Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Με μονομερή καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως από τον εργοδότη εξομοιώνεται και ο εξαναγκασμός του μισθωτού σε παραίτηση από την εργασία του. Η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για τον μισθωτό μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από μέρους του εργοδότη και να ζητήσει τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είτε εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν την μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και σε περίπτωση αρνήσεως του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή να ζητήσει μισθούς υπερημερίας. Αν μετά την απόκτηση του βιβλιαρίου ή τη θεώρησή του εξακολουθεί η λειτουργία της σχέσης εργασίας, τότε θεωρείται ότι επικυρώθηκε η άκυρη σύμβαση και παράγει τα αποτελέσματά της σαν να ήταν έγκυρη από την αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 183 ΑΚ. Απορρίπτει ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 5.401,65 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης
338/2011
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελένη Στεργίου, Πρωτοδίκη, την όποια όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και το Γραμματέα Δημήτριο Βαρθολομαίο.
Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2011 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας – ενάγουσας: ….. ….. ….., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Δημήτριο Βλαχόπουλο.
Των καθ’ ων η κλήση – εναγομένων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…..», που εδρεύει στο ….. Αττικής, ήδη τελούσας υπό εκκαθάριση, νομίμως εκπροσωπουμένης και 2) ….. ….., κατοίκου ….. Αττικής, ατομικώς και ως ομόρρύθμου εταίρου, διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου και ήδη εκκαθαριστή της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Ηλία Χαριτίδη.
Η καλούσα – ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 5-12-2007 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης …./2007 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …./2007, την οποία επαναφέρει προς συζήτηση, κατόπιν της εκδόσεως της υπ’ αριθμόν 2513/2008 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με την από 9-10-2009 κλήση της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης …./2009 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …./2009, προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά την συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση από την ενάγουσα με την από 9-10-2009 κλήση της (αριθμ. κατάθ. …./…./2009), η από 5-12-2007 αγωγή της (αριθμ. κατάθ. …./…./2007), κατόπιν της εκδόσεως της υπ’ αριθμόν 2513/2008 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως κατ’ άρθρον 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομισθεί από την ενάγουσα βιβλιάριο υγείας ή βεβαίωση ύπαρξης σε ισχύ αυτού από την αρμόδια υπηρεσία εκδόσεώς του, κατά την περίοδο που αυτή εργάζονταν στην πρώτη εναγομένη.
Ι. Με μονομερή καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως από τον εργοδότη εξομοιώνεται και ο εξαναγκασμός του μισθωτού σε παραίτηση από την εργασία του, αφού, στην περίπτωση αυτή προηγείται, ουσιαστικά, η εκδήλωση της βούλησης του εργοδότη για λύση της σύμβασης, ενώ η δήλωση του μισθωτού περί οικειοθελούς αποχωρήσεως, η οποία δεν είναι προϊόν αυτοπροαίρετης απόφασης, έπεται της ανωτέρω συμπεριφοράς του εργοδότη (βλ. ΕφΑθ 8867/2006 ΔΕΕ 2007, 844). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 648, 652 παρ.1, 656, 349 ΑΚ και 7 παρ.1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από μέρους του εργοδότη και να ζητήσει τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είτε εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν την μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και σε περίπτωση αρνήσεως του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή να ζητήσει μισθούς υπερημερίας. Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική, υπό την ως άνω έννοια, μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (ΑΠ 795/2007 ΕΕργΔ 2008,554). II. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 της 8577/1983 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Α.Ν. 2520/1940 και του Ν. 1206/1982, όπως αυτό έχει αντικατασταθεί με την 8405/1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών, ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, κουρεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει, επί ποινή ακυρότητας της συμβάσεως, να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο να βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του δεν πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του. Μετά την πάροδο πέντε ετών από την έκδοση του βιβλιαρίου ή την τελευταία θεώρησή του, ο εργαζόμενος οφείλει να υποβάλλεται σε επανεξέταση και θεώρηση του βιβλιαρίου, σε περίπτωση δε που παραλείψει τη θεώρηση, η αρχικά έγκυρη σύμβαση καθίσταται άκυρη για το μέλλον (ΑΠ 1022/1993 ΔΕΝ 50, 244, ΑΠ 569/1992 ΕλλΔνη 35, 1324, Ζερδελή, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, εκδ. 1999, σελ. 66, Ντάσιου, Εργατ. Δικόν. Δίκαιο I, εκδ. 1995 παρ. 20, σελ. 74). Αν μετά την απόκτηση του βιβλιαρίου ή τη θεώρησή του εξακολουθεί η λειτουργία της σχέσης εργασίας, τότε θεωρείται ότι επικυρώθηκε η άκυρη σύμβαση και παράγει τα αποτελέσματά της σαν να ήταν έγκυρη από την αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 183 ΑΚ (ΑΠ 254/1995 ΕΕργΔ 1996, 32, 234, ΑΠ 1291/1994 ΔΕΝ 1995, 544, ΕφΠειρ 1160/2003 ΔΕΕ 2005, 77, ΕφΘεσ 126/2001 Αρμ 2001, 518). III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και «κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις». Εξάλλου, με το Ν. 2462/1997 κυρώθηκε το «Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα», το οποίο από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι «κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση». Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου, δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη. Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ’ εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 στοιχ. α και 338 ΚΠολΔ που ορίζουν αντίστοιχα ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη εκείνων των γεγονότων που δικαιολογούν σύμφωνα με το νόμο την αξιούμενη από αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του (Ολ ΑΠ 23/2005, ΑΠ 889/2010 ΔΕΕ 2010, 1037, ΑΠ 339/2008 δημοσιευμένη σε ΤΝΠ Νόμος).
Η ενάγουσα, με την ένδικη αγωγή της, εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 4-8-2005, προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος μπουφέ, στην επιχείρηση ψητοπωλείου που αυτή διατηρούσε στην περιοχή του …… Αττικής, στην οποία και εργάστηκε μέχρι τις 10-6-2007, οπότε και εξαναγκάστηκε σε παραίτηση εξαιτίας της αντισυμβατικής και προσβλητικής για το πρόσωπό της συμπεριφοράς του δεύτερου εναγομένου, ομορρύθμου εταίρου, διαχειριστή και ήδη εκκαθαριστή αυτής (πρώτης εναγομένης). Ότι καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα της εργασίας της οι αποδοχές που ελάμβανε ήταν κατώτερες των νομίμων, ενώ δεν της καταβάλλονταν η προβλεπόμενη αμοιβή για την παροχή υπερωριακής εργασίας, εργασίας κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες, καθώς και τη νύκτα, σύμφωνα με τις ειδικότερες στην αγωγή διακρίσεις, ούτε της χορηγούνταν εβδομαδιαία ανάπαυση. Ότι, επιπλέον, ουδέποτε της καταβλήθηκαν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας της. Ότι, περαιτέρω, εντός του νομίμου ωραρίου εργασίας της, εκτελούσε και πρόσθετα καθήκοντα λαντζιέρας και σερβιτόρας, χωρίς να της καταβάλλεται πρόσθετη προς τούτο αμοιβή. Ότι καθόσον, εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, για το λόγο ότι η πρώτη η εναγομένη, δια του δευτέρου εναγομένου, διαχειριστή της, καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας της, παρέλειπε να της καταβάλει τις ως άνω δεδουλευμένες αποδοχές της και επιπλέον προσέβαλε την προσωπικότητά της, με συνεχείς εξυβρίσεις και προσβολές, τόσο κατ’ ιδίαν όσο και ενώπιον πελατών, της οφείλεται η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως ενώ λόγω της μη καταβολής των ανωτέρω δεδουλευμένων της αποδοχών υπέστη ηθική βλάβη, καθώς περιήλθε σε κατάσταση εσχάτης ένδειας. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί, επικαλούμενη έγκυρη σύμβαση εργασίας άλλως και επικουρικώς, τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 25.462,61 Ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί: α) σε ποσό 827,54 Ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, β) σε ποσό 2.071,99 Ευρώ για προσαύξηση λόγω παροχής εργασίας κατά την Κυριακή και τις αργίες και στέρηση εβδομαδιαίας αναπαύεως, γ) σε ποσό 226,70 Ευρώ για προσαύξηση λόγω παροχής νυκτερινής εργασίας, δ) σε ποσό 11.565,93 Ευρώ για προσαύξηση λόγω παροχής υπερωριακής εργασίας ε) σε ποσό 2.396,71 Ευρώ για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων 2006 και 2007 και Πάσχα 2007, καθώς και για αποδοχές και επίδομα αδείας έτους 2007, στ) σε ποσό 2.643,60 Ευρώ για πρόσθετη εργασία λαντζιέρας και σερβιτόρας, ζ) σε ποσό 730,14 Ευρώ για νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, και η) σε ποσό 5.000 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως και μέχρις εξοφλήσεως από τότε που έκαστο επιμέρους αγωγικό κονδύλιο κατέστη απαιτητό (δήλη ημέρα, ΑΚ 341), άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να απαγγελθεί σε βάρος του δευτέρου εναγομένου προσωπική κράτηση, διάρκειας ενός έτους, λόγω του ότι αφενός, αυτός τυγχάνει έμπορος, αφετέρου η ανωτέρω αντισυμβατική του συμπεριφορά συνιστά αδικοπραξία σε βάρος της, όπως επίσης και να απειληθεί σε βάρος του ανωτέρω χρηματική ποινή ύψους 5.900 Ευρώ, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας, καθώς και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή, η οποία σημειωτέον έχει ασκηθεί μέσα στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 (σε σχέση με το κεφάλαιο που αφορά καταβολή αποζημίωσης απόλυσης), η οποία αποσβεστική προθεσμία ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο (βλ. ΑΠ 98/2004 ΝοΒ 2004, 1273, ΑΠ 21/2004 ΕΕργΔ 2004, 610, ΕφΑθ 6886/2004 ΝοΒ 2005, 104, ΕφΑθ 1113/2002 ΕλλΔνη 2002, 809), καθόσον με επικαλούμενο από την ενάγουσα χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, την 10-6-2007, η αγωγή επιδόθηκε νομίμως στους εναγομένους στις 6-12-2007 (βλ. προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. …./6-12-2007 και …./6-12-2007 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Αθανασίου Λυκιαρδόπουλου, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2, 16 αριθμ. 2, 22, 25 παρ. 2, 37 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 663 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις στις διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 και 3 του ν. 3198/1955, Υ.Α. 18310/1946, Υ.Α. 8900/1946, Υ.Α. 19040/1981, Α.Ν. 539/1945, 1 Ν. 3302/2004, 1 του Ν. 3385/2005, 648 επ., 653, 655, 659, 341, 345, 346, 481, 482, 71, 72, 73, 74, 75, 777, 904 ΑΚ, 22 ΕμπΝ, 907, 908, 1047 παρ. 1, 176 ΚΠολΔ, πλην των ακολούθων αιτημάτων της, τα οποία τυγχάνουν απορριπτέα ως μη νόμιμα και ειδικότερα: α) του αιτήματος για την καταβολή στην ενάγουσα του ποσού των 5.000 Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη από την παράλειψη των εναγομένων να της καταβάλουν τις δεδουλευμένες αποδοχές της, καθόσον, μόνη η μη πληρωμή οφειλομένων νόμιμων αποδοχών, η οποία συνιστά μεν αδίκημα κατά το άρθρο μόνο του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, δεν συνιστά αδικοπραξία, διότι η παράλειψη του υποχρέου προς πληρωμή αυτών δεν οδηγεί σε απώλειά τους, ώστε ο δικαιούχος να υφίσταται περιουσιακή ζημία, αλλά αντιθέτως, ο τελευταίος μπορεί να τα διεκδικήσει με ευθεία αγωγή (βλ. ΑΠ 259/1981 ΝοΒ 29, 1486, ΕφΑθ 7982/2000 ΕλλΔνη 2002, 806, ΕφΘεσ 3200/1998 ΔΕΕ 1999, 429), όπως εν προκειμένω, και β) του αιτήματος περί απειλής σε βάρος του δευτέρου εναγομένου χρηματικής ποινής ποσού 5.900 Ευρώ, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη των τυχόν επιδικασθησόμενων με την παρούσα χρηματικών ποσών, καθώς η επιβολή τέτοιας ποινής ως μέσο έμμεσης εκτέλεσης, προβλέπεται από το άρθρο 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις οριζόμενες σε αυτό περιπτώσεις, κάτι όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον διώκεται η ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης και η αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίησή της χωρεί μόνο με τους προβλεπόμενους από το άρθρο 951 ΚΠολΔ, τρόπους έμμεσης εκτέλεσης (βλ. ΕφΠειρ 837/2005 ΠειρΝομ 2005, 502), ήτοι κατάσχεση περιουσίας, αναγκαστική διαχείριση ή προσωπική κράτηση. Πρέπει, επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί από την ενάγουσα το απαιτούμενο τέλος δικαστικό ενσήμου, με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. 2513/2008 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου).
Οι εναγόμενοι με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα με αριθμό 2513/2008 πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου κατά την συνεδρίαση της 16-9-2008 (για το δεν απαιτείται επανυποβολή των ισχυρισμών κατά την παρούσα συζήτηση, η οποία και θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης, βλ. ΟλΑΠ 30/1997, ΝοΒ 1998, 188, 191, Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, ΕρμΚΠολΔ I, υπό άρθρο 254 ΚΠολΔ, σελ. 530, αριθμ. 8), και με τις προτάσεις τους, αρνήθηκαν την αγωγή και περαιτέρω προέβαλαν την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας, για το λόγο ότι αυτή ουδέποτε, κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας της, απαίτησε τις προβαλλόμενες με την ένδικη αγωγή αξιώσεις της. Η σχετική ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 523/2008, ΑΠ 337/2008, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος), τα παραπάνω δε επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά από τους εναγομένους δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας, που αφορά σε διεκδίκηση εργατικών δικαιωμάτων (ΑΠ 430/2008 δημοσιευμένη σε ΤΝΠ Νόμος), δεδομένου άλλωστε και του ότι οι εναγόμενοι δεν αναφέρουν ποιες είναι οι δυσμενείς και δυσβάστακτες συνέπειες που θα έχει η τυχόν ικανοποίηση των αγωγικών αξιώσεων της ενάγουσας. Περαιτέρω, ο δεύτερος εναγόμενος, αναφορικά με το αίτημα της απαγγελίας σε βάρος του προσωπικής κράτησης, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθησόμενης απόφασης, προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι συντρέχει οικονομική αδυναμία στο πρόσωπό του, για την εκπλήρωση των ενδίκων απαιτήσεων της ενάγουσας. Ο σχετικός ισχυρισμός, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, τυγχάνει νόμιμος, στηριζόμενος στο άρθρο 11 του «Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα», το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης (της οποίας η παρούσα συζήτηση, όπως προεκτέθηκε, θεωρείται συνέχεια), οι οποίες και περιέχονται στα υπ’ αριθμόν 2513/16-9-2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις υπ’ αριθμ. …/15-9-2008 και …/15-9-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν νομίμως κατ’ άρθρο 671 ΚΠολΔ, με επίδοση κλήσεως τουλάχιστον προ 24 ωρών στους εναγομένους (βλ. προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. …./2-9-2008 και …./2-9-2008 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Αθανασίου Λυκιαρδόπουλου), τις υπ’ αριθμ. …./15-9-2008 και …./15-9-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν νομίμως κατ’ άρθρο 671 ΚΠολΔ, με επίδοση κλήσεως τουλάχιστον προ 24 ωρών στην ενάγουσα (βλ. προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. …./9-9-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Μποτίνη), καθώς και από όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ακόμη και όταν δεν πληρούν τις διατάξεις του νόμου ως αποδεικτικά μέσα (άρθρο 671 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ), τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη εταιρεία, που τελεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος, τυγχάνει ομόρρυθμος εταίρος, διαχειριστής και ήδη εκκαθαριστή αυτής (βλ. προσκομιζόμενο με ημερομηνία 5-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της πρώτης εναγομένης εταιρείας, το οποίο δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με γενικό αριθμό …./2007), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 4-8-2005, προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος μπουφέ, στην επιχείρηση ψητοπωλείου, που αυτή διατηρούσε στην περιοχή του ….. Αττικής, στην οποία και εργάστηκε μέχρι τις 10-6-2007, οπότε και αποχώρησε. Όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα με αριθμ. πρωτ. …./18-9-2008 έγγραφο της Διεύθυνσης Υγείας της Νομαρχίας Αθηνών, έχει εκδοθεί στο όνομά της το υπ’ αριθμόν …../8-1-2007 ατομικό βιβλιάριο υγείας. Σύμφωνα, επομένως, με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, και αναφορικά με την εγκυρότητα ή μη της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, ναι μεν η ενάγουσα υποχρεούτο κατά την σύναψη της σύμβασης να έχει βιβλιάριο υγείας, πλην όμως αύτη δεν είχε αρχικά αλλά το απέκτησε μεταγενέστερα (8-1-2007), με συνέπεια η αρχικά πάσχουσα σύμβαση εργασίας της, να καταστεί έγκυρη εξ υπαρχής, αφού εξακολούθησε, και μετά την απόκτησή του, να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, απορριπτομένου ως εκ τούτου, ως ουσιαστικά αβάσιμου του ισχυρισμού των εναγομένων περί ακυρότητας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα της εργασίας της, ελάμβανε για μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 650 Ευρώ, το οποίο όμως υπολείπονταν του κατώτατου νομίμου ορίου αποδοχών της ειδικότητάς της, οι οποίες σύμφωνα με την από 29-5-2006 ΣΣΕ «για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων» (Πράξη Καταθ. Στο Υπ. Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας 47/15-6-2006) ανέρχονταν από 1-7-2006 μέχρι 31-12-2006 στο ποσό των 708,87 Ευρώ και από 1-1-2007 μέχρι 30-6-2007 στο ποσό των 730,14 Ευρώ. Έτσι η ενάγουσα έλαβε ως μηνιαίες αποδοχές για τους μήνες Αύγουστο έως και Δεκέμβριο του 2006 το συνολικό ποσό των (560 Ευρώ για το μήνα Αύγουστο + 650 Ευρώ για το μήνα Σεπτέμβριο + 650 Ευρώ για το μήνα Οκτώβριο + 650 Ευρώ για το μήνα Νοέμβριο + 650 Ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο =) 3.160 Ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των (637,98 Ευρώ για το μήνα Αύγουστο + 708,87 Ευρώ για το μήνα Σεπτέμβριο + 708,87 Ευρώ για το μήνα Οκτώβριο + 708,87 Ευρώ για το μήνα Νοέμβριο + 708,87 Ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο =) 3.473,46 Ευρώ. Επομένως, της οφείλεται η προκύπτουσα διαφορά εκ ποσού (3.473,46 – 3.160 =) 313,46 Ευρώ. Ακολούθως η ενάγουσα έλαβε ως μηνιαίες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2007 έως και 10-6-2007 το συνολικό ποσό των (650 Ευρώ για το μήνα Ιανουάριο + 650 Ευρώ για το μήνα Φεβρουάριο + 650 Ευρώ για χο μήνα Μάρτιο + 650 Ευρώ για το μήνα Απρίλιο + 650 Ευρώ για το μήνα Μάϊο + 130 Ευρώ για το μήνα Ιούνιο =) 3.380 Ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των (730,14 Ευρώ για το μήνα Ιανουάριο + 730,14 Ευρώ για το μήνα Φεβρουάριο + 730,14 Ευρώ για το μήνα Μάρτιο + 730,14 Ευρώ για το μήνα Απρίλιο + 730,14 Ευρώ για το μήνα Μάϊο + 243,38 Ευρώ για το μήνα Ιούνιο =) 3.894,08 Ευρώ. Επομένως, της οφείλεται η προκύπτουσα διαφορά εκ ποσού (3.894,04 – 3.380 =) 514,08 Ευρώ. Συνεπώς, της οφείλεται για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών το συνολικό ποσό των (313,46 + 514,08 =) 827,54 Ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα της εργασίας της, παρείχε τις υπηρεσίες της εργαζόμενη από τις 8 π.μ. έως τις 4 μ.μ. από Δευτέρα έως και Σάββατο καθώς και κάποιες Κυριακές, ενώ μία εβδομάδα το μήνα παρείχε την εργασία της, από τις 4 μ.μ. μέχρι τις 24 μ.μ.. Δεν αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα απαιτούνταν να παραμένει πέραν του ανωτέρω ωραρίου εργασίας της στο κατάστημα – ψητοπωλείο της πρώτης εναγομένης, καθόσον αφενός αυτό δεν είχε μεγάλη πελατεία και ο κύκλος εργασιών του είχε φθίνουσα πορεία, με αποτέλεσμα να κλείσει σε σύντομο χρονικό διάστημα από την έναρξη της λειτουργίας του και να λυθεί η πρώτη εναγομένη εταιρεία, αφετέρου δε, υπήρχε στην επιχείρηση και άλλη εργαζόμενη με την αυτή ειδικότητα, αρχικά η ….. …… και εν συνεχεία η ….. ……, οι οποίες και εναλάσσονταν στην πρωϊνή και απογευματινή βάρδια με την ενάγουσα, ώστε να μην δικαιολογείται η ανάγκη παραμονής της ενάγουσας στην εργασία της πέραν του νομίμου ωραρίου, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της, απορριπτομένου ως εκ τούτου, ως ουσιαστικά αβάσιμου, του αγωγικού κονδυλίου εκ ποσού 11.565,93 Ευρώ που αυτή αιτείται για την παροχή υπερωριακής εργασίας. Ενώ, εξάλλου, απορριπτέο, ως ουσιαστικά αβάσιμο τυγχάνει και το αγωγικό κονδύλιο περί επιδίκασης στην ενάγουσα ποσού 2.643,60 Ευρώ για πρόσθετη εργασία λαντζιέρας και σερβιτόρας, καθόσον αποδείχθηκε ότι το κατάστημα της πρώτης εναγομένης διέθετε πλυντήριο πιάτων, το οποίο και χρησιμοποιούσε ενίοτε η ενάγουσα, ενώ καθόσον αυτό (κατάστημα) διέθετε μόλις τέσσερα τραπέζια (βλ. υπ’ αριθμ. …../2008 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα, ….. ……), οι σερβιριζόμενες παραγγελίες σε καθήμενους πελάτες (ενόψει και του είδους του καταστήματος) ήταν λίγες, ώστε οι σχετικές εργασίες να είναι δευτερεύουσες και συναφείς προς τα καθήκοντα της ενάγουσας, ως μπουφετζούς, στα οποία (καθήκοντα) και συμπεριλαμβάνονταν και όχι πρόσθετες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα παρείχε την εργασία της και κατά τις Κυριακές, κατά τις οποίες και λειτουργούσε το ανωτέρω κατάστημα, χωρίς να της καταβάλλεται από την πρώτη εναγομένη η ανάλογη προσαύξηση για την εργασία της αυτή και χωρίς να της χορηγείται ανάπαυση σε άλλη ημέρα της εβδομάδος. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται για τις παραπάνω αιτίες τα ακόλουθα ποσά: 1) για το χρονικό διάστημα από 4-8-2006 έως 31-8-2006, κατά το οποίο εργάσθηκε 3 Κυριακές (ήτοι στις 6/8, 13/8 και 28/8) της οφείλεται: α) για στέρηση εβδομαδιαίας ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (3 X 708,87 Ευρώ : 25 =) 85,06 Ευρώ και β) για προσαύξηση 75% το ποσό των (3 X 708,87: 25 X 75% =) 63,79 Ευρώ. 2) για το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 30-9-2006, κατά το οποίο εργάσθηκε 3 Κυριακές (ήτοι στις 3/9, 10/9 και 24/9) της οφείλεται: α) για στέρηση εβδομαδιαίας ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (3 X 708,87 Ευρώ : 25 =) 85,06 Ευρώ και β) για προσαύξηση 75% το ποσό των (3 X 708,87: 25 X 75% =) 63,79 Ευρώ. 3) για το χρονικό διάστημα από 1-10-2006 έως 31-10-2006, κατά το οποίο εργάσθηκε 4 Κυριακές (ήτοι στις 1/10, 8/10, 15/10 και 22/10) της οφείλεται: α) για στέρηση εβδομαδιαίας ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (4 X 708,87 Ευρώ : 25 =) 113,41 Ευρώ και β) για προσαύξηση 75% το ποσό των (4 X 708,87: 25 X 75% =) 85,05 Ευρώ. 4) για το χρονικό διάστημα από 1-11-2006 έως 30-11-2006, κατά το οποίο εργάσθηκε 3 Κυριακές (ήτοι στις 12/11,19/11 και 26/11) της οφείλεται: α) για στέρηση εβδομαδιαίας ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (3 X 708,87 Ευρώ : 25 =) 85,06 Ευρώ και β) για προσαύξηση 75% το ποσό των (3 X 708,87: 25 X 75% =) 63,79 Ευρώ. 5) για το χρονικό διάστημα από 1-12-2006 έως 31-12-2006, κατά το οποίο εργάσθηκε 3 Κυριακές (ήτοι στις 3/12,10/12 και 24/12) της οφείλεται: α) για στέρηση εβδομαδιαίας ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (3 X 708,87 Ευρώ : 25 =) 85,06 Ευρώ και β) για προσαύξηση 75% το ποσό των (3 X 708,87: 25 X 75% =) 63,79 Ευρώ. 6) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-1-2007, κατά το οποίο εργάσθηκε 4 Κυριακές (ήτοι στις 7/1, 14/1, 21/1 και 28/1) της οφείλεται: α) για στέρηση εβδομαδιαίας ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (4 X 730,14 Ευρώ : 25 =) 116,82 Ευρώ και β) για προσαύξηση 75% το ποσό των (4 X 730,14: 25 X 75% =) 87,61 Ευρώ. 7) για το χρονικό διάστημα από 1-2-2007 έως 28-2-2007, κατά το οποίο εργάσθηκε 4 Κυριακές (ήτοι στις 4/2, 11/2,18/2 και 25/2) της οφείλεται: α) για στέρηση εβδομαδιαίας ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (4 X 730,14 Ευρώ : 25 =) 116,82 Ευρώ και β) για προσαύξηση 75% το ποσό των (4 X 730,14 : 25 X 75% =) 87,61 Ευρώ. 8) για το χρονικό διάστημα από 1-3-2007 έως 31-3-2007, κατά το οποίο εργάσθηκε 4 Κυριακές (ήτοι στις 4/3, 11/3, 18/3 και 25/3) της οφείλεται: α) για στέρηση εβδομαδιαίας ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (4 X 730,14 Ευρώ : 25 =) 116,82 Ευρώ και β) για προσαύξηση 75% το ποσό των (4 X 730,14 : 25 X 75% =) 87,61 Ευρώ. 9) για το χρονικό διάστημα από 1-4-2007 έως 30-4-2007, κατά το οποίο εργάσθηκε 4 Κυριακές (ήτοι στις 8/4, 15/4, 22/4 και 29/4) της οφείλεται: α) για στέρηση εβδομαδιαίας ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (4 X 730,14 Ευρώ : 25 =) 116,82 Ευρώ και β) για προσαύξηση 75% το ποσό των (4 X 730,14: 25 X 75% =) 87,61 Ευρώ. 10) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31-5-2007, κατά το οποίο εργάσθηκε 4 Κυριακές (ήτοι στις 6/5, 13/5, 20/5 και 27/5) της οφείλεται: α) για στέρηση εβδομαδιαίας ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (4 X 730,14 Ευρώ : 25 =) 116,82 Ευρώ και β) για προσαύξηση 75% το ποσό των (4 X 730,14: 25 X 75% =) 87,61 Ευρώ. 11) για το χρονικό διάστημα από 1-6-2007 έως 10-6-2007, κατά το οποίο εργάσθηκε 2 Κυριακές (ήτοι στις 3/6 και 10/6) της οφείλεται: α) για στέρηση εβδομαδιαίας ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (2 X 730,14 Ευρώ : 25 =) 58,41 Ευρώ και β) για προσαύξηση 75% το ποσό των (2 X 730,14: 25 X 75% =) 43,80 Ευρώ. Συνεπώς, οφείλεται στην ενάγουσα για στέρηση εβδομαδιαίας ημέρας ανάπαυσης το συνολικό ποσό των (85,06 + 85,06 + 113,41 + 85,06 + 85,06 + 116,82 + 116,82 + 116,82 + 116,82 + 116,82 + 58,41 =) 1.096,16 Ευρώ καθώς και για προσαύξηση λόγω εργασίας κατά τις Κυριακές το συνολικό ποσό των (63,79 + 63,79 + 85,05 + 63,79 + 63,79 + 87,61 + 87,61 + 87,61 + 87,61 + 87,61 + 43,80 =) 822,06 Ευρώ. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρείχε την εργασία της στην επιχείρηση της εναγομένης και κατά τις ακόλουθες αργίες και συγκεκριμένα, στις 15-8-2006, στις 28-10-2006, στις 25-12-2006, στις 25-3-2007, στις 9-4-2007 και στις 1-5-2007 κατά τις οποίες δεν της καταβλήθηκε επίσης η νόμιμη προς τούτο προσαύξηση, με αποτέλεσμα να της οφείλεται το συνολικό ποσό των [(708,87 Ευρώ : 25 = 28,35 Ευρώ X 75 % = 21,26 Ευρώ X 3 =) 63,78 + (730,14 Ευρώ : 25 =) 29,20 Ευρώ X 75 % = 21,90 X 3 =) 65,70 =] 129,48 Ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι δεν καταβάλλονταν στην ενάγουσα και η νόμιμη προσαύξηση του 25% για την εργασία της επί δύο ώρες κατά τη νύκτα, ήτοι από τις 10 έως τις 12 το βράδυ, κατά τις οποίες και αποδείχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι εργάζονταν, με αποτέλεσμα να της οφείλονται τα ακόλουθα ποσά: 1) για το χρονικό διάστημα από 4-8-2006 μέχρι 31-12-2006, κατά το οποίο και εργάσθηκε επί πέντε εβδομάδες κατά τις ανωτέρω νυκτερινές ώρες, της οφείλεται το ποσό των [(31 ημέρες X 2 ώρες =) 62 ώρες X (28,35 Ευρώ το ημερομίσθιο X 6 : 40 =) 4,25 Ευρώ το ωρομίσθιο X 25% προσαύξηση =) 65,87 Ευρώ. 2) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 10-6-2007, κατά το οποίο και εργάσθηκε επί πέντε εβδομάδες κατά τις ανωτέρω νυκτερινές ώρες, της οφείλεται το ποσό των [(32 ημέρες X 2 ώρες =) 64 ώρες X (29,20 Ευρώ το ημερομίσθιο X 6 : 40 =) 4,38 Ευρώ το ωρομίσθιο X 25% προσαύξηση =) 70,08 Ευρώ. Επομένως, οφείλεται στην ενάγουσα για την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό των (65,87 + 70,08 =) 135,95 Ευρώ. Επιπλέον, αποδείχθηκε, ότι για το ανωτέρω χρονικό διάστημα της εργασίας της, δεν καταβλήθηκαν στην ενάγουσα τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων 2006 και 2007 καθώς και Πάσχα 2007, επομένως της οφείλονται τα ακόλουθα ποσά: 1) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2006, το ποσό των (147 ημέρες εργασίας στις οποίες αντιστοιχούν 15,46 ημερομίσθια δώρου X 28,35 Ευρώ ημερομίσθιο =) 438,29 Ευρώ. 2) για επίδομα εορτών Πάσχα 2007, το ποσό των (730,14 Ευρώ μηνιαίος μισθός : 2 =) 365,07 Ευρώ. 3) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2007, το ποσό των (160 ημέρες εργασίας στις οποίες αντιστοιχούν 16,84 ημερομίσθια δώρου X 29,21 Ευρώ ημερομίσθιο =) 491,89 Ευρώ. Ενώ, εξάλλου, αποδείχθηκε, ότι δεν καταβλήθηκαν στην ενάγουσα οι αποδοχές καθώς και το επίδομα αδείας της για το έτος 2007, με αποτέλεσμα να της οφείλεται: για αποδοχές αδείας το ποσό των 730,14 Ευρώ και για επίδομα αδείας το ποσό των (730,14 Ευρώ : 2 =) 365,07 Ευρώ. Όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα εργάστηκε στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, μέχρι τις 10-6-2007, οπότε και αποχώρησε, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι αυτή εξαναγκάστηκε να παραιτηθεί από την εργασία της, για το λόγο ότι ο δεύτερος εναγόμενος προσέβαλε την προσωπικότητά της με συνεχείς εξυβρίσεις και προσβολές, τόσο κατ’ ιδίαν όσο και ενώπιον τρίτων, καθόσον δεν αποδείχθηκαν, ούτε άλλωστε και η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της εκθέτει, συγκεκριμένα περιστατικά προσβλητικής και εξυβριστικής συμπεριφοράς σε βάρος της εκ μέρους του ανωτέρω εναγομένου, ενώ περαιτέρω και η επικαλούμενη από την ενάγουσα καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων της, ως λόγος για τον εξαναγκασμό της σε παραίτηση, δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας της, η οποία της παρέχει το δικαίωμα να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της από μέρους του εργοδότη της και να ζητήσει τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, αφού μόνη η καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του, κάτι που όμως δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω, και ούτε, εξάλλου, ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή της η ενάγουσα, απορριπτομένου ως εκ τούτου, ως ουσιαστικά αβάσιμου του αγωγικού κονδυλίου εκ ποσού 730,14 Ευρώ για νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Κατ’ ακολουθίαν, επομένως των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (827,54 + 1.096,16 + 822,06 + 129,48 + 135,95 + 438,29 + 365,07 + 491,89 + 730,14 + 365,07 =) 5.401,65 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, ως εξής: α) ποσό 827,54 Ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, ποσό 1.096,16 Ευρώ για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης ημέρας εβδομαδιαίας ανάπαυσης, ποσό 822,06 Ευρώ για προσαύξηση λόγω παροχής εργασίας κατά την Κυριακή, ποσό 129,48 Ευρώ για προσαύξηση για παροχή εργασίας σε ημέρες αργίας και ποσό 135,95 Ευρώ για προσαύξηση για την παροχή νυκτερινής εργασίας, από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η σχετική εργασία, β) ποσό 438,29 Ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2006 καθώς και ποσό 491,89 Ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2007, από 31-12-2006 και 31-12-2007 αντίστοιχα, γ) ποσό 365,07 Ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2007 από 30-4-2007 και δ) ποσό 730,14 Ευρώ για αποδοχές αδείας έτους 2007 καθώς και ποσό 365,07 Ευρώ για επίδομα αδείας ιδίου έτους, από 31-12-2007. Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της παρούσας απόφασης να προξενηθεί σημαντική ζημία στην ενάγουσα, για το λόγο αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αυτή εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή, λόγω και της φύσεως των επιδικαζόμενων κονδυλίων, κατά το ποσό των 2.122,79 Ευρώ, που αντιστοιχεί στις επιδικασθέντα κονδύλια για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων 2006 και 2007 και Πάσχα 2007, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Ενώ, τυγχάνει απορριπτέο, ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του δευτέρου εναγομένου, ομορρύθμου εταίρου της πρώτης εναγομένης εταιρείας, λόγω της εμπορικής του ιδιότητας, καθόσον αποδείχθηκε ότι η μη εξόφληση των ανωτέρω συμβατικών του υποχρεώσεων οφείλεται αποκλειστικά σε οικονομική αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικώς προταθείσας από αυτόν ένστασης. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, εις ολόκληρον σε βάρος των εναγομένων λόγω της εν μέρει ήττας τους στη δίκη (άρθρα 178, 180 αρ. 3, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα το ποσό των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων ενός ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (5.401,65), με το νόμιμο τόκο και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, σύμφωνα με τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας.
Κηρύσσει την προηγούμενη καταψηφιστική διάταξη εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δύο χιλιάδων εκατόν είκοσι δύο ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (2.122,79).
Επιβάλλει εις ολόκληρον σε βάρος των εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) Ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 18/2/2011
