απόλυσημερική απασχόλησηοφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 3489/2014

Τελευταία ενημέρωση: 12 Μαΐου 2022

Περίληψη: H αποζημίωση απόλυσης υπολογίζεται με βάση τις πλήρεις αποδοχές τις οποίες ο μισθωτός λάμβανε προ της θέσεως του σε εκ περιτροπής απασχόληση ή διαθεσιμότητα και θα λάμβανε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, και κατά τον μήνα της απολύσεως, αν δεν είχε παρεμβληθεί η έκτακτη κατάσταση της θέσεως του σε εκ περιτροπής εργασία ή διαθεσιμότητα. Μόνιμο καθεστώς μειωμένης απασχόλησης Έγγραφη συμφωνία κατά τροποποίηση της αρχικής σύμβασης. Οφείλεται αποζημίωση ανάλογη των μειωμένων αποδοχών. Παροχή μειωμένης απασχόλησης αλλά για ορισμένο ρητά προσδιορισμένο χρονικό διάστημα. Ο υπολογισμός της αποζημίωσης απόλυσης θα γίνει με βάση τις πλήρεις αποδοχές τις οποίες ο μισθωτός λάμβανε πριν από την τροποποίηση, όπως συμβαίνει και στις περιπτώσεις μονομερούς (από τον εργοδότη) θέσεως του εργαζομένου σε οιαδήποτε μορφή μερικής απασχόλησης. Αναγνώριση ακυρότητας καταγγελίας σύμβασης εργασίας λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης. Ειδικότητα λογιστή. Επίδομα ισολογισμού, Εφόσον καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα, ως πρόσθετη πάγια παροχή, συγκαταλέγεται στην έννοια των τακτικών αποδοχών. Μη αποδοχή εκ μέρους του εργοδότη των προσφερόμενων υπηρεσιών του μισθωτού. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 102.054,68 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS – Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας, 2017.297

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης

3489/2014

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Οικονόμου Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από το Γραμματέα, Νικόλαο Μόσσορα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2014 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …………….., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εμφανίστηκε στο δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «……………..» και δ.τ. «……………..», που έχει την έδρα της στην Αθήνα, …………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 30-9-2011 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμ. καταθ. …………., προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ’ αριθμ. ………./10-10-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κων/νου Λεράκη, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής, με πράξη ορισμού συζητήσεως για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως στην εναγομένη (άρθρα 126 περ. δ’, 127, 128 αρ.1, 2, 3, 129 ΚΠολΔ), πλην όμως αυτή δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του νομίμου εκπροσώπου της, ούτε δια πληρεξούσιου Δικηγόρου, κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε προσηκόντως από τη σειρά του πινακίου, και συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 του ΚΠολΔ).

Το άρθρο 5 του Ν. 3 198/55 ορίζει τα εξής: «Ο υπολογισμός της αποζημιώσεως, γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μηνός, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (                                           …..)». Η ratio της διατάξεως αυτής είναι να αποκλειστεί η περίπτωση υπολογισμού της αποζημίωσης βάσει των προσωρινώς μειωμένων κατά νόμον αποδοχών, οι οποίες καταβάλλονται στον μισθωτό σε περίπτωση διαθεσιμότητας ή ασθενείας ή από άλλη αιτία, αφορώσα είτε τον εργοδότη είτε τον μισθωτό. Με τον πρόσφατο Ν. 3846/10 προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η προσωρινή μείωση των αποδοχών του μισθωτού στην περίπτωση της θέσεως του σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας από τον εργοδότη (παρ. 3 εδ.4 επ. του άρθρ. 2) και στην περίπτωση θέσεως του σε διαθεσιμότητα (άρθρ. 4). Και οι δύο αυτές δυνατότητες του εργοδότη έχουν ως προϋπόθεση τον περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας της επιχείρησης και εφαρμόζονται αντί της καταγγελίας της σύμβασης. Δεν υπάρχει όμως στο νόμο απαγόρευση για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από πλευράς εργοδότη κατά την διάρκεια των δύο αυτών καταστάσεων. Σε περίπτωση απόλυσης, ελεγχόμενης ασφαλώς κατ’ άρθρον 281 ΑΚ, η αποζημίωση απόλυσης θα υπολογισθεί με βάση τις πλήρεις αποδοχές τις οποίες ο μισθωτός λάμβανε προ της θέσεως του σε εκ περιτροπής απασχόληση ή διαθεσιμότητα και θα λάμβανε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, και κατά το μήνα της απολύσεως, αν δεν είχε παρεμβληθεί η έκτακτη κατάσταση της θέσεως του εκ περιτροπής εργασία ή διαθεσιμότητα (I. Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο, έκδ. Σάκκουλα 2012, σελ. 872).

Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός έχει συμφωνήσει εγγράφως με τον εργοδότη, κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, την παροχή μειωμένης απασχόλησης, κατά τροποποίηση της αρχικής συμβάσεως. Τότε, και υπό την προϋπόθεση ότι η συμφωνία γνωστοποιείται νομίμως στην Επιθεώρηση Εργασίας, καθιερώνεται νέο μόνιμο καθεστώς εργασίας, στο οποίο, κατά την συμφωνία, παρέχεται εφεξής μειωμένη απασχόληση. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός, του οποίου η σύμβαση εργασίας καταγγέλλεται, θα λάβει την αποζημίωσή του βάσει των αναλόγως μειωμένων αποδοχών του τελευταίου μηνός. Εξυπακούεται ότι τα ανωτέρω ισχύουν μόνο στην περίπτωση που με την επελθούσα συμφωνία καθιερώνεται μόνιμο καθεστώς μειωμένης απασχόλησης και όχι στις περιπτώσεις που συμφωνήθηκε μειωμένο ωράριο για ορισμένο χρονικό διάστημα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση συμφωνημένης προσωρινής παροχής μειωμένης απασχόλησης και λήψης μειωμένων ατυοδοχών, ο υπολογισμός της αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσης θα γίνει με βάση τις πλήρεις αποδοχές τις οποίες ο μισθωτός λάμβανε πριν την τροποποίηση, όπως συμβαίνει και στις προαναφερθείσες περιπτώσεις μονομερούς (από τον εργοδότη) θέσεως σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας ή σε διαθεσιμότητα και όχι τις προσωρινά μειωμένες συμβατικώς αποδοχές, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο στον σκοπό της διατάξεως του άρθρου 5 του Ν. 3198/55 καθώς και στην γενική αρχή της εύνοιας υπέρ του εργαζομένου που διαπνέει το σύνολο του εργατικού δικαίου.

Εξάλλου τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή χορηγούμενη όχι πρόσκαιρα, αλλά σταθερά και μόνιμα, ως τακτικό συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας. Άρα, στις αποδοχές αυτές συνυπολογίζεται εν όψει της τακτικότητας της παροχής του το καταβαλλόμενο σταθερώς και μονίμως, ως πρόσθετη πάγια παροχή, επίδομα ισολογισμού (ΑΠ 2085/2007, ΔΕΝ 2008.181 – ΑΓΤ 413/2008, ΔΕΝ 2008.1268). Η πρακτική σημασία του χαρακτηρισμού του επιδόματος ισολογισμού ως τακτικών αποδοχών έγκειται στην υποχρέωση συνυπολογισμού του στην αποζημίωση απολύσεως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει καταρχήν, εκτός αντιθέτου συμφωνίας, υποχρέωση να απασχολεί πραγματικώς τον εργαζόμενο και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών αυτού δεν έχει άλλες συνέπειες, εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Η καταρχήν, όμως, ως άνω νόμιμη άρνηση του εργοδότη καθίσταται παράνομη, όταν καθίσταται καταχρηστική, το οποίο συμβαίνει, όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σε αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης [ΑΠ 1672/2007 ΕΕργΔ 67(2008).968, ΑΠ 362/2007 ΕΕργΔ 66(2007). 1487]. Υπάρχει δε αγώγιμη αξίωση του μισθωτού (βλ. άρθρο 23 §2 του ν. 1264/1982), του οποίου ακυρώνεται, με δικαστική απόφαση, η απόλυσή του ως καταχρηστική, να ζητήσει την πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του από τον εργοδότη, ενώ, για να καταδικαστεί ο εργοδότης σε πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής, να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή, σύμφωνα με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 946 παρ.1 [για το ότι οι δημιουργούμενες από την εργασιακή σχέση υποχρεώσεις των μερών, όπως είναι η υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται τις προσφερόμενες από τον εργαζόμενο υπηρεσίες, εμπίπτουν στη ρύθμιση της ΚΠολΔ 946 παρ.1 βλ. ενδεικτικά ΑΠ 28/2006 ΧρΙδ 2006.521, όμοια η ΑΠ 41/2006 ΕλΔ 47(2006).787, ΑΠ 255/2005 ΕΕργΔ 65(2006).487=ΕλΔ 47(2006). 1403, ΕφΑΘ 8860/2006 ΕλΔ 48(2007).886, βλ. ακόμη και ως προς την αυτεπάγγελτη εφαρμογή από το Δικαστήριο του άρθρου 946 ΚΠολΔ, ΑΠ 1 167/1999 ΕΕργΔ 60(2001).73 1, Δημ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (έκδ. 2002), αρ.940], δεν απαιτείται να συντρέχουν και άλλοι όροι, δηλονότι η απόκρουση των προσφερόμενων υπηρεσιών να έχει γίνει υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ ή να συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (άρθρο 57 ΑΚ) ή υπαιτίως να προσβάλουν το δικαίωμά του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) [ΑΠ 1540/206 ΕΕργΔ 66(2007).81 0, ΕφΘεσ 1774/2007 Αρμ 2007.1784].

Ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία την 21-4-2009, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του λογιστή, απασχολούμενος σε πενθήμερη βάση εβδομαδιαίως και με πλήρες ωράριο, στις εγκαταστάσεις της, στα ……… Αττικής, αντί του μηνιαίου μισθού των 2.770,34 ευρώ, δίχως όμως, ουδέποτε να του καταβάλει το επίδομα ισολογισμού. Ότι την 21-3-2011, υπέγραψε τροποποιητική της αρχικής σύμβαση, δυνάμει της οποίας αυτός θα εργάζετο υπό καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης, για το χρονικό διάστημα έως την 20-7-2011, πειθόμενος στις ψευδείς και δόλιες διαβεβαιώσεις του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας, ο οποίος, μάλιστα, του απέκρυψε την πρόθεση της εναγομένης να τον απολύσει καθό χρόνο ίσχυε η άνω τροποποιητική σύμβαση, ότι μετά την παρέλευση της άνω ημερομηνίας η συμβατική σχέση θα επανέρχετο στο αρχικώς συμφωνηθέν καθεστώς πλήρους απασχόλησής του. Ότι παρά ταύτα η εναγομένη προέβη, την 18-7-2011, στην καταγγελία της σύμβασής του, με αποζημίωση που υπολογίστηκε βάσει των προσωρινά μειωμένων αποδοχών του και χωρίς υπολογισμό του επιδόματος ισολογισμού. Με βάση τα ανωτέρω ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει: α) συνολικά για τα έτη 2009 έως και 2011 το ποσό των 2.826,65 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού και των 368,05 ευρώ, ως αναλογία του επιδόματος αυτού, που ήταν παγίως καταβαλλόμενη παροχή, δεδομένου ότι ο ενάγων ήταν ο μοναδικός υπάλληλος του λογιστηρίου της επιχείρησης και απασχολείτο ευθέως με την σύνταξη του ισολογισμού, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ανωτέρω από 21-3-2011 έγγραφης σύμβασης περί της εκ περιτροπής εργασίας, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της άνω καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, διότι έγινε χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης που έπρεπε να υπολογιστεί με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές του ενάγοντος με πλήρη απασχόληση και διότι (επικουρικώς) ήταν καταχρηστική καθόσον συνιστούσε πράξη εκδίκησης σε βάρος του, μετά την διεκδίκηση του επιδόματος ισολογισμού, αλλά και καθόσον η εκ περιτροπής απασχόληση χρησιμοποιήθηκε ως όχημα για να επωφεληθεί η εργοδότρια από την μειωμένη αποζημίωση απόλυσης, γ) να υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται την εργασία του υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, υπό την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί στην απόφαση που θα εκδοθεί, δ) να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας, του χρονικού διαστήματος από 19-7-2011 (επομένη της άκυρης απόλυσης) έως 31-12-2011, ποσού 17.687,34 ευρώ, περιλαμβανομένου επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2011, καθώς και κατόπιν παραδεκτού με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο, καταχωρηθείσα στα πρακτικά της παρούσας (αρ. 223 παρ. 1 του ΚΠολΔ), περιορισμού του αγωγικού του αιτήματος, σε εν μέρει αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει, ως αποδοχές υπερημερίας του επόμενου χρονικού διαστήματος (από 1-1-2012), έως την 31-12-2013 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), το ποσό των 81.172,64 ευρώ, περιλαμβανομένων επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα, αδείας, νομιμοτόκως από την ημέρα της καταγγελίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επιπλέον, ζητεί να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ, αφού η εναγομένη ενήργησε εκδικητικά και μετά τη νόμιμη διεκδίκηση εκ μέρους του των οφειλομένων, τον απέλυσε ακύρως, εκθέτοντας με τον τρόπο αυτό τον άνω εργαζόμενο και προσβάλλοντας την προσωπικότητά του και περιάγοντάς τον σε κατάσταση ένδειας. Επικουρικώς δε ζητεί, στην περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία, να του καταβάλλει το ποσό των 4.407,32 ευρώ, ως υπόλοιπο της νόμιμης αποζημίωσης. Ζητεί, τέλος, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, καθώς και να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδά του.

Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά, η αγωγή, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς εντός της αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενης υπόψη από το Δικαστήριο τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3 198/1955 (ΑΚ 279, 280), ήτοι αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο αποδοχών υπερημερίας, όπως αποδεικνύεται από την προαναφερομένη έκθεση επιδόσεως και με επικαλούμενο από τον ενάγοντα, ως χρόνο άκυρης καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης, την 18-7-2011, αρμοδίως εισάγεται, καθ’ ύλην και κατά τόπον, ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2 και 664 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664-676 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 147, 281, 174, 180, 914, 932, 340, 341, 345 και 346 ΑΚ, υπ’ αριθ. 45/2009 ΔΑ, αρ. 1 του Ν. 1082/1980 (επιδόματα εορτών), αρ. 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 (επίδομα αδείας), αρ. 3 του Ν. 21 12/1920, 5 του Ν. 3 198/1955, 68, 70, 907, 908, 910 αρ. 4, 176, 946 του ΚΠολΔ. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι ο ενάγων κατέβαλε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου μετά προσαυξήσεων υπέρ τρίτων, για το καταψηφιστικό αντικείμενο της αγωγής του, που υπερβαίνει το ποσό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου κατ’ άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο με αριθμ. 349965 αγωγόσημο με τα επ’ αυτού επικοληθέντα κινητά επισήματα του ΤΝ και Ε.Τ.Α.Α.

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης που δόθηκε νομίμως στο ακροατήριο και περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και από το σύνολο των εγγράφων, που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως ο ενάγων, αποδείχτηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία την 21-4-2009, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του λογιστή, απασχολούμενος σε πενθήμερη βάση εβδομαδιαίως και με πλήρες ωράριο, στις εγκαταστάσεις της, στα …………….. Αττικής, αντί του μηνιαίου μισθού των 2.770,34 ευρώ, δίχως, όμως, αυτή ουδέποτε να του καταβάλει το επίδομα ισολογισμού,      αν και απασχολείτο ως ο μοναδικός υπάλληλος του λογιστηρίου της άνω επιχείρησης, ευθέως και αμέσως, με την κατάρτιση του ισολογισμού. Μετά την άρνηση του ενάγοντος να αποδεχθεί την πρόταση της εναγομένης, περί μεταβολής των άνω εργασιακών όρων και να εργασθεί, εφεξής, επί δύο ημέρες εβδομαδιαίως, επί οκτώ ώρες ημερησίως, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, η εργοδότρια του κοινοποίησε την από 18-3-2011 έγγραφη απόφασή της, περί μονομερούς επιβολής σε αυτόν της εκ περιτροπής απασχολήσεως, για το χρονικό διάστημα από 21-3-2011 έως 20-7-2011. Ο δε νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι η εταιρία προτίθετο να ανανεώσει το εν λόγω μέτρο μερικής απασχόλησης έως και το τέλος του τρέχοντος έτους και μάλιστα με την πρόβλεψη μίας μόνο ημέρας την εβδομάδα, εκτός εάν αυτός (ο ενάγων) αποδέχετο την άνω πρότασή της, περί σύναψης τροποποιητικής σύμβασης προσωρινής διάρκειας. Πράγματι, ο ενάγων σύναψε με την εναγομένη, την 21-3-2011, νέα τροποποιητική σύμβαση, η οποία προέβλεπε την εφαρμογή καθεστώτος εκ περιτροπής απασχόλησης, κατά τα ρητώς συμφωνηθέντα, για ορισμένο χρόνο, ήτοι από 21-3-2011 έως 20-7-2011, ενώ, κατά τα λοιπά, ίσχυε, κατά ρητή πρόβλεψη των μερών, η προαναφερομένη αρχική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Πλην, όμως, δύο μόλις ημέρες πριν παρέλθει η άνω τεθείσα ημερομηνία, η εργοδότρια κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, καταβάλλοντας, όμως, σε αυτόν μειωμένη αποζημίωση, ύψους 2.327,01 ευρώ, υπολογισθείσα με βάση τις προσωρινά μειωμένες αποδοχές του τελευταίου μηνός απασχόλησής του και μάλιστα, χωρίς συνυπολογισμό, στις τακτικές του αποδοχές, του επιδόματος ισολογισμού. Επομένως, βάσει και των προαναφερομένων στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η αποζημίωση απόλυσης έπρεπε να υπολογιστεί με βάση τις πλήρεις αποδοχές του ενάγοντος, τις οποίες αυτός λάμβανε προ της συμβατικής τροποποίησης, όπως θα συνέβαινε δηλαδή και στην περίπτωση της μονομερούς θέσης του σε εκ περιτροπής απασχόληση και δεδομένου, ότι στην προκειμένη περίπτωση, με την ανωτέρω από 21-3-2011 σύμβαση, δεν συμφωνήθηκε μόνιμο καθεστώς μειωμένης απασχόλησης, αλλά μόνο για ορισμένο ρητά προσδιορισμένο χρονικό διάστημα, ισχύουσας κατά τα λοιπά της αρχικής εργασιακής σύμβασης, στο καθεστώς της οποίας και δη σε αυτό της πλήρους απασχόλησης θα επανέρχετο ο ενάγων, μετά την λήξη ισχύος της άνω τροποποιητικής συμφωνίας. Συνεπώς, μη καταβληθείσας της νόμιμης αποζημίωσης, η ένδικη καταγγελία ήταν άκυρη, η δε εναγομένη περιήλθε έκτοτε σε κατάσταση υπερημερίας, περί την αποδοχή των νομίμως προσφερομένων υπηρεσιών του ενάγοντος. Με βάση τα ανωτέρω, οι απαιτήσεις του τελευταίου διαμορφώνονται ως εξής, δεδομένης της δεκαετούς προϋπηρεσίας του και του γεγονότος ότι είναι έγγαμος με δύο τέκνα: α) Για το έτος 2009, ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του (βλ. υπ’ αριθμ. 45/2009 ΔΑ «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών των βιομηχανικών, βιοτεχνικών, ξενοδοχειακών, εμπορικών και των πόσης φύσεως επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων όλης της χώρας») ανήρχετο σε 1.399,69 Ευρώ (1.217,12 Ευρώ βασικός μισθός λογιστή με δεκαετή προϋπηρεσία + 121,71 Ευρώ επίδομα γάμου + 60,86 Ευρώ επίδομα παιδιού ) και δικαιούται το ποσό των 93,31 Ευρώ (1.399,69 Ευρώ νόμιμος μισθός χ 80% χ 10/120 αφού απασχολήθηκε επί 10 ημέρες), β) Για το έτος 2010, ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ανήρχετο σε 1.679,62 Ευρώ (1.217,12 Ευρώ βασικός μισθός λογιστή με δεκαετή προϋπηρεσία + 121,71 Ευρώ επίδομα γάμου + 121,71 Ευρώ επίδομα 2 παιδιών + 219,08 Ευρώ επίδομα πτυχίου ανωτάτης σχολής) και δικαιούται το ποσό των 1.343,70 Ευρώ (1.679,62 Ευρώ νόμιμος μισθός χ 80% = 1.343,70 Ευρώ), γ) Για το έτος 2011 ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ανήρχετο σε 1.737,05 Ευρώ (1.258,74 Ευρώ βασικός μισθός λογιστή με δωδεκαετή προϋπηρεσία + 125,87 Ευρώ επίδομα γάμου + 125,87 Ευρώ επίδομα 2 παιδιών + 226,57 Ευρώ επίδομα πτυχίου ανωτάτης σχολής) και δικαιούται το ποσό των 1.389,64 Ευρώ (1.737,05 Ευρώ νόμιμος μισθός X 80% = 1.389,64 Ευρώ). Ήτοι, του οφείλεται συνολικά για επίδομα ισολογισμού το ποσό των 2.826,65 Ευρώ, νομίμως εντόκως από 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους για την αντίστοιχη παροχή, μέχρις εξοφλήσεως.

Επιπλέον στον προσδιορισμό των επιδομάτων εορτών έπρεπε να υπολογισθεί και το επίδομα ισολογισμού, που είναι τακτικώς παρεχόμενη παροχή και συνεπώς του οφείλεται το ποσό των: α) Για το έτος 2009 που το καταβλητέο επίδομα ισολογισμού ανέρχεται στο ποσό των 93,31 Ευρώ, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 12,15 Ευρώ (93,31 / 8 X 1,04166), β) για το έτος 2010 που το καταβλητέο επίδομα ισολογισμού ανέρχεται στο ποσό των 1.343,70 Ευρώ, δικαιούται το ποσό των 174,96 Ευρώ (1.343,70 /8 X 1,04166 ) και γ) για το έτος 2011 που το καταβλητέο επίδομα ισολογισμού ανέρχεται στο ποσό των 1.389,64 Ευρώ, δικαιούται το ποσό των 180,94 Ευρώ (1.389,64 /8 X 1,04166 ). Ήτοι, συνολικά για αναλογία του επιδόματος ισολογισμού στα επιδόματα εορτών, η εναγομένη πρέπει να καταβάλει το ποσό των 368,05 Ευρώ, νομίμως εντόκως από 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους για την αντίστοιχη παροχή.

Περαιτέρω, οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, κατά το χρόνο της άκυρης καταγγελίας ανέρχονταν σε 2.896,14 Ευρώ (2.770,34 Ευρώ καταβαλλόμενος μισθός + 115,80 Ευρώ μηνιαία αναλογία επιδόματος ισολογισμού [1.389,64/12]). Έτσι, οι μισθοί υπερημερίας από 20-7-2011 έως 31-12-2011 ανέρχονται στο ποσό των 15.585,20 ευρώ ([10 ημερομίσθια για τον μήνα Ιούλιο 2011 X 115,45 Ευρώ έκαστο = 1.154,50] + [2.886,14 Ευρώ χ 5 μήνες], πλέον αναλογίας επιδόματος Χριστουγέννων 2011, ποσού 2.102,14 Ευρώ (2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 19/7/2011 έως 31/12/2011, εκ 115,45 Ευρώ έκαστο: 2 χ 115,45 X 8,74 δεκαεννιαήμερο, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166]), και στο ποσό των 69.267,36 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31/12/2013 (2.886,14 Ευρώ X 24 μήνες), πλέον επιδομάτων εορτών Πάσχα 2011 ποσού 1.503,19 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.443,07 Ευρώ X 1,04166), αδείας 2012 ποσού, 1.443,07 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός), εορτών Χριστουγέννων 2012, ποσού 3.006,38 Ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 2.886,14 Ευρώ X 1,04166), εορτών Πάσχα 2013 ποσού 1.503,19 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του Επιδόματος αδείας: 1.443,07 Ευρώ X 1,04166), αδείας 2013 ποσού 1.443,07 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός), εορτών Χριστουγέννων 2013 ποσού 3.006,38 Ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 2.886,14 Ευρώ X 1,04166 ) και εν συνόλω το ποσό των 81.172,64 Ευρώ.

Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει συμπεριφορά εκ μέρους της εναγομένης, η οποία να προσβάλει παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος, ως ανθρώπου και εργαζομένου, δοθέντος ότι από μόνη της η άκυρη απόλυση του μισθωτού, είτε για τυπικούς λόγους είτε λόγω παράβασης του άρθρου 281 ΑΚ δεν συνιστά καθαυτή προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει, κατά τα άρθρα 59 και 932 ΑΚ αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης [βλ. ΕφΑΘ 5592/1999 ΕλΔ 41 (2000). 1402, ΕφΑΘ 2466/1993 ΔΕΝ 49( 1993).496], Το αιτούμενο, επομένως, από τον ενάγοντα κονδύλιο για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της, ποσού 10.000 ευρώ, από την κατά τα προεκτεθέντα άκυρη ως καταχρηστική απόλυσή του, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ομοίως, ως αβάσιμο κρίνεται και το αίτημα αυτού, να ακυρωθεί η από 21-3-2011 σύμβαση εκ περιτροπής εργασίας, αφού δεν αποδείχτηκε ότι η εναγομένη προέβη στην πρόκληση ψευδών παραστάσεων και υποσχέσεων στον αντισυμβαλλόμενό της, αναφορικά με την μελλοντική συμπεριφορά της, δεδομένου ότι και στην ίδια την προαναφερόμενη σύμβαση ρητώς αναφέρεται η περιορισμένη και προσωρινή διάρκεια του (συμφωνηθέντος) όρου περί της εκ περιτροπής εργασίας του μισθωτού, ούτε, όμως, αποδείχτηκε, ότι κατά τη σύναψή της, η άνω εργοδότρια είχε προαποφασίσει και δολίως αποκρύψει από αυτόν την πρόθεσή της να τον απολύσει, καθό χρόνο αυτός θα απασχολείτο μερικώς.

Κατ’ ακολουθία, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει μερικώς δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 18-7-2011 καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του, στην θέση που αυτός κατείχε κατά την πρόσληψή του, επ’ απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της εναγομένης ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί στην υποχρέωσή της αυτή (άρθρο 946 Παρ. 1 ΚΠολΔ) και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 20.882,04 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει αυτό των 81.172,64 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής κάθε αγωγικού κονδυλίου, ήτοι από το τέλος εκάστου μηνός εντός του οποίου κάθε μηνιαίος μισθός υπερημερίας και κάθε μηνιαίο καταβλητέο επίδομα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο ιστορικό της παρούσας, κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (βλ. ΟλΑΠ 39-40/2002 και έκτοτε πάγια νομολογία) και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ήτοι: Οι μισθοί υπερημερίας από το τέλος εκάστου μηνός εντός του οποίου κατέστησαν ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, το επίδομα αδείας και το επίδομα εορτών Χριστουγέννων από την 31η Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί και το επίδομα εορτών Πάσχα από την 30η Απριλίου του αντίστοιχου έτους. Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης να προξενηθεί σημαντική ζημιά στον ενάγοντα, εφόσον αποδείχτηκε ότι είναι μισθοσυντήρητος και εξαρτώμενος αποκλειστικώς από τα εισοδήματα της παρεχόμενης εξαρτημένης εργασίας του, γι’ αυτό, πρέπει η παρούσα να κηρυχθεί μερικώς προσωρινά εκτελεστή, ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις, λόγω και της φύσεως των επιδικαζόμενων κονδυλίων, ως εργατικών απαιτήσεων [άρθρα 908 παρ. 1 εδ. α’ και περ. ε’ και 910 αρ. 4 ΚΠολΔ βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (- Νικολόπουλος), ΚΠολΔ ΙΙ εκδ. 2000, άρθρο 910, αριθμ. 2], Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν αιτήματος του [ΑΠ 100/2002 ΕλΔ 43(2002). 1033] και χωρίς κατάλογο εξόδων σε βάρος της εναγομένης, (άρθρα 178, 189 αρ, 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ) και τέλος, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο για την ερήμην δικασθείσα εναγόμενη εταιρεία, σε περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας από αυτήν κατά της παρούσας αποφάσεως (άρθρα 673, 591, 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εναγόμενης

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ για την ερήμην δικασθείσα εναγόμενη εταιρεία, σε περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας από αυτήν κατά της παρούσας αποφάσεως.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ μερικώς την αγωγή

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, στην θέση που αυτός κατείχε κατά την πρόσληψή του, με την απειλή σε βάρος της εναγομένης χρηματικής ποινής ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί στην υποχρέωσή της αυτή να απασχολεί πραγματικά τον ενάγοντα.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση μερικά προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, ήτοι ως προς την υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, στην θέση που ο ενάγων κατείχε κατά την πρόσληψή του.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των είκοσι χιλιάδων οχτακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και τεσσάρων λεπτών (20.882,04), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας όπως αναφέρεται ειδικότερα στο αιτιολογικό μέρος της παρούσας.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση μερικά προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, ήτοι για το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ογδόντα μίας χιλιάδων εκατόν εβδομήντα δύο ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (81.172,64), νομιμοτόκως ως άνω.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, σε βάρος της εναγομένης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων εξήντα (3.060) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2014.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies