ότι η πρώτη εναγομένη δεν του κατέβαλε τις συμφωνηθείσες δεδουλευμένες αποδοχές του, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας κατά τα αντίστοιχα αιτούμενα αγωγικά διαστήματα, ότι την 24-1-2014 η πρώτη εναγομένη προέβη στην μονομερή καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας του, χωρίς να του καταβάλει την νόμιμη αποζημίωσή του για την άνω γενομένη καταγγελία, ότι η καταγγελία αυτή τυγχάνει άκυρη λόγω μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων και δη άνευ τηρήσεως του έγγραφου τύπου και καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως, όπως αναπτύσσει. Ότι η δεύτερη εναγομένη συνέχισε την λειτουργία της ίδιας επιχειρήσεως της πρώτης εναγομένης, μετά την προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της πρώτης, με το ίδιο αντικείμενο, εξοπλισμό και πελατεία, αλλά με διαφορετική επωνυμία της ίδιας ψαροταβέρνας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητα της εν λόγω επιχειρήσεως και την οργανική της ενότητα και απασχολώντας μέρος του εργατικού δυναμικού της πρώτης εναγομένης, καθώς και ότι η δεύτερη εναγομένη δεν αποδέχθηκε την προσφερόμενη εργασία του ενάγοντος, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή. Ζητεί δε, κατόπιν μερικής, παραδεκτής παραιτήσεως εκ του κονδυλίου των μισθών υπερημερίας, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και περιέχεται στις προτάσεις του (άρθρα 223, 294, 295, 297 ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας του, να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ένεκα της διαδοχής της ως εργοδότη στην θέση της αρχικής εργοδότριάς του ήτοι της πρώτης εναγομένης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, το ποσό των 10.017,56 ευρώ ως οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, των 11.238,66 ευρώ ως επιδόματα εορτών, των 10.635,88 ευρώ ως αποδοχές και επίδομα αδείας, επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της προγενέστερης με αριθ. ……./……./2014 αγωγής του, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 14.831,96 ευρώ και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη, εις ολόκληρον με την δεύτερη, να του καταβάλει για την ίδια αιτία εκ του ανωτέρω κονδυλίου μισθών υπερημερίας το ποσό των 153,33 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 24-1-2014 έως 27-1-2014, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της άνω προγενέστερης αγωγής του, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής, επικουρικώς να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, το ποσό των 14.907,08 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, των 1.277,75 ευρώ ως αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας του έτους 2014 και των 638,88 ευρώ ως επίδομα αδείας του ίδιου έτους, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της ως άνω προγενέστερης αγωγής του, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, επ’ απειλή χρηματικής ποινής, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, επ’ απειλή χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ ημερησίως σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς της, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή κατά τις καταψηφιστικές της διατάξεις και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στα δικαστικά τους έξοδα. Με το περιεχόμενο τούτο και τα αιτήματα η κρινομένη αγωγή παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 14 παρ. 2, 16 παρ. 2 και 663 και 664 επ. ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για τα ως άνω καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής, τα οποία δεν υπερβαίνουν την αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου (άρθρο 71 Εισ.Ν.Κ.Πολ,Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 2479/1997 και ισχύει σήμερα), ενώ για τα υπόλοιπα ως άνω καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. τα προσκομιζόμενα με αριθμούς ……., ……. και ……. αγωγόσημα με τα επικολληθέντα επ’ αυτών ένσημα υπέρ του Ταμείου Προνοίας – ΕΤΑΑ ΤΠΔΑ και το με αριθ. ……. γραμμάτιο του ΕΤΑΑ – ΤΑΝ), αφού η αξίωση που αναφέρεται στο κονδύλιο των μισθών υπερημερίας του ενάγοντος ένεκα της ακύρου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του είναι παραδεκτή, γιατί έχει ασκηθεί εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 του ν. 3198/1955, η οποία (προθεσμία) ερευνάται αυτεπαγγέλτως και άρχεται από της λύσεως της εργασιακής του σχέσεως, εν προκειμένω κατά τα ιστορούμενα την 24-1-2014 και δεδομένου ότι η προγενέστερη από 22-4-2014 (αριθ. καταθ. ……./……./2014) αγωγή του, από την οποία παραδεκτώς παραιτήθηκε, κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου την 23-4-2014 και επιδόθηκε την 24-4-2014 στην πρώτη εναγομένη ως αρχική εργοδότριά του (βλ. την υπ’ αριθμόν ……./24-4-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη). Επίσης, η επικουρικώς σωρευόμενη αξίωση του ενάγοντος που αφορά στο κονδύλιο της αποζημίωσης ένεκα της ένδικης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του κρίνεται παραδεκτή, διότι αφ’ ενός σωρεύεται επικουρικώς κατ’ άρθρο 219 ΚΠολΔ (ΑΠ 590/1994 ΕλλΔνη 1995.162) και αφ’ ετέρου έχει ασκηθεί εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 6 § 2 του ν. 3198/1955, η οποία (προθεσμία) ερευνάται αυτεπαγγέλτως και άρχεται από της λύσεως της εργασιακής του σχέσεως, την 24-1-2014 κατά τα εκτεθέντα και δεδομένου ότι η ως άνω προγενέστερη αγωγή κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου την 23-4-2014 και επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη την 24-4-2014 (βλ. την προαναφερόμενη έκθεση επιδόσεως). Είναι, δε, η αγωγή νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 655, 656, 669 παρ. 2, 349, 350, 340, 341, 343, 345, 346 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920, 2, 5, 6 και 9 του ν. 3198/1955, ν. 1082/1980 και της κοινής Υπουργικής Απόφασης 19040/1981, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 7 του α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με τον ν. 1346/1983, 907 και 908 ΚΠολΔ ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις και 176 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, το αίτημα του ενάγοντος να αναγνωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγόμενης, ως εργοδότριας και διαδόχου της αρχικής εργοδότριάς του, να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, επ’ απειλή χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ για κάθε ημέρα μη απασχολήσεώς κρίνεται απορριπτέο ως απαράδεκτο ένεκα αοριστίας, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, διότι, πέραν από την ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και την άρνηση της εργοδότριας να δέχεται την προσήκουσα προσφερομένη εργασία του ενάγοντος με τους συμβατικούς όρους, δεν αναφέρεται στην κρινόμενη αγωγή ότι από την μη πραγματική απασχόληση του ενάγοντος, προσβάλλεται η προσωπικότητά του, με την αναφορά συγκεκριμένων λόγων και περιστάσεων, πού στοιχειοθετούν την προσβολή, ούτε ότι η συμπεριφορά της εργοδότριας να αρνείται τις υπηρεσίες του αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ούτε προσδιορίζονται οι ειδικές περιστάσεις, από τις οποίες επέρχεται η προσβολή και προξενείται υλική ή ηθική βλάβη ή η δυσχέρεια ανάπτυξης της προσωπικότητας του ενάγοντος, λαμβανομένης μάλιστα υπ’ όψιν της φύσεως της εργασίας που παρείχε αυτός ως σερβιτόρος [ΟλΑΠ 9/2011 ΕλλΔνη 52 (2011). 708]. Επίσης, το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα περί απειλής χρηματικής ποινής σε περίπτωση μη συμμορφώσεως της πρώτης εναγομένης, κρίνεται απορριπτέο προεχόντως ως απαράδεκτο ένεκα αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται ονομαστικώς τα στοιχεία του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ, επειδή αυτό τυγχάνει νομικό πρόσωπο, ήτοι εταιρία περιορισμένης ευθύνης (ΕφΘεσ 2142/1994 ΕΕργΔ 1994. 891, 893). Εξ άλλου, η αγωγή ως προς την περί αδικαιολόγητου πλουτισμού θεμελίωσή της υπό την δικονομική της επικουρικότητα κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η εκ του άρθρου 904 ΑΚ αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 22/2003 ΧρΙΔ 4. 177, ΑΠ 531/1994 Ελλ.Δ/νη 37.81, ΑΠ 1369/1993 Ελλ.Δ/νη 36.304, ΑΠ 1567/1983 ΝοΒ 32.1354, ΑΠ 890/1982 ΝοΒ 31.1156, Εφ.Θεσ. 2.111/1996 Αρμ. 1996.1323, Εφ.Θεσ. 643/1995 Αρμ. 1995.460), εν προκειμένω δε ο ενάγων για την θεμελίωση της αξιώσεώς του με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικαλείται τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά για την θεμελίωση της ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων, ενώ δεν μνημονεύει ότι είναι άκυρη η ένδικη σύμβαση εργασίας του και έτερα πραγματικά περιστατικά που να είναι διαφορετικά ή πρόσθετα από αυτά, στα οποία ερείδεται η αγωγή εκ της εγκύρου συμβάσεως εργασίας. Πρέπει, επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπ’ όψιν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, την με αριθμό ……./23-1-2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αριθ. ……. και ……./5-8-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη που αφορά στις επιδόσεις της υπό κρίσιν αγωγής, στην οποία αναγράφεται και η γνωστοποίηση μαρτύρων για την ένορκη βεβαίωση την 23-1-2015 στον άνω τόπο), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσελήφθη την 27-12-1999 από την πρώτη εναγομένη με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως σερβιτόρος στο κατάστημα – ψαροταβέρνα της πρώτης εναγομένης που αυτή διατηρούσε στην ……. Αττικής, επί της οδού ……. με αριθ. …, υπό την επωνυμία «…….», με το νόμιμο ωράριο εργασίας και με τις νόμιμες οριζόμενες αποδοχές. Πράγματι, έκτοτε ο ενάγων παρείχε την ένδικη εργασία του στην πρώτη εναγομένη με την εν λόγω ειδικότητά του και το συμφωνηθέν ωράριο εργασίας με πλήρη απασχόληση, ένεκα των αναγκών της επιχειρήσεως της εναγομένης και με βάση τις εντολές και υποδείξεις της και κατά το διευθυντικό της δικαίωμα. Οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις αρχικώς ήταν καλές και χωρίς προβλήματα, ο δε μηνιαίος μισθός του από το έτος 2009 έως την 31-3-2012 ανερχόταν στο ποσό των 1.511,69 ευρώ και από την 1-4-2012 και μετά ανερχόταν στο ποσό των 1.277,75 ευρώ ως μικτές αποδοχές. Πλην όμως, εξ αρχής η πρώτη εναγομένη απασχολούσε τον ενάγοντα και πέραν του νομίμου ωραρίου του, με επακόλουθο εν τέλει αυτός να εργάζεται προς έξι (6) ημέρες την εβδομάδα και προς δέκα (10) ώρες ημερησίως, αλλά χωρίς η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει τις αναλογούσες αποδοχές του. Επιπροσθέτως, από το έτος 2010 και μετά η πρώτη εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή στον ενάγοντα των δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών του, ενώ δεν του χορήγησε και αποδοχές και επίδομα αδείας κατά τα επίδικα έτη 2009 έως και 2014, μολονότι ο ίδιος είχε από την πρώτη στιγμή διαμαρτυρηθεί προφορικώς προς τούτο. Εν συνεχεία, την 24-1-2014 η πρώτη εναγομένη, δια του συνδιαχειριστή της, ……. ……., κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι χωρίς έγγραφο τύπο και χωρίς να του καταβάλει την κατά νόμον αποζημίωση απολύσεως, καθώς όφειλε ήδη σε αυτόν κα τις δεδουλευμένες αποδοχές του. Επισημαίνεται ότι την ίδια ημέρα, την 24-1-2014, η προαναφερόμενη επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, ήτοι το άνω εστιατόριο – ψαροταβέρνα, σταμάτησε την λειτουργία της, αλλά τρεις ημέρες αργότερα και δη την Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014 ξεκίνησαν εργασίες ανακαινίσεώς της, οι οποίες διήρκεσαν τρεις μήνες περίπου έως τα τέλη Απριλίου 2014. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών ανακαινίσεως το εν λόγω εστιατόριο άρχισε να λειτουργεί και ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη απέκτησε το εν λόγω κατάστημα και έκτοτε εκμεταλλεύεται τούτο ως εστιατόριο – ψαροταβέρνα με την επωνυμία «…….». Μάλιστα, επιβεβαιώνεται ότι η δεύτερη εναγομένη την 31-1-2014 συνήψε σύμβαση μισθώσεως για το ίδιο κατάστημα με τους εκμισθωτές του και προέβη στην ίδρυση και λειτουργία σε αυτό ατομικής επιχειρήσεως – ψαροταβέρνας με την πλήρη επωνυμία «…….», ενώ η ίδια η δεύτερη εναγομένη γνώριζε καλώς το ένδικο κατάστημα και την προγενέστερη ομοειδή επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, διότι ο αδελφός της δεύτερης εναγομένης, Κωνσταντίνος Καρανάνος, ήταν από το έτος 1999 έως το έτος 2007 συνιδρυτής και συνδιαχειριστής της πρώτης εναγομένης. Ακόμη, η προαναφερόμενη επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης ασκούσε την ίδια δραστηριότητα με την επιχείρηση της πρώτης εναγομένης και συγκεκριμένα λειτούργησε ως εστιατόριο αποκλειστικά με ψάρια και θαλασσινά, στο ίδιο κατάστημα επί της οδού ……. με αριθ. … στην ……. Αττικής, με τον αυτόν υλικοτεχνικό εξοπλισμό, όπως φούρνοι, κουζίνες, ψυγεία, πλυντήρια, τρόλεϊ μεταφοράς, σχαριέρες, σκεύη, μαχαιροπήρουνα, τραπεζοκαθίσματα και συναφή, κάνοντας χρήση των παγίων του χώρου, των μηχανημάτων και του εξοπλισμού της επιχειρήσεως πρώτης εναγομένης, με τα οποία αυτή λειτουργούσε στο εγγύς παρελθόν. Άλλωστε, οι αλλαγές και η ανακαίνιση του εν λόγω καταστήματος ήταν επουσιώδεις και έγιναν κυρίως στο χρώμα των τραπεζοκαθισμάτων και στον χώρο της εστίασης των πελατών αναφορικά με την εμφάνιση, τον στολισμό και τα χρώματά του, χωρίς ουσιώδεις μεταβολές στην αναδιοργάνωση του χώρου και την εν γένει παρουσίαση και λειτουργία του συνόλου καταστήματος. Συναφώς, προκύπτει ότι η δεύτερη εναγομένη προσέλαβε ατύπως ως εργαζόμενό της τον λατζέρη της πρώτης εναγομένης, ήτοι τον ……. ……., καθώς παράλληλα η ίδια απέκτησε, εκτός από τις πάγιες εγκαταστάσεις της πρώτης, και το σύνολο των άυλων αγαθών της πρώτης εναγομένης και δη τους προμηθευτές, την φήμη και την πελατεία της και την τεχνογνωσία της και με την ίδια τιμολογιακή πολιτική και όμοιες τιμές και είδη γευμάτων, ως εστιατόριο – ψαροταβέρνα πολυτελείας, στα οποία απέβλεπε η δεύτερη εναγομένη για την επιτυχή λειτουργία της νέας επιχειρήσεώς της, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι η πρώτη εναγομένη ευρισκόταν εκεί και λειτουργούσε με επιτυχία την άνω επιχείρησή της από το έτος 1999, με μεγάλη και σταθερή πελατεία ένεκα της φήμης της. Εκ των ιδίων αποδεικτικών στοιχείων συνάγεται ότι η δεύτερη εναγομένη συνιστά διάδοχο επιχείρηση της πρώτης, διότι πρόκειται περί μεταβίβασης επιχειρήσεως, υπό την έννοια του π.δ/τος 178/2002, εφ’ όσον η δεύτερη εναγόμενη ως «διάδοχος» ανέλαβε πράγματι μία οργάνωση εργασίας, που είχε δημιουργήσει η πρώτη εναγομένη, ούσα αρχική εργοδότρια του ενάγοντος, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού, την οποία και διατήρησε, αξιοποιώντας την για την επίτευξη του ιδίου βασικώς και αποκλειστικώς σκοπού, ήτοι την παροχή υπηρεσιών εστιατορίου – ψαροταβέρνας, εγένετο δε συνολική μεταβίβαση του οργανισμού της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος, η οποία «επέζησε» της αλλαγής του φορέα του και δεν πρόκειται για απλή μεταβίβαση ενός αθροίσματος ή μεμονωμένων οικονομικών αγαθών, χωρίς τον μεταξύ τους αναγκαίο για την επίτευξη του συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού λειτουργικό σύνδεσμο και οργάνωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η δεύτερη εναγομένη [βλ. Δημ. Ζερδελή, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, 1999, σελ. 595, ΑΠ 1553/2002 ΔΕΝ 2003.710, ΕφΑθ 9606/2005 ΕλΔ 47(2006).872], σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην μείζονα σκέψη. Ωσαύτως, ο νέος φορέας της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης είχε την βούληση να καταστεί διάδοχος της πρώτης, προς τούτο ανέλαβε την οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει εκείνη και συνέχισε την λειτουργία της ως οικονομικής μονάδας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό του ίδιου οικονομικού σκοπού, αναλαμβάνοντας την επιχείρηση ως οργανωμένο σύνολο υλικών και αυλών στοιχείων, τα οποία διατήρησαν την οργανική τους ενότητα και ήταν ικανά να πραγματοποιήσουν τον σκοπό αυτόν. Ούτε, όμως, κρίνονται πειστικοί οι ισχυρισμοί της δεύτερης εναγομένης ότι η νέα ψαροταβέρνα, που αυτή εκμεταλλευόταν έως τον Απρίλιο του έτους 2015, ότε έπαυσε την δραστηριότητά της, λειτούργησε μετά από μακρά και οριστική διακοπή της λειτουργίας της παλαιάς επιχείρησης της πρώτης εναγομένης και ότι δεν παρέχει τις υπηρεσίες του παλαιού εστιατορίου της πρώτης, γιατί δεν αποδείχθηκε τέτοια επί μακρόν διακοπή λειτουργία της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, παρά μόνον επί τρεις μήνες, χρονικό διάστημα που δεν συνιστά μακρά διακοπή. Αντιθέτως, το γεγονός ότι η νέα επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης είχε άδεια ιδρύσεως ως εν γένει εστιατορίου δεν μπορεί να κριθεί, εν προκειμένω, κρίσιμο για την ύπαρξη ή μη «μεταβίβασης επιχείρησης» υπό την έννοια του π.δ/τος 178/2002, διότι τυγχάνει προεχόντως σημαντικός ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά την μεταβίβαση, σύμφωνα και με τα προεκτιθέμενα στην νομική σκέψη, όπως συμβαίνει πράγματι με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις των εναγομένων, αφού το κύριο αντικείμενο παροχής υπηρεσιών των επιχειρήσεών τους ήταν η ψαροταβέρνα και δη η παροχή θαλασσινών εδεσμάτων στους πελάτες τους, οποιαδήποτε δε πρόσθετη παρεχόμενη υπηρεσία από την επιχείρηση, συναφής ή μη με την κύρια, δεν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμο στοιχείο για την κατάφαση των νομικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων της υπάρξεως «μεταβίβασης επιχείρησης», αλλά εντάσσεται μόνο στην γενικότερη επιχειρηματική πολιτική της δεύτερης εναγομένης. Βάσει των προπαρατεθέντων, η ως άνω επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μεταβιβάστηκε στην δεύτερη εναγομένη, ώστε η τελευταία να ευθύνεται με την πρώτη έναντι του ενάγοντος, ο οποίος αγνοούσε μέχρι τα τέλη Απριλίου του έτους 2014 ότι είχε λάβει χώρα τέτοια μεταβίβαση επιχείρησης της πρώτης προς την δεύτερη των εναγομένων. Εξ ετέρου, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας εις βάρος της πρώτης εναγομένης, αξιώνοντας τις οφειλόμενες έως τότε αποδοχές του, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. ……./28-1-2014 δελτίο εργατικής διαφοράς και την από 28-1-2014 αίτησή του, διαμαρτυρόμενος για την άτυπη μονομερή καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας του εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, ήτοι χωρίς έγγραφο τύπο και χωρίς την καταβολή σε αυτόν της οφειλόμενης αποζημίωσης για την γενομένη καταγγελία, επειδή η πρώτη εναγομένη έπαυσε από τότε, ήτοι την 24-1-2014, να αποδέχεται την παροχή της εργασίας του ενάγοντος και αρνήθηκε ρητώς να εργάζεται και να μεταβαίνει έκτοτε ο ενάγων στην εν λόγω επιχείρησή της, την οποία κατόπιν έκλεισε. Προσέτι, η πρώτη εναγομένη, αλλά και η δεύτερη ως διάδοχός της, που δεν αποδέχονται τις προσφερόμενες από τον ενάγοντα υπηρεσίες του, κατέστησαν υπερήμερες ως προς την αποδοχή της εργασίας του και οφείλουν, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, τις αποδοχές υπερημερίας που ζητεί ο ενάγων με την αγωγή τούτη για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα από 24-1-2014 έως 23-1-2015. Σημειωτέον ότι ο εναγόμενες εξακολουθούν να τελούν σε υπερημερία, γιατί δεν αποδέχονται τις υπηρεσίες, τις οποίες τους προσφέρει προσηκόντως ο ενάγων και αφού δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια με σκοπό να άρουν την υπερημερία τους, όπως νέα έγκυρη καταγγελία ή επαναπρόσληψη. Ειδικότερα, από την 24-1-2014, ημεροχρονολογία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έως την 23-1-2015, ένεκα της υπερημερίας των εναγομένων και δοθέντος ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 1.277,75 ευρώ, η δεύτερη των εναγομένων του οφείλει το ποσό των 15.333 ευρώ (12 μηνιαίοι μισθοί X 1.277,75 ευρώ), με τα επιδόματα εορτών και αδείας, δηλαδή αναλογία επιδόματος Πάσχα 2014 ποσού 645,79 ευρώ (ένα ημερομίσθιο για κάθε οκταήμερο εργασίας από 24/1/2014 έως 30/4/2014, εκ 51,11 ευρώ έκαστο 51,11 X 12,13 οκταήμερα και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166] = 645,79), επίδομα αδείας 2014 ποσού 638,88 ευρώ (μισός μηνιαίος μισθός), επίδομα Χριστουγέννων 2014 ποσού 1.330,98 ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166]), αναλογία επιδόματος Πάσχα 2015 ποσού 153,33 ευρώ (ένα ημερομίσθιο για κάθε οκταήμερο εργασίας από 1/1/2015 έως 23/1/2015, εκ 51,11 ευρώ έκαστο 51,11 X 2,88 οκταήμερα και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166] = 153,33) και εν συνόλω το ποσό των 18.101,98 ευρώ, αφαιρουμένου του ποσού των 3.270,02 ευρώ, από το οποίο παραιτήθηκε, κατά τα ανωτέρω, ο ενάγων με τις προτάσεις του ένεκα της εργασίας του σε έτερον εργοδότη κατά το ίδιο επίδικο χρονικό διάστημα, άρα τελικώς οφειλόμενο ποσό 14,831,96 ευρώ [18.101,98 ευρώ – 3.270,02 ευρώ]. Εκ του ποσού αυτού η πρώτη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με την δεύτερη, για το χρονικό διάστημα από 24ης Ιανουαρίου 2014 έως την 27η Ιανουαρίου 2014, ότε αποτελεί το χρονικό σημείο υλοποίησης της μεταβίβασης επιχείρησης, το ποσό των 153,33 ευρώ (3 ημερομίσθια X 51,11 ευρώ [1.277,75/25 = 51,11]), νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του. Δυνάμει των ιδίων αποδεικτικών μέσων προκύπτει ότι εκ της ένδικης λύσεως της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος η πρώτη εναγομένη οφείλει σε τούτον ως αρχική εργοδότριά του και εν συνεχεία και η δεύτερη εναγομένη, ως διάδοχος της πρώτης, όπως προεκτίθεται, για το επίδικο χρονικό διάστημα τα κάτωθι ποσά, γεγενημένα και απαιτητά, τα οποία δεν έχουν εισέτι καταβάλει σε αυτόν, αφού δεν προσκομίζονται εκ μέρους τους εξοφλητικές αποδείξεις καταβολής για τις αντίστοιχες αιτίες και δη: Α] δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές του και ειδικότερα τα κάτωθι ποσά: 1.277,75 ευρώ μισθό Ιουνίου 2013 + 1.277,75 ευρώ μισθό Ιουλίου 2013 + 1.277,75 ευρώ μισθό Αυγούστου 2013 + 1.277,75 ευρώ μισθό Σεπτεμβρίου 2013 + 1.277,75 ευρώ μισθό Οκτωβρίου 2013 + 1.277,75 ευρώ μισθό Νοεμβρίου 2013 + 1.277,75 ευρώ μισθό Δεκεμβρίου 2013 + 1.073,31 ευρώ μισθό Ιανουαρίου 2014 (21 ημερομίσθιο X 51,11 ευρώ έκαστο), άρα σύνολο οι εναγόμενες οφείλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστη, για τις άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 10.017,56 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός, στον οποίο αντιστοιχούν οι δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές [δήλη ημέρα, άρθρα 341, 345 ΑΚ, βλ. ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕΕργΔ 61(2002).1478 ΝοΒ 2003.859], Β] τα επιδόματα εορτών και δη: επίδομα Πάσχα 2009 ευρώ 787,33 (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.511,69/2 X 1,04166), επίδομα Χριστουγέννων 2009 ευρώ 1.574,67 (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.511,69 X 1,04166), επίδομα Πάσχα 2010 ευρώ 787,33, επίδομα Χριστουγέννων 2010 ευρώ 1.574,67, επίδομα Πάσχα 2011 ευρώ 787,33, επίδομα Χριστουγέννων 2011 ευρώ 1.574,67, επίδομα Πάσχα 2012 ευρώ 665,49, επίδομα Χριστουγέννων 2012 ευρώ 1.330,98, επίδομα Πάσχα 2013 ευρώ 665,49, επίδομα Χριστουγέννων 2013 ευρώ 1.330,98 και αναλογία επιδόματος Πάσχα 2014 ευρώ 159,72 (ένα ημερομίσθιο για κάθε οκταήμερο εργασίας από 1/1/2014 έως 24/1/2014: 1.277,75 / 25 X 3 οκταήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166] = 159,72) και επομένως οι εναγόμενες οφείλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 11.238,66 ευρώ (787,33 + 1.574,67 + 787,33 + 1.574,67 + 787,33 + 1.574,67 + 665,49 + 1.330,98 + 665,49 + 1.330,98 + 159,72), νομιμοτόκως για κάθε επίδομα Πάσχα από της 30ης Απριλίου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί και για κάθε επίδομα Χριστουγέννων από της 31ης Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί, ως δήλη ημέρα καταβολής τους, Γ] τις αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας ως εξής: αποδοχές αδείας έτους 2009 ποσό 1.511,69 ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός), για επίδομα αδείας έτους 2009 ποσό 755,85 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.511,69/2), αποδοχές αδείας έτους 2010 ποσό 1.511,69 ευρώ, επίδομα αδείας έτους 2010 ποσό 755,85 ευρώ, αποδοχές αδείας έτους 2011 ποσό 1.511,69 ευρώ, επίδομα αδείας έτους 2011 ποσό 755,85 ευρώ, αποδοχές αδείας έτους 2012 ποσό 1.277,75 ευρώ, επίδομα αδείας έτους 2012 ποσό 638,88 ευρώ, αποδοχές αδείας έτους 2013 ποσό 1.277,75 ευρώ και επίδομα αδείας έτους 2013 ποσό 638,88 ευρώ, άρα σύνολο οι εναγόμενες οφείλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα τις ως άνω αιτίες το ποσό των 10.635,88 ευρώ (1.511,69 + 755,85 + 1.511,69 + 755,85 +1.511,69 + 755,85 + 1.277,75 + 638,88 + 1.277,75 + 638,88), νομιμοτόκως για κάθε επί μέρους παροχή από της 31ης Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί, ως δήλη ημέρα καταβολής τους. Συμπερασματικώς, οι εναγόμενες οφείλουν στον ενάγοντα για τις προδιαλαμβανόμενες αιτίες τα εξής ποσά, ήτοι το ποσό των 14.831,96 ευρώ η δεύτερη εναγομένη, από το οποίο η πρώτη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με την δεύτερη, το ποσό των 153,33 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του και αμφότερες οι εναγόμενες οφείλουν, εις ολόκληρον έκαστη, στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 31.892,10 ευρώ (10.017,56 + 11.238,66 + 10.635,88), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Κατ’ ακολουθίαν, η κρινομένη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν κατά την κύρια θεμελίωσή της, παρέλκει δε η έρευνα της επικουρικής τοιαύτης, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 14.831,96 ευρώ, από το οποίο η πρώτη εναγομένη οφείλει και υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με την δεύτερη, το ποσό των 153,33 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του και αμφότερες οι εναγόμενες να υποχρεωθούν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 31.892,10 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Όσον αφορά στο αίτημα του ενάγοντος να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή πρέπει να γίνει δεκτό εν μέρει κατά το ποσό των ευρώ δέκα χιλιάδων (10.000 ευρώ), διότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της αποφάσεως δύναται να επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα ένεκα και του διαδραμόντος μέχρι τούδε χρόνου, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, εις βάρος των εναγομένων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και λόγω της ερημοδικίας της πρώτης εναγομένης πρέπει να οριστεί αναφορικά με αυτήν το προκαταβλητέο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης (άρθρα 501, 502 παρ. 1, 505 παρ. 2, 673 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην της πρώτης εναγομένης, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων.

Ορίζει το παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την πρώτη εναγομένη στο ποσό των ευρώ διακοσίων ενενήντα (290 ευρώ).

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, όπως εκτίθεται στο σκεπτικό.

Υποχρεώνει τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα τα εξής αναλυτικά ποσά και δη υποχρεώνει την δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ δέκα τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα ενός και ενενήντα έξι λεπτών [14.831,96 ευρώ], από το οποίο η πρώτη εναγομένη οφείλει και υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με την δεύτερη, το ποσό των ευρώ εκατόν πενήντα τριών και τριάντα τριών λεπτών [153,33 ευρώ], νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του και υποχρεώνει αμφότερες τις εναγόμενες να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των ευρώ τριάντα μίας χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα δύο και δέκα λεπτών [31.892,10 ευρώ], νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του.

Κηρύσσει την απόφαση εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη κατά το ποσό των ευρώ δέκα χιλιάδων [10.000 ευρώ].

Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος εις βάρος των εναγόμενων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των ευρώ χιλίων οκτακοσίων [1.800 ευρώ].

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 10-12-2015.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies