Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Οφειλή δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων εορτών ωρομίσθιων καθηγητριών φροντιστηρίου ξένων γλωσσών. Επίσχεση εργασίας. Μισθοί υπερημερίας. Επιδικάζει στις εργαζόμενες το συνολικό ποσό των 61.390,64 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Αποφάσεως
3826/2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή, Σπυρίδωνα Ν. Καποδίστρια, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών, και το Γραμματέα, Θεόδωρο Βλαχάκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 26η Σεπτεμβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ : 1) ……….., κατοίκου ……….., επί της οδού …………., αρ. …., και 2) …………, κατοίκου ………., επί της οδού ………., αρ. ….., εκ των οποίων η μεν πρώτη παραστάθηκε στο Δικαστήριο μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Δημητρίου Βλαχόπουλου (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 29922-βλ. το υπ’ αριθμ. Π………/26-09-2014 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α.), η δε δεύτερη δια του αυτού ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου της, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….», νομίμως εκπροσωπούμενης, εδρεύουσας στην Αθήνα, επί της οδού ……., αρ. ……, η οποία δεν εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
ΟΙ ΕΝΑΓΟΥΣΕΣ ζητούν να γίνει δεκτή, για όσους λόγους εκθέτουν σε αυτήν, η από 13-07-2011 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/……/21-07-2011 αγωγή τους, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, εξ αναβολής από την αρχικώς ορισθείσα τοιαύτη της 14ης-01 -2014, και ενεγράφη στο οικείο πινάκιο, με αριθμό ΚΑ/….
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΦΩΝΗΣΗ της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και κατά τη συζήτησή της, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγουσών ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις που νομίμως κατέθεσε και στα πρακτικά της δίκης.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατ’ άρθρον 591 παρ. 1 εδ. α’ του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 485/2010, ΑΠ 281/2010, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ’ αριθμ. ……../22-07-2011 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγουσες, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής, με τις κάτω από αυτή έκθεση καταθέσεως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14ης-01-2014, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των εναγουσών, στην εναγόμενη εταιρεία. Η τελευταία, ωστόσο, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο με τη σειρά που ήταν γραμμένη και, ακολούθως, συζητήθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, στην οποία η υπόθεση μεταφέρθηκε μετά από αναβολή από το πινάκιο της ως άνω αρχικής δικασίμου και για την οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν χρειαζόταν νέα κλήτευσή της. Πρέπει, επομένως, η εναγομένη να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 672 ΚΠολΔ.
Με την υπό κρίση αγωγή τους, οι ενάγουσες ιστορούν ότι προσλήφθηκαν από την εναγόμενη εταιρεία με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχουν σε αυτήν την εργασία τους ως καθηγήτριες ξένων γλωσσών. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο 2010 έως και τον Απρίλιο 2011, η εναγομένη δεν τους κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές τους και τα επιδόματα εορτών και ότι για το λόγο αυτόν τελούν, από την 01η-05-2011, σε επίσχεση εργασίας, οφειλομένων έκτοτε στις ίδιες και μισθών υπερημερίας. Με βάση, δε, αυτό το ιστορικό και μετά το νομοτύπως γενόμενο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, με την εν μέρει τροπή αυτού από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, που έλαβε χώρα με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, προτάσεις τους (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α’, 223 και 295 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ), ζητούν, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας τους, άλλως και επικουρικώς σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις : 1) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στη μεν πρώτη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 12.079,20 ευρώ, στη δε δεύτερη το συνολικό ποσό των 13.727,02 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές τους, κατά το χρονικό διάστημα από την 01η-11-2010 έως την 30η-04-2011, επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2010, επίδομα Πάσχα του έτους 2011, μισθούς υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα από την 01η-05-2011 έως την 31η-12-2011, επίδομα αδείας του έτους 2011 και επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2011, 2) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην μεν πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 21.057,00 ευρώ, στη δε δεύτερη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 23.629,18 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα από την 01η-01-2011 έως την 31η-12-2013, επίδομα Πάσχα του έτους 2012, επίδομα αδείας του έτους 2012, επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2012, επίδομα Πάσχα του έτους 2013, επίδομα αδείας του έτους 2013 και επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2013, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι τύγχανε καταβλητέο (δήλη ημέρα καταβολής), άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Ζητούν, δε, τέλος να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στα δικαστικά τους έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. τα υπ’ αριθμ. ……. και …….., σειράς Α’ δικαστικά ένσημα-αγωγόσημα, μετά των επικολληθέντων επ’ αυτών ενσήμων του Ταμείου Νομικών και του Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Π.Δ.Α.) αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 10, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 25 παρ. 2 και 664 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (663 αρ. 1 και 664 επ. ΚΠολΔ). Τυγχάνει, δε, αρκούντως ορισμένη, κατά την κύρια αγωγική της βάση, και νόμιμη, ως ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 325, 340, 341, 345, 648, 653, 655 ΑΚ, 2 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 1082/1980, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, 1 παρ. 1, 2, και 3 της Υ.Α. 19040/1981, 70, 74 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 910 παρ. 4, 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ως προς την επικουρικώς, δε, σωρευόμενη νομική θεμελίωση της στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, η κρινόμενη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δοθέντος ότι οι ενάγουσες ουδόλως προέβησαν σε απλή επίκληση στο αγωγικό δικόγραφο της τυχόν ακυρότητας των συναφθεισών μεταξύ αυτών και της εναγομένης συμβάσεων εργασίας, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετα να εκτίθενται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται αυτή, αφού, στην κρινόμενη περίπτωση, η επικουρικώς σωρευθείσα βάση (άρθρο 219 ΚΠολΔ) θα εξετασθεί μόνον εάν η κυρία βάση απορριφθεί ένεκα της ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας (ΟλΑΠ 22/2003 ΕλλΔνη 2003.1261, ΑΠ 305/2010, ΑΠ 456/2010, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, το παρεπόμενο αίτημα, περί κηρύξεως της εκδοθησομένης αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, μετά τον κατά τα ως άνω νομοτύπως γενόμενο περιορισμό της αγωγής, τυγχάνει νόμιμο μόνον ως προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, όχι, δε, και ως προς το αναγνωριστικό τοιούτο, δοθέντος ότι το στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ και 910 περ. 4 ΚΠολΔ αίτημα προσωρινής εκτελεστότητας δεν προσήκει σε αναγνωριστική αγωγή, καθώς η εκδοθησομένη επ’ αυτής απόφαση δεν αποτελεί τίτλο εκτελεστό (904 παρ. 1 και 2 στοιχ. α’ ΚΠολΔ) και, επομένως, δεν κηρύσσεται προσωρινά εκτελεστή (ΕφΑθ 628/2003, ΕλλΔνη 2004.1450, ΕφΑθ 292/2001, ΕλλΔνη 2001.1663, ΕφΑθ 1014/1992, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3702/1986, ΕλλΔνη 1986.706, ΕφΠειρ 1903/1979, ΠειρΝΙ979.625). Πρέπει, επομένως, η αγωγή, καθ’ ο μέρος κρίθηκε παραδεκτή και νόμω βάσιμη, να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, που εξετάσθηκε νομίμως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι ενάγουσες νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι ενάγουσες προσελήφθησαν από την εναγόμενη εταιρεία, η οποία διατηρεί φροντιστήριο ξένων γλωσσών στην Αθήνα, και δη η μεν πρώτη εξ αυτών την 11η-1-1997, η δε δεύτερη την 23η-10-2008, προκειμένου να παρέχουν την εργασία τους στην τελευταία ως καθηγήτριες της ιταλικής και της γαλλικής γλώσσας αντιστοίχως. Η ως άνω, δε, εργασία τους συμφωνήθηκε να παρέχεται, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από την 01η-11-2010 και εντεύθεν, έναντι ωρομισθίου, ύψους 11,40 ευρώ για την πρώτη εξ αυτών και 9,52 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών. Η εργασιακή τους σχέση εξελίχθηκε ομαλά μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2010, έκτοτε, όμως, διαταράχθηκε, καθόσον η εναγομένη έπαυσε να τους καταβάλλει τις συμφωνηθείσες αποδοχές τους, μολονότι οι ενάγουσες παρείχαν σε αυτήν πραγματικά και προσηκόντως την εργασία τους. Ειδικότερα, η εναγομένη δεν έχει καταβάλει σε αμφότερες τις ενάγουσες τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, για το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2010 έως και το μήνα Απρίλιο του έτους 2011. Πλέον συγκεκριμένα, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη οφείλει στην πρώτη ενάγουσα : α) το ποσό των 889,20 ευρώ, για 78 ώρες διδασκαλίας κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2010, β) το ποσό των 809,41 ευρώ, για 71 ώρες διδασκαλίας κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2010, γ) το ποσό των 889,20 ευρώ, για 78 ώρες διδασκαλίας κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 2011, δ) το ποσό των 763,80 ευρώ, για 67 ώρες διδασκαλίας κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2011, ε) το ποσό των 581,40 ευρώ, για 51 ώρες διδασκαλίας κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2011 και στ) το ποσό των 912,00 ευρώ, για 80 ώρες διδασκαλίας, κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2011. Επιπλέον, η εναγομένη οφείλει στην πρώτη ενάγουσα, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2010, το ποσό των 832,82 ευρώ [6.395,58 ευρώ συνολικές αποδοχές της πρώτης ενάγουσας για 136 ημερομίσθια, κατά το χρονικό διάστημα από την 01η-05-2010 έως την 31η-12-2010, άρα μέσο ημερομίσθιο, κατά το προρρηθέν χρονικό διάστημα, (6.395,58 ευρώ : 136 =) 47,03 ευρώ X (136 : 8 =) 17 ημερομίσθια δώρου Χριστουγέννων = 799,51 ευρώ + (799,51 ευρώ X 4,166% =) 33,31 ευρώ, ως αναλογία επιδόματος αδείας] και όχι το ποσό των 1.175,75 ευρώ, που αυτή αιτείται, καθώς και το ποσό των 504,02 ευρώ [3.146,40 ευρώ συνολικές αποδοχές της πρώτης ενάγουσας για 71 ημερομίσθια κατά το χρονικό διάστημα από την 01η-01-2011 έως την 30η-04-2011, άρα μέσο ημερομίσθιο, κατά το προρρηθέν χρονικό διάστημα, (3.146,40 ευρώ : 71 =) 44,31 ευρώ X (71 X 2 : 13 =) 10,92 ημερομίσθια δώρου Πάσχα = 483,86 ευρώ + (483,86 ευρώ X 4,166% =) 20,16 ευρώ, ως αναλογία δώρου επιδόματος αδείας] για επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2011 και όχι το ποσό των 664,80 ευρώ, που αυτή αιτείται. Συνολικά, δηλαδή, η εναγομένη οφείλει στην πρώτη ενάγουσα, λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών της, το ποσό των 6.181,85 ευρώ, από το οποίο, όμως, θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.700,00 ευρώ, που η τελευταία έλαβε προοδευτικά από την εναγομένη έναντι μερικής εξοφλήσεως των οφειλών της. Ως εκ τούτων, η πρώτη ενάγουσα δικαιούται να λάβει από την εναγόμενη εταιρεία, για δεδουλευμένες και μη καταβληθείσες αποδοχές της, το συνολικό ποσό των (6.181,85 – 1.700,00 =) 4.481,85 ευρώ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη οφείλει στη δεύτερη ενάγουσα : α) το ποσό των 1.037,68 ευρώ, για 109 ώρες διδασκαλίας κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2010, β) το ποσό των 913,92 ευρώ, για 96 ώρες διδασκαλίας κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2010, γ) το ποσό των 837,76 ευρώ, για 88 ώρες διδασκαλίας κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 2011, δ) το ποσό των 656,88 ευρώ, για 69 ώρες διδασκαλίας κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2011, ε) το ποσό των 723,52 ευρώ, για 76 ώρες διδασκαλίας κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2011 και στ) το ποσό των 952,00 ευρώ, για 80 ώρες διδασκαλίας, κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2011. Επιπλέον, η εναγομένη οφείλει στη δεύτερη ενάγουσα, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2010, το ποσό των 690,21 ευρώ [5.302,36 ευρώ συνολικές αποδοχές της δεύτερης ενάγουσας για 119 ημερομίσθια, κατά το χρονικό διάστημα από την 01η-05-2010 έως την 31η-12-2010, άρα μέσο ημερομίσθιο, κατά το προρρηθέν χρονικό διάστημα, (5.302,36 ευρώ : 119 =) 44,56 ευρώ X (119 : 8 =) 14,87 ημερομίσθια δώρου Χριστουγέννων = 662,61 ευρώ + (662,61 ευρώ X 4,166% =) 27,60 ευρώ, ως αναλογία επιδόματος αδείας] και όχι το ποσό των 1.114,00 ευρώ, που αυτή αιτείται, καθώς και το ποσό των 508,24 ευρώ [3.171,05 ευρώ συνολικές αποδοχές της δεύτερης ενάγουσας για 75 ημερομίσθια κατά το χρονικό διάστημα από την 01η-01-2011 έως την 30η-04-2011, άρα μέσο ημερομίσθιο, κατά το προρρηθέν χρονικό διάστημα, (3.171,05 ευρώ : 75 =) 42,28 ευρώ X (75 X 2 : 13=) 11,54 ημερομίσθια δώρου Πάσχα = 487,91 ευρώ + (487,91 ευρώ X 4,166% =) 20,33 ευρώ, ως αναλογία δώρου επιδόματος αδείας] για επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2011 και όχι το ποσό των 634,20 ευρώ, που αυτή αιτείται. Συνολικά, δηλαδή, η εναγομένη οφείλει στη δεύτερη ενάγουσα, λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών της, το ποσό των 6.320,21 ευρώ, από το οποίο, όμως, θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.100,00 ευρώ, που η τελευταία έλαβε προοδευτικά από την εναγομένη έναντι μερικής εξοφλήσεως των οφειλών της. Ως εκ τούτων, η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται να λάβει από την εναγόμενη εταιρεία, για δεδουλευμένες και μη καταβληθείσες αποδοχές της, το συνολικό ποσό των (6.320,21 – 1.100,00 =) 5.220,21 ευρώ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες, με την από 14-04-2011 εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση και δήλωσή τους, που επιδόθηκε στην εναγόμενη εταιρεία την 15η-04-2011 (βλ. τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις ενάγουσες υπ’ αριθμ. ……./15-04-2011 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Β. Λεράκη), κάλεσαν την τελευταία να ικανοποιήσει τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις τους, τάσσοντάς της σχετικώς προς τούτο προθεσμία δεκατεσσάρων ημερών και δηλώνοντάς της συνάμα ότι, παρερχομένης απράκτου της ανωτέρω ταχθείσης προθεσμίας, θα προέβαιναν σε επίσχεση εργασίας. Δεδομένου, δε, ότι η εναγομένη δεν τους κατέβαλε έστω και μέρος των ανωτέρω ληξιπροθέσμων απαιτήσεων τους, οι ενάγουσες, την 01η-05-2011, άσκησαν τελικώς το δικαίωμα της επισχέσεως εργασίας, η οποία διατηρείται και κατά το χρόνο συζητήσεως της ένδικης αγωγής. Με την άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος των εναγουσών, η εναγομένη κατέστη υπερήμερη, με αποτέλεσμα έκτοτε, ήτοι από την 01η-05- 2011 και έως την 31η-12-2013, να οφείλει στις ενάγουσες μισθούς υπερημερίας, εφόσον οι επίδικες συμβάσεις εργασίας δεν έχουν λυθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Εν όψει αυτών και με δεδομένο ότι το ύψος των καταβλητέων μηνιαίων αποδοχών στην πρώτη ενάγουσα, κατά το χρόνο ενάρξεως της υπερημερίας της εναγομένης, ανερχόταν στο ποσό των 746,70 ευρώ (μέσος όρος των αποδοχών της πρώτης ενάγουσας κατά τους δύο μήνες που προηγήθηκαν της ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως : 581,40 ευρώ κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2011 + 912,00 ευρώ κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2011 = 1.493,40 : 2 = 746,70 ευρώ), δικαιούται αυτή να λάβει από την εναγόμενη εταιρεία, για μισθούς υπερημερίας τριάντα δύο μηνών (Μάϊος 2011 έως και Δεκέμβριος 2013), το ποσό των (746,70 ευρώ X 32 μήνες =) 23.894,40 ευρώ, για επίδομα αδείας του έτους 2011 το ποσό των 373,35 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός), για επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2011 το ποσό των 746,70 ευρώ, για επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2012 το ποσό των 373,35 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός), για επίδομα αδείας του έτους 2012 το ποσό των 373,35, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2012 το ποσό των 746,70 ευρώ, για επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2013 το ποσό των 373,35 ευρώ, για επίδομα αδείας του έτους 2013 το ποσό των 373,35 ευρώ και για επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2013 το ποσό των 746,70 ευρώ. Συνεπώς, η πρώτη ενάγουσα δικαιούται να λάβει από την εναγομένη, για τις ανωτέρω αιτίες, το συνολικό ποσό των 28.001,25 ευρώ και όχι το αιτούμενο των 28.150,65 ευρώ. Περαιτέρω, δεδομένου ότι το ύψος των καταβλητέων μηνιαίων αποδοχών στη δεύτερη ενάγουσα ανερχόταν, κατά το χρόνο ενάρξεως της υπερημερίας της εναγομένης, στο ποσό των 837,76 ευρώ (μέσος όρος των αποδοχών της δεύτερης ενάγουσας κατά τους δύο μήνες που προηγήθηκαν της ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως : 723,52 ευρώ κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2011 + 952,00 ευρώ κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2011 = 1.675,52 : 2 = 837,76 ευρώ), δικαιούται αυτή να λάβει από την εναγόμενη εταιρεία, για μισθούς υπερημερίας τριάντα δύο μηνών (Μάϊος 2011 έως και Δεκέμβριος 2013), το ποσό των (837,76 ευρώ X 32 μήνες =) 26.808,32 ευρώ, για επίδομα αδείας του έτους 2011 το ποσό των 418,88 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός), για επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2011 το ποσό των 837,76 ευρώ, για επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2012 το ποσό των 418,88 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός), για επίδομα αδείας του έτους 2012 το ποσό των 418,88, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2012 το ποσό των 837,76 ευρώ, για επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2013 το ποσό των 418,88 ευρώ, για επίδομα αδείας του έτους 2013 το ποσό των 418,88 ευρώ και για επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2013 το ποσό των 837,76 ευρώ. Συνεπώς, η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται να λάβει από την εναγομένη, για τις ανωτέρω αιτίες, το συνολικό ποσό των 31.416,00 ευρώ και όχι το αιτούμενο των 31.589,33 ευρώ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά την κύρια νομική θεμελίωσή της, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, και Α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει στη μεν πρώτη των εναγουσών το συνολικό ποσό των 11.575,50 ευρώ, στη δε δεύτερη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 13.178,93 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές τους, κατά το χρονικό διάστημα από την 01η-11-2010 έως την 30η-04-2011, επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2010, επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2011, μισθούς υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα από την 01η-05-2011 έως και την 31η-12-2011, επίδομα αδείας του έτους 2011 και επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2011 και Β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στη μεν πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 20.907,60 ευρώ, στη δε δεύτερη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 23.457,28 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα από την 01η-01-2012 έως την 31η-12- 2013, επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2012, επίδομα αδείας του έτους 2012, επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2012, επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2013, επίδομα αδείας του έτους 2013 και επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2013, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή (δήλη ημέρα καταβολής, βλ. άρθρα 341 και 345 ΑΚ), ήτοι τις δεδουλευμένες αποδοχές και τις αποδοχές υπερημερίας με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός εντός του οποίου κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων από την 01η Ιανουαρίου του επομένου έτους εντός του οποίου τύγχαναν καταβλητέα, τα επιδόματα εορτών Πάσχα από την 01η Μαΐου εκάστου έτους εντός του οποίου τύγχαναν καταβλητέα και τα επιδόματα αδείας από την 01η Ιανουαρίου του επομένου έτους εντός του οποίου τύγχαναν καταβλητέα. Επιπλέον, επειδή το Δικαστήριο κρίνει πως συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι και πως η επιβράδυνση εκτελέσεως της παρούσας αποφάσεως θα επιφέρει σημαντική οικονομική ζημία στις ενάγουσες, η τελευταία (απόφαση) πρέπει να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις (άρθρα 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ και 910 περ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να ορισθεί παράβολο, για την περίπτωση που η ερημοδικασθείσα εναγομένη ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α’, 501, 502 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα των εναγουσών (άρθρα 184 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ερήμην της εναγομένης.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στη μεν πρώτη των εναγουσών το συνολικό ποσό των έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα πέντε ευρώ και πενήντα λεπτών (11.575,50 €), στη δε δεύτερη εξ αυτών το συνολικό ποσό των δεκατριών χιλιάδων εκατόν εβδομήντα οχτώ ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (13.178,93 €), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία, κατά την οποία κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο σκεπτικό της παρούσας, και μέχρις εξοφλήσεως.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στη μεν πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των είκοσι χιλιάδων εννιακοσίων επτά ευρώ και εξήντα λεπτών (20.907,60 €), στη δε δεύτερη εξ αυτών το συνολικό ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα επτά ευρώ και είκοσι οχτώ λεπτών (23.457,28 €), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία, κατά την οποία κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο σκεπτικό της παρούσας, και μέχρις εξοφλήσεως.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, κατά την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, ως προς αμφότερες τις ενάγουσες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα των εναγουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων ευρώ (1.300,00 €), ως προς την πρώτη ενάγουσα, και στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων ευρώ (1.400,00 €), ως προς τη δεύτερη ενάγουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2014, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
