απόλυσημερική απασχόλησηΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 316/2013

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Γνήσια ετοιμότητα προς εργασία. Έννοια και διάκριση από απλή ετοιμότητα εργασίας. Δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι συνδεόταν με τον ενάγοντα με σχέση απλής ετοιμότητας προς εργασία, αφού δεν εξειδικεύει τα στοιχεία εκείνα από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων δεσμεύει την προσωπική του ελευθερία, αναλαμβάνοντας μόνο να παραμένει σε ορισμένο τόπο για ορισμένο χρόνο, δίχως να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, τις οποίες υποχρεούται να παρέχει μόνο σε περίπτωση ανάγκης. Σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης. Φύση αυτής και προϋποθέσεις κατάρτισής της. Η μη τήρηση εγγράφου τύπου συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρθρο 159 ΑΚ και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Προφορική πρόταση ισχυρισμών και σημείωση αυτών στα πρακτικά. Πρέπει να προκύπτει ευθέως από τις προφορικές δηλώσεις και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων στα πρακτικά μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλόμενων εγγράφων προτάσεων. Βιβλιάριο υγείας. Έλλειψή του επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης εργασίας, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως. Η ύπαρξή του δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου αγωγής αναζήτησης αποδοχών, αλλά η έλλειψή του περιεχόμενο ένστασης του εργοδότη. Η ένσταση ακυρότητας της επίδικης σύμβασης εργασίας λόγω έλλειψης βιβλιαρίου υγείας, όπως για πρώτη φορά προβλήθηκε από την εναγομένη με την προσθήκη των προτάσεών της τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη. Προφορική και αζήμια καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Ο καταγγέλλων εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να επεξηγεί στο έγγραφο της καταγγελίας τους λόγους που τον ώθησαν σ’ αυτήν. Σε περίπτωση καταγγελίας συνεπεία υποβολής μήνυσης ή απαγγελίας κατηγορίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο αυτής η αναφορά των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται ο εργαζόμενος, αλλά αρκεί να γνωστοποιείται εγγράφως ότι η απόλυσή του γίνεται μετά από μήνυση την οποία υπέβαλε ο καταγγέλλων εργοδότης. Η επίδικη καταγγελία δεν σχετίζεται αιτιωδώς με τις εγκλήσεις της εναγομένης. Υποχρέωση εργοδότη κατά την εξόφληση των αποδοχών του εργαζομένου να χορηγεί εκκαθαριστικό σημείωμα κατ’ άρθρο 18 ν. 1082/1980. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 29.880,06 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

[Τμήμα εργατικών διαφορών]

Αριθμός Απόφασης 316/2013

(Αριθμ. κατάθ. αγωγής: ……………)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

[διαδικασία εργατικών διαφορών]

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ το Δικαστή Λεωνίδα Δ. Μπόμπολη, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από το Γραμματέα Νικόλαο Μόσσορα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ ΔΗΜΟΣΙΑ στην Αθήνα και στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2012, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …………………., κατοίκου Αθηνών, οδός ………………….., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Δημητρίου Βλαχόπουλου, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Της ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………………..», με έδρα την ……………………………, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε και εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ανδρέα Περράκη, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Ο ΕΝΑΓΩΝ ΖΗΤΑ να γίνει δεκτή η από. 6-10-2010 αγωγή του, η οποία και κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/…………../2010 και η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 5-10-2012 και μετ αναβολής για την ανωτέρω δικάσιμο [της 3-12-2012], όπου και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο υπό τον αριθμό ΧΚΒ-8.

ΣΤΙΣ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ στις υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος ανέπτυξε στις ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθεισας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι η διεκδίκηση από τον εργαζόμενο των νομίμων δικαιωμάτων του από την εργασιακή σχέση, δεν είναι, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν δικαιολογείται από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του εργοδότη, όπως συμβαίνει, όταν γίνεται λόγω συμπεριφοράς του μισθωτού που δημιουργεί προβλήματα στην ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του και στις ανάγκες της επιχείρησης και ειδικότερα όταν ο μισθωτός αρνείται ν’ αποδεχθεί την μεταβολή των όρων εργασίας του, υπολαμβάνοντας αυτήν ως βλαπτική, η οποία, όμως, αφενός δεν είναι βλαπτική γι’ αυτόν και αφετέρου επιβάλλεται από το πραγματικό συμφέρον της επιχείρησης, με αποτέλεσμα την δημιουργία από την άρνηση αυτή σοβαρών προβλημάτων, εξαιτίας των οποίων ο εργοδότης εξαναγκάζεται να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας, για να επιτευχθεί η ομαλή λειτουργία της επιχείρησής του. [βλ. ΑΠ 126/2011, δημοσίευση Τρ.Νομ.Πλ. «ΝΟΜΟΣ»]. Επομένως, η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου καθώς και όταν δεν υπάρχει γι’ αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους – που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος – εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή καταγγελία η οποία δε δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως, λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι τα δικαιώματα ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εν λόγω αρχή δεν εφαρμόζεται απευθείας από το δικαστήριο, παρά μόνο στα πλαίσια του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων που περιορίζουν τα δικαιώματα του ανθρώπου [βλ. Ολ. ΑΠ 6/2009 και ΑΠ 50/2011 δημοσίευση Τρ.Νομ.Πλ. «ΝΟΜΟΣ»].

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίσιν αγωγή του ο ενάγων αυτής εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, όπως νόμιμα εκπροσωπείτο, με προφορική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως διανομέας για το συνολικό χρονικό διάστημα από 11-5-2009 έως και τον Ιούλιο του έτους 2010, υπό καθεστώς πλήρους (και όχι μερικής, όπως βάσιμα διατείνεται η εναγομένη) απασχόλησης και δη οκτώ (8) ωρών ημερησίως τις καθημερινές, αλλά και κα τα Σάββατα όπως και από τις ίδιες ως άνω ώρες τις Κυριακές, επί επτά (7) ημέρες την εβδομάδα και με συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές για πενθήμερη εργασία της τάξης των 892 € (μικτά). Ότι τον Ιούλιο του 2010 καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του, χωρίς την παράλληλη συνδρομή στο πρόσωπό του, λόγου. Ζητά με έκδοση προσωρινά εκτελεστής απόφασης να υποχρεωθεί η εναγομένη, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, να του καταβάλλει [Α]. Με αιτία την επικαλούμενη από την πλευρά του ενάγοντος ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του: [1] για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 21.428,64 € (892,86 € χ 24 μήνες), ως και τις συναφείς παροχές, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο ενάγων θα λάμβανε για επιδόματα εορτών και επίδομα αδείας, ήτοι:[2] για επίδομα αδείας 2010: 446.43 € (ήμισυς μηνιαίος μισθός: 892,86 / 2), [3] για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2010: 688.90 Ευρώ (δύο ημερομίσθια γιο κάθε 19ήμερο εργασίας για την περίοδο από 9/7/2010 έως 31/12/2010, ήτοι 2 χ 35,71 € χ 9,26 δεκαεννιαήμερα και το γινόμενο προσαυξημένο με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 661,35 € χ 1,04166 = 688,90, [4] για επίδομα Πάσχα 2011: 465,03 € (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας. 892,86 / 2 χ 1,04166), [5] για επίδομα αδείας 2011: 446,43 € (ήμισυς μηνιαίος μισθός: 892,86/2),[6] για επίδομα Χριστουγέννων 2011: 930,06 € (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 892,86 χ 1,04166), [7] για επίδομα Πάσχα 2012: 465,03 € (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 892,86 / 2 χ 1,04166), [8] για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2012: 270,05 € (δύο ημερομίσθια για κάθε 19ήμερο εργασίας για την περίοδο από 1/5/2012 έως 8/7/2012. ήτοι 2 χ 35.71 Ευρώ χ 3,63 δεκαεννιαήμερα και το γινόμενο προσαυξημένο με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 259,25 € χ 1,04166 = 270,05,[Β] Με αιτία την επικαλουμένη από την πλευρά του ενάγοντος διαφορά δεδουλευεμένων αποδοχών από την παροχή της εργασίας του: [1] για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2009, το ποσόν των 920,28 €, [2] για επίδομα Πάσχα έτους 2010, το ποσόν των 465,03 €,[3] για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2010, το ποσόν των 270,05 €,[4] για επίδομα αδείας έτους 2009, το ποσόν των 446,43 €. [Γ] Με αιτία την επικαλουμένη από την πλευρά του ενάγοντος υπέρβαση του ημερησίου του ωραρίου και απασχόλησή του για τέσσερις (4) ημέρες εβδομαδιαίως και κατά δέκα (10) ώρες ημερησίως, όπως και κατά τα Σάββατα, Κυριακές και νύχτα: [1] το ποσόν των 514,56 € για κατ εξαίρεσιν υπερωριακή απασχόληση,[2] για απασχόλησή του κατά τα Σάββατα, το ποσόν των 2.129,03 €, [3] για απασχόλησή του κατά τις Κυριακές, το ποσόν των 2.106,38 €, [4] για απασχόλησή του κατά τις νυχτερινές ώρες, το ποσόν των 547,80 €, και συνολικά αιτάται την καταβολή για τις ανωτέρω αιτίες του συνολικού ποσού των 25.140,57 €, των 2.109,79 € και των 5.263,97 € για κάθε αντίστοιχη ως άνω αιτία, όπως και του ποσού των 2.391,29 € ως αποδοχές υπερημερίας και δη ως διαφορά μεταξύ των συμβατικώς οριζομένων αποδοχών του και των πράγματι καταβληθέντων έως τον Ιούλιο του έτους 2010 [λόγω της επικαλούμενης τροποποίησης της αρχικής σύμβασης πλήρους απασχόλησης σε αντίστοιχη μερικής χωρίς την τήρηση του ουσιώδους εγγράφου τύπου και άνευ συμφωνίας μετά του εργαζομένου], νομίμως εντόκως από το χρόνο όπου και έκαστο αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως και δη επικουρικώς από της επιδόσεως της κρινομένης αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, με ρητή επιφύλαξη του ενάγοντος για το περαιτέρω χρονικό διάστημα, σε περίπτωση που δεν. ήθελε αρθεί νομίμως η υπερημερία της. Επικουρικώς, ζητά την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσής του, ποσού 2.083,34 €, το ποσόν των 892,86 € για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας έτους 2010 και το ποσόν των 446,43 €, για επίδομα αδείας έτους 2010 και συνολικά του ποσού των 3.422,63 €, με το νόμιμο τόκο τους από την ημερομηνία της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του, άλλως και δη επικουρικώς από την επίδοση της κρινομένης αγωγής και για όλα τα ανωτέρω με την απειλή χρηματικής ποινής τουλάχιστον 500 € για κάθε ημέρα αρνήσεως της εναγομένης όπως συμμορφωθεί με το διατακτικό της εκδοθείσας απόφασης. Τέλος ζητά να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά του έξοδα. Με το περιεχόμενο αυτό η κρινομένη αγωγή αρμοδίως φέρεται καθ’ ύλην και κατά τόπον, ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2, 25 παρ. 2, 664 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664-676 ΚΠολΔ) και είναι πλήρως ορισμένη (215 αρ. 1α ΚΠολΔ), ήτοι ως προς όλα τα αγωγικά κονδύλια, [(απορριπτομένου στο σημείο αυτό του αντιστοίχου με τις προτάσεις παραδεκτώς προβληθέντος και με αντίστοιχη προφορική ανάπτυξη στην επ ακροατηρίω διαδικασία με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου προταθέντος ισχυρισμού της εναγόμενης περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου)]. Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ., 340, 346, 904 ΑΚ, 176, 191 αρ. 2, 907, 908 αρ. εδ. ε’ και 910 αρ. 4 ΚΠολΔ, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ’ αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως «περί προστασίας του ημερομισθίου», που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, 1 του ν. 1082/1980 και της, κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του ως άνω νόμου, ΥΑ 19040/1981 Οικονομικών και Εργασίας, άρθρο 1 παρ. 1 και 3 αυτής και 2 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως το άρθρο 2 παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 § 1 του ν.1346/1983, άρθρο 1 ν. 3302/2004. Μη νόμιμο και απορριπτέο είναι το αίτημα της αγωγής περί επιβολής χρηματικής ποινής σε βάρος της εναγομένης για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς η επιβολή τέτοιας ποινής ως μέσο έμμεσης εκτέλεσης, προβλέπεται από το άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει υλική πράξη, η επιχείρηση της οποίας εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, μη δυνάμενης εκ της φύσεώς της, να εκτελεσθεί από τρίτον (βλ. Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΑ, άρθρο 946 παρ. 1, σελ. 1819), κάτι όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον από την πλευρά του ενάγοντος διώκεται η ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης και η αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίησή της χωρεί μόνο με τους προβλεπόμενους από το άρθρο 951 ΚΠολΔ, τρόπους έμμεσης εκτέλεσης, ήτοι κατάσχεση περιουσίας, αναγκαστική διαχείριση ή προσωπική κράτηση. Σύμφωνα, εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 17 ν. 2479/1997: Το άρθρο 71 του Εισ.Ν.Κωδ.Πολ.Δικ. αντικαθίσταται ως ακολούθως: « Στις εργατικές διαφορές δεν καταβάλλεται το κατά το νόμο ΓΠΟΗ’/1912 (ΦΕΚ 3Α’), όπως ήδη ισχύει, δικαστικό ένσημο, για το μέχρι του ποσού της εκάστοτε και καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου αίτημα της αγωγής», ενώ με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 ΚΠολΔ, «Στην Αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται: 1. α) όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ………………2. Στην Αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους είναι πάνω από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, δεν υπερβαίνει όμως τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ.» [όπως το άρθρο 14 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 2 Ν.3994/2011- ΦΕΚ A 165/25.7.2011]. Πρέπει, συνεπώς, η ένδικη αγωγή, εφόσον κρίθηκε ότι ασκείται ορισμένα, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι ο ενάγων υποχρεούται σε καταβολή δικαστικού ενσήμου και προσαυξήσεων υπέρ τρίτων, καθόσον το συνολικό καταψηφιστικώς αιτούμενο αγωγικό του αίτημα υπερβαίνει το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή δικαστικού ενσήμου (ήτοι το ποσό των 20.000 Ευρώ, βλ. άρθρ. 71 Εις.Ν.Κ.Πολ.Δ.] και προσκομίζει τα υπ. αρ. ………… και ………….. δικαστικά ένσημα [αγωγόσημα].

Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 § 1 ν. 3198/1955 «πάσα αξίωση του μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική, αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσης εργασίας». Κατά την έννοια, της προαναφερομένης διάταξης, το απαράδεκτο αυτό, σε περίπτωση που δεν ασκηθεί η αγωγή εντός τριμήνου από τη λύση της σχέσης εργασίας, αφορά τόσο την καταψηφιστική ή για άλλη νόμιμη αξίωση αγωγή, όσο και την αναγνωριστική της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης,η οποία αποτελεί τη βάση της καταψηφιστικής ή για άλλη αξίωση αγωγής. Η παραπάνω δε προθεσμία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κατ’άρθρ.280 ΑΚ. Αν επομένως, ο εργαζόμενος θεωρήσει ότι η απόλυσή του με καταγγελία είναι άκυρη, τότε μπορεί να ασκήσει αγωγή εντός 3 μηνών από την απόλυση και να ζητήσει αποδοχές υπερημερίας. Αν όμως ζητά αποζημίωση απόλυσης, τότε η αποσβεστική προθεσμία είναι 6 μηνών. Αυτές οι προθεσμίες είναι αποκλειστικές, οπότε με την παρέλευσή τους αποσβένυται το δικαίωμα και η ασκηθείσα αγωγή μετά την παρέλευση είναι απαράδεκτη. Η διάταξη της § 2 του άρθρου 6 του ν. 3198/1955, ως θεσμική, έχει εφαρμογή σε όλους τους μισθωτούς, οι οποίοι εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, είτε στο Δημόσιο, σε ν.π.δ.δ. και γενικά στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, είτε αμιγώς ιδιωτικό τομέα, πολύ δε περισσότερο αν κανονισμοί προσωπικού με ισχύ νόμου ή άλλες διατάξεις παραπέμπουν ως προς την καταβλητέα λόγω απολύσεως αποζημίωση στον ν. 3198/1955, στο ν. 2112/1920 ή στο β.δ. της 16/18.7.1920, είτε στο σύνολό τους, είτε μόνο ως προς τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης [βλ. Εφ.Αθ. 960/2008 Ελ.Δνη 50,224]. Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο όμως αυτό, ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε παραδεκτώς εντός της τρίμηνης και εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας (άρθρο 280 ΑΚ) του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, αναφορικά με τις αξιώσεις που πηγάζουν από την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (ήτοι, με επικαλούμενο από την πλευρά του ενάγοντος χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του την 8-7-2010 και με έναρξη των αποτελεσμάτων της επίδικης καταγγελίας από την επομένη, ήτοι από τις 9-7-2010 (καθόσον η τρίμηνη και εξάμηνη, αντίστοιχα, αποσβεστική προθεσμία που τάσσεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 ν. 3198/1955 για την προσβολή του κύρους της απόλυσης ξεκινά από την επομένη που αυτή έλαβε χώρα, εφόσον βεβαίως περιέλθει σε γνώση του εργαζομένου, σύμφωνα με τη θεωρία της «λήψης» κατά τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ, ενώ εάν η καταγγελία είναι με προθεσμία, δηλαδή ορίζεται ότι η λύση της σύμβασης επέρχεται σε μεταγενέστερο χρόνο, το τρίμηνο ξεκινά από τη λήξη της οριζομένης προθεσμίας βλ. Ι.Ληξουριώτη Ενστάσεις εργατικού Δικαίου, εκδ.20910, σελ. 189, σημ.ΣΤ-20,με παραπομπές και σε Ζερδελή σ.581-ΑΠ 1398/1986 ΑΕΝ 1987,701), η αγωγή επιδόθηκε νομίμως στην εναγομένη εταιρεία στις 8-10-2010, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ επικλήσεως από την πλευρά του ενάγοντος υπ. αρ. ………../8-10-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη, μετά από γραπτή παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος η οποία (αποσβεστική προθεσμία), αφορώσα τη δημόσια τάξη υπό την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 (γ) ΚΠολΔ (βλ. Κ,Μακρίδου Δικονομία Εργατικών Διαφορών, κεφ. 7, σελ,153,σημ.23 υπος/ση 90) ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο (βλ. ΑΠ 98/2004 ΝοΒ 2004, 1273, ΑΠ 21/2004 ΕΕργΔ 2004, 610, ΑΠ 1341/2002 ΕλλΔνη 2003, 453, ΕφΑθ 6886/2004 ΝοΒ 2005, 104, ΕφΑθ 1113/2002 ΕλλΔνη 2002, 809). Ας σημειωθεί επιπρόσθετα ότι: (α) είναι παραδεκτή η προκείμενη σωρευτική άσκηση της αξίωσης του ενάγοντος για δεδουλευμένες αποδοχές με την αξίωση για αποζημίωση απόλυσης, αφού η πρώτη (αξίωση) υφίσταται σε κάθε περίπτωση που ο εργαζόμενος παρέσχε κανονικά την εργασία του και ο εργοδότης δεν του κατέβαλε τις νόμιμες (ή τις συμβατικές) αποδοχές του και είναι ανεξάρτητη από την καταγγελία (έγκυρη ή άκυρη) ή μη της εργασιακής σύμβασης και ως εκ τούτου η άσκηση της πρώτης αξίωσης για δεδουλευμένες αποδοχές ουδόλως αποκλείει τη σωρευτική προβολή της δεύτερης αξίωσης (για αποζημίωση απόλυσης) [βλ. ΕφΑθ 7253/2000 Ελ 42(2001).1383, με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία].

Από το σύνολο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, ειδικότερα δε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης (………………….) και ανταπόδειξης [………………….], που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, όπως οι καταθέσεις τους εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, εκτιμώμενες σε συνδυασμό κατά το λόγο της γνώσεως και της αξιοπιστίας των ανωτέρω μαρτύρων, από το σύνολο των εγγράφων, που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι [άρθρα 106, 335, 339, 341, 432, 670 και 674 του ΚΠολΔ, τα οποία έχουν εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, βλ. σχετ. ΑΠ 1351/2003 ΕλΔ 45(2004). 1037, ΑΠ 1150/2003 ΕλΔ 46(2005).405]„ από τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία λαμβάνονται υπόψιν αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚπολΔ), λαμβανομένων επιπρόσθετα υπόψιν και: [α] των υπ.αρ. ………/2012, ……./2012,………/2012, ……../2012 και ………/2012 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων απόδειξης του ενάγοντος, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν νομίμως προ 24ώρου κλητεύσεως της εναγομένης από την πλευρά του ενάγοντος, όπως αποδεικνύεται από τη με ημερομηνία 23-11-2012 κλήση, σε συνδυασμό με την υπ. αρ. ………/26-11-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη, [β] της υπ’ αριθμ. ……../2012 ενόρκου βεβαιώσεως του μάρτυρος απόδειξης, του ενάγοντος, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία και λήφθηκε μετά από νόμιμη γνωστοποίηση του ενάγοντος προς την εναγομένη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, καταχωρισθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, παρουσία της, η οποία δεν αντέλεξε ως προς τη λήψη αυτής,[γ] των υπ.αρ. ……/2012, ………../2012 και ………/2012 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ανταπόδειξης της εναγομένης, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν νομίμως προ 24ώρου κλητεύσεως του ενάγοντος από την πλευρά της εναγομένης, όπως αποδεικνύεται από τη με ημερομηνία 28-11-2012 κλήση, σε συνδυασμό με την υπ. αρ. ………./29-11-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Δημητρίου Αθ. Δημάκη, αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [i] ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, [η οποία διατηρεί επιχείρηση πιτσαρίας με το σήμα «………» στο …………………..], όπως νόμιμα εκπροσωπείτο, με προφορική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί σε αυτήν ως διανομέας για το συνολικό χρονικό διάστημα από 11-5-2009 έως και τις 8-7-2010, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και δη οκτώ (8) ωρών ημερησίως. Η πρόσληψή του αυτή όμως με αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης ουδέποτε δηλώθηκε στα αρμόδια κατά το νόμο όργανα, ούτε όμως και στον ενάγοντα γνωστοποιήθηκαν οι όροι της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι κατά το χρόνο πρόσληψης (την οποία επίσης αμφισβητεί) η εταιρεία δεν είχε εισέτι συσταθεί τυπικά έως τις 5-11-2009, προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον η εταιρεία λειτούργησε κανονικά ως εταιρεία ομόρρυθμος εν τοις πράγμασιν, δεσμευόμενη από και διά των πράξεων των αντιπροσωπευτικών της οργάνων, με την επισήμανση ότι καίτοι εναγόμενη διατείνεται ότι από τις 11-5-2009 έως τις 5-11-2009 η επιχείρηση λειτουργούσε υπό άλλη επωνυμία και διεύθυνση, εντούτοις δεν εξειδικεύει τα συγκεκριμένα ως άνω στοιχεία, [ii] Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι εάν κατά τη διάρκεια της εργασιακής σύμβασης συμφωνηθεί μεταξύ των συμβληθέντων η παροχή από τον εργαζόμενο, εντός του νομίμου ωραρίου της ειδικότητος του πρόσθετης εργασίας, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής είναι συναφής προς την αρχικώς συμφωνηθείσα, τότε δεν οφείλεται ιδιαίτερη αμοιβή γι αυτήν, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία [βλ. ΑΠ 974/2001 ΔΕΝ 1993.235]. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ. του Ν. 1876 1990 «για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις και άλλες ουσιαστικές διατάξεις» και 2 επ. του Ν.Δ. 3755/1957 προκύπτει ότι παροχή εξαρτημένης εργασίας υπό τη μορφή της γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία υπάρχει όταν ο εργαζόμενος δεσμεύει την προσωπική του ελευθερία αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να παραμένει στο συμφωνημένο η καθοριζόμενο από τον εργοδότη τόπο και χρόνο και να έχει συγχρόνως (και δη σωρευτικά και επιπρόσθετα) σε εγρήγορση τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες του όταν κληθεί από τον εργοδότη ή παραστεί ανάγκη. Αυτό σημαίνει ότι η γνήσια ετοιμότητα προς εργασία συνιστά στην ουσία της επιφυλακή προς εργασία, κατά την οποία ο εργαζόμενος υποχρεούται να παραμένει σε ορισμένο τόπο και κυρίως στον αυτό τόπο της εργασίας του, τηρώντας σε εγρήγορση τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις σε όφελος του εργοδότη ανά πάσα στιγμή. Η γνησία ετοιμότητα για τον ανωτέρω λόγο εξομοιούται με την κανονική σύμβαση εργασίας [βλ. Λεοντάρη Εργατικό Δίκαιο,εκδ. 2004, σελ. 16, παρ.2]. Αν όμως η δέσμευση του μισθωτού εξαντλείται στον περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας κατά τον ως άνω τρόπο χωρίς όμως να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις τότε πρόκειται για την καλούμενη απλή ετοιμότητα εργασίας, στην οποία αντιθέτως προς ότι συμβαίνει στη γνήσια ετοιμότητα εργασίας, λόγω της ιδιομορφίας της σχέσεως, δεν έχουν εφαρμογή, εκτός αντίθετης συμφωνίας, οι διατάξεις ειδικών νόμων και συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων αναφορικά με τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για νυκτερινή εργασία, υπέρ εργασία, υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά τις νύκτες, εορτές και Κυριακές, αλλά οφείλεται ο μισθός που συμφωνήθηκε η – αν δεν συμφωνήθηκε – ο ειθισμένος μισθός (βλ. ΑΠ 962/2007 και ΑΠ 802/2003 ΔΕΝ 59,1593). Ήτοι, στην περίπτωση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπό τη μορφή της απλής ετοιμότητας ή ετοιμότητας κλήσεως προς εργασία, στην οποία ο εργαζόμενος συμφωνεί να περιορίσει την προσωπική του ελευθερία, αναλαμβάνοντας μόνο την υποχρέωση να παραμείνει σε ορισμένο τόπο και χρόνο, χωρίς παράλληλα να έχει σε εγρήγορση τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις, τις οποίες και υποχρεούται να κινητοποιήσει μόνο εάν παραστεί ανάγκη, δεν εφαρμόζονται εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις τυχόν προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή εργασίας την Κυριακή ή τις αργίες και για το λόγο αυτό οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και εάν δεν έχει συμφωνηθεί, ο ειθισμένος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 653 ΑΚ και όχι ο νόμιμος , δηλαδή ο προσδιοριζόμενος σε ΣΣΕ [βλ. ΑΠ 1328/2006 ΔΕΕ 2007,979- Ληξουριώτης Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, εκδ.2005, σελ. 140, σημ. Β – Εφ.Πειρ. 548/2001 ΕΕργΔικ.61,2002,340]. Για το λόγο αυτό η απλή ετοιμότητα προς εργασία συνιστά στην ουσία της και χαρακτηρίζεται ως «δεσμευμένη ανάπαυση», όπου δεν υφίσταται εγρήγορση των δυνάμεων του εργαζομένου προς όφελος του εργοδότη του [βλ. Λεοντάρη ο.π. σελ. 17, παρ.2]. Ο εννοιολογικός προσδιορισμός, προκειμένου να εστιαστεί η διαφορά των ανωτέρω εννοιών, πέραν της φύσης της εγρήγορσης των δυνάμεων του εργαζομένων (έννοια, η οποία χρήζει πρακτικής αξιοποίησης ανάλογα και κατ εκτίμηση εκάστης περίπτωσης) θα πρέπει να γίνει με βάση την ακριβή σχέση φερόμενης επιφυλακής – ετοιμότητας του εργαζομένου με την ατομική και κοινωνική του υπόσταση, με δομένη και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις τη λεγομένη «δέσμευση του χρόνου του εργαζομένου», που αποτελεί και τον κοινό παρονομαστή των δύο διαφόρων μορφών ετοιμότητας αυτού. Εάν δεν διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ετοιμότητα, υπό την έννοια ότι μπορεί να κατακλίνεται, να παραμένει δε στην οικία του ασχολούμενος με τις ατομικές και προσωπικές του υποθέσεις, τότε πρόκειται για απλή ετοιμότητα προς εργασία, καθόσον έχει τη δυνατότητα παραμονής στην κατοικία του, αναπαυόμενος, αναμένοντας απλώς να τον ειδοποιήσουν εάν παραστεί ανάγκη. Και τούτο διότι κυρίως στην τελευταία περίπτωση ελλείπει παντελώς το απαιτούμενο στοιχείο της «έντασης» [βλ. Ληξουριώτης ο.π. σ.139, σημ.3.2.Α με παραπομπές σε νομολογία υπό την υπος/ση 24]. Έτσι, η τελευταία περίπτωση εδράζεται στην έννοια της «ετοιμότητας κλήσης», στην οποία ο εργαζόμενος δεσμεύει μόνο την προσωπική του ελευθερία υπό την ειδικότερη μορφή της δέσμευσης του χρόνου του, υποχρεούμενος να παραμένει σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, τις δε σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις θα πρέπει να τις ανάγει σε κατάσταση εγρήγορσης μόνο εάν κινητοποιηθεί με κλήση περιστατικού ανάγκης [βλ. Λ. Ντασιου, Εργατικό Οικονομικό Δίκαιο εκδ. 1999, παρ. 70, σελ. 135]. Στη δε προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι με τον ενάγοντα συνδεόταν με σχέση απλής ετοιμότητας προς εργασία, αφού δεν εξειδικεύει αποδεικτικά τα στοιχεία εκείνα από τα οποία και να προκύπτει ότι ο ενάγων- εργαζόμενος δεσμεύει την προσωπική του ελευθερία, αναλαμβάνοντας μόνο να παραμένει σε ορισμένο τόπο για ορισμένο χρόνο, δίχως να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, τις οποίες υποχρεούται να παρέχει μόνο σε περίπτωση ανάγκης, [iii] Όμως η εναγομένη, καίτοι δεν είχε συμφωνηθεί το αντίστοιχο κατά την πρόσληψη του ενάγοντος στις 11-5-2009, από τις 1-1-2010 μονομερώς και άνευ επιγενόμενης (έστω) συμφωνίας του ενάγοντος, μετέτρεψε τη σύμβαση εργασίας του τελευταίου από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, εις τρόπον ώστε ο τελευταίος να απασχολείται πλέον στην αυτή ως άνω επιχείρησή της επί συνολικά εικοσιτέσσερις (24) ώρες εβδομαδιαίως και δη τέσσερις (4) ώρες ημερησίως [Δευτέρα έως και Πέμπτη, πλέον Σαββάτου και Κυριακής]. Η ανωτέρω μετατροπή της σύμβασής του έγινε μονομερώς και παράτυπα από την πλευρά της εναγομένης, καθόσον: [α] δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, αφού με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του Ν. 1892/1990 και ορίστηκε στην παράγραφο 1 ότι κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, οπότε και θεσμοθετήθηκε ότι ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) [σημειώνεται ότι εάν η μερική απασχόληση έχει καθοριστεί με ημερήσιο ωράριο μικρότερης διάρκειας από το κανονικό και με αποκλίσεις από το νόμιμο ωράριο, η παροχή της εργασίας των μερικώς απασχολουμένων πρέπει να είναι συνεχόμενη και να παρέχεται μόνο μία φορά την ημέρα (βλ. εξαιρέσεις στο άρθρο 2 ν. 3846/2010 για οδηγούς μεταφοράς μαθητών κλπ)], [β] η συμφωνία αυτή, μέσα σε οκτώ (8) (όπως μειώθηκε με βάση τη διάταξη του άρθρου 2 ν. 3846/2010) ημέρες από την κατάρτισή της, δεν γνωστοποιήθηκε στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, οπότε και τεκμαίρεται ότι καλύπτεται σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Έτσι, από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την κατάρτιση της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως απαιτείται κατά το νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός, οπότε και στην επίδικη περίπτωση η μη τήρηση αυτού συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σχετικής συμβάσεως {ήτοι, που αφορά τη μερική απασχόληση- βλ. και ΑΠ 330/2008 ΕλΔνη 50,486), αφού η εν λόγω ακυρότητα, η οποία, κατά το άρθρο 159 ΑΚ., είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της ελλείψεως του απαιτούμενου τύπου. [βλ. ΑΠ 465.2010 ΕΕργ.Δικ. 1(2011),40]. Με τις νέες ρυθμίσεις, μάλιστα, του άρθρου 2 ν. 3846/2010, διατηρήθηκε η υποχρέωση για έγγραφη κατάρτιση της σύμβασης {στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, τόπος παροχής εργασίας, έδρα κλπ της επιχείρησης, χρόνος απασχόλησης, τρόπο κατανομής και περιόδους εργασίας, τρόπο αμοιβής, τροποποιητικούς όρους της σύμβασης) [βλ. Ι.Ληξουριώτη το εργατικό δίκαιο στην εποχή της Κρίσης- η επίδραση της οικονομικής κρίσης στο ατομικό και συλλογικό εργατικό Δίκαιο]. Από τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα συνάγεται ότι: (α) εσφαλμένα εισάγεται ο ισχυρισμός – άρνηση της εναγομένης περί ύπαρξης σύμβασης μερικής απασχόλησης του ενάγοντος, καθόσον μερική απασχόληση λογίζεται μόνο όταν η σχέση εργασίας αφορά παροχή εργασίας μικρότερης διαρκείας από το νόμιμο πλήρες ωράριο του μισθωτού της επιχείρησης (<8ώρου) αλλά και οι δε ώρες εργασίας υπολογίζονται επί ημερησίου ωραρίου και οι μερικώς απασχολούμενοι παρέχουν την εργασία τους συνεχόμενα και ενιαία, ήτοι μία φορά την ημέρα [βλ. Εργατικός Οδηγός Επιχείρησης εκδ. 2011, σελ. 75], ενώ (β) τα διάδικα μέρη ακόμα και για την επικαλουμένη από την πλευρά της εναγομένης σχέση μερικής απασχόλησης, δεν τήρησαν τον έγγραφο συστατικό τύπο για την επικαλούμενη από την πλευρά της εναγομένης μερική απασχόληση του ενάγοντος, η οποία δεν αποδείχθηκε, ούτε και η συμφωνία αυτή εντός οκτώ (8) (όπως μειώθηκε με βάση τη διάταξη του άρθρου 2 ν. 3846/2010) ημερών από τη φερόμενη από την εναγομένη κατάρτισή της, γνωστοποιήθηκε από την πλευρά της εναγομένης στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, οπότε και εκ του νόμου τεκμαίρεται ότι στην προκειμένη περίπτωση καλύπτεται στην ουσία σχέση εργασίας του ενάγοντος με πλήρη απασχόληση, (γ) Ούτε όμως μπορεί να χωρήσει στην προκείμενη περίπτωση καθ επιτρεπτό χαρακτηρισμό από την πλευρά του Δικαστηρίου σχέση εκ περιτροπής εργασίας που να συνέδεε τα διάδικα μέρη, αφού και στην περίπτωση αυτή δεν τηρήθηκε ο έγγραφος συστατικός τύπος της επίδικης σχέσης και δεν γνωστοποιήθηκε εντός 8 ημερών στην επιθεώρηση εργασίας. Κρίσιμο σε κάθε περίπτωση σημείο, θεωρείται η επιλογή που έχει κάνει ο εργοδότης σε σχέση με την πενθήμερη ή την εξαήμερη λειτουργία της επιχείρησής του και η επακόλουθη ενημέρωση της Επιθεώρησης Εργασίας μέσω του πίνακα εργασίας του προσωπικού του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 ν. 2874/2000. Το γεγονός ότι η εναγομένη επέλεξε την πλήρη καταστρατήγηση των διατάξεων για την τυπική σύσταση σχέσεως μερικής απασχόλησης, επάγεται και την περιέλευσή της σε θέση υπερήμερου οφειλέτη-εργοδότη, οπότε και οφείλει στον ενάγοντα τις αποδοχές εκείνες τις οποίες ο τελευταίος θα ελάμβανε εάν κατά το ισόχρονο απασχολείτο με σχέση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης και συγκεκριμένα του ποσού των 2.391,29 € ως αποδοχές υπερημερίας και δη ως διαφορά μεταξύ των συμβατικώς οριζομένων αποδοχών του και των πράγματι καταβληθέντων από τις 1-1-2020 και έως 8-7-2010 [λόγω της επικαλουμένης τροποποίησης της αρχικής σύμβασης πλήρους απασχόλησης σε αντίστοιχη μερικής χωρίς την τήρηση του ουσιώδους εγγράφου τύπου και άνευ συμφωνίας μετά του εργαζομένου, ήτοι μηνιαίες αποδοχές την 1-1-2010 έως – και 30-4-2010 = 892,86 € – καταβλητέο ποσόν των 450 € = 442,86 * 4 μήνες + 301,07 € για το μήνα Μάιο 2010 + 177,10 € για το μήνα Ιούνιο 2010+141,68 € για το μήνα Ιούλιο 2010 = 2.391,29 €], νομίμως εντόκως από το χρόνο όπου και έκαστο αγωγικό κονδύλιο (διαφορές μηνιαίων αποδοχών) κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Για το ίδιο χρονικό ως άνω διάστημα [1-1-2010 έως και τις 8-7-2010] ο ενάγων απασχολείτο για μία και μισή ώρα ημερησίως κατά τη νύχτα (19.30 μ.μ. έως και 23.30 μ.μ. -1 και […] αιτία την επικαλουμένη από την πλευρά του ενάγοντος διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών από την παροχή της εργασίας του, του οφείλονται επίσης, ως επιδόματα εορτών και αδείας τα κάτωθι επιμέρους ποσά [1] για αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτους 2009, το ποσόν των 920,28 €, [2] για επίδομα Πάσχα έτους 2010, το ποσόν των 465,03 €,[3] για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2010, το ποσόν των 270,05 €,[4] για επίδομα αδείας έτους 2009, το ποσόν των 446,43 €. [ν] Από τη διάταξη του άρθρου 14 της Α1β/8557/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β’ 526), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/1940 και αντικαταστάθηκε με την 8405/1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665 Β’), σε συνδυασμό με τα άρθρ. 3, 174 και 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η μη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως των εργαζομένων ως σερβιτόρων. Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η αγωγή που ερείδεται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδιώκει την πληρωμή οφειλόμενων μισθών, δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας, διότι η έλλειψή της αποτελεί ένσταση του εναγόμενου εργοδότη περί ακυρότητας της συμβάσεως, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης [βλ. ΑΠ 439/2010 Ε.Εργ.Δικ. 10(2010), 632 και ΑΕΕ 2010,1335]. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 237 παρ. παρ. 1 και 3, 591 παρ. 1 και 270 του ΚΠολΔ (που εφαρμόζονται και στην κατ’ έφεση δίκη, κατ’ άρθρ. 524 παρ. 1 και 674 παρ. 2 του ίδιου κώδικα) συνάγεται ότι οι διάδικοι σε δίκες που αφορούν εργατικές διαφορές πρέπει, μη κύρωση απαραδέκτου, να καταθέσουν το αργότερο ως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους, πλην εκείνων που χρησιμεύουν αποκλειστικά στην απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που προτάθηκαν παραδεκτά για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση και για τα οποία παρέχεται η δυνατότητα επίκλησης και προσκομιδής τους το πρώτον με τη, μετά τη συζήτηση, προσθήκη των προτάσεων. Έτσι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου, του οποίου δεν έγινε επίκληση και προσκομιδή, καθώς επίσης επικληθέντος αποδεικτικού μέσου για απόδειξη ισχυρισμού που είχε προταθεί πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο, χωρίς αυτό να προσκομισθεί μέχρι το τέλος αυτής, ιδρύει τον από το άρθρ.. 11 παρ. β’ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη επικαλείται ακυρότητα της επίδικης σύμβασης λόγω έλλειψης βιβλιαρίου υγείας της ενάγουσας, στην προαποδεικτική επίκληση του οποίου η τελευταία δεν προέβη, με αποτέλεσμα το νόμω αβάσιμο της υπό κρίσι αγωγής και συγκεκριμένα ότι, κατά την κατάθεση της αγωγής αλλά και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν προσκομίσθηκε ούτε έγινε επίκληση του βιβλιαρίου υγείας της ενάγουσας, η έλλειψη του οποίου, όμως καθιστούσε τη σύμβαση εργασίας της άκυρη. Σύμφωνα όμως με ανωτέρω διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για να είναι ορισμένη η αγωγή που ερείδεται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδιώκει την πληρωμή οφειλόμενων μισθών, δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας, διότι η έλλειψή της αποτελεί ένσταση του εναγόμενου εργοδότη περί ακυρότητας της συμβάσεως, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης. Από δε την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ενάγουσα με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της ρητώς ανέφερε ότι προσκομίζει κι επικαλείται, μεταξύ άλλων και αντίγραφο του βιβλιαρίου Εργασίας και Υγείας μισθωτού. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 591 § 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 19 του ν. 2915/2001, συνάγεται σαφώς ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται δηλονότι σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που «ως γενόμενο κατά τη συζήτηση» σημειώνεται στα πρακτικά. Από την διάταξη του άρθρου 256 § 1 περ. δ’ συνάγεται ότι κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων στα πρακτικά μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλόμενων εγγράφων προτάσεων [ΟλΑΠ 2/2005 ΕλΔ 46(2005).689=ΕΕργΔ 65(2006).610]. Δηλαδή, η καταχώριση στα πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οποιασδήποτε ενστάσεως, την οποία προβάλλει ο εναγόμενος, αποκρούων την εργατική εναντίον του αγωγή, τότε μόνο επιβάλλεται επί ποινή απαραδέκτου, όταν ο εναγόμενος εργοδότης δεν καταθέσει προτάσεις. Στην αντίθετη περίπτωση (δηλαδή όταν ο εναγόμενος εργοδότης καταθέτει προτάσεις, στις οποίες περιέχει αναλυτικώς τις προτεινόμενες ενστάσεις του), αρκεί η απλή προφορική αναφορά τους κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και η περαιτέρω παραπομπή σας περιέχουσες αυτές (τις ανωτέρω ενστάσεις) προτάσεις του. Στην προκειμένη όμως περίπτωση η ένσταση ακυρότητας της επίδικης σύμβασης εργασίας λόγω έλλειψης βιβλιαρίου υγείας, όπως για πρώτη φορά προβλήθηκε από την εναγομένη με την προσθήκη των προτάσεών της τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα ως άνω διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον δεν έλαβε χώρα έστω απλή προφορική αναφορά τους κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ούτε και επιμελεία της εναγόμενης έγινε αντίστοιχη εγγραφή της ένστασης στα οικεία πρακτικά συνεδρίασης της περαιτέρω και αναφορά για την αντίστοιχη παραπομπή με μνεία στις εμπεριέχουσες αυτές προτάσεις, ήτοι απαραδέκτως προβλήθηκε με την προσθήκη των προτάσεών της η ανωτέρω ένσταση, χωρίς όμως να λάβει χώρα έστω και απλή προφορική πρόταση του ανωτέρω περί ακυρότητας της επίδικης σύμβασης ισχυρισμού, ο οποίος αποτελεί ένσταση, οπότε και η εναγομένη αντίθετα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ δεν ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο την αντένστασή της αυτή, αλλά και δεν μερίμνησε για την απλή έγγραφη σημείωση (με αντίστοιχη δήλωση) στα πρακτικά, ως προς την παραπομπή της (με απλή προφορική δήλωση) στις προτάσεις της στο ειδικότερο περιεχόμενο αυτών, [νi] Κατά το χρόνο της πραγματικής απασχόλησής του σε καθεστώς πλήρους ωραρίου πρόσληψη έως και 2-8-2009] δεν αποδείχθηκε ενόψει και των αντιθέτων μαρτυρικών καταθέσεων (και της μη πλήρους διευκρίνησης των αντιστοίχων από την πλευρό, του μάρτυρος απόδειξης ως προς τον ακριβή χρόνο απασχόλησης του ενάγοντος) ότι ο ενάγων απασχολείτο στην επιχείρηση της εναγομένης επί τέσσερις ημέρες της εβδομάδος και επί 10 ώρες ημερησίως, ήτοι από 13.00 μ.μ. έως και 23.00 μ.μ. και επομένως το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο (όπως συμπληρώνεται από το αντίστοιχο για την επικαλούμενη νυκτερινή του απασχόληση και έως τις 31-12-2009) θα πρέπει να απορριφθεί στην ουσία του ως αβάσιμο. Το αυτό ισχύει και για τα αντίστοιχα κονδύλια που αφορούν την απασχόλησή του κατά τα Σάββατα και Κυριακές, καθόσον, δεδομένης της πλήρους απουσίας παραστατικών μισθοδοσίας, ο ίδιος ο επ ακροατηρίω μάρτυρας απόδειξης υπήρξε αντιφατικός καταθέσας ότι «….Σάββατα και Κυριακές δούλεψε. Τα Σαββατοκύριακα τα πληρωνόταν», για να συμπληρώσει εν συνεχεία (αντιφατικώς) ότι «…….. δεν του έδινε Κυριακές και αργίες….., [viii] Δεδομένη πάντως και σε κάθε περίπτωση είναι η ουσιαστική και συστηματική φαλκίδευση των εργασιακών του δικαιωμάτων από την πλευρά της εναγομένης, η οποία (φαλκίδευση) διαπιστώθηκε και σε περιπτώσεις ετέρων εργαζομένων της. Χαρακτηριστικές επ αυτού οι εμπεριεχόμενες σε ένορκες καταθέσεις δηλώσεις των μαρτύρων απόδειξης και δη: (α) της ………………., όπως αυτή εμπεριέχεται στην υπ. αρ. ………../2012 ένορκη κατάθεση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία με την ιδιότητά της ως τ.εργαζόμενη στην επιχείρηση της εναγομένης δήλωσε μετά λόγου γνώσεως ότι «     η επιχείρηση από τον Ιανουάριο του 2010 τον έκανε τετράωρο χωρίς τη θέλησή του….η εταιρεία όμως δεν ανταποκρίθηκε στις υποιχρεώσεις της, αφού δεν του πλήρωνε ούτε τις υπερωρίες ούτε τα νυχτερινά…..» κλπ, (α) του ………………, όπως αυτή εμπεριέχεται στην υπ. αρ. ……../2012 ένορκη κατάθεση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία με την ιδιότητά της ως τ.εργαζόμενη στην επιχείρηση της εναγομένης (διανομέας) και κυρίως (γ) του ………………., όπως αυτή εμπεριέχεται στην υπ. αρ. ………/2012 ένορκη κατάθεση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, ο οποίος φέρει την ιδιότητα του μέλους του δς του σωματείου «Βάσης εργαζομένων οδηγών δικύκλου» και σύμφωνα με την οποία ο ίδιος ενεργώντας επιτόπια αυτοψία στην επιχείρηση της εναγομένης μετά από καταγγελία του ενάγοντος διεπίστωσε ότι οι εργαζόμενοι στο κατάστημα της εναγομένης «…….μας παραπονέθηκαν για παραβιάσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας…», συμπληρώνοντας ότι μπορεί να βεβαιώσει με κατηγορηματικότητα ότι από την κατά τα ανωτέρω διενεργηθείσα αυτοψία στο κατάστημα της εναγομένης, στο οποίο απασχολείτο κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο ο ενάγων «…διαπιστώσαμε ότι έχουν στο σωματείο μας και άλλοι εργαζόμενοι με παρόμοιες καταγγελίες σε βάρος της….».Αντίθετα, οι κατθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης δεν κρίνονται πειστικές καθόσον: (α) η μάρτυς ανταπόδειξης που εξετάστηκε επιμελεία της εναγομένης στο ακροατήριο του Παρόντος αποτελεί τρίτο πρόσωπο και δη πελάτη της επιχείρησης της εναγομένης και συνεπώς δεν φέρει άμεση και δη προσωπική αντίληψη, ενώ (β) οι εμπεριεχόμενες στις υπ. αρ. ……/2012, ……/2012 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχες καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης χαρακτηρίζονται από εμφανή μονομέρεια, καθόσον οι τελευταίοι αποτελούν εργαζομένους της επιχείρησης της εναγομένης και συνεπώς φέρουν άμεσο έννομο συμφέρον. Για τις ανωτέρω αιτίες ο ενάγων προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, συνταχθέντος του υπό στοιχεία …../23-7-2010 δελτίου εργατικής διαφοράς του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης ……….., [ix] Δεν αποδείχθηκε από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, καθόσον μετά από τις συνεχείς ως προς τα ανωτέρω διαμαρτυρίες του ενάγοντος, η εναγομένη προέβη στις 8-7-2010 σε μονομερή καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του, χωρίς να του καταβάλλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και χωρίς να τηρήσει τον εκ του νόμου προβλεπόμενο έγγραφο τόπο καταγγελία, με αποτέλεσμα η καταγγελία αυτή να καθίσταται άκυρη και συνεπώς από την γενομένη υπερημερία της η εναγομένη να εξακολουθεί να οφείλει στον ενάγοντα: [i] για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 21.428,64 € (μηνιαίες μικτές αποδοχές της τάξης των 892,86 € * 24 μήνες), [ii] για επίδομα αδείας 2010: 446.43 € (892,86 / 2), [iii] για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2010: 688,90 Ευρώ (δύο ημερομίσθια για κάθε 19ήμερο εργασίας για την περίοδο από 9/7/2010 έως 31/12/2010, ήτοι 2 χ 35,71 € χ 9,25 δεκαεννιαήμερα και το γινόμενο προσαυξημένο με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 661,35 € χ 1,04166 = 688,90, [iν] για επίδομα Πάσχα 2011: 465,03 € (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας. 892,86 / 2 χ 1,04166), [ν] για επίδομα αδείας 2011: 446,43 € (ήμισυς μηνιαίος μισθός: 892,86/2),[νi] για επίδομα Χριστουγέννων 2011: 930,06 € (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 892,86 χ 1,04166), [νii] για επίδομα Πάσχα 2012: 465,03 € (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 892,86 / 2 χ 1,04166), [viii] για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2012: 270.05 € (δύο ημερομίσθια για κάθε 19ήμερο εργασίας για την περίοδο από 1/5/2012 έως: 8/7/2012. ήτοι 2 χ 35.71 Ευρώ χ 3,63 δεκαεννιαήμερα και το γινόμενο προσαυξημένο με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 259,25 € χ 1,04166 = 270,05. [χ] Από τις διατάξεις των άρθρων 5 ν. 2112/1920 και 7 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι δεν καθορίζεται μ’ αυτές το περιεχόμενο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ούτε επιβάλλεται στον καταγγέλοντα εργοδότη η υποχρέωση να επεξηγεί στο έγγραφο της καταγγελίας τους λόγους που τον ώθησαν σ’ αυτήν, ως στοιχείο του κύρους της. Ειδικά δε προκειμένου περί καταγγελίας συνεπεία υποβολής μηνύσεως ή απαγγελίας κατηγορίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο αυτής η αναγραφή των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται ο εργαζόμενος, αλλά αρκεί να γνωστοποιείται εγγράφως ότι η απόλυσή του γίνεται μετά από μήνυση την οποία υπέβαλε ο καταγγέλων εργοδότης είτε και τρίτος, ή απαγγελία κατηγορίας για αξιόποινες πράξεις, ενώ, σε περίπτωση που η μήνυση στρέφεται κατ’ αγνώστων η καταγγελία είναι έγκυρη εάν προηγουμένως έχει απαγγελθεί κατηγορία κατά του εργαζομένου [βλ. ΑΠ 1722/2008].Κατά η διάταξη του άρθρου5 παρ 1 του ν. 2112/1920 ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, εφόσον κατά του υπαλλήλου υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη, που διαπράχθηκε κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ’ αυτού κατηγορία για αδίκημα, το οποίο φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της εν λόγω καταγγελίας η αναγραφή σ’ αυτήν των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται ο εργαζόμενος αλλά αρκεί να γνωστοποιείται εγγράφως ότι η απόλυσή του γίνεται μετά από μήνυση ή απαγγελία κατηγορίας για αξιόποινες πράξεις (ΑΠ 1237/2003). Πολύ δε περισσότερο δεν απαιτείται να αναφέρεται στο έγγραφο της καταγγελίας ότι η τέλεση του αποδιδόμενου στον εργαζόμενο αδικήματος επηρεάζει δυσμενώς την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσεως και καθιστά δυσχερή για τον εργοδότη τη συνέχισή της [βλ. ΑΠ 1511/2008]. Η εναγομένη μετά την προσφυγή του ενάγοντος στην Επιθεώρηση Εργασίας (23-7-2010), την επίδικη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του (8-7-2010) και την άσκηση της κρινομένης αγωγής (8-10-2010), άσκησε διά των νομίμων προς τούτο οργάνων της εναντίον του τις από 26-8-2010, 27-10-2010 και 5-1-2011 εγκλήσεις, για τα όσα επιμέρους διαλαμβάνονται σε αυτές. Σημειώνεται επιπρόσθετα ότι: [α] στο από 30-9-2010 υπόμνημα της εναγομένη προς το Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ……….., το οποίο κατατέθηκε προς απόκρουση της αντίστοιχης καταγγελίας του ενάγοντος και σε απάντηση της υπ.αρ. πρωτ. …../23-7-2010 πρόσκλησης του Τμήματος αυτού, η εναγόμενη αορίστως δήλωσε απλώς ότι «… .αρνούμαστε οποιονδήποτε ισχυρισμό του καταγγέλοντος», αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να διαλάβει οιαδήποτε μνεία στο περιεχόμενο των ισχυρισμών της που θα αποτελούσαν και τη βάση των ως άνω εγκλήσεών της, [β] η από 26-8-2010 έγκληση του ……………., αναφέρεται κατά περιεχόμενο σε επιγενόμενο της επίδικης καταγγελίας περιστατικό, το οποίο και έλαβε χώρα στις 26-8-2010 ( (η καταγγελία στις 8/7/2010), ο δε ως άνω εργοδότης του ενάγοντος συνομολογούσε ότι « εγώ, του ζήτησα να σταματήσει να εργάζεται την 23-7-2010» αναιρώντας έτσι την αιτίαση της εναγομένης ότι ο ενάγων τον Σεπτέμβριο του 2009 και εντεύθεν είχε έτερη εκτός Αττικής απασχόληση, [γ] ο αγωγικός ισχυρισμός για απασχόληση του ενάγοντος ήδη από τον Μάιο του 2009 επιρρωνύεται και από την υπ. αρ. …../2012 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος απόδειξης, ……………, εργαζομένης στην επιχείρηση της εναγομένης από το Δεκέμβριο του 2009 έως και τον Απρίλιο του 2010, η οποία ως συνάδελφος του ενάγοντος φέρει άμεση και δη προσωπική αντίληψη και σύμφωνα με την οποία ο ενάγων είχε ήδη προσληφθεί στην επιχείρηση της εναγομένης από το Μάιο του 2009, όπως και από την υπ. αρ. ……./2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος απόδειξης, ……………, εργαζομένου στην επιχείρηση της εναγομένης από το Σεπτέμβριο του 2009, ο οποίος επίσης ως συνάδελφος του ενάγοντος φέρει άμεση και δη προσωπική αντίληψη και σύμφωνα με την οποία ο ενάγων είχε ήδη προσληφθεί στην επιχείρηση της εναγομένης από το Μάιο του 2009, συμπληρώνοντας ως προς την επικαλούμενη από την εναγόμενη απασχόληση του ενάγοντος ως συντηρητή έργων τέχνης ότι «……το φθινόπωρο του 2009 πράγματι δούλεψε σε ένα μοναστήρι στο Ναύπλιο για μερικές εβδομάδες, αλλά η δουλειά αυτή ήταν πρωινή και πηγαινοερχόταν καθημερινά με μια μεγάλη μηχανή που είχε τότε και έτσι μπορούσε να δουλεύει παράλληλα στην πιτσαρία τα βράδια». Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη διαλαμβανόμενα, η επίδικη καταγγελία δεν σχετίζεται αιτιωδώς με τις ως άνω εγκλήσεις, [xi] Η εναγομένη εταιρεία από την πλευρά της ακολούθησε την πρακτική της πλήρους και εκούσιας αποφυγής έκδοσης όλων εκείνων των εκ του νόμου απαραιτήτων τυπικών και δη εγγράφων πιστοποιήσεων των όρων εργασίας και αμοιβής του ενάγοντος και συγκεκριμένα: (α) δεν προσκομίζει εξοφλητικές αποδείξεις των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος με υπογραφές του τελευταίου που να καλύπτουν όλο το ως άνω επίδικο διάστημα της απασχόλησης του τελευταίου, καίτοι υφίσταται προς τούτο υποχρέωσή της από τη διάταξη του άρθρου 18 ν. 1082/1980, από το οποίο προκύπτει ότι οι εργοδότες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, υποχρεούνται, κατά την εξόφληση αποδοχών του προσωπικού τους, να χορηγούν εκκαθαριστικό σημείωμα, στο οποίο να απεικονίζονται, αναλυτικά, οι πάσης φύσεως αποδοχές, όπως και οι γενόμενες επ’ αυτών κρατήσεις, ενώ, σημειωτέον ότι όμοια διάταξη προστέθηκε και στο άρθρο 26 του α.ν. 1846/1951 περί ΙΚΑ, με το άρθρο 20 § 2 ν. 1469/1984. Βλ. ήδη το άρθρο 5 ν. 3227/2004, το οποίο, ομοίως, προβλέπει χορήγηση εκκαθαριστικού σημειώματος στον εργαζόμενο κατά την πληρωμή του, με αναλυτική μνεία των επιμέρους καταβαλλόμενων αποδοχών, ως και των γενομένων κρατήσεων, και Α. Μετζητάκο, Παρατηρήσεις επί των άρθρων 5 και 13 του ν. 3227/2004 περί των «εκκαθαριστικών αποδοχών» σε ΔΕΝ 60(2004).473. Άλλωστε, η εκταμίευση ποσών για την εξόφληση μισθοδοσίας αποτελεί λογιστικό γεγονός το οποίο και θα πρέπει να καταγραφεί στα οικεία βιβλία [βλ. ΚΒΣ και π.δ. 186/1992 άρθρο 18 παρ. 2],ενώ (β) ο Κ.Β.Σ. στο άρθρο 15 παρ. 4 προβλέπει την έκδοση απόδειξης δαπάνης, όταν καταβάλλονται μισθοί και ημερομίσθια, τονίζοντας ότι αυτές οι αποδείξεις είναι δυνατόν να παραλειφθούν εφόσον οι εργαζόμενοι δικαιούχοι μισθού υπογράφουν σε μισθοδοτική κατάσταση για τα ποσά που εισπράττουν (κάτι που δεν απαιτείται ότι εξοφλούνται μέσω κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό). Όμως (γ) στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων ως εργαζόμενος μισθωτός δεν προκύπτει ότι έχει ενημερωθεί σχετικά με τον τρόπο κατά τον οποίο προκύπτει το καθαρό ποσό που εισπράττει, οπότε και με τη διάταξη του άρθρου 5 ν. 3227/2004 (ΦΕΚ 31/9-2-2004), η εναγομένη εταιρεία ως εργοδότριά του καίτοι υποχρεούται κάθε μήνα να του χορηγεί εξοφλητικό σημείωμα, στο οποίο και θα πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά τόσο ο συμφωνημένος μισθός (αυτός δηλαδή που αναγράφεται στη σύμβαση εργασίας του εργοδότη με τον εργαζόμενο- π.δ. 156/1994 -μικτές αποδοχές) όσο και οι επιμέρους κρατήσεις που πραγματοποιούνται επ αυτού για τα ασφαλιστικά ταμεία και Φ.Μ.Υ, ώστε να προκύπτει μετά από την αφαίρεση το αντίστοιχο καθαρό εισπρακτέο ποσόν, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ουδέποτε του χορήγησε. Ούτε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ως εργαζόμενος λάμβανε ένα αντίγραφο αυτού του εξοφλητικού σημειώματος με σαφή αναφορά στην περίοδο κατά την οποία παρασχέθηκαν οι εργασίες του και βεβαίως της ημερομηνίας εξόφλησης, υπογράφοντας σε ένα όμοιο, το οποίο παρέμενε στο γραφείο της επιχείρησης του εναγομένου, (δ) η εναγομένη, δεν προσκομίζει οριστικές δηλώσεις Φ.Μ.Υ. (και δη το έντυπο Ε-7) για τα επίδικα έτη της απασχόλησης του ενάγοντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 Κ.Φ.Εισοδήματος (άρθρο 1 παρ.1 ν. 3842/2010), με αποτέλεσμα οι εκκαθαριστές μισθοδοσίας της εξ αυτού να εμφανίζονται ότι δεν έχουν προβεί σε προσδιορισμό του μηνιαίου «καθαρού» εισοδήματος του ενάγοντος ως δικαιούχου, αφαιρώντας από το ακαθάριστο ποσό του μισθού τα ποσά των νομίμων κρατήσεων για υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές, για τη καταβολή των οποίων βαρύνεται ο μισθωτός. Η ανωτέρω δήλωση υποβάλλεται στο τέλος κάθε χρήσης και εμπεριέχει όλο το έτος, αφορά εκκαθάριση φόρου που οφείλεται ως εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες και φέρει ως περιεχόμενο τα στοιχεία υποχρέου (εργοδότη) και νομίμου εκπροσώπου, καθώς και (α) ανακεφαλαίωση των αποδοχών και λοιπών στοιχείων των υπαλλήλων, οι οποίοι αναφέρονται στο πρώτο τμήμα της μόνο αριθμητικά, (β) ανάλυση των ποσών φόρου που αποδόθηκαν κατά δίμηνο ή μήνα, υπογραφές του λογιστή και εργοδότη (ως δηλούντος) και (γ) Παράρτημα με αναλυτικό πίνακα με τα στοιχεία των δικαιούχων και τα επιμέρους ποσά των αμοιβών. Αλλά ούτε και προκύπτει, αντίστοιχη της ανωτέρω ελλείπουσας στην προκειμένη περίπτωση οριστικής δήλωσης με τα αντίστοιχα υποβληθέντα στην οικεία Δ.Ο.Υ. από την πλευρά της εναγομένης έντυπα δηλώσεων Ε-3 που να αφορούν τις αυτές διαχειριστικές περιόδους και (ε) δεν προσκομίζεται από την πλευρά της εναγομένης βεβαίωση αποδοχών του ενάγοντος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 παρ.3 ν. 2238/1994 και η οποία αποτελεί συνοδευτικό της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και εκδίδεται στο τέλος κάθε χρήσης και εμπεριέχει όλο το έτος που αφορά, με περιεχόμενο (α) στοιχεία εργοδότη με Α.Φ.Μ. (β) στοιχεία του δικαιούχου μισθωτού με ΑΦΜ και (γ) Αμοιβές που φορολογούνται ή απαλλάσσονται από το φόρο ή που φορολογούνται αυτοτελώς, ενώ στις αμοιβές που φορολογούνται αναφέρεται το ποσόν των ακαθαρίστων αποδοχών και οι κρατήσεις Ι.Κ.Α. που βαρύνουν το μισθωτό για τα ασφαλιστικά Ταμεία.

Με βάση το σύνολο των όσων διαλαμβάνονται παραπάνω, θα πρέπει, απορριπτομένων ανεξαιρέτως και όλων των αντιθέτων ισχυρισμών της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος, όπως εμπεριέχονται στις έγγραφες προτάσεις της, η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη, όπως νόμιμα εκπροσωπείται να καταβάλλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσόν των είκοσι εννέα χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα ευρώ έξι λεπτών του ευρώ [29.880,06 €] νομιμοτόκως ως εξής: [α] τα ποσά των 2.391,29 €, 246,51 € και των 21.428,64 € από το τέλος εκάστου μηνός κατά τον οποίο το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, [β] τα ποσά των 920,28 €, των 446,43 € από τις 31-12- 2009, [γ] τα ποσά των 465,03 € από 1-5-2010, [δ] τα ποσά των 270,05 € των 446,43 €, των 688,90 € από 31-12-2010, [ε] το ποσόν των 465,03 € από 1-5-2011, [στ] τα ποσά των 446,43 € και των 930,06 € από 31-12-2011, [ζ], το ποσόν των 465,03 € από 1-5-2012 και το ποσόν των 270,095 € από 31-12-2012. Παράλληλα θα πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή καθόσον κρίνεται ότι η καθυστέρηση καταβολής θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον ενάγοντα. Η δικαστική δαπάνη του ενάγοντος πρέπει να επιβληθεί, κατόπιν αιτήματος του, σε βάρος της εναγομένης, χωρίς κατάλογο, λόγω της ήττας της εναγομένης (άρθρα 178 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΕΤΤολΛ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ΑΝΤΙΜΩΛΙΑ των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 8-7-2010 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος από την πλευρά της εναγόμενης [ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………………..», με έδρα …………………., νομίμως εκπροσωπουμένης] και ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ αυτήν όπως αποδέχεται τις υπηρεσίες του στη θέση και ειδικότητα που έφερε σε αυτήν προ της χρονικής περιόδου από 8-7-2010.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη όπως καταβάλλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσόν των είκοσι εννέα χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα ευρώ έξι λεπτών του ευρώ [29.880,06 €] νομιμοτόκως ως εξής: [α] τα ποσά των 2.391,29 €, 246,51 € και των 21.428,64 € από το τέλος εκάστου μηνός κατά τον οποίο το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, [β] τα ποσά των 920,28 €, των 446,43 € από τις 31-12-2009, [γ] τα ποσά των 465,03 € από 1-5-2010, [δ] τα ποσά των 270,05 € των 446,43 €, των 688,90 € από 31-12-2010, [ε] το ποσόν των 465,03 € από 1-5-2011, [στ] τα ποσά των 446,43 € και των 930,06 € από 31-12-2011, [ζ] το ποσόν των 465,03 € από 1-5-2012 και το ποσόν των 270,095 € από 31-12-2012, μέχρι και την πλήρη του εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ και δη ως προς το ποσόν των επτά χιλιάδων ευρώ [7.000 €].

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην εναγόμενη την καταβολή των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, ποσού οκτακοσίων πενήντα ευρώ [850 €].

ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 13 Φεβρουαρίου 2013.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies