Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αγωγή εργαζομένων σε ΟΤΑ με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για αναγνώριση της μορφής απασχόλησης τους ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Έναρξη εργασίας μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001. Στην ελληνική έννομη τάξη η καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, με την καταχρηστική επιλογή της σύμβασης ορισμένου χρόνου, αντί αορίστου χρόνου που αντικειμενικά δικαιολογείται, αντιμετωπίζεται βασικά με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν, 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Από την απαγόρευση «μετατροπής» των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι «μετατροπή» αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ. Ο ορθός χαρακτηρισμός της σχέσης ως αορίστου χρόνου δεν προσκρούει στη συνταγματική επιταγή της πρόσληψης στον δημόσιο τομέα με σύμβαση αορίστου χρόνου μόνο σε οργανικές θέσεις, καθώς και με διαγωνισμό ή επιλογή, υπό τους όρους του νόμου. Καταστρατήγηση των διατάξεων περί συμβάσεως αορίστου χρόνου. Οδηγία 1999/70/ΕΚ και σύμφωνη με αυτήν εφαρμογή του άρ. 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920 και στο δημόσιο τομέα. Στην περίπτωση που θα διαπιστωθεί κατάχρηση, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, μη εμποδιζόμενης της εφαρμογής του από το άρθρο 103 του Συντάγματος. Μολονότι οι ενάγουσες προσλήφθηκαν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που από τη φύση τους συνάπτονται για την κάλυψη πρόσκαιρων και εκτάκτων αναγκών που συνδέονται με συγκεκριμένα έργα μέχρι την περάτωση αυτών, στην πραγματικότητα απασχολήθηκαν από το εναγόμενο για την κάλυψη συνήθων, τρεχουσών και απολύτως τακτικών, προβλέψιμων και υπαρχουσών αναγκών αυτού, μόνιμης, διαρκούς και πάγιας προοπτικής, συναρτημένες και σχετικές προς τις ανάγκες που εξυπηρετεί παράλληλα και το μόνιμο προσωπικό των υπηρεσιών του. Απασχολήθηκαν σε θέσεις μονίμων υπαλλήλων υπό τις εντολές και οδηγίες αυτού και των οργάνων του, που ασκούσαν εποπτεία και καθόριζαν τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο της εργασίας τους, υποχρεούμενες να συμμορφώνονται με αυτούς και να δέχονται τον έλεγχο, τόσο για την τήρηση των εντολών και οδηγιών όσο και για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας, προσερχόμενες στα καθήκοντα τους καθημερινά σε συγκεκριμένο ωράριο, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου. Οι ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο με την έννομη σχέση της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με όλες τις περαιτέρω συνέπειες (π.χ. μισθολογικές, ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικές κλπ) του στοιχείου της εξάρτησης και όχι της συμβάσεως ορισμένου χρόνου, η οποία καταρτίσθηκε με πρόθεση καταστρατήγησης της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν 2112/1920, που επιτελεί τους σκοπούς της κοινοτικής οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Καταστρατήγηση των περί αορίστου διαρκείας διατάξεων χωρίς τη συνδρομή αντικειμενικού λόγου, που να δικαιολογεί την ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων. Δέχεται την αγωγή. Αναγνωρίζει ότι οι εργαζόμενες συνδέονται με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την έναρξη της απασχόλησής τους.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΠΟΦΑΣΗ 311/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Παναγιώτη Λεβενιώτη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Μαρία Χόρου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016, για να δικάσει τη, με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ………../2016 και Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου …………../2016, αγωγή, με αντικείμενο εργατική διαφορά, μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ: ………….., κατοίκου ……………., με Α.Φ.Μ. ……….., ……………….., κατοίκου …………………, με Α.Φ.Μ. …………, ……………, κατοίκου ………………, με Α.Φ.Μ. ………….., ………….., κατοίκου ……………, με Α.Φ.Μ. ……………. και …………. κατοίκου ……………….., με Α.Φ.Μ. …………., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Βλαχόπουλου, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ …………..», που εδρεύει στο ……………., νομίμως εκπροσωπουμένου, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Μπιζάνη, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ ΑΚ και 6 ν.765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνον εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεση της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς τα χρονικό σημείο της λήξης. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς, να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο δε ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως εξαρτημένης εργασίας αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα οπό το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΟλΑΠ 18/2003, ΟλΑΠ 19/2009, ΟλΑΠ 20/2009, ΑΠ 1290/2010, ΑΠ 556/2010, ΑΠ 1259/2009, ΑΠ 797/2008, ΑΠ 1618/2003). Περαιτέρω με την κοινοτική οδηγία 1999/707ΕΚ, που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της ΕΕ στις 26 Ιουνίου 1999, επιδιώχθηκε η υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου, για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP. Οι ρυθμίσεις της αναφέρονται σε όλους τους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, ανεξάρτητα αν απασχολούνται στον ιδιωτικό ή το δημόσιο τομέα, κατά τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους. Αποσκοπεί αφενός στη διασφάλιση της αρχής της μη διάκρισης, όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, έναντι των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου και αφετέρου στην καθιέρωση ενός ελάχιστου αναγκαίου ρυθμιστικού πλαισίου για την αποφυγή κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αποτελούν τη γενική μορφή των σχέσεων εργασίας αναγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό της απασχόλησης σε ορισμένους τομείς ή για ορισμένα επαγγέλματα και δραστηριότητες. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη συμφωνία πλαίσιο που έχει ενσωματώσει η εν λόγω οδηγία, το ευεργέτημα της σταθερότητας της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών, όσο και των εργαζομένων (απόφαση ΔΕΚ 0-212 Κ. Αδενέλερ, σκέψεις 61. 62 και 63). Όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την παρ. 1 της ρήτρας 5 της ενσωματωμένης στην οδηγία συμφωνίας-πλαισίου, αφού ληφθούν υπόψη οι ανάγκες ειδικών τομέων ή κατηγοριών εργαζομένων, λαμβάνουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα, θεσπίζοντας κανόνες που καθορίζουν: α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Σύμφωνα δε με την παρ.2 της ρήτρας 5, ο εθνικός νομοθέτης μπορεί να καθορίζει, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: α) θεωρούνται διαδοχικές β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Η προθεσμία για την ενσωμάτωση της οδηγίας αυτής στην ελληνική έννομη τάξη έληξε, μετά από παράταση, κατά το άρθρο 2 εδάφιο β’ αυτής, στις 10.7.2002. Η μεταφορά της στην ελληνική έννομη τάξη έγινε εκπρόθεσμα, αναφορικά με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, στις 2.4.2003 με το ΠΔ 81/2003 και ως προς τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα στις 19.7.2004, με το ΠΔ 164/2004. Ωστόσο, στην ελληνική έννομη τάξη, όχι μόνο πριν από τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας, αλλά και πριν από την ημερομηνία που έπρεπε να μεταφερθεί, η καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, με την καταχρηστική επιλογή της σύμβασης ορισμένου χρόνου, αντί αορίστου χρόνου που αντικειμενικά δικαιολογείται, αντιμετωπίζεται βασικά με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν, 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 καί 3 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 18/2006). Το ως άνω άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, ορίζει ότι «Αι διατάξεις του νόμου τούτου (για την εργασία αορίστου χρόνου) εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου». Οι προαναφερόμενες διατάξεις, που εφαρμόζονται για όλους τους εργαζομένους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν απασχολούνται στον ιδιωτικό ή το δημόσιο τομέα και καθιερώνουν «ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο» του εθνικού μας δικαίου, για την αποτροπή και αντιμετώπιση καταχρήσεων, κατά την έννοια της ρήτρας- πλαισίου που ενσωματώθηκε στην εν λόγω οδηγία, παρέχουν προστασία στους εργαζομένους από τις καταχρήσεις του είδους που προαναφέρθηκαν, με το να καθιερώνουν την αρχή ότι ο χαρακτηρισμός που έδωσαν στη σύμβαση οι συμβαλλόμενοι δεν είναι δεσμευτικός, αλλά ο ορθός χαρακτηρισμός της σύμβασης εργασίας, ως σύμβασης ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δίδεται από το δικαστήριο από τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης. Μάλιστα, η προστασία αυτή είναι πληρέστερη εκείνης της οδηγίας, αφού κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου έχει παγιωθεί η ερμηνεία ότι μπορεί η σύμβαση να θεωρηθεί αορίστου χρόνου, έστω και αν μία μόνο σύμβαση που προσχηματικά ονομάσθηκε ορισμένου χρόνου καταρτίσθηκε. Εξάλλου, η ανωτέρω οδηγία, η οποία δεν προβλέπει αμέσου εφαρμογής ειδικές κυρώσεις σε περιπτώσεις καταχρήσεων ταυ είδους που προαναφέρθηκαν, αφήνει στις εθνικές αρχές τη λήψη των πρόσφορων μέτρων για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων, τα οποία πρέπει να είναι όχι μόνο αναλογικά, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά για να εξασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου. Εντούτοις, μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τα εθνικό δικαστήρια οφείλουν, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο, υπό το φως του κείμενου και του σκοπού της, προκειμένου να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα από αυτήν αποτελέσματα, προκρίνοντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων που είναι η πλέον σύμφωνα προς το σκοπό αυτό για να καταλήξουν έτσι σε λύση συμβατή προς τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας. Επίσης, δεν επιτρέπεται να εφαρμόσουν εθνική νομοθεσία η οποία αντίκειται προς τους σκοπούς της οδηγίας (ΔΕΚ. υπόθεση 0-212 Κ. Αδενέλερ σκέψεις 108, 124 και αποφάσεις 1, 3 και 4), Συνεπώς, η σύμφωνη προς την ανωτέρω οδηγία ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν 2112/1920, οδηγεί στο ερμηνευτικό πόρισμα, ότι για τις συμβάσεις που ήταν ενεργές την 10.7.2002 ή καταρτίσθηκαν μετά από την ημερομηνία αυτή έως τουλάχιστο την 10.7.2004, ημέρα της έναρξης ισχύος του προαναφερόμενου ΠΔ 164/2004, δεν αποκλείεται να θεωρηθεί ως αορίστου χρόνου μια σύμβαση εργασίας, η οποία χαρακτηρίσθηκε από τα μέρη σύμβαση ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός ορισμένης διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της εργασίας, έστω και αν η σύναψή της για ορισμένη μόνο διάρκεια προβλέπεται από το νόμο οπότε, όπως είχε νομολογηθεί πριν υπό την υποχρέωση μεταφοράς της οδηγίας, δεν επιτρεπόταν τέτοιος αναχαρακτηρισμός της (ΟΛΑΠ 1807/1986). Περαιτέρω, εμπόδιο για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις του ΑΚ και του Συντάγματος που προαναφέρθηκαν, δεν αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος. Ειδικότερα, με τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 αυτού α) παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, τους ΟΤΑ και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σε μη νομοθετημένες θέσεις για την κάλυψη απρόβλεπτων, πρόσκαιρων η επειγουσών αναγκών, αλλά και η πρόσληψη με σύμβαση ιδιωτικού δίκαιου ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την πλήρωση νομοθετημένων οργανικών θέσεων, β) απαγορεύεται η μετατροπή από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, η απαγόρευση όμως αυτή αναφέρεται σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου που έγιναν πράγματι για την κάλυψη πρόσκαιρων, απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, οπότε μόνο επιτρέπεται και η σύναψη σύμβασης ορισμένου χρόνου και δεν αναφέρεται και σε συμβάσεις που έγιναν για την απασχόληση σε μη νομοθετημένες οργανικές θέσεις, για την κάλυψη όχι τέτοιων αναγκών, αλλά πάγιων και διαρκών αναγκών, οπότε η σύναψη τους για ορισμένη χρονική διάρκεια έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων που ορίζουν πότε επιτρέπονται οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, γ) στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων ή επειγουσών αναγκών, πλην για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών, εξ αντιδιαστολής δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές και οι νόμοι που εκδόθηκαν κατ’ επιταγή αυτών, αλλά οι διατάξεις που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Επομένως, από την απαγόρευση «μετατροπής» των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι «μετατροπή» αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (ΟλΑΠ 18/2006). Να σημειωθεί δε ότι, αντίθετα έκρινε η ΟΛΑΠ στις υπ’ αριθ. 19/2007 και 20/2007 αποφάσεις της, πλην όμως ήδη η νεώτερη νομολογία της Ολομέλειας του ΑΠ μετέβαλε άποψη (ΟλΑΠ 7/2011, ΝοΒ 2011, 961). Επιπροσθέτως, ο ορθός χαρακτηρισμός της σχέσης ως αορίστου χρόνου, προκειμένου να αποκλεισθεί η εφαρμογή διατάξεων που έρχονται σε αντίθεση προς τους σκοπούς της ανωτέρω οδηγίας, δεν προσκρούει στη συνταγματική επιταγή της πρόσληψης στο δημόσιο τομέα με σύμβαση αορίστου χρόνου μόνο σε οργανικές θέσεις, καθώς και με διαγωνισμό ή επιλογή, υπό τους όρους του νόμου, εφόσον η οδηγίας αναφέρεται όχι μόνο σε συμβάσεις εργασίας που καταρτίσθηκαν εγκύρως, αλλά και σε σχέσεις εργασίας, στις πραγματικές δηλαδή εργασιακές σχέσεις που υπάρχουν, έστω και αν δεν έχει συναφθεί έγκυρη σύμβαση εργασίας, ως προς τις οποίες επίσης είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, με ερμηνεία σύμφωνη με την εν λόγω οδηγία, πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι εφαρμοστέες, ως προς το δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα ΝΠΔΔ, και οι διατάξεις των άρθρων 46 περ. δ’ και 53 του ΠΔ 410/1985, που επιβάλλουν την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για τη λύση της υπαλληλικής σχέσης με καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Τέλος, τον ορθό χαρακτηρισμό της σχέσης εργασίας ως αορίστου χρόνου και σε περιπτώσεις που καταρτίσθηκε σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς αυτή να δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, προϋποθέτει ως μη αποκλειόμενο από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και το ΠΔ 164/2004, με το οποίο ενσωματώθηκε η ανωτέρω οδηγία στην ελληνική έννομη τάξη. Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του εν λόγω ΠΔ ορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, που σχετίζονται με την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του και είναι ενεργές κατ’ αυτήν ή κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από αυτήν, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και έτσι αναγνωρίζουν τον αληθινό χαρακτήρα των σχετικών συμβάσεων και δεν μετατρέπουν αυτές από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, αφού τέτοια μετατροπή θα ήταν συνταγματικά ανεπίτρεπτη. Ωστόσο, συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που ήταν ενεργές ή καταρτίσθηκαν πριν από την ισχύ του εν λόγω ΠΔ μετά δε την 10.7.2002, ημέρα έως την οποία έπρεπε να ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η εν λόγω οδηγία, καταλαμβανόταν ήδη από τις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με εκείνες των όρθρων 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, δεν είναι δε επιτρεπτή, σύμφωνα με την οδηγία αυτή, η χειροτέρευση της θέσης των εργαζομένων και συνεπώς εξακολουθούν αυτές να διέπονται από το ευνοϊκότερο καθεστώς των εν λόγω διατάξεων και να μην περιορίζεται η αναγνώριση της σχέσης ως αορίστου χρόνου μόνο για το μετά την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004 χρονικό διάστημα, ούτε να εξαρτάται ο χαρακτηρισμός αυτός από προϋποθέσεις που δεν προβλέπονταν πριν από αυτήν. Η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης ως αορίστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευομένου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση το χαρακτήρα σύβασης ή σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 18/2006). Τα άρθρα δε 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004 περιλαμβάνουν τις ακόλουθες ρυθμίσεις: «Αρθρο 5 (Διαδοχικές συμβάσεις) 1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2 Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι, επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ’ εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη ταυ ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησης του, 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου. Άρθρο 6 (Ανώτατη διάρκεια συμβάσεων) 1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογήν του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας 2. Συνολικός,-χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς. Άρθρο 7 (Συνέπειες παραβάσεων) 1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε, εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο, 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος τιμωρείται με φυλάκιση (άρθρο 5 Ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ 6 του Ν. 1440/1984). Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα». Σχετικά με τις πάγιες διατάξεις του Π.Δ. 194/2004 έχει κρίνει το ΔΕΚ ότι με το Π.Δ. 164/2004 φαίνεται κατ’ αρχήν να ενισχύεται η πρόληψη των καταχρήσεων, αφού υιοθετείται τόσο το κριτήριο του αντικειμενικού λόγου ανανέωσης της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου όσο και το όριο του ανώτατου αριθμού διαδοχικών συμβάσεων και της ανώτατης χρονικής διάρκειας τέτοιων συμβάσεων και ότι αν και υιοθετούνται – υπαλλακτικά και όχι σωρευτικά – όλα τα μέτρα που πρόβλεπε, και η ρήτρα 5 της συμφωνίας πλαισίου, ωστόσο προβλέπονται κυρώσεις αμφίβολης αποτελεσματικότητας (απόφαση της 23ης Απριλίου 2009 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 0-379/2007, 0-379/2007, 0-380/2007, Αγγελιδάκη κλπ, αδημ.). Στην περίπτωση επομένως που θα διαπιστωθεί κατάχρηση, παρά τη χρήση των μέτρων αυτών, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 8 παρ, 3 του Ν. 2112/1920, μη εμποδιζόμενης της εφαρμογής του από το άρθρο 103 του Συντάγματος, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει απολύτως τη θεώρηση των συμβάσεων ως αορίστου χρόνου, μέχρι τη λήψη άλλων πράγματι αποτελεσματικών μέτρων (πλην της θεώρησης των συμβάσεων ως αορίστου χρόνου) για την πρόληψη της κατάχρησης που προκύπτει από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και την εξάλειψη των συνεπειών από την παραβίαση κοινοτικού δικαίου σε περίπτωση που αυτή λάβει χώρα. Περαιτέρω ως εργοδότης θεωρείται, κατά την επιστήμη του Εργατικού Δικαίου, ελλείψει γενικού νομοθετικού ορισμού της εννοίας αυτού, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην υπηρεσία ταυ οποίου διατελεί, με σχέση εξηρτημένης εργασίας, άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή και όχι απαραιτήτως το πρόσωπο εκείνο το οποίο προέβη στην πρόσληψη του (βλ. σχετικά ΑΠ 1290/2010, ΑΠ 873/2009, ΕΕμπΔ 2009, 822, ΕφΑΘ 3479/2007, ΔΕΕ 2008, 236, ΕφΠειρ 714/1999. δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, επίσης Σχέδιο Κωδ. Εργασίας 1973, αριθμ. 8, Καποδίστρια, ΕρμΑΚ αρθρ, 648, αριθμ. 25, Γεωργιάδη -Σταθόπουλου, ΑΚ αρθρ. 648 εδ. 36, Δεληγιάννη, Μαθ. Εργατικού Δικαίου, σ. 234, Καλομοίρη, Βασικαί έννοιαι Ελληνικού Εργατικού Δικαίου, σ, 49, Στυλ, Βλαστού, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, παρ. 301 επ.). Επομένως, ο «αντισυμβαλλόμενος» του εργαζομένου στη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, δεν σημαίνει πάντοτε ότι είναι ο εργοδότης, αλλά θα πρέπει στο πρόσωπο αυτού να συγκεντρώνονται όλα τα στοιχεία που προσδιορίζουν την έννοια αυτού, όπως προαναφέρθηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή τους, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Δήμος ………………», με τις ειδικότητες που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή και με συμβάσεις που επιγράφονταν ως «ορισμένου χρόνου», όμως, ήταν κατ’ ουσίαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το εναγόμενο που δεν δικαιολογούνταν ως τέτοιες, κατά τα ειδικότερα στις αγωγές αναφερόμενα. Ζητούν δε, να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί αυτό να συνεχίσει να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και να καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές τους, και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη τους σε βάρος του εναγομένου. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προπαρατεθείσες διατάξεις, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ. Πρέπει κατ’ ακολουθίαν να εξετασθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγουσών που εξετάστηκε στο ακροατήριο (βλ. τα πρακτικά) και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι ενάγουσες προσλήφθηκαν από το ΝΠΔΔ-ΟΤΑ με την επωνυμία «Δήμος …………..» με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διαδοχικά ανανεούμενες, ως εξής:
α) Η πρώτη από αυτές, προσελήφθη την 1η Φεβρουαρίου 2003 από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (αμιγή δημοτική επιχείρηση) με την επωνυμία «……………….» και δ.τ. «…….», με έδρα ………… (το οποίο μετετράπη στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, δυνάμει της, υπ’ αριθμ. ……../20393, απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας ………. [υπ’ αριθμ. ………../22-9-2010, Φ.Ε.Κ. τ. 2°], σε δημοτική κοινωφελή επιχείρηση του ν. 3463/2006, με την επωνυμία «……………..»), προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της οικιακής βοηθού Υ.Ε., επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί 8 ώρες ημερησίως, με ειδικότερα καθήκοντα τη συντρόφευση των ωφελούμενων του προγράμματος «ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ», τη φροντίδα της ατομικής υγιεινής τους, την καθαριότητα των οικιών τους, το μαγείρεμα των εδεσμάτων τους, καθώς και την εξυπηρέτηση των εν γένει καθημερινών αναγκών τους (διεκπεραίωση εξωτερικών εργασιών, αγορές, προμήθειες κ.λπ.). Η σύμβαση που υπεγράφη φέρεται ήταν ετήσιας διάρκειας (έως τις 31/1/2004). Έκτοτε και μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2011, απασχολήθηκε αδιάλειπτα στο άνω νομικό πρόσωπο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Ειδικότερα, συνήφθησαν οι εξής συμβάσεις: Από 10/2/2003 (διάρκειας από 1η/2/2003 έως 31/1/2004), από 1/2/2004 (διάρκειας από 1/2/2004 έως 31/1/2005), από 1/2/2005 (διάρκειας από 1/2/2005 έως 31/1/2006), από 1/2/2006 (διάρκειας από 1ης/2/2006 έως 31/1/2007), από 1/2/2007 (διάρκειας από 1η/2/2007 έως 30/6/2007), από 2/7/2007 (διάρκειας από 1/7/2007 έως 31/8/2008), από 12/12/2008 (διάρκειας από 1/9/2008 έως 31/12/2008), από 1/1/2009 (διάρκειας από 1/1/2009 έως 31/8/2009), από 1/9/2009 (διάρκειας από 1/9/2009 έως 31/12/2009), από 1/1/2010 (διάρκειας από 1ης/1/2010 έως 31/12/2010) από 1/1/2011 (διάρκειας από 1/1/2011 έως 30/6/2011). Στις 28 Φεβρουαρίου 2011, η άνω δημοτική κοινωφελής λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση, δυνάμει της, υπ’ αριθμ. …./28-2-2011 απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου, ο οποίος από 28ης Φεβρουαρίου 2011 και εξής, ανέλαβε ως διάδοχος φορέας τη συνέχιση του προγράμματος «ΒΟΗΘΕΙΑ στο ΣΠΙΤΙ» και η ενάγουσα στις 28 Φεβρουαρίου 2011 τοποθετήθηκε στον εναγόμενο και έκτοτε του προσφέρει τις υπηρεσίες της με την ίδια ειδικότητα και τους ίδιους όρους αμοιβής πριν από τη μεταφορά της. Ειδικότερα, μεταξύ από 14/12/2011 (διάρκειας από 1/7/2011 έως και στη συνέχεια έλαβαν χώρα οι εξής ανανεώσεις / παρατάσεις αυτής: Από 16/1/2012 (διάρκειας από 1ης/1/2012 έως 30/6/2012 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ……../16-1-2012, διαπιστωτική πράξη αρ. …. του εναγόμενου και υπ’ αριθμ. …./28-3-2012, απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου), από 19/9/2012 (διάρκειας από 1ης/7/2012 έως 30/9/2012 – υπ’ αριθμ. …../19-9-2012, απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου), από 5/6/2013 (διάρκειας έως 30/9/2013 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ……../5-6-2013, διαπιστωτική πράξη αρ. …. του εναγόμενου), από 15/10/2013 (διάρκειας από 1ης/10/2013 έως 30/9/2014 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ……./15-10-2013, διαπιστωτική πράξη αρ. ….. του εναγόμενου), από 30/9/2014 (διάρκειας από 1ης/10/2014 έως 31/12/2015 – υπ’ αριθμ. ………/30-9-2014, διαπιστωτική πράξη αρ. …. του εναγόμενου) και, από 29/12/2015 (διάρκειας από 1ης/1/2016 έως 31/12/2016 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ………./29-12-2015, διαπιστωτική πράξη αρ. …../2015 του εναγόμενου). Παρέχει, δηλαδή, τις υπηρεσίες της αδιαλείπτως από 1ης Φεβρουαρίου 2003 έως σήμερα, αρχικά στο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «………………..» (που μετετράπη εν τω μεταξύ σε δημοτική κοινωφελή επιχείρηση με την επωνυμία «……………») και, στη συνέχεια, στον εναγόμενο, αμειβόμενη πλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4024/2011.
β) Η δεύτερη από αυτές, προσελήφθη στις 6 Απριλίου 2009 από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (αμιγή δημοτική επιχείρηση) με την επωνυμία «…………..» και δ.τ. «……………», με έδρα ……………….. (το οποίο μετετράπη στις 10 Αυγούστου 2009, δυνάμει της, υπ’ αριθμ. ………../………+………./……./10-8-2009, απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας …….., όπως αυτή διορθώθηκε με το Φ.Ε.Κ. …../Β72-10-2009, σε δημοτική κοινωφελή επιχείρηση του ν. 3463/2006, με την επωνυμία «…………………»), προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της κοινωνικής λειτουργού Τ.Ε., επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί 8 ώρες ημερησίως, με ειδικότερα καθήκοντα τη συνολική εποπτεία των ωφελούμενων του προγράμματος «ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ», την αξιολόγηση των περιστατικών και τη συνεργασία με την Πρόνοια, καθώς και την παροχή συμβουλευτικής στήριξης. Στη σύμβαση που υπεγράφη, αναφέρονται, σχετικά με τη διάρκεια της, τα εξής: «Μέχρι την έναρξη εφαρμογής των προγραμμάτων ΕΣΠΑ, με δυνατότητα παράτασης έως τη λήξη τους». Έκτοτε και μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2011, απασχολήθηκε αδιάλειπτα στο άνω νομικό πρόσωπο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, φερόμενων ως ορισμένου χρόνου. Ειδικότερα, συνήφθησαν οι εξής συμβάσεις: Από 6/4/2009 (διάρκειας έως την έναρξη εφαρμογής των προγραμμάτων ΕΣΠΑ), από 1η/4/2010 (διάρκειας από 1ης/4/2010 έως 31/12/2010), από 1ης/1/2011 (διάρκειας από 1ης/1/2011 έως την ένταξη του άνω Ν.Π.Ι.Δ. στα νέα προγράμματα ΕΣΠΑ), συμβάσεις και η ενάγουσα στις 28 Φεβρουαρίου 2011, μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε στον εναγόμενο, δυνάμει σχετικής απόφασης του Δ. Σ. του και έκτοτε του προσφέρει τις υπηρεσίες της, με την ίδια ειδικότητα και τους ίδιους όρους αμοιβής και εργασίας, όπως και πριν από τη μεταφορά της. Ειδικότερα, συνήφθη η, από 14/12/2011 (διάρκειας από 1ης/7/2011 έως 31/12/2011), σύμβαση και στη συνέχεια έλαβαν χώρα οι εξής ανανεώσεις / παρατάσεις αυτής: Από 16/1/2012 (διάρκειας από 1ης/1/2012 έως 30/6/2012 – υπ’ αριθμ. πρωτ. …./16-1-2012, διαπιστωτική πράξη αρ. …. του εναγόμενου και υπ’ αριθμ. …./28-3- 2012, απόφαση του. δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου), από 19/9/2012 (διάρκειας από 1ης/7/2012 έως 30/9/2012 – υπ’ αριθμ. …../19-9-2012, απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου), από 5/6/2013 (διάρκειας έως 30/9/2013 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ………/5-6-2013, διαπιστωτική πράξη αρ. … του εναγόμενου, από 15/10/2013 (διάρκειας από 1ης/10/2013 έως 30/9/2014 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ………./15-10-2013, διαπιστωτική πράξη αρ. …… του εναγόμενου), από 30/9/2014 (διάρκειας από 1ης/10/2014 έως 31/12/2015 – υπ’ αριθμ. ……/30-2014, διαπιστωτική πράξη αρ. ….. του εναγόμενου) και, από 29/12/2015 (διάρκειας από 1ης/1/2016 έως 31/12/2016 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ……./29-12-2015, διαπιστωτική πράξη αρ. …./2015 του εναγόμενου). Παρέχει, δηλαδή, τις υπηρεσίες της αδιαλείπτως από 6ης Απριλίου 2009 έως σήμερα, αρχικά στη δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία «……………» (που μετετράπη, εν τω μεταξύ, σε δημοτική κοινωφελή επιχείρηση με την επωνυμία «………….») και, στη συνέχεια, στον εναγόμενο, αμειβόμενη πλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4024/2011.
γ) Η τρίτη από αυτές προσελήφθη στις 8 Ιανουαρίου 2008 από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (αμιγή δημοτική επιχείρηση) με την επωνυμία «……………» και δ.τ. «………….», με έδρα ………. (το οποίο μετετράπη στις 10 Αυγούστου 2009, όπως προαναφέρθηκε, σε δημοτική κοινωφελή επιχείρηση του ν. 3463/2006, με την επωνυμία «………….»), προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της νοσηλεύτριας Τ.Ε., επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί 8 ώρες ημερησίως, με ειδικότερο καθήκον την παροχή πάσης φύσεως υπηρεσιών πρωτοβάθμιας νοσηλευτικής φροντίδας στους ωφελούμενους του προγράμματος «ΚΕΝΤΡΟ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ», τόσο κατ’ οίκον όσο και σε εξωτερικούς χώρους (λ.χ. συνοδεία σε νοσοκομεία για τις προγραμματισμένες εξετάσεις), καθώς και τη φροντίδα της ατομικής υγιεινής και σωματικής λειτουργίας των ωφελούμενων. Η σύμβαση που υπεγράφη έχει διάρκεια μέχρι τις 31/12/2008. Έκτοτε και μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2011, απασχολήθηκε αδιάλειπτα στο άνω νομικό πρόσωπο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, φερόμενων ως ορισμένου χρόνου. Ειδικότερα, συνήφθησαν οι εξής συμβάσεις: Από 8/1/2008 (διάρκειας από 8ης/1/2008 έως 31/12/2008), από 1/1/2009 (διάρκειας από 1ης/1/2009 έως 31/12/2009), από 1ης/1/2010 (διάρκειας από 1ης/1/2010 έως 31/12/2010) και από 1ης/1/2011 (διάρκειας από 1ης/1/2011 έως την ένταξη του άνω νομικού προσώπου στα νέα προγράμματα ΕΣΠΑ), συμβάσεις. Σημειώνεται ότι από τις 28/6/2010 μετακινήθηκε και παρείχε τις υπηρεσίες μου, με το ίδιο ωράριο και την ίδια ειδικότητα, στο πρόγραμμα «ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ». Στις 28-2-2011 η ενάγουσα μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε στον εναγόμενο, δυνάμει σχετικής απόφασης του Δ.Σ. του και έκτοτε προσφέρει τις υπηρεσίες της, με την ίδια ειδικότητα και τους ίδιους όρους αμοιβής και εργασίας, όπως και πριν από τη μεταφορά της. Ειδικότερα, συνήφθη από 14/12/2011 (διάρκειας από 1ης/7/2011 έως 31/12/2011), σύμβαση και στη συνέχεια έλαβαν χώρα οι εξής ανανεώσεις / παρατάσεις αυτής: Από 16/1/2012 (διάρκειας από 1ης/1/2012 έως 30/6/2012 – υπ’ αριθμ. πρωτ. …./16-1-2012, διαπιστωτική πράξη αρ. … του εναγόμενου και υπ’ αριθμ. …/28-3- 2012, απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου), από 19/9/2012 (διάρκειας από 1ης/7/2012 έως 30/9/2012 – υπ’ αριθμ. …../19-9-2012, απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου), από 5/6/2013 (διάρκειας έως 30/9/2013 – υπ’ αριθμ. πρωτ. …./5-6- διαπιστωτική πράξη αρ. … του εναγόμενου), από 15/10/2013 (διάρκειας από 1ης/10/2013 έως 30/9/2014 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/15-10-2013, διαπιστωτική πράξη αρ. … του εναγόμενου), από 30/9/2014 (διάρκειας από 1ης/10/2014 έως 31/12/2015 – υπ’ αριθμ. …../30-9-2014 διαπιστωτική πράξη αρ. …. του εναγόμενου) και, από 29/12/2015 (διάρκειας από 1ης/1/2016 έως 31/12/2016 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ……./29-12-2015, διαπιστωτική πράξη αρ. …./2015 του εναγόμενου). Παρέχει, δηλαδή, τις υπηρεσίες της αδιαλείπτως από 8ης Ιανουαρίου 2008 έως σήμερα. αρχικά στη δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία «…………..» (που μετετράπη, εν τω μεταξύ, σε δημοτική κοινωφελή επιχείρηση με την επωνυμία «…………….») και, στη συνέχεια, στον εναγόμενο, αμειβόμενη πλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4024/2011.
δ) Η τέταρτη από αυτές, προσελήφθη την 1η Φεβρουαρίου 2003 από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (αμιγή δημοτική επιχείρηση) με την επωνυμία «…………….» και δ.τ. «…………», με έδρα ………(το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, μετετράπη στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, σε δημοτική κοινωφελή επιχείρηση του ν. 3463/2006, με την επωνυμία «…………..»), προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της νοσηλεύτριας Δ.Ε., επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί 8 ώρες ημερησίως, με ειδικότερα καθήκοντα την παροχή πάσης φύσεως υπηρεσιών πρωτοβάθμιας νοσηλευτικής φροντίδας στους ωφελούμενους του προγράμματος «ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ», τόσο κατ’ οίκον όσο και σε εξωτερικούς χώρους (λ.χ. συνοδεία σε νοσοκομεία για τις προγραμματισμένες εξετάσεις), καθώς και τη φροντίδα της ατομικής υγιεινής και σωματικής λειτουργίας των ωφελούμενων. Η σύμβαση που υπεγράφη είναι ετήσιας διάρκειας (έως τις 31/1/2004). Έκτοτε και μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2011, απασχολήθηκε αδιάλειπτα στο άνω νομικό πρόσωπο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, ορισμένου χρόνου. Ειδικότερα, συνήφθησαν οι εξής συμβάσεις: Από 10/2/2003 (διάρκειας από 1ης/2/2003 έως 31/1/2004), από 1/2/2004 (διάρκειας από 1ης/2/2004 έως 31/1/2005), από 1/2/2005 (διάρκειας από 1ης/2/2005 έως 31/1/2006), από 1/2/2006 (διάρκειας από 1ης/2/2006 έως 31/1/2007), από 1/2/2007 διάρκειας από 1ης/2/2007 έως 30-6-2007), από 2/7/2007 (διάρκειας από 1ης/7/2007 έως 31/8/2008), από 12/12/2008 (διάρκειας από 1ης/9/2008 έως 31/12/2008), από 1/1/2009 (διάρκειας από 1ης/1/2009 έως 31/8/2009), από 1/9/2009 (διάρκειας από 1ης/9/2009 έως 31/12/2009), από 1/1/2010 (διάρκειας από 1ης/1/2010 έως 31/12/2010) και, από 1/1/2011 (διάρκειας από 1ης/1/2011 έως 30/6/2011), συμβάσεις. Μετά τη λύση και θέση σε εκκαθάριση του άνω νομικού προσώπου με την επωνυμία «……………» που έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, η ενάγουσα μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε στον εναγόμενο, δυνάμει σχετικής απόφασης του Δ.Σ. του και έκτοτε του προσφέρει τις υπηρεσίες της, με την ίδια ειδικότητα και τους ίδιους όρους αμοιβής και εργασίας, όπως και πριν από τη μεταφορά της σε αυτόν. Ειδικότερα, συνήφθη η, από 14/12/2011 (διάρκειας από 1ης/7/2011 έως 31/12/2011), σύμβαση και στη συνέχεια έλαβαν χώρα οι εξής ανανεώσεις / παρατάσεις αυτής: Από 16/1/2012 (διάρκειας από 1ης/1/2012 έως 30/6/2012 – υπ’ αριθμ. πρωτ. …../16-1-2012, διαπιστωτική πράξη αρ. … του εναγόμενου και υπ’ αριθμ. …../28-3-2012, απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου), από 19/9/2012 (διάρκειας από 1ης/7/2012 έως 30/9/2012 – υπ’ αριθμ. …./19-9-2012 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου), από 5/6/2013 (διάρκειας έως 30/9/2013 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/5-6-2013, διαπιστωτική πράξη αρ. … του εναγόμενου), από 15/10/2013 (διάρκειας από 1ης/10/2013 έως 30/9/2014 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/15-10-2013, διαπιστωτική πράξη αρ. …. του εναγόμενου), από 30/9/2014 (διάρκειας από 1ης/10/2014 έως 31/12/2015 – υπ’ αριθμ. ……/30-9-2014, διαπιστωτική πράξη αρ. …. του εναγόμενου) και, από 29/12/2015 (διάρκειας από 1ης/1/2016 έως 31/12/2016 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ……../29-12-2015, διαπιστωτική πράξη αρ. …../2015 του εναγόμενου). Παρέχει, δηλαδή, τις υπηρεσίες της αδιαλείπτως από 1ης Φεβρουαρίου 2003 έως σήμερα, αρχικά στο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «…………» (που μετετράπη εν τω μεταξύ σε δημοτική κοινωφελή επιχείρηση με την επωνυμία «……………») και, στη συνέχεια, στον εναγόμενο, αμειβόμενη πλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4024/2011.
ε) Η πέμπτη από αυτές, προσελήφθη την 1η Φεβρουαρίου 2003 από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (αμιγή δημοτική επιχείρηση) με την επωνυμία «…………» και δ.τ. «………..», με έδρα ………… (το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, μετετράπη στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, σε δημοτική κοινωφελή επιχείρηση του ν. 3463/2006, με την επωνυμία «………….»), προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της κοινωνικής λειτουργού Τ.Ε., επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί 8 ώρες ημερησίως, με ειδικότερα καθήκοντα τη συνολική εποπτεία των ωφελούμενων του προγράμματος «ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ», την αξιολόγηση των περιστατικών και τη συνεργασία με την Πρόνοια, καθώς και την παροχή συμβουλευτικής στήριξης. Η σύμβαση που υπεγράφη είναι ετήσιας διάρκειας (έως τις 31/1/2004). Έκτοτε και μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2011, απασχολήθηκε αδιάλειπτα στο άνω νομικό πρόσωπο, με την άνω ειδικότητα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, φερόμενων ως ορισμένου χρόνου. Ειδικότερα, συνήφθησαν οι εξής συμβάσεις: Από 10/2/2003 (διάρκειας από 1ης/2/2003 έως 31/1/2004), από 1/2/2004 (διάρκειας από 1ης/2/2004 έως 31/1/2005), από 1/2/2005 (διάρκειας από 1ης/2/2005 έως 31/1/2006), από 1/2/2006 (διάρκειας από 1ης/2/2006 έως 31/1/2007), από 1/2/2007 (διάρκειας από 1ης/2/2007 έως 30/6/2007), από 2/7/2007 (διάρκειας από 1ης/7/2007 έως 31/8/2008), από 12/12/2008 (διάρκειας από 1ης/9/2008 έως 31/12/2008), από 1/1/2009 (διάρκειας από 1ης/1/2009 έως 31/8/2009), από 1/9/2009 (διάρκειας από 1ης/9/2009 έως 31/12/2009), από 1ης/1/2010 (διάρκειας από 1ης/1/2010 έως 31/12/2010) και, από 1ης/1/2011 (διάρκειας από 1ης/1/2011 έως 30/6/2011), συμβάσεις. Μετά τη λύση και θέση σε εκκαθάριση του άνω νομικού προσώπου με την επωνυμία «………….» που έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε στον εναγόμενο, δυνάμει σχετικής απόφασης του Δ.Σ. του και έκτοτε προσφέρει τις υπηρεσίες της, με την ίδια ειδικότητα και τους ίδιους όρους αμοιβής και εργασίας, όπως και πριν από τη μεταφορά της σε αυτόν. Ειδικότερα, συνήφθη η, από 14/12/2011 (διάρκειας από 1ης/7/2011 έως 31/12/2011), σύμβαση και στη συνέχεια έλαβαν χώρα οι εξής ανανεώσεις / παρατάσεις αυτής: Από 16/1/2012 (διάρκειας από 1ης/1/2012 έως 30/6/2012 – υπ’ αριθμ. πρωτ. …./16-1-2012, διαπιστωτική πράξη αρ. …. του εναγόμενου και υπ1 αριθμ. …/28-3-2012, απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου), από 19/9/2012 (διάρκειας από 1ης/7/2012 έως 30/9/2012 – υπ’ αριθμ. …./19-9-2012, απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγόμενου), από 5/6/2013 (διάρκειας έως 30/9/2013 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ……../5-6-2013, διαπιστωτική πράξη αρ. …. του εναγόμενου), από 15/10/2013 (διάρκειας από 1ης/10/2013 έως 30/9/2014 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ………/15-10-2013, διαπιστωτική πράξη αρ. …. του εναγόμενου), από 30/9/2014 (διάρκειας από 1ης/10/2014 έως 31/12/2015 – υπ’ αριθμ. ………../30-9-2014, διαπιστωτική πράξη αρ. ….. του εναγόμενου) και, από 29/12/2015 (διάρκειας από 1ης/1/2016 έως 31/12/2016 – υπ’ αριθμ. πρωτ. ………/29-12-2015, διαπιστωτική πράξη αρ. …./2015 του εναγόμενου). Παρέχει, δηλαδή, τις υπηρεσίες της αδιαλείπτως από 1ης Φεβρουαρίου 2003 έως σήμερα, αρχικά στο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «……….» (που μετετράπη εν τω μεταξύ σε δημοτική κοινωφελή επιχείρηση με την επωνυμία «…………») και, στη συνέχεια, στον εναγόμενο, αμειβόμενη πλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4024/2011.
Το εναγόμενο ως εργοδότης τους καθ’όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους όριζε και ήλεγχε μέσω των εκπροσώπων των φορέων αυτού τα καθήκοντα των εναγουσών, οι οποίες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Συνεπώς μολονότι οι ενάγουσες προσλήφθηκαν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που από τη φύση τους συνάπτονται για την κάλυψη πρόσκαιρων και εκτάκτων αναγκών που συνδέονται με συγκεκριμένα έργα μέχρι την περάτωση αυτών, στην πραγματικότητα απασχολήθηκαν από το εναγόμενο για την κάλυψη συνήθων, τρεχουσών και απολύτως τακτικών, προβλέψιμων και υπαρχουσών αναγκών αυτού, μόνιμης, διαρκούς και πάγιας προοπτικής, συναρτημένες και σχετικές προς τις ανάγκες που εξυπηρετεί παράλληλα και το μόνιμο προσωπικό των υπηρεσιών του. Κατ’ ακολουθίαν, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, απασχολούμενες σε θέσεις μονίμων υπαλλήλων υπό τις εντολές και οδηγίες αυτού και των οργάνων του, που ασκούσαν εποπτεία και καθόριζαν τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο της εργασίας τους, υποχρεούμενες να συμμορφώνονται με αυτούς και να δέχονται τον έλεγχο, τόσο για την τήρηση των εντολών και οδηγιών όσο και για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας, προσερχόμενες στα καθήκοντα τους καθημερινά σε συγκεκριμένο ωράριο, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου. Ο τελευταίος, αποσκοπούσε σε αυτή καθεαυτή την απασχόληση των εναγουσών για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του, δεδομένου ότι το μόνιμο προσωπικό του δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών του και όχι στην κάλυψη πρόσκαιρων και έκτακτων αναγκών. Συνεπώς, οι ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο με την έννομη σχέση της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με όλες τις περαιτέρω συνέπειες (π.χ. μισθολογικές, ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικές κλπ) του στοιχείου της εξάρτησης και όχι της συμβάσεως ορισμένου χρόνου, η οποία καταρτίσθηκε με πρόθεση καταστρατήγησης της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν 2112/1920, που επιτελεί τους σκοπούς της κοινοτικής οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Συνεπώς, με βάση όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, οι καταρτισθείσες συμβάσεις στις οποίες προέχει το στοιχείο παροχής εργασίας, δεν δύνανται να εξαιρεθούν από την οδηγία 1999/70/ΕΚ. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η εργασία των εναγουσών παρεχόταν υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας και εφόσον στην πραγματικότητα οι ανάγκες που κάλυπταν ήταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν υφίστατο αντικειμενικός λόγος για την ανανέωση των συμβάσεων «ορισμένου χρόνου» ή σχέσεων τους, τέτοια δε, χωρίς αντικειμενικό λόγο, ανανέωση συνιστά κατάχρηση, και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 Π.Δ. 164/2004, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Εφόσον λοιπόν για τις ενάγουσες δυνάμει των ως άνω διατάξεων σημειώθηκε κατάχρηση ακόμα και κατά την έννοια του Π.Δ. 164/2004, πρέπει κατά τα προεκτεθέντα, να εξαλειφθεί. Για την εξάλειψη της κατάχρησης αυτής, στην περίπτωση που αυτή λάβει χώρα παρά τις σχετικές απαγορεύσεις, δεν επαρκούν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 7 Π.Δ. 164/2004 έννομες συνέπειες-κυρώσεις. Για την εξάλειψη της κατάχρησης αυτής θα πρέπει, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, να τύχει εφαρμογής το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, χωρίς την εφαρμογή του οποίου – ελλείψει άλλου αποτελεσματικού προς τούτο μέτρου – δεν είναι δυνατή η εξάλειψή της. Κατ’ ακολουθία, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία, να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγουσες συνδέονται με τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας τις αντίστοιχες αποδοχές τους, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων ενόψει της ιδιαίτερης δυσχέρειας της ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι ενάγουσες συνδέονται με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Δήμος …………..» με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την έναρξη της απασχόλησής τους.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγουσών και να τις απασχολεί στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών τους προσόντων και να καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές τους
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων στο σύνολο της.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2017, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
