Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Στην έννοια της απαγόρευσης πράξεων ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης δεν διαλαμβάνεται η, μείζονα τούτης, απαγόρευση της αναστολής των ατομικών διώξεων. Μόνο όταν διατάσσεται δικαστικώς ως προληπτικό μέτρο γενικώς η αναστολή των ατομικών διώξεων, χωρίς ειδικότερους προσδιορισμούς, ταυτίζεται το περιεχόμενο της απαγόρευσης με το περιεχόμενο της αρχής της αναστολής των ατομικών διώξεων, που καθιερώνεται στην διάταξη του αρθρ. 25 παρ. 1 ΠτΚ, ώστε να μην είναι επιτρεπτή η άσκηση (αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής) αγωγής. Απορρίπτει ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της πρώτης εναγομένης ότι έχει διαταχθεί ως προληπτικό μέτρο γενικώς η αναστολή των ατομικών διώξεων κατά αυτής, διότι έχει διαταχθεί μόνον η απαγόρευση κάθε πράξης ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον της. Μεταβολή του προσώπου του εργοδότη. Θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων, με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος πρόσθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα τοιαύτα. Κριτήρια. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Ως εκ τούτων, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση. Ευθύνη διαδόχου και αρχικού. Εκ περιτροπής απασχόληση. Αναγνώριση της ακυρότητας της μονομερούς επιβολής καθεστώτος εκ περιτροπής εργασίας της ενάγουσας. Της μονομερούς επιβολής του καθεστώτος της εκ περιτροπής απασχόλησης για μία ημέρα την εβδομάδα δεν προηγήθηκε ενημέρωση της ενάγουσας σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, που θα δικαιολογούσε τη δική της εργασία μόνο για μια ημέρα την εβδομάδα, καθώς και σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση. Επίσχεση εργασίας. Η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας, για τις οποίες ασκήθηκε η επίσχεση εργασίας, ήταν υπαίτια, διότι η πρώτη των εναγομένων αν και μπορούσε ουδέν έπραξε προκειμένου να καταστεί δυνατή η έγκαιρη πληρωμή των εργαζομένων της – εναγόντων. Ειδικότερα, η εναγομένη αφενός μεν διέθετε ακίνητη περιουσία, από τη ρευστοποίηση μικρού μέρους της οποίας θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της ενάγουσας, αφετέρου διατηρούσε απαιτήσεις κατά των οργάνων της διοίκησής της από απολήψεις υπέρογκων χρηματικών ποσών στις οποίες είχαν προβεί αυτά, από την είσπραξη των οποίων θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σε ικανοποιητικό βαθμό τα προβλήματα ρευστότητας και οπωσδήποτε θα μπορούσε ευχερώς και εγκαίρως να καταβάλει στην ενάγουσα τα οφειλόμενα ποσά.  Η υπερημερία της πρώτης εναγομένης, από τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους της ενάγουσας, συνεχίστηκε στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους της ή προσφορά των υπηρεσιών της ενάγουσας σε αυτήν. Αναγνωρίζει ακυρότητα της μονομερώς επιβληθείσας εκ περιτροπής απασχόλησης. Αναγνωρίζει τη νομιμότητα της επίσχεσης εργασίας. Αναγνωρίζει ότι η εργαζόμενη συνδέεται με τη δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω μεταβίβασης επιχείρησης. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 42.230,54 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ

385/2016

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαργίτσα Μιτζέλου – Θάνου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου, και την Γραμματέα Ιωάννα Βέττου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1ην Δεκεμβρίου 2015 για να δικάσει την υπόθεση:

Της ενάγουσας: ………., κατοίκου ….. Αττικής, η οποία παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου.

Των εναγόμενων: 1] Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…..», με τον δ.τ. «…..» και έδρα στην ….. Αττικής, οδός ….., αριθ. …, νομίμως εκπροσωπούμενης και 2] Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…..», με τον δ.τ. «…..» και έδρα στην ….. Αττικής, οδός ….., αριθ. …, νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίες παραστάθηκαν η πρώτη δια και η δεύτερη μετά της νομίμου εκπροσώπου της ….. ….. και του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικολάου Αγαπηνού.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 8-9-2014 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό καταθέσεως …../…../2014, προσδιορίστηκε μετά από αναβολή για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εκφωνήθηκε από το πινάκιο.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, με οποιονδήποτε τρόπο και αν επέλθει, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των ευνοϊκών για τους υπαλλήλους διατάξεων του νόμου αυτού, που ρυθμίζει την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Το ίδιο ορίζεται και με το άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ/τος της 16/18.7.1920, αναφορικά με τους εργάτες και υπηρέτες, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 8 του κ.ν. 3514/1928, αν μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, οι υποχρεώσεις του, που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό για την περίπτωση στρατεύσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο νέο εργοδότη. Επίσης, το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3239/1955 για τις συλλογικές διαφορές εργασίας, όριζε ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά στην εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τα δε δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του πηγάζουν από αυτή, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως για το μέλλον στους διαδόχους του. Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου», κατά το άρθρο 4 του οποίου, δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά την μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο, για τις υποχρεώσεις, που προέκυψαν από την σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Εξ ετέρου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου π.δ/τος, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις, που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξ αιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Τέλος, κατά το άρθρο 6 του ίδιου π.δ/τος, τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στην μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παρ. 5 του ν. 2648/98 (κατάσταση παύσης ή αναστολής πληρωμών, προβληματική επιχείρηση, που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση των άρθρων 9 του ν. 1386/1983, 46 του ν. 1892/1990 και 14 του ν. 2000/1991, όπως ισχύουν, ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των δανειστών), η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες, που διεξάγονται υπό την εποπτεία της κατά περίπτωση αρμόδιας Αρχής (παρ. 1). Η εφαρμογή της παρ. 1 αρχίζει από την έκδοση της σχετικής κατά περίπτωση δικαστικής απόφασης (παρ. 2). Μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφ’ όσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή [ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35(1994).1252, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48(2007). 1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48(2007).469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35(1994).1311, ΑΠ 610/1991 ΕΕργΔ 1992.136, ΑΠ 18/1991 ΕΕργΔ 1992.125, ΑΠ 227/1990 ΕΕργΔ 1990.722, ΑΠ 889/1992 ΕΕργΔ 1993.456, ΑΠ 942/1992 ΕλλΔνη 35(1994).1038, ΑΠ 602/1980 ΕΕργΔ 1980.534, ΕφΑθ 9346/1988 ΕΕργΔ 1989.403, ΕφΠατρ 61/1988 ΕΕργΔ 1988.971, ΕφΘεσ 420/1989 ΕΕργΔ 1989.518]. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, πρέπει να μεταβιβάζονται τόσο επιμέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και να είναι, υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Θα πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό τον νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά στο πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι στην ίδια. Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και, συνεπώς, δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Η ταυτότητα της επιχειρήσεως δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα τοιαύτα (νέα μηχανήματα, εγκατάστασης, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.). Η επί μακρόν διακοπή λειτουργίας της επιχειρήσεως είναι δυνατόν να μεταβάλει την ταυτότητα της επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η οργάνωση, η πελατεία, η φήμη εξαφανίζονται ωστόσο, εκτός από την διακοπή πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλα στοιχεία προς διαπίστωση αν υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως. Προσωρινή διακοπή δεν μεταβάλει κατά κανόνα την ταυτότητα της επιχειρήσεως. Η κρίση για την διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από την συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κλπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά την μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007.258). Μάλιστα, υπό την ισχύ του π.δ/τος 178/2002 (όπως και του προγενέστερου π.δ/τος 572/1988, άρθρο 3 § 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών», ΑΠ 259/2006, ό.π.), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά την μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι την μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά την μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό, από το άρθρο 479 ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από την μεταβίβαση (για το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς του π.δ/τος 572/1988, βλ. Δημ. Ζερδελή: Μεταβίβαση Επιχειρήσεως και συνέπειες στις εργασιακές σχέσεις, ΔΕΕ 1996.238 επ., Αλ. Καρακατσάνη/Στ. Γαρδίκα, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, εκδ. 1995, σελ. 180, ΕφΑθ 3156/2002 ΔΕΕ 2003.88, ΕφΑθ 5341/1999 ΕΕργΔ, 59.271, ΕφΠειρ 833/2001 ΔΕΕ 2002.884). Σε όλες τις περιπτώσεις οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις, που ήταν ενεργείς κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως (ΑΠ 318/1998 ΕΕργΔ 1999.355) συνεχίζονται με τον νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, ανεξαρτήτως της συναινέσεως ή μη των εργαζόμενων (ΟλΑΠ 5/1994 ό.π., ΑΠ 1222/1998 ΕΕργΔ 1999.983, ΑΠ 1723/1995 ό.π.). Αναγκαία πάντως προϋπόθεση είναι η συνέχιση της λειτουργίας της επιχειρήσεως από τον νέο εργοδότη, χωρίς πραγματική διακοπή, εκτός αν αυτός, μετά την διακοπή, επαναλειτουργήσει την επιχείρηση ως την αυτή οικονομική μονάδα (ΑΠ 244/2012 και ΑΠ 891/1992 ΕΕργΔ 1993.454), δηλαδή με την θέληση να είναι διάδοχος του αρχικού εργοδότη, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις επαναλειτουργίας επιχειρήσεων, που μεταβιβάστηκαν ενώ η λειτουργία τους είχε προσωρινά διακοπεί λόγω εποχής (ΕφΑθ 9346/1988 ό.π.) ή λόγω ανασυγκροτήσεώς τους (βλ. και Ληξουριώτη, ΕΕργΔ 1993.450, Στ. Βλαστό, ΕΕργΔ 1999. 982,983). Αντιθέτως, δεν υπάρχει διαδοχή εργοδοτών, όταν η επαναλειτουργία της επιχειρήσεως από τον νέο φορέα της γίνεται κατά τρόπο ανεξάρτητο από εκείνον του προηγούμενου φορέα της, με μισθωτούς που προσλαμβάνει με νέες συμβάσεις εργασίας είτε από το παλαιό προσωπικό είτε όχι [ΑΠ 610/1991, 889/1992, 942/1992, 1364/1992 ό.π., ΕφΠειρ 647/1996 ΕλλΔνη 39(1998),165]. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα) «1. Μετά την υποβολή της αίτησης για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση, ο πρόεδρος του αρμόδιου κατά το άρθρο 4 δικαστηρίου, δικάζοντας κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρθρ. 682 επ. ΚΠολΔ), μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Ο πρόεδρος μπορεί, ιδίως, να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, να ορίσει μεσεγγυούχο. Η Απόφαση υποβάλλεται στην Δημοσιότητα του άρθρου 8. 2. Τα διατασσόμενα μέτρα παύουν αυτοδικαίως με την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης». Όταν διατάσσεται δικαστικά ως προληπτικό μέτρο γενικά η αναστολή των ατομικών διώξεων, χωρίς ειδικότερους προσδιορισμούς, το περιεχόμενο της απαγόρευσης ταυτίζεται με το περιεχόμενο της αρχής της αναστολής των ατομικών καταδιώξεων, που ανέκαθεν ίσχυε στο πτωχευτικό δίκαιο και καθιερώθηκε ρητώς στο άρθρο 25 παρ. 1 ΠτΚ (ΠολΠρΘεσ 5757/2013, ΜονΠρΘεσ 39/2013 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, αναστέλλονται για το ως άνω χρονικό διάστημα όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσης και η εκτέλεση τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. Πράξεις επιχειρούμενες κατά παράβαση της διαταχθείσας αναστολής των ατομικών διώξεων είναι απολύτως άκυρες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 25 παρ. 2 ΠτΚ. Εάν δε πρόκειται για πράξεις ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, ακυρώνονται δικαστικά κατόπιν επιτυχούς άσκησης ανακοπής εναντίον τους κατά τα αρθρ. 933 επ. και 159 περ. 1 ΚΠολΔ (ΜονΠρΑΘ 3224/2011 ΔΕΕ 2011.691, ΜΠρΠειρ 1084/2011 ΔΕΕ 2011.572). Συνεπεία, δε, της αρχής της αναστολής των ατομικών διώξεων είναι, ότι δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αγωγής κατά του πτωχεύσαντος εκ μέρους των πιστωτών, που δεν είναι ασφαλισμένοι εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο, και η δίκη, που άρχισε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, δεν μπορεί να συνεχισθεί μετά από αυτή, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκεται, ακόμη και ενώπιον του εφετείου. Οι πιo πάνω διατάξεις είναι αναγκαστικού δικαίου και αφορούν στην δημόσια τάξη (ΑΠ 808/1990 ΕλλΔνη 1991.538, ΑΠ 47/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 455/2004 ΔΕΕ 2005.303, ΕφΠατρ 1154/2004 ΔΕΕ 2005.687, ΕφΘεσ 2774/2004 Αρμ 2004.1705, ΕφΠατρ 758/2005 ΔΕΕ 2006.488). Κάθε αγωγή ή έφεση που ασκείται στην διάρκεια της αναστολής αυτής των καταδιωκτικών μέτρων, υπό ή κατά του εναγόμενου πτωχού, πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (ΕφΑθ 3575/2010 και ΕφΘεσ 2867/2009 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίσιν αγωγή της η ενάγουσα εκθέτει ότι εργάσθηκε στην πρώτη εναγομένη, η οποία διατηρούσε επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με πλήρη απασχόληση, με την ειδικότητα και με τον συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό που ειδικότερα αναφέρει. Ότι η πρώτη εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της από τον Νοέμβριο του έτους 2011, ότι από την 1-1-2013 μείωσε μονομερώς τις αποδοχές της και από την 20-5-2013 και την 1-1-2014 της επέβαλε μονομερώς σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, προς μία (1) ημέρα την εβδομάδα, με ανάλογη μείωση του μισθού της, παρανόμως και καταχρηστικώς, ενώ της όφειλε της μηνιαίες αποδοχές της και ότι η ίδια η ενάγουσα προσέφυγε διαμαρτυρόμενη στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και κατόπιν κοινοποίησε στην πρώτη εναγομένη την σχετική εξώδικη δήλωσή της, με την οποία ζητούσε την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών της και προέβη σε επίσχεση εργασίας. Ότι η δεύτερη εναγομένη συνέχισε την λειτουργία της ίδιας επιχειρήσεως της πρώτης εναγομένης, με το ίδιο αντικείμενο, εξοπλισμό και πελατεία, αλλά με διαφορετική επωνυμία, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητα της εν λόγω επιχειρήσεως και την οργανική της ενότητα και απασχολώντας και μέρος του εργατικού δυναμικού της πρώτης εναγομένης, καθώς και ότι η δεύτερη εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα τις οφειλόμενες αποδοχές της, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή. Ζητεί δε, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της μονομερούς επιβολής καθεστώτος εκ περιτροπής εργασίας της 20-5-2013 και της 1-1-2014, να αναγνωρισθεί ότι νομίμως η ίδια η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας από την 29-5-2014, να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ένεκα της διαδοχής της ως εργοδότη στην θέση της αρχικής εργοδότριάς της ήτοι της πρώτης εναγομένης, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 42.230,54 ευρώ ως δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας εργοδότη εκ της επισχέσεως εργασίας της και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη, εις ολόκληρον με την δεύτερη, να της καταβάλει για την ίδια αιτία εκ του ανωτέρω κονδυλίου των άνω αποδοχών το ποσό των 9.381,32 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα έως 30-9-2013, ότε υλοποιήθηκε η μεταβίβαση της επιχειρήσεως της πρώτης προς την δεύτερη εναγομένη, επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή κατά τις καταψηφιστικές της διατάξεις και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στα δικαστικά της έξοδα. Με το περιεχόμενο τούτο και τα αιτήματα η κρινομένη αγωγή παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 14 παρ. 2, 16 παρ. 2 και 663 και 664 επ. ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για τα ως άνω καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής, τα οποία δεν υπερβαίνουν την αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου (άρθρο 71 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 2479/1997 και ισχύει σήμερα), ενώ για τα υπόλοιπα ως άνω καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. τα προσκομιζόμενα με αριθμούς ….., ….., ….., ….., ….., …..αγωγόσημα με τα επικολληθέντα επ’ αυτών ένσημα υπέρ του Ταμείου Προνοίας – ΕΤΑΑ ΤΠΔΑ και το με αριθ. ….. γραμμάτιο του ΕΤΑΑ – ΤΑΝ). Είναι, δε, η αγωγή νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 655, 656, 669 παρ. 2, 281, 349, 350, 340, 341, 343, 345, 346 ΑΚ, ν. 2112/1920, ν. 3198/1955, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2, 5 παρ. 1 Π. Δ. 178/2002, ν. 1082/1980 και της κοινής Υπουργικής Απόφασης 19040/1981, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 7 του α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με τον ν. 1346/1983, 907 και 908 ΚΠολΔ ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις και 176 ΚΠολΔ, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων που διαλαμβάνονται στην μείζονα σκέψη. Προσέτι, επισημαίνεται ότι η πρώτη εναγομένη ισχυρίζεται ότι η υπό κρίσιν αγωγή εναντίον της τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, επειδή υφίσταται εν ισχύ δικαστική απόφαση που αναστέλλει τις ατομικές διώξεις εναντίον της. Από το σύνολο της δικογραφίας προκύπτει ότι εναντίον της πρώτης εναγομένης έχει ασκηθεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από την δανείστριά της ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…..» η από 21-01-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2015 αίτηση κήρυξης σε πτώχευση και στο πλαίσιο αυτό ασκήθηκε εναντίον της πρώτης εναγομένης της παρούσας δίκης από την ίδια δανείστρια εταιρία η από 23-1-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../…../23-1-2015 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 3218/21-4-2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. Με την απόφαση αυτή απαγορεύθηκε προσωρινά, ως προληπτικό μέτρο, κάθε πράξη ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της πρώτης εναγομένης της παρούσας δίκης για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών της, κάθε διάθεση περιουσιακού της στοιχείου, καθώς και κάθε επιβάρυνση της περιουσίας της με εμπράγματα βάρη, μέχρι να δημοσιευτεί απόφαση επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2015 αίτησης πτώχευσης. Από το διατακτικό και το σκεπτικό της ως άνω αποφάσεως με σαφήνεια συνάγεται ότι δεν έχει διαταχθεί ως προληπτικό μέτρο γενικώς η αναστολή των ατομικών διώξεων κατά της πρώτης εναγομένης, ως υπολαμβάνει η τελευταία, παρά μόνον η απαγόρευση κάθε πράξης ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον της. Στην έννοια, δε, της απαγόρευσης πράξεων ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης δεν διαλαμβάνεται η μείζονα τούτης απαγόρευση της αναστολής των ατομικών διώξεων. Μόνον δε όταν διατάσσεται δικαστικώς ως προληπτικό μέτρο γενικώς η αναστολή των ατομικών διώξεων, χωρίς ειδικότερους προσδιορισμούς, ταυτίζεται το περιεχόμενο της απαγόρευσης με το περιεχόμενο της αρχής της αναστολής των ατομικών διώξεων, που καθιερώνεται στην διάταξη του αρθρ. 25 παρ. 1 ΠτΚ, ώστε να μην είναι επιτρεπτή η άσκηση (αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής) αγωγής. Καθ’ όσον το διατασσόμενο προληπτικό μέτρο δεν εκτείνεται μέχρι την αναστολή των ατομικών διώξεων, αλλά αντιθέτως περιορίζεται στην απαγόρευση πράξεων ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, στις οποίες βέβαια δεν περιλαμβάνεται η άσκηση αγωγής, πρέπει ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα και με τα προπαρατεθέντα στην μείζονα σκέψη. Πλην όμως, η αγωγή ως προς την περί αδικαιολόγητου πλουτισμού θεμελίωσή της υπό την δικονομική της επικουρικότητα κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η εκ του άρθρου 904 ΑΚ αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 22/2003 ΧρΙΔ 4. 177, ΑΠ 531/1994 Ελλ.Δ/νη 37.81, ΑΠ 1369/1993 Ελλ.Δ/νη 36.304, ΑΠ 1567/1983 ΝοΒ 32.1354, ΑΠ 890/1982 ΝοΒ 31.1156, Εφ.Θεσ. 2.111/1996 Αρμ. 1996.1323, Εφ.Θεσ. 643/1995 Αρμ. 1995.460), εν προκειμένω δε η ενάγουσα για την θεμελίωση της αξιώσεώς της με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικαλείται τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά για την θεμελίωση της ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων, ενώ δεν μνημονεύει ότι είναι άκυρη η ένδικη σύμβαση εργασίας του και έτερα πραγματικά περιστατικά που να είναι διαφορετικά ή πρόσθετα από αυτά, στα οποία ερείδεται η αγωγή εκ της εγκύρου συμβάσεως εργασίας. Πρέπει, επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν.

Από την εκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως της μάρτυρος της ενάγουσας και της ανωμοτί εξετάσεως της νομίμως εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπ’ όψιν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, τις με αριθμούς ….. και …../12-2-2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αριθ. ….. και …../12-9-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη που αφορά στις επιδόσεις της υπό κρίσιν αγωγής, στην οποία αναγράφεται και η γνωστοποίηση μαρτύρων για τις ένορκες βεβαιώσεις την 12-2-2015 στον άνω τόπο και χρόνο), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσελήφθη την 11 Σεπτεμβρίου 2000 από την πρώτη εναγομένη, η οποία διατηρεί στην ….. Αττικής, επί της οδού ….. με αριθμό …, επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως βοηθός ηλεκτρονικού με αντικείμενο εργασίας της την συναρμολόγηση και τον έλεγχο λειτουργίας ηλεκτρονικών πλακετών και συναφείς εργασίες. Πράγματι, έκτοτε η ενάγουσα παρείχε την ένδικη εργασία της στην πρώτη εναγομένη, στην άνω έδρα της, με το νόμιμο ωράριο εργασίας της, πλήρους απασχολήσεως, με μηνιαίες αποδοχές της ανεχόμενες το έτος 2012 στο ποσό των 1.070 ευρώ. Πλην όμως, από τον Νοέμβριο έτους 2011 η πρώτη εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας, ενώ από την 1-1-2013 η πρώτη εναγομένη μείωσε μονομερώς τις αποδοχές της ενάγουσας στο ποσό των 856 ευρώ μηνιαίως, παρά τις συνεχείς προφορικές διαμαρτυρίες της ενάγουσας. Παράλληλα, η πρώτη εναγομένη από την 20-5-2013 επέβαλε μονομερώς στην ενάγουσα σύστημα εκ περιτροπής εργασίας της, προς μία (1) ημέρα την εβδομάδα, ήτοι κάθε Παρασκευή, με ανάλογη μείωση του μισθού της, την οποία επανέλαβε εκ νέου και την 1-1-2014 για χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών. Επίσης, επιβεβαιώνεται ότι καθ’ όλο το προεκτιθέμενο προδραμόν χρονικό διάστημα η πρώτη εναγομένη συνέχιζε να οφείλει και να μην καταβάλει στην ενάγουσα τις ήδη οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές της από το έτος 2012 μέχρι και το έτος 2014, αφού δεν κατέβαλε στην ενάγουσα ακόμη και τις ανάλογες μειωμένες ήδη αποδοχές της, ούτε έναντι τούτων, παρά μόνον κάποια πολύ μικρά ποσά, επικαλούμενη την συνεχοζόμενη οικονομική της αδυναμία. Από την πλευρά της η ενάγουσα προσέφυγε την 16η Ιανουαρίου 2014 στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και κατήγγειλε τις εν λόγω ενέργειες της πρώτης εναγομένης, η οποία την υποχρέωσε να λάβει νωρίτερα την κανονική της άδεια και δη από την 17-1-2014 έως την 14-2-2014 και δεν αποδεχόταν στην προσφερομένη προσηκόντως εργασία της. Εν συνεχεία, την 19η Μαΐου του έτους 2014 η ενάγουσα με την ιδίας ημεροχρονολογίας εξώδικη δήλωσή της προς την πρώτη εναγομένη, επιδοθείσα σε αυτήν την 21-5-2014, διαμαρτυρήθηκε για την έως τότε συμπεριφορά της ως άνω εργοδότριάς της, δηλώνοντας συγχρόνως ότι της οφείλει έως τότε το ποσό των 5.703,43 ευρώ ως ληξιπρόθεσμες δεδουλευμένες αποδοχές της από τον Ιούνιο του έτους 2012 έως τον Απρίλιο του έτους 2014, καθώς και ότι εάν δεν της καταβάλει εντός επτά (7) ημερών τις εν λόγω μηνιαίες αποδοχές της, θα ασκήσει το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας της. Προσέτι, η πρώτη των εναγομένων, μετά την κοινοποίηση της άνω έγγραφης διαμαρτυρίας της ενάγουσας δεν κατέβαλε σε τούτην κανένα χρηματικό ποσό, αρνούμενη με την από 24-5-2014 εξώδικη δήλωσή της τις διαμαρτυρίες της ενάγουσας, με συνέπεια η τελευταία την 29 Μαΐου 2014 να αποχωρήσει από τον χώρο της εργασίας της, δηλώνοντας συνάμα προς την πρώτη εναγομένη με την από 29 Μαΐου 2014 εξώδικη απάντηση -διαμαρτυρία – πρόσκληση και δήλωσή της, νομίμως επιδοθείσας με την υπ’ αριθ. …..29-5-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, ότι από την ημέρα εκείνη ασκεί το δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας της μέχρι την καταβολή των επίδικων ληξιπρόθεσμων δεδουλευμένων αποδοχών της, επιφυλασσόμενη και για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της. Δήλον ότι η ως άνω δήλωση της ενάγουσας συνιστά νομότυπη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους της, διότι σε αυτήν περιέχεται σαφής βούλησή της να παύσει να παρέχει την εργασία της μέχρι η πρώτη εναγομένη να της καταβάλει τις καθυστερούμενες μηνιαίες αποδοχές της, δοθέντος ότι αναπτύσσονται με σαφήνεια κατά ποσό, είδος και αιτία οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της, για τις οποίες ασκείται το δικαίωμα της επίσχεσης. Με την ως άνω νομότυπη άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης η πρώτη εναγομένη εργοδότρια εταιρία, η οποία παράλληλα δεν ήταν πρόθυμη να δεχθεί την παροχή που της προσφερόταν, ήτοι την εργασία της ενάγουσας, δεν προσέφερε την αντιπαροχή που της ζητείτο και δη τους δεδουλευμένους και ήδη οφειλόμενους επί μακρώ χρόνω μισθούς της ενάγουσας, με επακόλουθο η πρώτη εναγομένη να καταστεί υπερήμερη δανείστρια κατ’ άρθ. 353 ΑΚ. Συνέπεια της υπερημερίας της πρώτης εναγομένης ως προς την αποδοχή της εργασίας είναι ότι οφείλει μισθούς για το χρονικό διάστημα που η ενάγουσα δεν παρείχε την εργασία της λόγω της επίσχεσης. Εξ ετέρου, συνάγεται ότι η πρώτη εναγομένη διαθέτει ακίνητη περιουσία, αποτελούμενη από: α) μία διώροφη οικία με υπόγειο επί της ….., β) ένα βιομηχανικό κτίριο συγκείμενο από ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο, συνολικής επιφάνειας 1.871,61 τ. μ., ευρισκόμενο στην θέση «…..» ….., γ) ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας 308,62 τ. μ. επί της οδού ….. στην θέση «…..» ….., δ) δύο αγροτεμάχια επιφάνειας 292,40 τ. μ. έκαστο, ευρισκόμενα το ένα επί της οδού ….. και το άλλο επί της οδού ….. στην θέση «…..» ….., ε) ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας 290,00 τ. μ. επί της οδού ….. στην θέση «…..» ….. και στ) ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας 564,80 τ. μ. επί της οδού ….. στην θέση «…..» ….., σύμφωνα με την από 23-4-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../…../25-4-2013 αίτηση έναρξης διαδικασίας συνδιαλλαγής της πρώτης εναγομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 27-12-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./……../27-12-2013 δήλωση παύσης πληρωμών – αίτηση πτώχευσης της ίδιας εναγομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακόμη, κατά τον ισολογισμό της έτους 2011, το έτος αυτό είχε κύκλο εργασιών (πωλήσεις) ύψους 11.544.679,70 ευρώ και διαθέσιμα (ταμείο και καταθέσεις) ύψους 301.817,84 ευρώ. Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις επί του ισολογισμού αυτού του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ….. ….., η αξία κτήσης των μηχανημάτων της πρώτης εναγομένης προσαυξήθηκε, πέραν του κόστους κατασκευής τους, και με δαπάνες που αφορούν στην επισκευή και συντήρηση μηχανημάτων ποσού 2.610.850,10 ευρώ, αλλά και με υπόλοιπα λογαριασμών απαιτήσεων ποσού 2.610.850,10 ευρώ, με αποτέλεσμα το κονδύλιο του ισολογισμού «μηχανήματα» να εμφανίζεται αυξημένο κατά το ποσό των 5.294.677,97 ευρώ και οι απαιτήσεις της εταιρίας της μειωμένες κατά 2.610.850,10 ευρώ και τα αποτελέσματα χρήσης και ίδια κεφάλαια ισόποσα αυξημένα κατά 2.683.827,87 ευρώ. Οι ως άνω, δε, απαιτήσεις, ύψους 2.610.850,10 ευρώ, αφορούν σε απολήψεις μελών της διοίκησης και εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920, με βάση τον ισολογισμό της πρώτης εναγομένης έτους 2011 και την συνημμένη σε αυτόν από 31-05-2012 έκθεση ελέγχου του ανεξάρτητου Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ….. …… Μάλιστα, με την από 29-04-2014 έκθεση ευρημάτων του Ελεγκτή ….. ….. διενεργήθηκαν στον ισολογισμό οι κατάλληλες λογιστικές εγγραφές, με τις οποίες μειώθηκε κατά το ποσό των 2.610.850,10 ευρώ ο λογαριασμός «μηχανήματα» και προσαυξήθηκε ισόποσα ο λογαριασμός απαιτήσεων της εταιρίας από τα Όργανα της Διοίκησης. Από το ποσό των 2.610.850,10 ευρώ ένα μέρος και ειδικότερα το ποσό των 1.404.641,84 ευρώ συμψηφίστηκε με υποχρεώσεις της πρώτης εναγομένης προς τα όργανα της διοίκησης από προηγούμενες χρήσεις, αλλά το υπόλοιπο ποσό ύψους 1.206.208,26 ευρώ επιβάρυνε τα αποτελέσματα χρήσης. Ενώ, λοιπόν, η πρώτη εναγομένη διατηρούσε ιδιαίτερα σημαντικές απαιτήσεις κατά των οργάνων της διοίκησής της, ύψους τουλάχιστον 1.206.208,26 ευρώ, σε ουδεμία ενέργεια προέβη προκειμένου να τις ικανοποιήσει και να καταβάλει στην ενάγουσα τις δεδουλευμένες αποδοχές της από το έτος 2012 και μετά. Σημειωτέον ότι από το τέλος του έτους 2011 η πρώτη εναγομένη άρχισε να εμφανίζει προβλήματα ρευστότητας, με αποτέλεσμα τον Ιούλιο του 2012 να εκδοθεί εναντίον της διαταγή πληρωμής ποσού 174.157,40 ευρώ από την ….. ….., που είχε αναλάβει τον ανεφοδιασμό με καύσιμα των υβριδικών σταθμών που διατηρεί η εναγομένη στην Βόρεια Ελλάδα. Τα οικονομικά της προβλήματα εντάθηκαν στην συνέχεια και από το Δεκέμβριο του 2012 και μετά εκδόθηκαν εναντίον της πρώτης εναγομένης και άλλες διαταγές πληρωμής, καθώς επιβλήθηκαν σε βάρος της και κατασχέσεις διαφόρων ποσών στα χέρια τρίτων οφειλετών της. Τούτα τα οικονομικά της δεδομένα και τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπισε η πρώτη εναγομένη δεν ήταν γνωστά στην ενάγουσα, διότι η τελευταία δεν εργαζόταν σε θέση σχετιζόμενη με τα οικονομικά της επιχείρησης, ούτε έλαβε σχετική ενημέρωση από την πρώτη εναγομένη, είτε εξ αρχής, από την θέση της σε εκ περιτροπής εργασία, είτε και εν συνεχεία μετά τις προφορικές διαμαρτυρίες της, την προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας και την κοινοποίηση των ανωτέρω εξωδίκων δηλώσεών της. Τουτέστιν, η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας για τόσο χρονικό διάστημα, για τις οποίες ασκήθηκε η επίσχεση εργασίας, ήταν υπαίτια διότι η πρώτη εναγομένη αν και μπορούσε ουδέν έπραξε προκειμένου να καταστεί δυνατή η έγκαιρη πληρωμή της ενάγουσας – εργαζομένης της, ακόμη και μετά την μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας της. Συγκεκριμένα, η πρώτη εναγομένη αφ’ ενός μεν διέθετε ακίνητη περιουσία, όπως προαναφέρθηκε, από την ρευστοποίηση μικρού μέρους της οποίας θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της ενάγουσας, αφ’ ετέρου, δε, διατηρούσε απαιτήσεις κατά των οργάνων της διοίκησής της από απολήψεις χρηματικών ποσών, στις οποίες είχαν προβεί αυτά, ύψους, τουλάχιστον, 1.206.208,26 ευρώ, από την είσπραξη των οποίων θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σε ικανοποιητικό βαθμό τα προβλήματα ρευστότητας και οπωσδήποτε θα μπορούσε ευχερώς και εγκαίρως να καταβάλει στην ενάγουσα τα ήδη οφειλόμενα ποσά. Παρέπεται ότι τούτη η μονομερής επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και δη από την 20-5-2013 και την 1-1-2014 τυγχάνει άκυρη, γιατί δεν προηγήθηκε ενημέρωση και «διαβούλευση» με τους εργαζομένους της άνω εναγομένης, ενώ δεν έδωσε τούτη η εναγομένη στην ενάγουσα τα οικονομικά της στοιχεία που θα δικαιολογούσαν την δική της εργασία μόνο για μία (1) ημέρα την εβδομάδα. Εκ των ιδίων αποδεικτικών μέσων προκύπτει ότι η πρώτη εναγομένη δεν συμμορφώθηκε στις επιταγές του νόμου ούτε ήρε τις συνέπειες της υπερημερίας της ως εργοδότριας, ώστε η προεκτιθέμενη συμπεριφορά της να την καθιστά υπερήμερη εργοδότρια απέναντι στην ενάγουσα. Επιπροσθέτως, αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία συνιστούσε στην πραγματικότητα μια οικογενειακή επιχείρηση, η οποία ιδρύθηκε από τον ….. ….., στην μετοχική σύνθεση και το Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας μετείχε από την σύστασή της, πλην του ιδίου, και η θυγατέρα του, ….. …… Δυνάμει δε της από 30-06-2012 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης και του από 30-06-2012 πρακτικού Δ. Σ., το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγομένης συγκροτήθηκε από τον ….. ….. ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, την ….. ….. ως Αντιπρόεδρο και την ….. ….. ως μέλος. Κατόπιν, τη 7-8-2013 η μέτοχος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης, ….. ….., συνέστησε, δυνάμει της υπ’ αριθμόν …../07-8-2013 πράξης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Γκριόγλου, την δεύτερη εναγομένη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…..». Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιό της με πενταετή θητεία συγκροτήθηκε από την ….. ….. του ….., ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, την ….. ….. του ….., ως μέλος και την ….. ….. ως μέλος. Η δεύτερη εναγόμενη εταιρία έχει ακριβώς τον ίδιο καταστατικό σκοπό με την πρώτη εναγομένη (βλ. Φ.Ε.Κ. Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. …../8-8-2013 και …../5-12-7) και ακριβώς το ίδιο αντικείμενο εργασιών, ασκεί ακριβώς την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα και λειτουργεί στις ίδιες με αυτήν κτιριακές εγκαταστάσεις στην ….. Αττικής, επί της οδού ….. με αριθμό …, χρησιμοποιώντας τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό και αριθμό τηλεομοιοτυπίας (φαξ). Ομοίως, στην δεύτερη εναγομένη μεταβιβάστηκε το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού, όπως μηχανήματα, ηλεκτρολογικός εξοπλισμός εργασίας και συναφή, κατά την με αριθμό …../ …../…/ …../29-10-2013 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, από την οποία προκύπτει ότι η ορισθείσα ανάδοχος του αναφερόμενου έργου δεύτερη εναγομένη αναλαμβάνει να εκτελέσει το έργο με ηλεκτρολογικό εξοπλισμό της πρώτης, ενώ απέκτησε η δεύτερη το σύνολο της πελατείας και την τεχνογνωσία της πρώτης εναγομένης, κάνοντας χρήση των παγίων του χώρου, των μηχανημάτων και του εξοπλισμού της επιχειρήσεως πρώτης εναγομένης, με τα οποία αυτή λειτουργούσε στο εγγύς παρελθόν. Από την πλευρά της η δεύτερη εναγομένη εμφανίζεται στις συναλλαγές της ως διάδοχος της πρώτης εναγομένης, συνεχίζοντας την εκτέλεση των εκκρεμών συμβάσεων και την εν γένει οικονομική δραστηριότητα της τελευταίας. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στην με αριθμό …../10-2-2014 απόφαση του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου ….. η δεύτερη εναγομένη, στην οποία με την ίδια απόφαση ανατέθηκαν ηλεκτρολογικές εργασίες επισκευής και ελέγχου καλής λειτουργίας του συστήματος διαχείρισης ελέγχου του κτιρίου του νοσοκομείου, που είχε εγκαταστήσει η πρώτη εναγομένη, χαρακτηρίζεται ως διάδοχος της πρώτης εναγομένη. Η δε δεύτερη επικαλείται στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο και την σύμβαση που είχε συνάψει η πρώτη εναγομένη με την εταιρία «…..», μολονότι η ίδια η δεύτερη εναγομένη δεν είχε καν συσταθεί έως τον Αύγουστο του 2013, αφού αναφέρει πως τα υβριδικά της συστήματα έχουν δοκιμαστεί στο πεδίο για μεγάλο χρονικό διάστημα στο πλαίσιο της ανωτέρω σύμβασης, ενώ ταυτόχρονα δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό μέσο η καταγγελία της προαναφερόμενης σύμβασης από την ανωτέρω εταιρία. Εξ ετέρου, στην ιστοσελίδα της η δεύτερη εναγομένη αναφέρει ότι στηρίζεται στην πολυετή τεχνογνωσία, στο πλούσιο πελατολόγιο και στην      μακρόχρονη πείρα της πρώτης εναγομένης, αυτοπροσδιορίζεται ευθέως ως διάδοχος της πρώτης εναγομένης, ότι δηλαδή «Η ….. γεννήθηκε από τα σπλάχνα της …..», καθώς και ο διακριτικός τίτλος της δεύτερης εναγομένης («…..») είναι παραπλήσιος αυτού της πρώτης («…..»). Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι στην δεύτερη από αυτούς εργάζονται μόνον δύο εργαζόμενοι, δεν μπορεί να γίνει δεκτός κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεδομένου ότι το αντικείμενο εργασιών της εταιρίας δεν δικαιολογεί την ύπαρξη τόσο ολιγάριθμου προσωπικού. Παράλληλα η ίδια η δεύτερη απέκτησε, εκτός από τις πάγιες εγκαταστάσεις της πρώτης, και το σύνολο των άυλων αγαθών της πρώτης εναγομένης και δη την φήμη και την πελατεία της και την τεχνογνωσία της και με την ίδια άσκηση της εμπορίας της, στα οποία απέβλεπε η δεύτερη εναγομένη για την επιτυχή λειτουργία της νέας επιχειρήσεώς της, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι η πρώτη εναγομένη ευρισκόταν εκεί και λειτουργούσε με επιτυχία την άνω επιχείρησή της από πολλά έτη, με μεγάλη και σταθερή πελατεία ένεκα της φήμης της. Εκ των ιδίων αποδεικτικών στοιχείων συνάγεται ότι η δεύτερη εναγομένη συνιστά διάδοχο επιχείρηση της πρώτης, διότι πρόκειται περί μεταβίβασης επιχειρήσεως, υπό την έννοια του π.δ/τος 178/2002, εφ’ όσον η δεύτερη εναγόμενη ως «διάδοχος» ανέλαβε πράγματι μία οργάνωση εργασίας, που είχε δημιουργήσει η πρώτη εναγομένη, ούσα αρχική εργοδότρια της ενάγουσας, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού, την οποία και διατήρησε, αξιοποιώντας την για την επίτευξη του ιδίου βασικώς και αποκλειστικώς σκοπού, ήτοι την ίδια επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, εγένετο δε συνολική μεταβίβαση του οργανισμού της αρχικής εργοδότριας της ενάγουσας, η οποία «επέζησε» της αλλαγής του φορέα του και δεν πρόκειται για απλή μεταβίβαση ενός αθροίσματος ή μεμονωμένων οικονομικών αγαθών, χωρίς τον μεταξύ τους αναγκαίο για την επίτευξη του συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού λειτουργικό σύνδεσμο και οργάνωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η δεύτερη εναγομένη [βλ. Δημ. Ζερδελή, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, 1999, σελ. 595, ΑΠ 1553/2002 ΔΕΝ 2003.710, ΕφΑθ 9606/2005 ΕλΔ 47(2006).872], σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην μείζονα σκέψη. Ωσαύτως, ο νέος φορέας της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης είχε την βούληση να καταστεί διάδοχος της πρώτης, προς τούτο ανέλαβε την οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει εκείνη και συνέχισε την λειτουργία της ως οικονομικής μονάδας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό του ίδιου οικονομικού σκοπού, αναλαμβάνοντας την επιχείρηση ως οργανωμένο σύνολο υλικών και αυλών στοιχείων, τα οποία διατήρησαν την οργανική τους ενότητα και ήταν ικανά να πραγματοποιήσουν τον σκοπό αυτόν, καθ’ όσον τυγχάνει προεχόντως σημαντικός ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά την μεταβίβαση, σύμφωνα και με τα προεκτιθέμενα στην νομική σκέψη, όπως συμβαίνει πράγματι με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις των εναγομένων, αφού το κύριο αντικείμενο παροχής υπηρεσιών των επιχειρήσεών τους ήταν η επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών και συναφών υπηρεσιών στους πελάτες τους, οποιαδήποτε δε πρόσθετη παρεχόμενη υπηρεσία από την επιχείρηση, συναφής ή μη με την κύρια, δεν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμο στοιχείο για την κατάφαση των νομικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων της υπάρξεως «μεταβίβασης επιχείρησης», αλλά εντάσσεται μόνο στην γενικότερη επιχειρηματική πολιτική της δεύτερης εναγομένης. Βάσει των προπαρατεθέντων, η ως άνω επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μεταβιβάστηκε στην δεύτερη εναγομένη, ώστε η τελευταία να ευθύνεται με την πρώτη έναντι της ενάγουσας, η οποία αγνοούσε μέχρι τα τέλη του έτους 2013 ότι είχε λάβει χώρα τέτοια μεταβίβαση επιχείρησης της πρώτης προς την δεύτερη των εναγομένων. Ένεκα της ως άνω προεκτιθέμενης μεταβιβάσεως, η διάδοχος δεύτερη εναγόμενη εργοδότρια εταιρία υποκατέστησε αυτοδίκαια την αρχική εργοδότρια της ενάγουσας – πρώτη εναγομένη, με συνέπεια αφ’ ενός η ενάγουσα να συνδέεται με την δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφ’ ετέρου οι αξιώσεις της ενάγουσας, που πηγάζουν από την σύμβαση εργασίας της με την αρχική εργοδότριά της και υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, να βαρύνουν ένεκα της μεταβίβασης αυτής και την διάδοχο δεύτερη εναγομένη. Η τελευταία ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις της ενάγουσας που γεννήθηκαν μετά την διαδοχή, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι η υπερημερία της πρώτης εναγομένης, από την νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους της ενάγουσας, συνεχίσθηκε στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους της ή προσφορά των υπηρεσιών της ενάγουσας σε αυτήν (ΑΠ 1697/1998 ΔΕΝ 2001.228, ΕφΑθ 106/1984 ΕΕργΔ 1984.222, ΕφΑθ 9825/1991 ΑρχΝ 1992.356 – Ζερδελή Δ., Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, σελ. 823, παρ. 1430). Όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα άσκησε την 29-5-2014 το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της μέχρι να καταβληθούν οι ληξιπρόθεσμες δεδουλευμένες αποδοχές της, εκ της ασκήσεως δε του δικαιώματος επίσχεσης κατέστησε την έως τότε εργοδότριά της, πρώτη εναγομένη εταιρία, υπερήμερο δανειστή (άρθ. 353 ΑΚ), ενώ η κατάσταση αυτή της υπερημερίας δεν ήρθη με κάποιον νόμιμο τρόπο. Άλλωστε, ένεκα της προμνημονευομένης μονομερούς επιβολής της εκ περιτροπής εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους της πρώτης εναγομένης από την 20-5-2013 και την 1-1-2014, η οποία τυγχάνει άκυρη, κατά τα προεκτεθέντα, οφείλονται στην ενάγουσα πλήρεις δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές της για το επίδικο αγωγικό χρονικό διάστημα, εκτός των ήδη οφειλομένων. Δυνάμει των ιδίων αποδεικτικών μέσων προκύπτει ότι εκ της ένδικης εργασιακής συμβάσεως της ενάγουσας η πρώτη εναγομένη οφείλει σε τούτην ως αρχική εργοδότριά της και εν συνεχεία και η δεύτερη εναγομένη, ως διάδοχος της πρώτης, όπως προεκτίθεται, για το επίδικο χρονικό διάστημα τα κάτωθι ποσά, γεγενημένα και απαιτητά, τα οποία δεν έχουν εισέτι καταβάλει σε αυτήν, αφού δεν προσκομίζονται εκ μέρους τους εξοφλητικές αποδείξεις καταβολής για τις αντίστοιχες αιτίες και δη με βάση τις καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας ποσού 1.070 ευρώ, που ελάμβανε πριν την γενομένη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, η ενάγουσα δικαιούται τα κάτωθι ποσά ως δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας κατ’ άρθρον 656 ΑΚ, ήτοι: 1] η δεύτερη εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα, για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 2012 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2015, το ποσό των 42.230,54 ευρώ (670 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2012 [1.070 Ευρώ – 400 Ευρώ που έλαβε η ενάγουσα] + 684,80 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2013 [16 ημερομίσθια X 42,80 Ευρώ] + 670 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2013 [1.070 Ευρώ – 400 Ευρώ που έλαβε] + 570 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2013 [1.070 Ευρώ -500 Ευρώ που έλαβε] + 1.070 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2013 + 213,02 Ευρώ για επίδομα Πάσχα 2013 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166} = 557,29 – 344,27 Ευρώ που έλαβε] + 970 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2013 [1.070 Ευρώ – 100 Ευρώ που έλαβε] + 898,80 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2013 [1.070 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 171,20 Ευρώ που έλαβε] + 898,80 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2013 [1.070 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 171,20 Ευρώ που έλαβε] + 220,51 Ευρώ για επίδομα αδείας 2013 [1.070 / 2- 314,49 Ευρώ που έλαβε] + 898,80 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2013 [1.070 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 171,20 Ευρώ που έλαβε] + 898,80 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2013 [1.070 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός -171,20 Ευρώ που έλαβε] + 898,80 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2013 [1.070 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 171,20 Ευρώ που έλαβε] + 898,80 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2013 [1.070 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 171,20 Ευρώ που έλαβε] + 1.050 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2013 [1.070 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 20 Ευρώ που έλαβε] + 965,67 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2013 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166} = 1.114,58- 148,91 Ευρώ που έλαβε] + 980 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2014 [1.070 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 90 Ευρώ που έλαβε] + 1.010 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2014 [1.070 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός -60 Ευρώ που έλαβε] + 1.020 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2014 [1.070 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 50 Ευρώ που έλαβε] + 1.030 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2014 [1.070 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 40 Ευρώ που έλαβε] + 557,29 Ευρώ για επίδομα Πάσχα 2014 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166}] + 970 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2014 [1.070 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 100,00 Ευρώ που έλαβε] + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2014 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2014 + 535,00 Ευρώ για επίδομα άδειας 2014 [1.070 / 2 ] + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2014 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2014 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2014 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2014 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2014 + 1.114,58 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2014 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166}] + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2015 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουάριου 2015 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2015 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2015 + 557,29 Ευρώ για επίδομα Πάσχα 2015 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166}] + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2015 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2015 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2015 + 535 Ευρώ για επίδομα αδείας 2015 [1.070 / 2 ] + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2015 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2015 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2015 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2015 + 1.070 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2015 + 1.114,58 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2015 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166}] και 2] εκ του ανωτέρω τούτου ποσού η πρώτη εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα, εις ολόκληρον με την δεύτερη, για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 2012 μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2013 , ότε υλοποιήθηκε η μεταβίβαση της επιχείρησής της, το ποσό των 9.381,32 Ευρώ, βάσει των ως άνω ίδιων υπολογισμών, άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά οφείλονται στην ενάγουσα νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός, στον οποίο αντιστοιχούν οι δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές, από 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους το αντίστοιχο δώρο Χριστουγέννων και αδείας και από την 30η Απριλίου εκάστου έτους το αντίστοιχο δώρο Πάσχα [δήλη ημέρα, άρθρα 341, 345 ΑΚ, βλ. ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕΕργΔ 61(2002). 1478 ΝοΒ 2003.859]. Συμπερασματικώς, οι εναγόμενες οφείλουν στην ενάγουσα για τις προδιαλαμβανόμενες αιτίες τα εξής ποσά, ήτοι το ποσό των 42.230,54 ευρώ η δεύτερη εναγομένη, από το οποίο η πρώτη εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα, εις ολόκληρον με την δεύτερη, το ποσό των 9.381,32 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Κατ’ ακολουθίαν, η κρινομένη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της μονομερούς επιβολής καθεστώτος εκ περιτροπής εργασίας της ενάγουσας από την 20-5-2013 και την 1-1-2014, να αναγνωρισθεί ότι νομίμως η ίδια η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας από την 29-5-2014, να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται η ενάγουσα με την δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρίστου χρόνου, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 42.230,54 ευρώ, από το οποίο η πρώτη εναγομένη οφείλει και υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, εις ολόκληρον με την δεύτερη, το ποσό των 9.381,32 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Όσον αφορά στο αίτημα της ενάγουσας να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή πρέπει αυτό να απορριφθεί ως προς την πρώτη εναγομένη, διότι έχει διαταχθεί αναφορικά με τούτην με την προαναφερομένη υπ’ αριθ. 3218/21-4-2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, ως προληπτικό μέτρο η απαγόρευση πράξεων ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον της. Αντιθέτως, ο αίτημα της ενάγουσας να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή πρέπει να γίνει δεκτό εν μέρει ως προς την δεύτερη εναγομένη κατά το ποσό των ευρώ δέκα χιλιάδων (10.000 ευρώ), διότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της αποφάσεως δύναται να επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα ένεκα και του διαδραμόντος μέχρι τούδε χρόνου, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, εις βάρος των εναγομένων λόγω της ήττας των τελευταίων (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την αγωγή.

Αναγνωρίζει την ακυρότητα της μονομερούς επιβολής καθεστώτος εκ περιτροπής εργασίας της ενάγουσας από την 20-5-2013 και την 1-1-2014, αναγνωρίζει ότι νομίμως η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας από την 29-5-2014 και ότι συνδέεται η ενάγουσα με την δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρίστου χρόνου, όπως εκτίθεται στο σκεπτικό.

Υποχρεώνει την δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των ευρώ σαράντα δύο χιλιάδων διακοσίων τριάντα και πενήντα τεσσάρων λεπτών [42.230,54 ευρώ], από το οποίο η πρώτη εναγομένη οφείλει και υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, εις ολόκληρον με την δεύτερη εναγομένη, το ποσό των ευρώ εννέα χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα ενός και τριάντα δύο λεπτών [9.381,32 ευρώ], νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του.

Κηρύσσει την απόφαση εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη ως προς την δεύτερη εναγομένη κατά το ποσό των ευρώ δέκα χιλιάδων [10.000 ευρώ].

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας εις βάρος των εναγομένων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των ευρώ χιλίων τετρακοσίων [1.400 ευρώ].

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 08-02-2016.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies