απόλυσηεγκυμοσύνη - μητρότητα - πατρότηταΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 2926/2013

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Εικονική σύμβαση εργασίας κατά το πρόσωπο του εργοδότη. Οι ενάγοντες σύναψαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αρχικώς ορισμένου και τελικώς αορίστου χρόνου, με την δεύτερη εναγόμενη και προ αυτής με άλλες μη εναγόμενες εταιρίες, εικονικά αναφερόμενες στις συμβάσεις εργασίας ως άμεσες εργοδότριες, οι οποίες όμως, στην πραγματικότητα, διέθεσαν τους ενάγοντες ως προσωπικό στην πρώτη εναγόμενη, εκείνη δε, ως έμμεση εργοδότρια, κατέβαλε τις αποδοχές και καθόριζε τον τόπο, χρόνο και τρόπο εργασίας των εναγόντων. Οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, με τη συμπλήρωση 18μηνης απασχόλησής τους στην πρώτη εναγόμενη, μετατράπηκαν, αυτοδίκαια κατ’ άρθρο 22 παρ. 4 – 5 Ν. 2956/2001, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου μεταξύ έκαστου των εναγόντων και της πρώτης εναγόμενης. Πλην όμως, επειδή για τους έμμεσους εργοδότες, που υπάγονται στις διατάξεις του Ν. 2190/1994, όπως είναι και η πρώτη εναγόμενη απαγορεύεται η κατάρτιση συμβάσεων προσωρινής απασχόλησης εργαζομένων σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 24 περ. γ’ Ν. 2956/2001, συνεπάγεται ότι, οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων με την πρώτη εναγόμενη είναι άκυρες, ως αντίθετες στην παραπάνω απαγορευτική διάταξη νόμου, ισχύουσες μόνο ως απλές σχέσεις εργασίας. Απόλυση εγκύου άνευ σπουδαίου λόγου. Η νομοθετική απαγόρευση απόλυσης κατά το διάστημα εγκυμοσύνης εφαρμόζεται και στις άκυρες συμβάσεις εργασίας, που ισχύουν ως απλές σχέσεις εργασίας, των εγκύων εργαζομένων. Επιδικάζει στους εργαζόμενους το συνολικό ποσό των 40.552,77 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 2926/2013

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. Κ.Πολ.Δ.)

Αποτελούμενο από τον δικαστή Παναγιώτη Κατσικερό, -Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και την γραμματέα Αικατερίνη Σπυροπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 6-3-2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

των εναγόντων [1] ……….., κατοίκου ……….., [2] ……….., κατοίκου ……….., [3] ……….., κατοίκου ……….., [4] ……….., κατοίκου ……….., [5] ……….., κατοίκου ……….., [6] ……….., κατοίκου ……….., [7] ……….., κατοίκου ……….. και [8] ……….., κατοίκου ……….., εκ των οποίων παραστάθηκαν η 7η μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Δημητρίου Βλαχόπουλου και οι λοιποί διά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Αλέξανδρου Λεοντόπουλου – Βαμβέτσου

των εναγόμενων [1] ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο «………..», εδρεύουσας στον ……….. Αττικής (………..) και νομίμως εκπροσωπούμενης, που παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Χρήστου Καρέτσου και [2] ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………..» (πρώην «………..»), εδρεύουσας στα ……….. Αττικής (………..) και νομίμως εκπροσωπούμενης, που δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 27-10-2010 (αρ. κατάθεσης ………../1-11- 2010) αγωγή τους, που προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο της 5/11/2012, οπότε αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά την συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εναγόντων και της πρώτης εναγόμενης ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ. αρ. ………../1-11-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Γεωργίου Μπισμπίκη, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη εναγόμενη, κατ’ άρθρα 122 παρ. 1, 123, 128 παρ. 4, 129 παρ. 2, 229 και 591 παρ. 1 α Κ.Πολ.Δ., επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενής αγωγής με πράξη προσδιορισμού ως δικασίμου της 5/11/2012 και κλήση προς συζήτηση. Έλαβε έτσι γνώση η δεύτερη εναγόμενη τόσο του δικογράφου της αγωγής όσο και της ανωτέρω δικασίμου, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την παρούσα δικάσιμο της 6-3-2013, κατά την οποία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου από τη σειρά του οικείου πινακίου, η δεύτερη εναγόμενη δεν εμφανίσθηκε και δεν έλαβε μέρος στην παρούσα συζήτηση. Η μετά από αναβολή εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, όσον αφορά την 7η ενάγουσα (καθώς οι λοιποί ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής κατά της δεύτερης εναγόμενης, όπως θα λεχθεί κατωτέρω), πρέπει η δεύτερη εναγόμενη να δικασθεί ερήμην, χωρίς όμως να παράγεται εκ της ερημοδικίας της τεκμήριο ομολογίας της ιστορικής βάσης της αγωγής, το δε Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 Κ.Πολ.Δ.).

Με την κρινόμενη αγωγή, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της, οι ενάγοντες επικαλούνται ότι σύναψαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αρχικώς ορισμένου και τελικώς αορίστου χρόνου, με την δεύτερη εναγόμενη και προ αυτής με άλλες μη εναγόμενες εταιρίες, εικονικά αναγραφόμενες στις συμβάσεις εργασίας ως άμεσες εργοδότριες, οι οποίες όμως, στην πραγματικότητα, διέθεσαν τους ενάγοντες ως προσωπικό στην πρώτη εναγόμενη, εκείνη δε, ως έμμεση εργοδότρια, κατέβαλε τις αποδοχές και καθόριζε τον τόπο, χρόνο και τρόπο εργασίας των εναγόντων, για τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, από την πρόσληψή τους μέχρι την 1/9/2010, οπότε η πρώτη εναγόμενη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτών, καταγγέλλοντας, χωρίς έγγραφο και αποζημίωση απόλυσης, επομένως ακύρως, τις εργασιακές συμβάσεις τους. Ζητούν δε οι ενάγοντες (μετά από παραίτηση αυτών – πλην της 7ης ενάγουσας – από το δικόγραφο της αγωγής ως προς την δεύτερη εναγόμενη και περιορισμό των χρηματικών αγωγικών αιτημάτων [i] μισθών υπερημερίας, κατά ποσό και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, εκ μέρους της 7ης ενάγουσας και [ii] από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, εκ μέρους των λοιπών εναγόντων, παραίτηση και περιορισμός, που έλαβαν χώρα παραδεκτώς, κατ’ άρθρα 294, 295 παρ.1 και 297 Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις των εναγόντων και δηλώσεις των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, καταχωρηθείσες στα πρακτικά) να αναγνωρισθεί [α] ότι συνδέονται με την πρώτη εναγόμενη (επικουρικώς δε, με την δεύτερη εναγόμενη, όσον αφορά την 7η ενάγουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, [β] ότι είναι άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους (όσον αφορά την 7η ενάγουσα, για τον επιπρόσθετο λόγο, ότι η καταγγελία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της) και [γ] ότι υποχρεούται η πρώτη εναγόμενη (επικουρικώς δε, η δεύτερη εναγόμενη, όσον αφορά την 7η ενάγουσα) να καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά i) μισθών υπερημερίας (το παραπάνω κονδύλιο η 7η ενάγουσα ζητεί και καταψηφιστικώς) και επικουρικώς αποζημίωσης απόλυσης και ii) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως (άρθρα 7, 9 εδ. α’ έως γ’, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2 και 25 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και παραδεκτώς (δεδομένου ότι καταβλήθηκε από την 7η ενάγουσα το τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες επ’ αυτού επιβαρύνσεις, που αναλογούν στο πέραν των 20.000 ευρώ, ήτοι του ορίου υλικής αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου, μέρος του καταψηφιστικού αιτήματος της – βλ. τα υπ. αρ. ……….. και ……….. φύλλα αγωγοσήμου με τα επ’ αυτών επικολλημένα κινητά ένσημα Τ.Ν., Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Α.Ν. και Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Υ.- Π.Δ.Α.) εκδικαζόμενη κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 Κ.Πολ.Δ.), είναι ορισμένη κατ’ άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ. (δεδομένου ότι στο αγωγικό δικόγραφο [α] δεν είναι απαραίτητο να κατονομάζεται το φυσικό πρόσωπο – νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης, που συμβλήθηκε στις συμβάσεις εργασίας, οι οποίες υποκρύπτονται κάτωθι των εικονικών – κατά το πρόσωπο του εργοδότη – εργασιακών συμβάσεων της δεύτερης εναγόμενης και άλλων μη εναγόμενων εταιριών με τους ενάγοντες, διότι οι τελευταίοι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της αγωγής, δεν επικαλούνται έγγραφη κατάρτιση συμβάσεων εργασίας με κάποιον εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης, αλλά ότι υφίσταντο με αυτήν, άτυπα μεν, εν τοις πράγμασιν δε, εργασιακές σχέσεις τους, καθώς, η πρώτη εναγόμενη αποδέχονταν την εργασία των εναγόντων στις διοικητικές υπηρεσίες της, ως νομικό πρόσωπο κι όχι κατ’ ανάγκη με πανηγυρικώς διατυπωθείσα δήλωση βούλησης κάποιου εκπροσώπου της και [β] προσδιορίζονται οι συμβατικές αποδοχές των εναγόντων, βάσει των οποίων υπολογίζονται οι μισθοί υπερημερίας και αποζημιώσεις απόλυσης, συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, η ένσταση αοριστίας της αγωγής, που προβάλει η πρώτη εναγόμενη) και νόμιμη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 παρ. 1 εδ. α’, 59, 138, 174, 180, 299, 330, 349, 350, 351, 648 παρ. 1, 653, 655 εδ. α’ – β’, 656 εδ. α’, 669 παρ. 2 εδ. α’, 914 και 932 Α.Κ., 70 Κ.Πολ.Δ., 8 της Οδηγίας 92/85/ΕΟΚ/19-10-1992, 1 και 3 Ν. 2112/1920, 2 και 5 Ν. 3198/1955, 15 Ν. 1483/1984, 20 παρ. 1 – 3 και 22 παρ. 1 – 6, 8 και 9 εδ. α’ Ν. 2956/2001 και 10 παρ. 2 Π.Δ. 176/1997, επομένως, η αγωγή, λόγω άρνησης της ιστορικής βάσης της από την πρώτη εναγόμενη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ……….. και ……….., εξετασθέντων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου (που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του) και τα έγγραφα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες και η πρώτη εναγόμενη, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, που είχαν συνάψει οι 1η, 2ος, 3η και 7η των εναγόντων με την δεύτερη εναγόμενη (ορισμένου χρόνου, που μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου), ο 4ος ενάγων αρχικώς με την εταιρία «………..» (ορισμένου χρόνου) και εν συνεχεία με την δεύτερη εναγόμενη (ορισμένου που μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου), οι 5ος και 6η των εναγόντων με την εταιρία «…………» (ορισμένου χρόνου) και εν συνεχεία με την δεύτερη εναγόμενη (αορίστου χρόνου) και ο 8ος ενάγων διαδοχικά με την δεύτερη εναγόμενη (ορισμένου χρόνου), την εταιρία «…………» (ορισμένου χρόνου) και πάλι την δεύτερη εναγόμενη (ορισμένου που μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου), όλοι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν, όχι στις παραπάνω αντισυμβαλλόμενες εταιρίες, όπως εικονικά αναγράφονταν στις συμβάσεις εργασίας, αλλά εν τοις πράγμασι στην πρώτη εναγόμενη, ως έμμεση εργοδότρια, όπου διέθεσαν οι αντισυμβαλλόμενες εταιρίες τους ενάγοντες ως προσωπικό (βάσει σχετικών συμφωνιών της πρώτης εναγόμενης με την δεύτερη εναγόμενη και τις εταιρίες «…………», «………..» και «…………», χωρίς να ασκεί επιρροή ο χαρακτηρισμός τους, από τα συμβαλλόμενα μέρη, ως συμβάσεων έργου), δεδομένου ότι η πρώτη εναγόμενη, όχι μόνο ήταν η ουσιαστικώς ωφελούμενη από την εργασία των εναγόντων, αλλά επιπλέον κατέβαλε τις αποδοχές τους και καθόριζε τον τόπο (διοικητικές υπηρεσίες), τον χρόνο (ωράριο) και τον τρόπο της εργασίας τους, δίδοντας σ’ αυτούς εντολές και οδηγίες για την άσκηση των καθηκόντων τους, μέσω κοινών και για τους μόνιμους υπαλλήλους της προϊσταμένων (όπως προκύπτει [α] από τα όμοια άρθρα 1, 3, 4 και 5 των από 2/11/2004, 30/5/2007 και 30/3/2009 συμβάσεων έργου μεταξύ πρώτης και δεύτερης εναγόμενων και της από 6/9/2004 σύμβασης έργου μεταξύ πρώτης εναγόμενης και «…………», με αποκλειστικό αντικείμενο την διάθεση των εναγόντων ως προσωπικού στην πρώτη εναγόμενη από τις αντισυμβαλλόμενες της εταιρίες, των οποίων η αμοιβή, καταβαλλόμενη από την πρώτη εναγόμενη, αποτελούνταν από τις αποδοχές των εναγόντων συν ποσοστό εργολαβικού κέρδους κυμαινόμενο από 7 έως 10 %, [β] από το υπ. αρ. πρωτ. 3111/27-10-2010 υπόμνημα και την καταχωρηθείσα στο υπ. αρ. 433/2010 δελτίο εργατικής διαφοράς δήλωση της δεύτερης εναγόμενης ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας ……….. – επί προσφυγής των 3ης, 4ης και 6ης των εναγόντων – όπου αναφέρει, στο μεν υπόμνημα, ότι το προσωπικό βρίσκει ο πελάτης και εκείνος το έστελνε στη δεύτερη εναγόμενη, μετά από συνεννόηση τους, για πρόσληψη μέσω αυτής, στο δε δελτίο εργατικής διαφοράς, ότι πραγματικός εργοδότης των 3ης και 6ης εναγουσών είναι η πρώτη εναγόμενη και [γ] από το άρθρο 3 του καταστατικού της δεύτερης εναγόμενης, που ορίζει ότι σκοπός της είναι – μεταξύ άλλων- παροχή εργασίας από μισθωτούς της σε άλλον έμμεσο εργοδότη με προσωρινή απασχόληση (βλ. Φ.Ε.Κ./τ.Α.Ε.&Ε.Π.Ε./………./15-11-2006). Ειδικότερα εργάσθηκαν στην πρώτη εναγόμενη : η 1η ενάγουσα ως υπάλληλος γραφείου με πρόσληψη από 15/6/2007, ο 2ος ενάγων ως υπάλληλος γραφείου με πρόσληψη από 1/4/2006, η 3η ενάγουσα ως γραμματέας με πρόσληψη από 1/8/2006, η 4η ενάγουσα ως γραμματέας με πρόσληψη, από 23/11/2004, ο 5ος ενάγων ως κλητήρας με πρόσληψη από 15/12/2004, η 6η ενάγουσα ως γραμματέας με πρόσληψη από 6/9/2004, η 7η ενάγουσα ως γραμματέας με πρόσληψη από 8/11/2004 και ο 8ος ενάγων ως υπάλληλος γραφείου με πρόσληψη από 18/4/2005. Συνεπώς, οι παραπάνω συμβάσεις εργασίας των εναγόντων με την δεύτερη εναγόμενη και τις εταιρίες «………..» και «…………» είναι εικονικές κατά το πρόσωπο του εργοδότη και κάτω από αυτές καλύπτονται άτυπες (όχι έγγραφες, αλλά εν τοις πράγμασιν συναφθείσες) συμβάσεις εργασίας των εναγόντων με την πρώτη εναγόμενη, ως αληθή αλλά έμμεση εργοδότρια αυτών. Ως εκ τούτου, οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, με την συμπλήρωση 18μηνης απασχόλησής τους στην πρώτη εναγόμενη, μετατράπηκαν, αυτοδίκαια κατ’ άρθρο 22 παρ. 4 – 5 Ν. 2956/2001, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου μεταξύ έκαστου των εναγόντων και της πρώτης εναγόμενης. Πλην όμως, επειδή για τους έμμεσους εργοδότες, που υπάγονται στις διατάξεις του Ν. 2190/1994, όπως είναι και η πρώτη εναγόμενη (βλ. Α.Π. 968/2009), απαγορεύεται η κατάρτιση συμβάσεων προσωρινής απασχόλησης εργαζομένων σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 24 περ. γ’ Ν. 2956/2001 (η οποία κατισχύει, καθότι νεότερη και ειδικότερη διάταξη, έναντι των άρθρων 8 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Π.Δ. 81/2003, έστω και θεωρούμενων ως ισοδύναμων νομοθετικών μέτρων κατά την έννοια της ρήτρας 5 παρ. 1 της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε. της 28/6/1999 για την πρόληψη των καταχρήσεων από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου), συνεπάγεται ότι, οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων με την πρώτη εναγόμενη είναι άκυρες, ως αντίθετες στην παραπάνω απαγορευτική διάταξη νόμου, ισχύουσες μόνο ως απλές σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, επομένως η καταγγελία τους από την πρώτη εναγόμενη, με την άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών των εναγόντων στις 1/9/2010, παρότι έγινε χωρίς έγγραφο και αποζημίωση, εν τούτοις επέφερε εγκύρως τη λύση των συμβάσεων εργασίας, – επομένως μη νομίμως ζητείται με την αγωγή να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρες οι απολύσεις των εναγόντων και ότι αυτοί εξακολουθούν να συνδέονται με την πρώτη εναγόμενη με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου – με περαιτέρω συνέπεια, η πρώτη εναγόμενη να μην περιέλθει σε υπερημερία και για το λόγο αυτό να μην οφείλει μισθούς υπερημερίας, αλλά μόνο αποζημιώσεις απόλυσης (βλ. σχετ. Εφ.Αθ. 10358/1991, ΕλλΔνη 1993, σ. 137 – Βλαστός Ατομικές εργασιακές σχέσεις, έκδ. 2005, σ. 225, 1256, 1257, 1303 και 1308 – Ντάσιος, Εργατικό δικονομικό δίκαιο, τ. Α/Ι, εκδ. 1999, σ. 476 και την παρατιθέμενη από τους παραπάνω συγγραφείς κρατούσα νομολογία). Κατ’ εξαίρεση όμως, όσον αφορά την 7η ενάγουσα, η καταγγελία της απλής σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου αυτής, είναι παράνομη ως αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 8 της Οδηγίας 92/85/ΕΟΚ/19-10-1992, 15 Ν. 1483/1984 και 10 παρ. 2 Π.Δ. 176/1997 και επομένως άκυρη, διότι έλαβε χώρα άνευ σπουδαίου λόγου κατά το διάστημα εγκυμοσύνης της και εν γνώσει της πρώτης εναγόμενης (για το ότι η νομοθετική απαγόρευση απόλυσης εφαρμόζεται και στις άκυρες συμβάσεις εργασίας, που ισχύουν ως απλές σχέσεις εργασίας, των εγκύων εργαζομένων, βλ. Βλαστός, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, έκδ. 2005, σ. 1344 – 1346), κατά συνέπεια δε, η πρώτη εναγόμενη οφείλει στην 7η ενάγουσα μισθούς υπερημερίας ποσού [ συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές 1.400 ευρώ x 3,4 μήνες = ] 4.760 ευρώ για το διάστημα 1/9/2010 – 12/12/2010 ήτοι έως 9 εβδομάδες μετά τον τοκετό της 7ης ενάγουσας στις 11/10/2010 (βλ. την υπ. αρ. πρωτ. ………/14-10-2010 ληξιαρχική πράξη γέννησης της Ληξιάρχου Δήμου ………….), όσο διαρκεί ή άδεια λοχείας της κατ’ άρθρο 7 της από 25/3/2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. όπως κυρώθηκε με το άρθρο 11 Ν. 2874/2000, αφού για το μετέπειτα διάστημα, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, δεν υπήρχε πλέον υποχρέωση της πρώτης εναγόμενης να αποδέχεται τις υπηρεσίες της 7ης ενάγουσας και συνεπώς έπαυσε η υπερημερία της πρώτης εναγόμενης. Επομένως, οι ενάγοντες – πλην της 7ης εξ’ αυτών – βάσει των μηνιαίων αποδοχών τους, που αντιστοιχούν στις ειδικότητες και προϋπηρεσία τους, όπως ρυθμίζονται από τις 3/12/2009 επιχειρησιακές Σ.Σ.Ε. των εργαζομένων στην πρώτη εναγόμενη, δικαιούνται ως αποζημίωση απόλυσης : η 1η ενάγουσα ποσό [ (συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές 1.554,76 ευρώ + 1/6 επ’ αυτών για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας) x 2 μήνες = ] 3.627,77 ευρώ, ο 2ος ενάγων ποσό [ (συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές 1.940 ευρώ + 1/6 επ’ αυτών για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας) x 3 μήνες = ] 6.790 ευρώ, η 3η ενάγουσα ποσό [ (συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές 1.400 ευρώ + 1/6 επ’ αυτών για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας) x 3 μήνες = ] 4.900 ευρώ, η 4η ενάγουσα ποσό [ (συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές 1.900 ευρώ + 1/6 επ’ αυτών για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας) x 3 μήνες = ] 6.650 ευρώ, ο 5ος ενάγων ποσό [ (συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές 1.250 ευρώ + 1/6 επ’ αυτών για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας) x 3 μήνες = ] 4.375 ευρώ, η 6η ενάγουσα ποσό [ (συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές 1.400 ευρώ + 1/6 επ’ αυτών για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας) x 3 μήνες = ] 4.900 ευρώ και ο 8ος ενάγων ποσό [ (συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές 1.300 ευρώ + 1/6 επ’ αυτών για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας) x 3 μήνες = ] 4.550 ευρώ. Αντιθέτως, το αίτημα της αγωγής περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι η από 1/9/2010 καταγγελία των άκυρων συμβάσεων εργασίας των εναγόντων εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης δεν αποτελεί παράνομη πράξη – σύμφωνα με τα προαναφερθέντα – επομένως δεν συνιστά αδικοπραξία ούτε παράνομη προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει [α] να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα κατά της δεύτερης εναγόμενης (με εξαίρεση την 7η ενάγουσα, η οποία δεν παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής έναντι της δεύτερης εναγόμενης) και [β] να γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά της πρώτης εναγόμενης, ήτοι i) ως προς τα αιτήματα αναγνώρισης ακυρότητας της απόλυσης και επιδίκασης του προαναφερόμενου ποσού μισθών υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση – κατά παραδοχή του, νόμιμου κατ’ άρθρο 346 Α.Κ. παρεπόμενου αιτήματος της αγωγής – όσον αφορά την 7η ενάγουσα (αντιθέτως, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά της δεύτερης εναγόμενης, διότι αυτή ενάγεται από την 7η ενάγουσα επικουρικώς, ήτοι σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής ως προς την πρώτη εναγόμενη) και ii) για τα προαναφερόμενα ποσά αποζημιώσεων απόλυσης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 1/9/2010, ημερομηνία καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας, μέχρι την εξόφληση – κατά παραδοχή του νόμιμου κατ’ άρθρα 341 παρ. 1 και 345 εδ. α’ Α.Κ. παρεπόμενου αιτήματος της αγωγής – όσον αφορά τους λοιπούς ενάγοντες. Η παρούσα απόφαση δεν πρέπει να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή [α] όσον αφορά την 7η ενάγουσα, διότι δεν επιτρέπεται προσωρινή εκτέλεση κατά της πρώτης εναγόμενης, καθώς ισχύουν υπέρ αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 Π.Δ. 514/1977, 6 και 11 Ν. 696/1977 και 3 παρ. 4 Ν. 3195/2003, τα δικονομικά προνόμια του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και η απαγόρευση προσωρινής εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων σε βάρος τους, κατ’ άρθρο 909 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (βλ. σχετ. Α.Π. 169/2003 – Μον.Πρ.Αιγ. 108/2008 – Μον.Πρ.Αιγ. 146/1996 – Ειρ.Αιγ. 85/2011) και [β] λόγω του αναγνωριστικού χαρακτήρα των αιτημάτων των λοιπών εναγόντων (απορριπτομένου του σχετικού παρεπόμενου αιτήματος της αγωγής, ως μη νόμιμου κατ’ άρθρο 904 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων να συμψηφισθούν μεταξύ αυτών, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν στη κρινόμενη υπόθεση, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.) και να ορισθεί το κατά νόμο παράβολο για την περίπτωση άσκησης από την δεύτερη εναγόμενη ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην της δεύτερης εναγόμενης και αντιμωλία των εναγόντων και της πρώτης εναγόμενης.

Ορίζει παράβολο ποσού 150 ευρώ σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης για την περίπτωση άσκησης από αυτήν ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης.

Απορρίπτει την αγωγή κατά της δεύτερης εναγόμενης, όσον αφορά την 7η ενάγουσα.

Θεωρεί την αγωγή ως μη ασκηθείσα κατά της δεύτερης εναγόμενης, όσον αφορά τους λοιπούς ενάγοντες.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή κατά της πρώτης εναγόμενης.

Αναγνωρίζει ότι είναι άκυρη η από 1/9/2010 απόλυση της 7ης ενάγουσας εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης.

Υποχρεώνει την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην 7η ενάγουσα ποσό 4.760 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Αναγνωρίζει ότι η πρώτη εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην 1η ενάγουσα ποσό 3.627,77 ευρώ, στον 2ο ενάγοντα ποσό 6.790 ευρώ, στην 3η ενάγουσα ποσό 4.900 ευρώ, στην 4η ενάγουσα ποσό 6.650 ευρώ, στον 5ο ενάγοντα ποσό 4.375 ευρώ, στην 6η ενάγουσα ποσό 4.900 ευρώ και στον 8ο ενάγοντα ποσό 4.550 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 1/9/2010 μέχρι την εξόφληση.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων μεταξύ αυτών.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εναγόντων και της πρώτης εναγόμενης, στις 13 Νοεμβρίου 2013.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies