Περίληψη:
Υπόθεση: Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για χορήγηση άδειας επιβολής κατάσχεσης στα χέρια Δήμου ως τρίτου, κατά εργαζομένης του Δήμου, προς ικανοποίηση απαίτησης που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση για δεδουλευμένες αποδοχές.
Πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα διατηρεί απαίτηση βάσει τελεσίδικης απόφασης για δεδουλευμένους μισθούς και επιδόματα. Η καθ’ ης εργοδότρια εργάζεται σε Δήμο με σύμβαση αορίστου χρόνου. Η αιτούσα επέδωσε επιταγή προς πληρωμή και ζήτησε άδεια κατάσχεσης όλων των απαιτήσεων της εργοδότριας κατά του Δήμου στα χέρια του ως τρίτου.
Ζητήματα: 1) Εάν απαιτείται άδεια δικαστηρίου για κατάσχεση στα χέρια ΟΤΑ, 2) Εάν οι μισθοί είναι ακατάσχετοι, 3) Εάν επιτρέπεται κατάσχεση μελλοντικών απαιτήσεων από εργασιακή σχέση, 4) Εάν συντρέχει κατάχρηση δικαιώματος.
Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: Άρθρο 4 παρ. 2 του Ν.Δ. 31/1968 για την απαιτούμενη άδεια δικαστηρίου για κατάσχεση στα χέρια ΟΤΑ, άρθρο 982 ΚΠολΔ το ακατάσχετο των μισθών, άρθρο 281 ΑΚ (κατάχρηση δικαιώματος), άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ (ασφαλιστικά μέτρα), άρθρο 176 ΚΠολΔ (κατάσχεση μελλοντικών απαιτήσεων).
Η κρίση του δικαστηρίου: Το δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση και χορήγησε άδεια κατάσχεσης παρουσών και μελλοντικών απαιτήσεων της αιτούσας κατά της εργοδότριας, στα χέρια του Δήμου ως τρίτου, εκτός από τις απαιτήσεις μισθού που είναι ακατάσχετες. Απέρριψε την ένσταση για κατάχρηση δικαιώματος καθώς η αιτούσα είχε ήδη επιβάλει άκαρπες κατασχέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς με ελάχιστα υπόλοιπα. Επέτρεψε την κατάσχεση μελλοντικών αποζημιώσεων.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός απόφασης
2809/2025
ΤΟ
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Μπαϊρακτάρη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, η οποία ορίστηκε με κλήρωση.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2024, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: ………… του …………, κατοίκου ………… Αττικής (οδός ………… αρ…), η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου, που προσκόμισε το υπ’ αριθμ. ………… /2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ.
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) Του ………… με την επωνυμία «Δήμος …………», που εδρεύει στην ………… (………… αρ…) και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαζουρά που απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής προείσπραξης της δικηγορικής αμοιβής σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ.3 περιπτ.δ’ του ν.4194/2013 (Κώδικα Δικηγόρων) και 2) …………, κατοίκου ………… (οδός ………… αρ…), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Παπατσώρη. Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 25-6-2024 αίτησή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό …./…/25-6-2024 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙA
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 4 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. καταργούνται οι διατάξεις νόμων που επιβάλλουν άδεια του δικαστηρίου για την επιβολή κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, αν και ο δανειστής έχει τίτλο εκτελεστό. Ακολούθησε, όμως, νεότερη διάταξη και συγκεκριμένα το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν.Δ. 31/1968, το οποίο ορίζει ότι κατάσχεση στα χέρια των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως τρίτων μπορεί να επιβληθεί μόνο κατόπιν αδείας του κατά τόπον αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου και με τις λοιπές ισχύουσες κάθε φορά για το Δημόσιο προϋποθέσεις, η οποία (άδεια) χορηγείται κατόπιν αιτήσεως του επιθυμούντος να προβεί στην κατάσχεση. Προς τούτο απαιτείται όχι μόνον η ύπαρξη εκτελεστού τίτλου, αλλά και η προηγούμενη κοινοποίηση επιταγής προς πληρωμή στον οφειλέτη, καθόσον η κατάσχεση στα χέρια τρίτου αποτελεί μέσο της αναγκαστικής εκτέλεσης και προϋποθέτει την προδικασία αυτής (ΑΠ 1025/2023, ΕφΘεσ. 951/2024, ΜΠρΑθ 3344/2023, ΜΠρΑθ 6154/2023, ΜΠρΒερ 188/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά την κρατούσα στη θεωρία και νομολογία άποψη, σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου υπόκεινται και απαιτήσεις μελλοντικές και όταν είναι ενδεχόμενες, υπό αίρεση ή προθεσμία, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης αυτής υφίσταται η έννομη σχέση, από την οποία, ως δικαιοπαραγωγική αιτία, απορρέει η άνω απαίτηση, αλλιώς, αν δεν υφίσταται αυτή (έννομη σχέση), η απαίτηση δεν είναι πλέον απλώς προσδοκώμενη, αλλά εντελώς ανύπαρκτη, αφού η προσδοκία της ύπαρξής της ανάγεται και στην προσδοκία της πηγής από την οποία θ’ απορρεύσει. Η απαίτηση, όμως, κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης πρέπει να δύναται να προσδιορισθεί κατ’ είδος και οφειλέτη, ανεξάρτητα αν κατά πόσο είναι αόριστη (ΜΠρΠατρ 862/2023, ΜΠρΑθ 4086/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτησή της, η αιτούσα εκθέτει ότι διατηρεί εργατικές αξιώσεις ύψους 15.945,48 ευρώ κατά της δεύτερης καθ’ ης, απορρέουσες από την υπ’ αριθμό 1358/2013 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ότι κοινοποίησε σε αυτήν στις 18-6-2024 αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της πιο πάνω απόφασης με την κάτωθι αυτού από 14-6-2024 επιταγή προς πληρωμή του οφειλόμενου πιο πάνω ποσού. Ότι η δεύτερη καθ’ ης εργαζόταν ως εργάτρια Υ.Ε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αρχικά στο νπδδ με την επωνυμία «…………..» και μετά την κατάργηση αυτού στον πρώτο καθ’ ου Δήμο ……………, ότι ως εκ τούτου διατηρεί απαιτήσεις κατά του πρώτου καθ’ ου για τις εκ πάσης φύσεως περιοδικώς καταβαλλόμενες αποδοχές και αποζημιώσεις για την παροχή εργασίας της, καθώς και μελλοντικές αξιώσεις για αποζημίωση απόλυσης σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ή σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας της λόγω συνταξιοδότησης ή σε περίπτωση αποχώρησής της με τη συγκατάθεση του εργοδότη της ή σε κάθε άλλη νόμιμη περίσταση που προβλέπεται η καταβολή αποζημίωσης από τον εργοδότη της. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί να της παρασχεθεί η άδεια να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια του πρώτου καθ’ ου ως τρίτου, κάθε απαίτησης, παρούσας ή μελλοντικής, της δεύτερης καθ’ ης έναντι αυτού, μέχρι του ποσού των 15.945,48 ευρώ. Τέλος, ζητεί να καταδικαστούν οι καθ’ων στη δικαστική της δαπάνη.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου κατά την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. Κ.Πολ.Δ.). Κατά το μέρος με το οποίο ζητείται άδεια επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης, εις χείρας του πρώτου καθ’ ου η αίτηση, των απαιτήσεων της δεύτερης καθ’ ης η αίτηση για μισθούς που δικαιούται να λάβει για την παρεχόμενη εργασία της, η αίτηση είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 982 ΚΠολΔ εξαιρούνται από την κατάσχεση οι απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό. Κατά τα λοιπά η αίτηση είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2 του Ν.Δ. 31/1968, 982 παρ. 1 εδ. α και 176 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως η αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης ………… του ………… που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Η αιτούσα άσκησε κατά της δεύτερης καθ’ ης η αίτηση την από 12-11-2012 και με αριθμό κατάθεσης ………… /19-11-2012 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία, εκθέτοντας ότι είχε προσληφθεί από αυτήν στις 8-12-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος στην επιχείρησή της σε πενθήμερη βάση και με πλήρες ωράριο, έναντι μεικτών μηνιαίων αποδοχών ποσού 871,96 ευρώ, ότι απασχολήθηκε έως την 31-10-2011 οπότε η δεύτερη καθ’ ης κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της και ότι η δεύτερη καθ’ ης δεν της είχε καταβάλει και εξακολουθούσε να της οφείλει τους δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Μαΐου 2011 έως και Οκτωβρίου 2011, τα επιδόματα αδείας και Χριστουγέννων του έτους 2011, συνολικού ύψους 6.371,15 ευρώ, ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό με βάση τη σύμβαση εργασίας της άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμοτόκως, καθώς και να καταδικαστεί στη δικαστική της δαπάνη. Η ανωτέρω αγωγή συζητήθηκε στις 10-6-2013 ερήμην της δεύτερης καθ’ ης και ακολούθως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1358/2013 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώθηκε η δεύτερη καθ’ ης να καταβάλει στην αιτούσα το ποσό των 5.231,76 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Μαΐου 2011 έως και Οκτωβρίου 2011, το επίδομα αδείας του έτους 2011 ποσού 435,98 ευρώ και την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων ποσού 703,41 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 6.371 ευρώ, όσον αφορά τις δεδουλευμένες αποδοχές νομιμοτόκως από το τέλος εκάστου μηνός και όσον αφορά το επίδομα αδείας και το επίδομα Χριστουγέννων από τη λύση της σύμβασης έως την εξόφληση, κηρύχθηκε η απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς το ήμισυ του επιδικασθέντος ποσού και επιβλήθηκαν σε βάρος της δεύτερης καθ’ ης τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, ποσού 270 ευρώ. Η δεύτερη καθ’ ης προσέβαλε την ανωτέρω απόφαση με την από 21-11-2013 έφεσή της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών με αριθμό κατάθεσης …/22-11-2013 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τη με αριθμ. …./…../20-12-2013 έκθεση κατάθεσης, κατά τη δικάσιμο της 17-10-2014, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 24-11-2017, οπότε συζητήθηκε ερήμην της τότε εκκαλούσας- δεύτερης καθ’ ης η υπό κρίση αίτηση και ακολούθως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 11517/12-12-2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή της ως ανυποστήρικτη και επιβλήθηκαν σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα της τότε εφεσίβλητης-αιτούσας της υπό κρίση αίτησης, για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, ποσού 250 ευρώ. Από το υπ’ αριθμ. …./10-5-2021 πιστοποιητικό του Τμήματος αρχείου και ποινικών ενδίκων μέσων του Ειρηνοδικείου Αθηνών, προκύπτει δε ότι δεν ασκήθηκε κανένα άλλο τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο κατά της ανωτέρω απόφασης. Η αιτούσα επέδωσε στις 18-6-2024 στη δεύτερη καθ’ ης αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθμ. 1358/2013 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών), με την κάτωθι αυτού από 14-6-2024 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία επιτάχθηκε να της καταβάλει α) το ποσό των 6.371 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, β) το ποσό των 8.676,28 ευρώ για νόμιμους τόκους, γ) το ποσό των 270 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, δ) το ποσό των 250 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, ε) το ποσό των 334,80 ευρώ για έξοδα σύνταξης της επιταγής προς πληρωμή και στ) το ποσό των 43,40 ευρώ για έξοδα κοινοποίησης, ήτοι το συνολικό ποσό των 15.945,48 ευρώ, νομιμοτόκως, πλην του κονδυλίου των τόκων, από την επίδοση της επιταγής μέχρι την εξόφληση και για την περίπτωση μη συμμόρφωσης επιπλέον το ποσό των 35 ευρώ για σύνταξη εντολής προς εκτέλεση και δικαιώματα. Πιθανολογήθηκε ότι η δεύτερη καθ’ ης δεν έχει προβεί σε καμία καταβολή προς την αιτούσα και εξακολουθεί να της οφείλει το ανωτέρω ποσό. Πιθανολογήθηκε επίσης ότι η δεύτερη καθ’ ης εργαζόταν δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στο νπδδ με την επωνυμία «…………», με την ειδικότητα εργατών γενικών καθηκόντων. Το ανωτέρω νπδδ καταργήθηκε αυτοδικαίως στις 31-12-2023 σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ν. 5056/2023 και από 1-1-2024 οι αρμοδιότητές του ασκούνται από τον ………… – πρώτο καθ’ ου η αίτηση. Πιθανολογήθηκε ότι η 2η καθ’ ης εξακολουθεί να εργάζεται στη Διεύθυνση του ανωτέρω καταργηθέντος νπδδ του πρώτου καθ’ ου η αίτηση, με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, του κλάδου ΥΕ εργατών γενικών καθηκόντων, με ειδικότητα εργατών γενικών καθηκόντων και οι τακτικές μεικτές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται σε 936 ευρώ και οι τακτικές καθαρές μηνιαίες αποδοχές της σε 795,37 ευρώ (βλ. το υπ’ αριθμ.πρωτ. …./25-9-2024 έγγραφο του Τμήματος ανθρωπίνου δυναμικού του πρώτου καθ’ ου). Ως εκ τούτου πιθανολογείται ότι η δεύτερη καθ’ ης διατηρεί κατά του πρώτου καθ’ ου απαιτήσεις από την ανωτέρω σύμβαση εργασίας της. Ειδικότερα, εκτός από τις απαιτήσεις της που συνιστούν μισθό, οι οποίες είναι όπως προαναφέρθηκε, ακατάσχετες σύμφωνα με το άρθρο 982 ΚΠολΔ, διατηρεί απαιτήσεις για τις λοιπές παροχές του εργοδότη της που χορηγούνται ή πρόκειται να χορηγηθούν σε αυτήν, καθώς και μελλοντικές απαιτήσεις για αποζημίωση απόλυσης σε περίπτωση που καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας της από τον εργοδότη της και για αποζημίωση σε περίπτωση αποχώρησής της ή απόλυσής της λόγω συνταξιοδότησης. Συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να χορηγηθεί στην αιτούσα η άδεια αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια του πρώτου καθ’ ου, των σχετικών απαιτήσεων της δεύτερης καθ’ ης έναντι αυτού. Το πρώτο καθ’ ου ισχυρίζεται ότι το σχετικό δικαίωμα της αιτούσας ασκείται καταχρηστικώς διότι ενώ θα μπορούσε να ικανοποιήσει την απαίτησή της επιβάλλοντας κατάσχεση στις τραπεζικές καταθέσεις και στην ακίνητη περιουσία που διαθέτει η δεύτερη καθ’ ης, επέλεξε κακόπιστα να επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του, γνωρίζοντας ότι η μόνη απαίτηση που διατηρεί κατά αυτού η δεύτερη καθ’ ης είναι η απαίτηση για τον μισθό της, που είναι ακατάσχετη και ότι ως εκ τούτου θα είναι ατελέσφορη η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση. Ο ανωτέρω ισχυρισμός του αποτελεί νόμιμη ένσταση στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, καθώς πιθανολογήθηκε αφενός ότι η δεύτερη καθ’ ης διατηρεί έναντι αυτού και άλλες απαιτήσεις από τη σύμβαση εργασίας της εκτός από εκείνες που συνιστούν μισθό, αφετέρου ότι η αιτούσα είχε επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών …………» και «…………», στις απαιτήσεις της δεύτερης καθ’ ης κατά αυτών, δυνάμει του από 11-11-2013 κατασχετηρίου και οι ανωτέρω ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες είχαν υποβάλει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών τις υπ’ αριθμ. ………… /2013 και ………… /2013 δηλώσεις τρίτου αντίστοιχα, με τις οποίες είχαν δηλώσει, η μεν πρώτη ότι το υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών της δεύτερης καθ’ ης ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 40,16 ευρώ, η δε δεύτερη ότι το υπόλοιπο των τραπεζικών λογαριασμών της δεύτερης καθ’ ης ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 22,05 ευρώ, ενώ δεν πιθανολογήθηκε ότι δεύτερη καθ’ ης διαθέτει ακίνητη περιουσία, καθώς δεν προσκομίστηκε κανένα σχετικό έγγραφο.
Με βάση τα προεκτεθέντα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη και να χορηγηθεί στην αιτούσα η άδεια να κατάσχει αναγκαστικά εις χείρας του πρώτου καθ’ ου η αίτηση, ως τρίτου, κάθε απαίτησης παρούσας ή μέλλουσας της δεύτερης καθ’ ης έναντι αυτού, πλην των απαιτήσεων που συνιστούν μισθό οι οποίες είναι ακατάσχετες, μέχρι του ποσού των 15.945,48 ευρώ. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων της αιτούσας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των καθ’ ων η αίτηση, λόγω της εν μέρει ήττας τους (άρθρο 178 ΚΠολΔ), με την επισήμανση ότι ως προς το πρώτο καθ’ ου τα δικαστικά έξοδα ορίζονται μειωμένα κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 σε συνδυασμό και με άρθρο 22 νόμου 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.
ΧΟΡΗΓΕΙ στην αιτούσα την άδεια να κατάσχει αναγκαστικά, εις χείρας του πρώτου καθ’ ου η αίτηση ως τρίτου, κάθε απαίτηση παρούσα ή μέλλουσα της δεύτερης καθ’ ης η αίτηση έναντι αυτού, πλην των απαιτήσεών της που συνιστούν μισθό οι οποίες είναι ακατάσχετες, μέχρι του ποσού των δεκαπέντε χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και σαράντα οχτώ λεπτών (15.945,48 €), προς ικανοποίηση της αναφερόμενης στο σκεπτικό της παρούσας ισόποσης απαίτησης της αιτούσας.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των καθ’ ων η αίτηση μέρος των δικαστικών εξόδων της αιτούσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των εκατό (100) ευρώ για το πρώτο καθ’ ου η αίτηση και στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για τη δεύτερη καθ’ ης η αίτηση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 5/5/2025
