απόλυσηπροσβολή προσωπικότηταςΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 2701/2014

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Καταχρηστική η καταγγελία που οφείλεται στη διεκδίκηση δικαιωμάτων από τον εργαζόμενο ενώπιον της Επιθεώρησης εργασίας και στην άσκηση του δικαιώματός του για επίσχεση της εργασίας του. Ακόμη κι αν ήταν άλλα τα αίτια της καταγγελίας λ.χ. η μείωση των δαπανών της εναγομένης μέσω της μείωσης των δαπανών μισθοδοσίας και η επιλογή της εναγομένης να έγινε μεταξύ των υπαλλήλων με τα προσόντα χαμηλότερης στάθμης και εξειδίκευσης, η τιμωρία της όμως για την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας αποτέλεσε ένα επιπλέον αίτιο, με βαρύνουσα σημασία στην απόφαση της εναγομένης και αυτό αρκεί από μόνο του για την ακυρότητα της καταγγελίας. Η ενάγουσα δικαιούται μισθούς υπερημερίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής και μετά τη συζήτηση, μέχρις ότου η εναγόμενη διακόψει την υπερημερία της με νόμιμο τρόπο, επειδή υπάρχει βάσιμος φόβος ότι η εναγόμενη ως οφειλέτρια θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής και στο μέλλον, όπως συνάγεται από τη μέχρι τώρα συμπεριφορά της. Ένσταση συμψηφισμού μισθών υπερημερίας με το επίδομα ανεργίας του Ο.Α.Ε.Δ. Μη νόμιμη διότι το επίδομα ανεργίας δεν συμψηφίζεται με τις καταβολές του εργοδότη, ο οποίος ούτε ωφελείται ούτε βλάπτεται από τις παροχές του κράτους προς τον εργαζόμενό του. Ένσταση συμψηφισμού καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης με τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας. Νόμιμη διότι ως αποτέλεσμα έχει την απόσβεση των αμοιβαίων χρηματικών απαιτήσεων των διαδίκων, όσο οι απαιτήσεις αυτές καλύπτονται μεταξύ τους. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 9.194,12 Ευρώ.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Αριθμός: 2701/2014

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτούμενο από τον Δικαστή, Νικόλαο Παπαδάτο, Πρωτοδίκη,

συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2013, με γραμματέα τον υπάλληλο δικαστηρίων Γεώργιο Καζάκο, για να δικάσει κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 έως 676 του Κ.Πολ.Δ. επί της υπ’ αρίθμ. καταθέσεως …../…./2013 από 10 Ιανουαρίου 2013 αγωγής

της ενάγουσας ……. ……. του ……., κατοίκου …….  (……. …), η οποία παραστάθηκε μετά του δικηγόρου Αθηνών Δημητρίου Βλαχόπουλου, κατά

της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία «…….», που εδρεύει στο …….  (……. …), η οποία παραστάθηκε διά της δικηγόρου Αθηνών Γεωργίας Παπαρούλια.

Αμέσως μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, οι δικαστικοί πληρεξούσιοι κατέθεσαν έγραφες προτάσεις και ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1) Το άρθρο 669 του Α.Κ. ορίζει στο δεύτερο εδάφιο ότι «σύμβαση εργασίας που η διάρκειά της δεν ορίστηκε ούτε συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας, λύνεται ύστερα από καταγγελία καθενός από τα μέρη». Η καταγγελία, ειδικότερα, της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι, σύμφωνα με το σύστημα που ακολουθεί η ελληνική εργατική νομοθεσία (ν. 2112/1920, 3198/1955, 3863/2010), μία μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, δηλαδή το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή από τη νομιμότητα της αιτίας που προκαλεί την καταγγελία. Αρκεί για τη νομιμότητα της καταγγελίας το γεγονός ότι ο εργοδότης κατά την άσκηση του δικαιώματος τήρησε τις δύο βασικές προϋποθέσεις του νόμου, δηλαδή τον έγγραφο τύπο και κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση (σε περίπτωση απρόθεσμης ή άτακτης καταγγελίας) ή, σε περίπτωση καταγγελίας με προειδοποίηση (τακτικής καταγγελίας) ότι ο εργοδότης τήρησε και την προθεσμία προειδοποίησης που ορίζει ο νόμος. Αν όμως ο απολυθείς εργαζόμενος επικαλεσθεί ότι η απόλυσή του υπήρξε καταχρηστική (άρθρο 281 του Α.Κ.), τότε το δικαστήριο κατά τον έλεγχο της καταχρηστικότητας εξετάζει αν η συγκεκριμένη καταγγελία υπό τις συνθήκες που έγινε παραβιάζει προφανώς τα κριτήρια του άρθρου 281 του Α.Κ.. Στα πλαίσια του ελέγχου της καταχρηστικότητας το δικαστήριο μπορεί να ερευνήσει και τα αίτια της καταγγελίας (Λεβέντης – Παπαδημητρίου σε «Ατομικό Εργατικό Δίκαιο», σελ. 827 – 828).

2) Από τα άρθρα 648, 652, 653, 656 και 361 του Α.Κ. συνάγεται ότι ο εργοδότης, διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει καταρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών αυτού δεν έχει άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Η καταρχήν, όμως, νόμιμη άρνηση του εργοδότη αποδοχής της εργασίας του μισθωτού καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 του Α.Κ. και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 του Α.Κ., οπότε παρέχεται σ’ αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 1264/1982, που επιβάλλει στον εργοδότη με απειλή ποινικών κυρώσεων την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυσή του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Ωστόσο, και στη περίπτωση αυτή, η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά με την συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων (Ολομ.Α.Π. 9/2011).

Σύμφωνα με το ιστορικό, η ενάγουσα παρείχε από το έτος 2004 έως το έτος 2012, που απολύθηκε, εξαρτημένη εργασία πωλήτριας στην εναγόμενη έναντι μισθού. Η καταγγελία είναι καταχρηστική και συνεπώς άκυρη, διότι έγινε με αφορμή τη διεκδίκηση δεδουλευμένων αποδοχών της και αμέσως μετά την επίσχεση εργασίας, που είχε η ενάγουσα ασκήσει στην προσπάθειά της να εισπράξει τις αποδοχές αυτές. Κατά την κοινοποίηση της καταγγελίας, ο εκπρόσωπος της εναγομένης προσέβαλε μάλιστα με λόγο την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας. Επικαλούμενη την ακυρότητα της καταγγελίας, ζητεί 1) όπως η ακυρότητα αναγνωρισθεί, 2) την καταβολή μισθών και επιδομάτων κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της εναγομένης μέχρι τις 16 Οκτωβρίου 2013, που αθροίζει στο ποσό των 15.842,56 ευρώ, 3) χρηματική ικανοποίηση 5.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, 4) υποχρεωθεί η εναγόμενη σε αποδοχή της εργασίας της. Επικουρικώς και συγκεκριμένα για την περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας λύθηκε με την καταγγελία, ζητεί όπως υποχρεωθεί η εναγόμενη στη χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας.

Η αγωγή, με το περιεχόμενο που εν περιλήψει παρατίθεται, κρίνεται με βάση και τα εκτιθέμενα στην υπό 1 μείζονα σκέψη νόμιμη εν μέρει και ερευνητέα κατά το νόμιμο μέρος στην ουσία, παρούσης της ενάγουσας εφόσον έχει πληρώσει και το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το υπ’ αρίθμ. …… «αγωγόσημο» και τα επ’ αυτού κολληθέντα ένσημα των ταμείων Ε.Τ.Α.Α.-ΤΑ.Ν. και Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Υ.-Π.Δ.Α.). Η αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα ως προς το αίτημα καταδίκης της εναγομένης σε αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας, διότι το θεωρεί η ενάγουσα ως δικαίωμά της λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας και της κήρυξης της ακυρότητας. Δεν είναι σωστό. Όπως αιτιολογείται στην υπό 2 μείζονα σκέψη, θα είχε η ενάγουσα το δικαίωμα να απαιτήσει από την εναγόμενη την αποδοχή της εργασίας της αν είχε η υποχρέωση αποδοχής της εργασίας συμφωνηθεί σαφώς ως υποχρέωση της εναγομένης, οπότε θα ήταν αυτή οφειλέτρια που δεν θα τηρούσε την υποχρέωσή της, όχι δανείστρια, ή/και αν η άρνηση της εναγομένης έθιγε υλικά ή ηθικά συμφέροντά της ή επέφερε χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς της.

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν, ήτοι τα έγγραφα που επικαλούνται και τις υπ’ αρίθμ. …./13.02.2013, …. και …./01.3.2013 ένορκες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών (η πρώτη) και της συμβολαιογράφου Αθηνών …… …… βεβαιώσεις, που δόθηκαν μετά εκατέρωθεν εμπρόθεσμη και νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου, αποδεικνύονται τα εξής: Οι διάδικοι συμφώνησαν στις 20 Οκτωβρίου 2004 να παρέχει η ενάγουσα στην εναγόμενη εταιρεία πέντε ημέρες την εβδομάδα εργασία πωλήτριας έναντι μηνιαίου μισθού. Σε εκτέλεση της σύμβασης, η ενάγουσα άρχισε να παρέχει τη συμφωνημένη εργασία από τις 20 Οκτωβρίου 2004, τελούσα υπό τη διαρκή επιτήρηση και εποπτεία της εναγομένης, η οποία είναι μία επιχείρηση εμπορίας ειδών ζωγραφικής και χειροτεχνίας. Από το Φθινόπωρο του 2011 η εναγόμενη άρχισε να καθυστερεί την πληρωμή των δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων της ενάγουσας και άλλων υπαλλήλων. Η ενάγουσα οχλούσε για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της την εναγόμενη, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η εναγόμενη επικαλούνταν ταμειακή δυσχέρεια και δεν κατέβαλε. Έτσι, στις 14 Σεπτεμβρίου 2012 δικαστικός επιμελητής επέδωσε στην εναγόμενη γραπτή κοινή δήλωση της ενάγουσας και ακόμη τεσσάρων εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία οι δηλούντες την προειδοποιούσαν ότι αν εντός των επόμενων δέκα ημερών δεν τους κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές, που για την ενάγουσα ήταν οι μισθοί των μηνών Μαΐου – Αυγούστου 2012, θα έπαυαν να παρέχουν την εργασία τους μέχρις ότου εκπληρώσει. Την ίδια ημέρα (14/9) οι πέντε αυτοί εργαζόμενοι προσέφυγαν και στην Επιθεώρηση Εργασίας και ζήτησαν τη βοήθειά της ώστε να εισπράξουν τις αποδοχές για τις οποίες είχαν δουλέψει. Η εναγόμενη κατέβαλε αυθημερόν στην ενάγουσα το μισθό του Μαΐου 2012, αλλά τα δεδουλευμένα των μηνών Ιουνίου – Αυγούστου 2012 δεν τα κατέβαλε μέχρι το τέλος της προθεσμίας εκπληρώσεως. Έτσι, στις 25 Σεπτεμβρίου 2012 οι πέντε εργαζόμενοι και η ενάγουσα μεταξύ αυτών επέδωσαν με δικαστικό επιμελητή στην εναγόμενη δεύτερη δήλωσή τους, με την οποία άσκησαν δικαίωμα επίσχεσης εργασίας. Η δεύτερη δήλωση δεν ήταν αναγκαία για την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης μετά την κοινοποίηση της πρώτης δήλωσής τους, υποβλήθηκαν ασκόπως σε πρόσθετα έξοδα, πλην η εναγόμενη κατέβαλε τελικά τα οφειλόμενα στην ενάγουσα στις 8 Οκτωβρίου 2012. Μετά την καταβολή η ενάγουσα επέστρεψε στην εργασία της και στις 16 Οκτωβρίου δήλωσε στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου εκκρεμούσε η προσφυγή αυτής και των άλλων τεσσάρων εργαζομένων, ότι εξοφλήθηκε. Την επομένη, 17 Οκτωβρίου 2012, η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και η ενάγουσα έλαβε αυθημερόν γνώση του εγγράφου της καταγγελίας και την αποζημίωση απολύσεως ποσού 5.441,29 ευρώ.

Η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για να τιμωρήσει με τον τρόπο αυτό την ενάγουσα για την άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως και την προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας. Για την καταγγελία είχε ενημερώσει την ενάγουσα ο …… ……, διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης. Της είχε πει, πριν της κοινοποιηθεί το έγγραφο της καταγγελίας, «εγώ ανθρώπους που δαγκώνουν το χέρι που τους ταΐζει δεν τους γουστάρω, σε είχα προειδοποιήσει ότι δεν σηκώνω καταγγελίες και επισχέσεις εδώ μέσα, σήκω φύγε τώρα να δω που θα βρεις άλλη τέτοια δουλειά». Ιδιαίτερα γλαφυρή είναι η περιγραφή της ενόρκως βεβαιούσας …… – …… …… (υπ’ αρίθμ. …./2013 ένορκη βεβαίωση), υπάλληλος και αυτή της εναγομένης και μία από τους πέντε εργαζόμενους που άσκησαν επίσχεση εργασίας και προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας. Η ενόρκως βεβαιούσα βεβαιώνει ότι …… ……, διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης, με αλαζονικό ύφος είχε απειλήσει την ενάγουσα, την ίδια και τους …… ……, …… …… και …… …… με καταγγελία της αντίστοιχης σύμβασης εργασίας σε περίπτωση επίσχεσης εργασίας και προσφυγής στην Επιθεώρηση Εργασίας. Θεωρούσε την επίσχεση εργασίας και την προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας ως αχαριστία και είχε πει σε όλους ότι δεν συγχωρεί την αχαριστία. Πραγματοποίησε την απειλή του, καθώς από το Σεπτέμβριο του 2012 η εναγόμενη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας μόνο αλλά και όλων των εργαζομένων που είχαν δηλώσει επίσχεση εργασίας, της ενάγουσας, της …… …… στις 12 Οκτωβρίου 2012, της ενόρκως βεβαιούσας και της …… …… στις 6 και 12 Δεκεμβρίου 2012, αντίστοιχα.

Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι αιτία της καταγγελίας ήταν η δυσμενής οικονομική συγκυρία, η μείωση του τζίρου της, που κατέστησε επιτακτική τη μείωση των δαπανών μέσω και απολύσεων προσωπικού με στόχο τη συνέχιση της λειτουργίας της. Αρνείται κάθε κίνητρο εκδίκησης και υποστηρίζει ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του …… …… παρότι και αυτός είχε ασκήσει επίσχεση εργασίας. Ειδικά για την ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασής της στα πλαίσια του σχεδίου της για μείωση των δαπανών, μετά στάθμιση των προσόντων αυτής και των δικών της αναγκών σε προσωπικό.

Είναι βέβαιο και αποδεδειγμένο γεγονός η οικονομική ύφεση, που έπληξε κυρίως τον κλάδο παροχής υπηρεσιών, διότι σχεδόν μηδενίσθηκε η ζήτηση υπηρεσιών κατά τα έτη 2011 και 2012. Στο περιβάλλον αυτό, είναι βέβαιο ότι υπέστη μεγάλες απώλειες εσόδων και η εναγόμενη και η απολύσεις προσωπικού ήταν αναγκαίες, μεταξύ άλλων, προκειμένου να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς ζημίες ή χωρίς καταστροφικές ζημίες. Η καταγγελία όμως της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, την ημέρα και υπό τις περιστάσεις που ασκήθηκε, είχε ως αίτιο και την τιμωρία της για την προηγούμενη επίσχεση εργασίας και την προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας, είναι βέβαιο. Μπορεί τα αίτια της καταγγελίας να ήταν και άλλα, όπως η μείωση των δαπανών της εναγομένης μέσω της μείωσης των δαπανών μισθοδοσίας και η επιλογή της εναγομένης να έγινε μεταξύ των υπαλλήλων με τα προσόντα χαμηλότερης στάθμης και εξειδίκευσης, η τιμωρία της όμως για την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας αποτέλεσε ένα επιπλέον αίτιο, με βαρύνουσα σημασία στην απόφαση της εναγομένης και αυτό αρκεί για την ακυρότητα της καταγγελίας. Η ενάγουσα από την πλευρά της ίσως ήταν κάπως υπερβολική στη διεκδίκηση των δεδουλευμένων της κατά την έννοια του άρθρου 289 του Α.Κ.. Ίσως έπρεπε να είναι περισσότερο διαλλακτική και να σταθμίσει την οικονομική συγκυρία, να επιλέξει αν θα συνεχίσει την εργασία της ή θα αποχωρήσει, πλην η αντίδραση της εναγομένης δεν δικαιολογείται, αποτελεί συμπεριφορά ενδεικτική εξουσιαστή προς εξουσιαζόμενο, όχι εργοδότη προς εργαζόμενο, όπου πρέπει να κυριαρχεί ο αμοιβαίος σεβασμός, καταρχήν της προσωπικότητας των μερών. Η ενάγουσα διεκδίκησε δεδουλευμένες αποδοχές, δεν έκανε έγκλημα. Ίσως παρασύρθηκε κάπως από άλλους συναδέλφους της, με τη σύμπραξη ενδεχομένως και δικηγόρου, η πραγματικότητα παραμένει όμως ότι διεκδίκησε τις αποδοχές της και καταγγελία σύμβασης εργασίας με αιτία (και) ένα τέτοιο γεγονός δεν νοείται από εργοδότη.

Η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης κρίνεται, ενόψει των ανωτέρω, άκυρη ως καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επέβαλαν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα χρηστά ήθη. Επικαλούμενη η ενάγουσα τη σχετική ακυρότητα της καταγγελίας με την αγωγή, η άσκηση της οποίας ολοκληρώθηκε με την επίδοσή της στην εναγόμενη στις 15 Ιανουαρίου 2013, δικαιούται μισθούς και επιδόματα εορτών και άδειας κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της εναγομένης, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής και μετά τη συζήτηση, μέχρις ότου η εναγόμενη διακόψει την υπερημερία της με νόμιμο τρόπο ή/και τυχόν περαιτέρω διεκδίκηση της ενάγουσας καταστεί καταχρηστική, δοθέντος ότι υπάρχει βάσιμος φόβος ότι η εναγόμενη ως οφειλέτρια θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής και στο μέλλον, όπως συνάγεται από τη μέχρι τώρα συμπεριφορά της (άρθρο 69 παρ. 1στ’ του Κ.Πολ.Δ.).

Ο μισθός της ενάγουσας ήταν κατά το χρόνο της καταγγελίας 1.040 ευρώ και είχε μειωθεί από το ποσό των 1.150 ευρώ μετά πρόταση της εναγομένης που η ενάγουσα αποδέχθηκε από τις 18 Ιανουαρίου 2012. Η αποδοχή της ενάγουσας έχει καταγραφή σε έντυπο υπό τον τίτλο «υπεύθυνη δήλωση», όπου αναφέρεται εκεί ότι η συμφωνία για τη μείωση των αποδοχών θα ισχύσει μέχρι τις 16 Ιανουαρίου 2013. Από την αποδοχή της ενάγουσας συνάγεται το περιεχόμενο της πρότασης της εναγομένης, περί μειώσεων των αποδοχών της από 18 Ιανουαρίου 2012 έως 16 Ιανουαρίου 2013, όχι όμως επάνοδος των αποδοχών στα πριν τη μείωση επίπεδα. Δεν προκύπτει ότι η συμφωνία ήταν οι αποδοχές της εναγομένης να επανέλθουν στα 1.150 ευρώ μετά τις 16 Ιανουαρίου 2013. Τότε οι διάδικοι θα έπρεπε να συμφωνήσουν και πάλι για τις αποδοχές της ενάγουσας και θα μπορούσαν να τις αυξήσουν ή να τις μειώσουν. Έπεται ότι η ενάγουσα δικαιούται 1) μέρος 416 ευρώ του μισθού του Οκτωβρίου 2012, από τις 17 του μηνός, 2) τους ένδεκα μισθούς των μηνών Νοεμβρίου 2012 – Σεπτεμβρίου 2013, 3) μέρος 540,80 ευρώ του μισθού του Οκτωβρίου 2013, μέχρι τις 16 του μηνός, 4) μέρος 346,66 ευρώ του επιδόματος Χριστουγέννων 2012, το οποίο ζητεί, 5) επίδομα Πάσχα 2013 ποσού 520 ευρώ, 6) επίδομα άδειας 2013 ποσού 520 ευρώ, 7) μέρος 851,95 ευρώ του επιδόματος Χριστουγέννων 2013, το οποίο ζητεί (σαν να έχει η σύμβαση λυθεί).

Ισχυρίζεται αμυνόμενη η εναγόμενη, ότι η ενάγουσα ασκεί καταχρηστικά την αξίωση επιδίκασης μισθών και επιδομάτων κατά τη διάρκεια της υπερημερίας. Η καταχρηστικότητα στη συμπεριφορά της έγκειται, κατά τη γνώμη της, στο γεγονός, 1) ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι η απόλυσή της ήταν επιβεβλημένη από οικονομοτεχνικούς λόγους, 2) ότι αντιμετώπιζε η εναγόμενη οικονομικά προβλήματα και είχε συμφωνήσει με την ενάγουσα σε μείωση των αποδοχών αυτής, 3) ότι η επιλογή της ενάγουσας για την καταγγελία της σύμβασης έγινε με βάση αντικειμενικά κριτήρια, 4) ότι η έκταση της αξίωσης σε χρόνο μετά τη συζήτηση της αγωγής καθιστά την αξίωση εξόχως καταχρηστική. Ακολούθως, προβάλλει ένσταση συμψηφισμού 1) των χρημάτων που η ενάγουσα έχει ενδεχομένως εισπράξει ως επίδομα ανεργίας από τον Ο.Α.Ε.Δ. και 2) της αποζημίωσης απόλυσης που της καταβλήθηκε.

Επί των ισχυρισμών της εναγομένης, λεκτέα τα ακόλουθα: Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επί των μισθών και επιδομάτων κατά τη διάρκεια της υπερημερίας, ως έχει, είναι μη νόμιμη. Αν η εναγόμενη δεν μπορούσε να πληρώνει την ενάγουσα έπρεπε να την απολύσει ή να λάβει άλλα μέτρα πρόσφορα για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Όσο την απασχολούσε, είχε υποχρέωση να της καταβάλει το μισθό και τα προβλεπόμενα από τη σύμβαση και τη νομοθεσία επιδόματα. Κατά τα λοιπά, έχει παραπάνω αιτιολογηθεί ότι η καταγγελία οφείλεται και σε πρόθεση τιμωρίας της ενάγουσας, οπότε δεν έχουν έννομη σημασία οι αιτιάσεις της εναγομένης περί υπάρξεως και άλλων αιτίων που προκάλεσαν την καταγγελία. Σε ότι αφορά στην ένσταση συμψηφισμού, αυτή είναι μη νόμιμη ως προς το συμψηφισμό του επιδόματος ανεργίας, για πολλούς λόγους, κυρίως, και πέραν των θεμάτων αοριστίας και παραδεκτού που έχει ο ισχυρισμός, διότι το επίδομα ανεργίας δεν συμψηφίζεται με τις καταβολές του εργοδότη, ο οποίος δεν ωφελείται και δεν βλάπτεται από τις παροχές του Κράτους προς τον εργαζόμενό του. Η ένσταση συμψηφισμού της αποζημίωσης απόλυσης είναι νόμιμη και βάσιμη στην ουσία, ως αποτέλεσμα δε έχει την απόσβεση των αμοιβαίων χρηματικών απαιτήσεων των διαδίκων, όσο οι απαιτήσεις αυτές καλύπτονται μεταξύ τους (άρθρο 440 του Α.Κ.), με προσφυγή λόγω της ύπαρξης περισσότερων χρεών προς την πλευρά της ενάγουσας στον κανόνα καταλογισμού του άρθρου 422 του Α.Κ.). Μετά την πρόταση συμψηφισμού της αποζημίωσης απόλυσής ποσού 5.441,29 ευρώ, που η ενάγουσα εισέπραξε, αυτή δικαιούται 1) μέρος 174,71 ευρώ του μισθού του Μαρτίου 2013, 2) τους έξι μισθούς των μηνών Απριλίου – Σεπτεμβρίου 2013, 3) μέρος 540,80 ευρώ του μισθού του Οκτωβρίου 2013, μέχρι τις 16 του μηνός, 4) μέρος 346,66 ευρώ του επιδόματος Χριστουγέννων 2012, το οποίο ζητεί, 5) επίδομα Πάσχα 2013 ποσού 520 ευρώ, 6) επίδομα άδειας 2013 ποσού 520 ευρώ, 7) μέρος 851,95 ευρώ του επιδόματος Χριστουγέννων 2013.

Περαιτέρω, λόγω (α) της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και (β) της άλλης προσβολής της προσωπικότητάς της κατά την ανακοίνωση της απόλυσής της από το διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης …… ……, κρίνεται η ενάγουσα δικαιούχος χρηματικής ικανοποίησης 1.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, λαμβανομένων για την επιμέτρηση της χρηματικής ικανοποίησης υπόψη των ανωτέρω περιστάσεων της προσβολής, της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης, η οποία είναι μία εμπορική επιχείρηση σημαντικού μεγέθους, της οικονομικής από την άλλη πλευρά και κοινωνικής κατάστασης της ενάγουσας, η οποία είναι μία άνεργη γυναίκα γεννηθείσα το έτος 1979, παντρεμένη με ένα ανήλικο παιδί.

Η αγωγή πρέπει κατά το νόμιμο μέρος της να γίνει εν μέρει δεκτή στην ουσία και η εναγόμενη να καταδικασθεί να πληρώσει στην ενάγουσα ό,τι κρίνεται ότι της αναλογεί, 1) με τόκο υπερημερίας α) για τους μισθούς κατά τη διάρκεια της υπερημερίας, από την πρώτη του επομένου κάθε υπερημερίας αποδοχής της εργασίας μηνός, δοθέντος ότι ο μισθός είχε συμφωνηθεί για εργασία μηνός και ήταν καταβλητέος στο τέλος του μηνός (άρθρα 655 εδ. α’, 341 εδ. α’ και 345 εδ. α’ του Α.Κ.), β) για τα επιδόματα Χριστουγέννων 2012 και 2013, από τις 22 του αντίστοιχου Δεκεμβρίου, γ) για το επίδομα Πάσχα 2013, από τη Μεγάλη Πέμπτη του Πάσχα 2013 (άρθρα 10 παρ. 1 της Υ.Α. 19040/1981, 341 και 345 εδ. α’ του Α.Κ.), δ) για το επίδομα άδειας 2013, από την 1η Ιανουαρίου 2014 (άρθρα 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, 341 και 345 εδ. α’ του Α.Κ.), 2) για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (άρθρο 346 εδ. α’ του Α.Κ.). Περαιτέρω, πρέπει α) η απόφαση να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, κατά το σχετικό αίτημα, διότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι αναφερόμενοι και στο είδος των επιδικαζόμενων απαιτήσεων, αφετέρου διότι δεν πιθανολογείται ότι η εναγόμενη θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη από την άμεση εκτέλεση (άρθρο 908 του Κ.Πολ.Δ.), β) να καταδικασθεί η εναγόμενη στα αιτούμενα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, του μέρους μόνο των εξόδων που αναλογεί στην έκταση της νίκης του (άρθρα 178 παρ. 1 και 189 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 έως 676 του Κ.Πολ.Δ. παρόντων των διαδίκων,

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίνεται στο σκεπτικό ως απορριπτέο,

ΔΕΧΕΤΑΙ την ένσταση συμψηφισμού και την αγωγή εν μέρει και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα 1) μέρος 174,71 ευρώ του μισθού του Μαρτίου 2013, 2) τους έξι μισθούς των μηνών Απριλίου – Σεπτεμβρίου 2013, 3) μέρος 540,80 ευρώ του μισθού του Οκτωβρίου 2013, μέχρι τις 16 του μηνός, 4) μέρος 346,66 ευρώ του επιδόματος Χριστουγέννων 2012, το οποίο ζητεί, 5) επίδομα Πάσχα 2013 ποσού 520 ευρώ, 6) επίδομα άδειας 2013 ποσού 520 ευρώ, 7) μέρος 851,95 ευρώ του επιδόματος Χριστουγέννων 2013, με τόκο υπερημερίας α) για τους μισθούς κατά τη διάρκεια της υπερημερίας, από την πρώτη του επομένου κάθε υπερημερίας αποδοχής της εργασίας μηνός, β) για τα επιδόματα Χριστουγέννων 2012 και 2013, από τις 22 του αντίστοιχου Δεκεμβρίου, γ) για το επίδομα Πάσχα 2013, από τη Μεγάλη Πέμπτη του Πάσχα 2013, δ) για το επίδομα άδειας 2013, από την 1η Ιανουαρίου 2014, 8) χρηματική ικανοποίηση χιλίων (1.000) ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, με τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, 9) τα δικαστικά της έξοδα ποσού τετρακοσίων εβδομήντα (470) ευρώ.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, πλην των επιδικαζόμενων δικαστικών εξόδων.

Δημοσιεύθηκε στις 25 Αυγούστου 2014, σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies