Περίληψη: Οικιακοί μισθωτοί. Καταγγελία σύμβασης εργασίας ως αντίμετρο σε διεκδίκηση δικαιωμάτων. Νόμιμο το αίτημα απόληψης αποδοχών υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα και έως την άρση της υπερημερίας, επειδή αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή της. Δήλη ημέρα καταβολής των αποδοχών και του επιδόματος αδείας θεωρείται η 31η Μαρτίου του επόμενου έτους και όχι η 31η Δεκεμβρίου του αυτού έτους). Διάκριση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από φιλική σχέση. Ένσταση ακυρότητας σύμβασης εργασίας λόγω έλλειψης έγγραφου τύπου των επικαλούμενων διαδοχικών συμβάσεων μερικής απασχόλησης. Απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, καθότι η μη τήρηση του έγγραφου τύπου δεν επιφέρει ακυρότητα της συμφωνίας για τη μερική απασχόληση, όπως γινόταν δεκτό πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 του άρ. 38 του Ν. 1892/1992 με το άρ. 50 παρ. 1 του Ν. 4611/2019, και ήδη με το άρ. 59 του Ν. 4635/2019. Το γεγονός ότι η αλλοδαπή εργαζόμενη ήταν εφοδιασμένη με άδεια διαμονής – εργασίας κατά το χρόνο της πρόσληψής της, δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, αλλά άπτεται της ουσιαστικής της βασιμότητας, καθόσον τυχόν έλλειψη της εν λόγω άδειας θεμελιώνει ένσταση του εναγόμενου εργοδότη περί ακυρότητας της σύμβασης, προς αντίκρουση της οποίας ο εργαζόμενος μπορεί να επικαλεσθεί και προσκομίσει την επίμαχη άδεια, ακόμη και με την προσθήκη των προτάσεών του, εφόσον ο ισχυρισμός προτάθηκε το πρώτον κατά τη συζήτηση της αγωγής. Για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η καταβολή προσαύξησης επί των αποδοχών αδείας κατά 100% (ως αστικής κύρωσης), λόγω μη χορήγησης της άδειας εντός του έτους κατά την οποία τη δικαιούταν, αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφό ότι ο μισθωτός υπέβαλε αίτημα προς τον εργοδότη για τη χορήγηση της άδειάς του και ο τελευταίος, από υπαιτιότητά του, δεν την χορήγησε ενώ δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο και ο ειδικότερος τρόπος υποβολής του αιτήματος αυτού (προφορικώς ή γραπτώς), αφού τούτο θα προκύψει από τις αποδείξεις. Πιστοποιητικό εργασίας. Ναι μεν μπορεί να ζητηθεί κατ’ αρχήν με τη λήξη της εργασιακής σύμβασης, υποχρεούται όμως ο εργοδότης να το χορηγήσει ανεξάρτητα από τη λήξη της εργασιακής σύμβασης (ενδιάμεσο πιστοποιητικό), εφόσον ο εργαζόμενος έχει έννομο συμφέρον να το αξιώσει. Η εργοδότρια απασχόλησε την εργαζόμενη ως οικιακή βοηθό, ανασφάλιστη, χωρίς να της καταβάλλει τα επιδόματα εορτών και αδείας. Απορρίπτει τον ισχυρισμό της εργοδότριας περί φιλικής σχέσης. Η εργοδότρια κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας ελλείψει τήρησης του έγγραφου τύπου και καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης αλλά και επειδή η απόλυση συνιστά αντίμετρο στην προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας και στην άσκηση αγωγής. Η εναγόμενη δεν απέδειξε ότι η απόλυση έγινε για διαφορετικό λόγο. Απορρίπτει ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής μη ανεύρεσης εργασίας. Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας (μη αρκούμενης της μη εύρεσης εργασίας από αμέλεια), δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική. Δέχεται εν μέρει τις αγωγές. Επιδικάζει στην εργαζομένη το συνολικό ποσό των 20.777,87 Ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και για αποδοχές υπερημερίας. Υποχρεώνει την εργοδότρια να αποδέχεται τις υπηρεσίες της εργαζόμενης, επιβάλλοντας σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους 100 Ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
Αριθμός απόφασης
39/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαρία-Αμαλία Νταή, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου, καθώς και τη γραμματέα Ιουλία Μανδάλου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Οκτωβρίου 2024 για να δικάσει:
Α. Την από 17-3-2024 με γενικό αριθμό κατάθεσης ………./17-3-2024 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……./17-3-2024 αγωγή μεταξύ
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ………….. του …………., με Α.Φ.Μ. ……………, κατοίκου ……….. (………….), η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις μετά προσθήκης – αντίκρουσης.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ………… του …………, με Α.Φ.Μ. ……………, κατοίκου …………… (…………….), η οποία παραστάθηκε διά των πληρεξουσίων Δικηγόρων της Ευαγγελίας Καστρινάκη και Δημοσθένη Παπαδημητρίου και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις μετά προσθήκης αντίκρουσης.
Β. Την από 27-12-2023 με γενικό αριθμό κατάθεσης ………./27-12-2023 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……../27-12-2023 αγωγή μεταξύ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …………….. του ……………., με Α.Φ.Μ. ……………, κατοίκου ……………. (…………..), η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις μετά προσθήκης – αντίκρουσης.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ………….. του ………….., με Α.Φ.Μ. …………, κατοίκου ………….. {………….), η οποία παραστάθηκε διά των πληρεξουσίων Δικηγόρων της Ευαγγελίας Καστρινάκη και Δημοσθένη Παπαδημητρίου και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις μετά προσθήκης – αντίκρουσης.
Η ενάγουσα ζητά να γίνουν δεκτές οι από 17-3-2024 με γενικό αριθμό κατάθεσης ……./17-3-2024 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………../17-3-2024 (υπό στοιχ. Α’) και από 27-12-2023 με γενικό αριθμό κατάθεσης ……../27-12-2023 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……../27-12-2023 (υπό στοιχ. Β’) αγωγές της, που άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες προσδιορίστηκαν προς συζήτηση, η μεν υπό στοιχ. Α’ για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η δε υπό στοιχ. Β’, αρχικώς, για τη δικάσιμο της 29-5-2024 και, κατόπιν αναβολής, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και συνεκφωνήθηκαν νόμιμα, εκ του οικείου πινακίου, και συζητήθηκαν, όπως σημειώνεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της παρούσας δίκης.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμούν: α) η από 17-3-2024 με γενικό αριθμό κατάθεσης …../17-3-2024 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/17–2023 αγωγή και β) η από 27-12-2023 με γενικό αριθμό κατάθεσης …/27-12-2023 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/27-12-2023 αγωγή, αμφότερες της ………. του ……. στρεφόμενες κατά της ……………του ………., οι οποίες (αγωγές) έχουν ως αντικείμενο διαφορές από την ίδια επικαλούμενη εργασιακή σχέση. Οι αγωγές αυτές, οι οποίες συνεκφωνήθηκαν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, υπάγονται, δε, στην ίδια διαδικασία και στην αρμοδιότητα του αυτού Δικαστηρίου, ενώ από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρ. 31 παρ. 1, 246 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με την υπό κρίση από 17-3-2024 (υπό στοιχ. Α’) αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι, την 10η-5-2018 προσλήφθηκε από την εναγόμενη, με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, απασχολούμενη καθημερινά, επί εικοσιτετράωρης βάσης, εντός της εξοχικής κατοικίας, εναγόμενης στη ……… Αττικής, με καθεστώς μερικής απασχόλησης, σε εξαήμερη βάση εβδομαδιαίως και επί τετράωρο ημερησίως, ενώ, στη συνέχεια, κατόπιν νέας τροποποίησης της σύμβασης εργασίας της, από 10-5-2019 προσέφερε και πάλι τις υπηρεσίες της ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, καθημερινά επί εικοσιτετράωρης βάσης, εντός της εξοχικής κατοικίας της εναγόμενης στη ………… Ότι, το αυτό συνέβαινε αλληλοδιαδοχικώς και τα επόμενα έτη, δηλαδή κατόπιν άτυπων τροποποιήσεων της σύμβασης εργασίας, παρείχε τις υπηρεσίες της, κατά τη μεν θερινή περίοδό (από 10 Μαΐου έως 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους), ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, εντός της εξοχικής κατοικίας της εναγόμενης στη …………., κατά τη δε χειμερινή περίοδο (από 1 Οκτωβρίου έως 9 Μαΐου κάθε επόμενου έτους), ως μη οικόσιτη οικιακή βοηθός, στην οικία της εναγόμενης στη ……….. Αττικής, με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Ότι, για την εργασία της αυτή, συμφωνήθηκε να αμείβεται, κατά τις μεν θερινές περιόδους με μηνιαίο μισθό ύψους 750 ευρώ («καθαρά»), κατά τις δε χειμερινές περιόδους με ημερομίσθιο ύψους 32 ευρώ («καθαρά»). Ότι, παρά το γεγονός ότι παρείχε ευδοκίμως και προσηκόντως τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες της, εντούτοις, η εναγόμενη, από την έναρξη της σύμβασης εργασίας, δεν της κατέβαλε επιδόματα εορτών και αδείας, από το 2019 και εντεύθεν παρέλειπε να της χορηγεί την προβλεπόμενη κανονική άδειά της, ενώ ουδέποτε της κατέβαλε αποδοχές μη ληφθείσας άδειας, πέραν, δε, των ανωτέρω, δεν την είχε ασφαλίσει στον ΕΦΚΑ, ούτε της χορηγούσε εξοφλητικές αποδείξεις για τα ποσά που της κατέβαλε. Ότι, κατόπιν τούτων, και αφού η εναγόμενη δεν συμμορφωνόταν με τις εργοδοτικές υποχρεώσεις της, η ενάγουσα προσέφυγε, την 7η-12-2023, στην Επιθεώρηση Εργασίας, υποβάλλοντας έγγραφη αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς, με αντικείμενο τις παραπάνω πράξεις και παραλείψεις της εναγόμενης, ενώ, στη συνέχεια, άσκησε την ώδε υπό στοιχ. Β’ αγωγή, η οποία κοινοποιήθηκε στην τελευταία την 28η-12-2023. Ότι, η εναγόμενη, αντί να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της, κατήγγειλε δύο ημέρες αργότερα, και δη την 30η-12-2023, τη σύμβαση εργασίας, πλην, όμως, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, θεωρηθείσα ως μηδέποτε γενόμενη, διότι, αφενός, έλαβε χώρα χωρίς την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων του έγγραφου τύπου και της καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, αφετέρου, αντίκειται στη διάταξη του άρ. 66 παρ. 1 περ. β’ του Ν. 4808/2021 και, σε κάθε περίπτωση, λόγω της καταχρηστικότητάς της, καθόσον έγινε προς εκδίκηση της ενάγουσας και ως αντίδραση στην ενάσκηση του νομίμου δικαιώματος της να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας και, ιδίως, να ασκήσει την παραπάνω αγωγή. Ότι, ούτως, η εναγόμενη, μη αποδεχόμενη την παρεχόμενη εργασία της ενάγουσας από την επομένη της άκυρης καταγγελίας της επίμαχης σύμβασης, κατέστη υπερήμερη εργοδότρια, οφείλοντας εφεξής σε αυτή τις καταβαλλόμενες αποδοχές της, ως αποδοχές υπερημερίας, ενώ, περαιτέρω, η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της να αποπέμψει εκδικητικά την ενάγουσα από την εργασία της, προκάλεσε, επιπροσθέτως, στην τελευταία ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της. Κατ’ ακολουθίαν του ιστορικού αυτού, η ενάγουσα ζητά να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω από 30-12-2023 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, καθώς και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της, κατά τους όρους της επίμαχης σύμβασης εργασίας, από την επίδοση της εκδοθησόμενης απόφασης, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 50.000 ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της. Επίσης, κατόπιν παραδεκτού, κατ’ άρ. 223 ΚΠολΔ, περιορισμού του αιτήματος της, λόγω μερικής παραίτησής της εκ του αγωγικού δικογράφου ως προς το κονδύλι των αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2025 έως και 31-12-2026 (εξ 22.668,82€), η ενάγουσα ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 16.334,41 ευρώ, εκ του οποίου (α) ποσό 11.334,41 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας έτους 2024 (από 1-1-2024 έως και 31-12-2024), συμπεριλαμβανομένων αναλογούντων επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά τις ειδικότερες στο κρισιολογούμενο εισαγωγικό δικόγραφο διακρίσεις, και δη νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη απαιτητή, ήτοι από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τις αντίστοιχες μηνιαίες αποδοχές, από 31 Δεκεμβρίου για το επίδομα Χριστουγέννων και αδείας και από 30 Απριλίου για το επίδομα Πάσχα, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την εξόφληση, καθώς και (β) ποσό 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, και δη νομιμοτόκως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επικουρικώς, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας έχει λυθεί ή ότι είναι -για οποιονδήποτε λόγο- άκυρη, και κατόπιν παραδεκτού, κατ’ άρ. 223 ΚΠολΔ, περιορισμού του αιτήματος της, λόγω παραίτησής της εκ του αγωγικού δικογράφου ως προς το κονδύλι της προβλεπόμενης στη διάταξη του άρ. 66 παρ. 3 και 4 του Ν. 4808/2021 πρόσθετης αποζημίωσης (εκ 4.928€), η ενάγουσα ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ποσού 2.464 ευρώ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, και δη νομιμοτόκως από την ημεροχρονολογία της καταγγελίας (30-12-2023), άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Ακόμη, ζητά να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή και, τέλος, να καταδικαστεί η εναγόμενη στην εν γένει δικαστική της δαπάνη.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη υπό στοιχ. Α’ αγωγή αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου [άρ. 14 παρ. 2 (ως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησής της), 16 περ. 2 και 22 ΚΠολΔ], κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών και δη εργατικών διαφορών (άρ. 614 περ. 3 και 621 επ. ΚΠολΔ), ενώ για το παραδεκτό της συζήτησής της, έχει προσκομιστεί και το έγγραφο που προβλέπεται στο άρ. 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019 περί ενημέρωσης της ενάγουσας από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση (βλ. προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από 10-3-2023 οικεία έγγραφη ενημέρωση). Περαιτέρω, έχει ασκηθεί παραδεκτώς, για τις μεν αξιώσεις από την άκυρη καταγγελία εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρ. 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, το οποίο κωδικοποιήθηκε στο άρ. 340 παρ. 1 του π.δ. 80/2022 «Κώδικας Ατομικού Εργατικού Δικαίου» (εφεξής ΚΑΕργΔ), για το δε επικουρικό αίτημα αποζημίωσης απόλυσης εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρ. 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, το οποίο κωδικοποιήθηκε με το άρ. 340 παρ. 1 του ΚΑΕργΔ, καθόσον η υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη την 20η-3-2024 (βλ. προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθ. ……../20-3-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη), με χρόνο έναρξης των αντίστοιχων προθεσμιών την 31η-12-2023, επομένη της επικαλούμενης καταγγελίας. Προσέτι, η κρινόμενη αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική της πληρότητα και τη στοιχειοθέτηση των αιτημάτων της, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρ. 174,180, 281, 340, 341, 345, 346, 361, 648, 656 ΑΚ, 66 παρ. 1 περ. β’ του Ν. 4808/2021 (το οποία έχει κωδικοποιηθεί με τα άρ. 339 του ΚΑΕργΔ), 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955, 1, 3 του Ν. 2112/1920 (τα οποία έχουν κωδικοποιηθεί με τα άρ. 321 και 323 αντίστοιχα του ΚΑΕργΔ), 69 παρ. 1 περ. α’ [για το νόμω βάσιμο της αξίωσης αποδοχών υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα και έως την άρση της υπερημερίας, με το σκεπτικό ότι αυτές (αποδοχές) δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή της, βλ. ΑΠ 524/2018, ΑΠ 752/2007 και ΑΠ 597/2006], 189 παρ. 1, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 910 περ. 4 και 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλην (α) του αγωγικού αιτήματος περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο ελέγχεται απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθώς μόνη η άκυρη απόλυση του μισθωτού, είτε για τυπικούς λόγους είτε λόγω παράβασης του άρ. 281 ΑΚ, δεν συνιστά καθ’ εαυτή προσβολή της προσωπικότητάς του, στην προκείμενη, δε, περίπτωση η ενάγουσα δεν ιστορεί στην αγωγή της ειδικότερες συνθήκες ή συγκεκριμένη συμπεριφορά της εναγόμενης μειωτική προς την προσωπικότητά της, κατά τις εκφάνσεις της τιμής της και της επαγγελματικής της αξίας, που να της προκάλεσε για κάποιο συγκεκριμένο λόγο την επικαλούμενη προσβολή και, συνακολούθως, ηθική βλάβη, αλλά περιορίζεται στην έκθεση των συνεπειών που συνεπάγεται η διακοπή της απασχόλησής της, ενώ, περαιτέρω, το γεγονός και μόνο της από μέρους της εναγόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ακόμη και για λόγους εκδίκησης, δεν επιφέρει άνευ άλλου τινός και προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας εάν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα περιστατικά που να θίγουν αυτήν στον επαγγελματικό ή κοινωνικό της κύκλο (πρβλ. ΑΠ 487/2019, καθώς και ΑΠ 105/2020 και ΜΠΑ 280/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. και Δ. Ζερδελή, Εγχειρίδιο Εργατικού Δικαίου – Ατομικές Εργασιακές Συμβάσεις, Η’ έκδ., σελ. 746) και (β) της κύριας βάσης του παρεπόμενου αιτήματος περί επιδίκασης νομίμων τόκων από την 31η Δεκεμβρίου για το -εμπεριεχόμενο στις αποδοχές υπερημερίας- επίδομα αδείας, ως προς την οποία (βάση) το εν λόγω αίτημα κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθότι οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, που αποτελούν παρακολούθημα του κυρίου δικαιώματος για λήψη της ετήσιας άδειας αναψυχής, προκαταβάλλονται στον εργαζόμενο κατά την έναρξη της άδειάς του, η οποία μπορεί να παρασχεθεί, σύμφωνα με το άρ. 61 του Ν. 4808/2021, έως και τη λήξη του πρώτου τριμήνου του επόμενου ημερολογιακού έτους, συνεπώς, «δήλη ημέρα» θεωρείται η 31η Μαρτίου του επόμενου έτους (και όχι η 31η Δεκεμβρίου του αυτού έτους), με την πάροδο της οποίας ο εργοδότης καθίσταται αυτόματα υπερήμερος (ΑΚ 341) και οφείλει έκτοτε τόκους υπερημερίας (βλ. Δ. Ζερδελή, ό.π., σελ. 634-635). Επισημαίνεται ότι το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της εκδοθησόμενης απόφασης προσωρινώς εκτελεστής είναι νόμιμο μόνο για το καταψηφιστικό αντικείμενο της δίκης, πρέπει, δε, να απορριφθεί ως μη νόμιμο κατά το μέρος που αφορά στο αναγνωριστικό (δηλαδή το αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης), ενόψει του ότι η ενέργεια των αναγνωριστικών αποφάσεων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές και δεν νοείται, βάσει αυτών, διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης (ΕφΑθ 628/2003 ΕλλΔνη 2004.1470, ΠΠΑ 1302/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠΑ 20/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠΘεσσαλ 3324/2012 Αρμ 2013.279, βλ. και Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, 2012, τ. I, σε άρ. 907, σελ. 532). Κατά τα λοιπά, κατά το μέρος που η ένδικη αγωγή κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, χωρίς να απαιτείται για το αντικείμενό της η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, δεδομένου ότι το καταψηφιστικό της αίτημα -μετά τον κατά τα ανωτέρω γενόμενο περιορισμό- δεν υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ (άρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Η εναγόμενη, με συνοπτική προφορική δήλωση διά των πληρεξούσιων Δικηγόρων της, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, αλλά και με τις νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, αρνήθηκε αιτιολογημένα την κρινόμενη αγωγή ως νόμω και ουσία αβάσιμη, ισχυριζόμενη ότι ουδεμία σχέση εργασίας τη συνδέει με την ενάγουσα, καθώς η τελευταία την επισκεπτόταν στην οικία της περιστασιακά και ατάκτως, αμιγώς στα πλαίσια της φιλικής σχέσης που είχαν αναπτύξει, προκειμένου να της κρατήσει συντροφιά, ενώ εκείνη (ενάγουσα) ήταν αυτή που διέκοψε αυτοβούλως και αιφνιδίως τη φιλική τους σχέση, τον Δεκέμβριο του 2023, αφότου και δεν προσήλθε ξανά στην οικία της. Σε κάθε περίπτωση, διατείνεται ότι δεν υφίσταται έγκυρη σύμβαση εργασίας, αφενός, ελλείψει άδειας παραμονής – εργασίας της ενάγουσας, η οποία τυγχάνει αλλοδαπή, αφετέρου, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου για τις επικαλούμενες, ατύπως συναφθείσες, διαδοχικές συμβάσεις μερικής απασχόλησης. Ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος ούτως εισφερόμενος εκτιμάται ως -επικουρικώς προβληθείσα- ένσταση ακυρότητας της ένδικης σύμβασης εργασίας, προβλήθηκε παραδεκτώς και νομίμως, μόνο, όμως, καθ’ ο μέρος αφορά στην έλλειψη άδειας παραμονής – εργασίας της ενάγουσας, κατά το οποίο (μέρος) θα ερευνηθεί κατωτέρω κατ’ ουσίαν, σημειουμένου ότι η κατοχή άδειας για παροχή εργασίας άπτεται της ουσιαστικής (και όχι της νομικής) βασιμότητας της αγωγής, καθόσον η έλλειψή της στοιχειοθετεί ένσταση του εναγόμενου εργοδότη περί ακυρότητας της σύμβασης, προς αντίκρουση της οποίας ο εργαζόμενος μπορεί να επικαλεσθεί και προσκομίσει την επίμαχη άδεια, ακόμη και με την προσθήκη των προτάσεων του, εφόσον ο ισχυρισμός προτάθηκε το πρώτον κατά τη συζήτηση της αγωγής (πρβλ. ΑΠ 702/2014, ΑΠ 939/2011, ΑΠ 439/2010). Κατά τα λοιπά, κατά το μέρος που η προειρημένη ένσταση ακυρότητας ερείδεται στην έλλειψη έγγραφου τύπου των επικαλούμενων διαδοχικών συμβάσεων μερικής απασχόλησης, κρίνεται απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, καθότι η μη τήρηση του έγγραφου τύπου δεν επιφέρει ακυρότητα της συμφωνίας για τη μερική απασχόληση, όπως γινόταν δεκτό πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 του άρ. 38 του Ν. 1892/1992 με το άρ. 50 παρ.1 του Ν. 4611/2019, και ήδη με το άρ. 59 του Ν. 4635/2019. Και τούτο, διότι από τη διατύπωση της διάταξης αυτής, όπως ισχύει σήμερα, προκύπτει ότι η μη τήρηση του έγγραφου τύπου (όπως και η μη γνωστοποίηση της συμφωνίας εντός οκτώ ημερών από την κατάρτισή της στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας) έχει ως συνέπεια, να τεκμαίρεται η πλήρης απασχόληση του εργαζομένου, το δε τεκμήριο αυτό (πλήρους απασχόλησης), το οποίο αφορά τόσο την αρχική σύναψη σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης, όσο και εκείνη της μετατροπής της σύμβασης πλήρους απασχόλησης σε μερική, είναι μαχητό και, συνεπώς, μπορεί να ανατραπεί εφόσον ο εργοδότης αποδείξει ότι η σύμβαση αφορούσε πράγματι μερική και όχι πλήρη απασχόληση [βλ. Δ. Ζερδελή, ό.π., σελ. 65-66, I. Σκανδάλη, Μερική απασχόληση: Μια κριτική προσέγγιση των αλλαγών που επήλθαν με τον πρόσφατο νόμο 4635/19, ΔΕΝ 2020.28, Νίκη Γεωργιάδου, Το νομοθετικό πλαίσιο για τη μερική απασχόληση (μετά από τους Ν. 4611/2019,4635/2019 και 4808/2021), ΔΕΝ 2022.1777, καθώς και Κεσσίδη σε Λαδά, Ευέλικτες Μορφές Εργασίας (Μετά τον Ν. 4808/2021), σελ. 221 επ.]. Τέλος, η εναγόμενη προτείνει, έτι επικουρικότερον, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος για τους διεκδικούμενους μισθούς υπερημερίας, και σε κάθε περίπτωση για εκείνους του χρονικού διαστήματος πέραν του τετραμήνου, αρχής γενομένης από τον Δεκέμβριο του 2023, διατεινόμενη ότι η ενάγουσα παρέλειψε να ανεύρει αλλού εργασία, καίτοι μπορούσε, ενόψει της προϋπηρεσίας και των προσόντων που η ίδια ισχυρίζεται ότι διαθέτει, τούτο, δε, έπραξε κακόβουλα για να εισπράττει από αυτήν μισθούς υπερημερίας, χωρίς να εργάζεται. Η προκείμενη ένσταση είναι παραδεκτή και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρ. 281 ΑΚ (πρβλ. ΑΠ 1387/2017, ΑΠ 1571/2004 και ΜΠΑ 102/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και πρέπει να εξεταστεί κατωτέρω στην ουσία της.
Με την υπό κρίση από 27-12-2023 (υπό στοιχ. Β’) αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι, την 10η-5-2018 προσλήφθηκε από την εναγόμενη, με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, απασχολούμενη καθημερινά, επί εικοσιτετράωρης βάσης, εντός της εξοχικής κατοικίας της τελευταίας στη ………….. Ότι, ακολούθως, από 11-10-2018, κατόπιν άτυπης τροποποίησης της σύμβασης εργασίας της, παρείχε τις υπηρεσίες της ως μη οικόσιτη οικιακή βοηθός, στην οικία της εναγόμενης στη …………. Αττικής, με καθεστώς μερικής απασχόλησης, σε εξαήμερη βάση εβδομαδιαίως και επί τετράωρο ημερησίως, ενώ, στη συνέχεια, κατόπιν νέας τροποποίησης της σύμβασης εργασίας της, από 10-5-2019 προσέφερε και πάλι τις υπηρεσίες της ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, καθημερινά επί εικοσιτετράωρης βάσης, εντός της εξοχικής κατοικίας της εναγόμενης στη ………….. Ότι, το αυτό συνέβαινε αλληλοδιαδοχικώς και τα επόμενα έτη, δηλαδή κατόπιν άτυπων τροποποιήσεων της σύμβασης εργασίας, παρείχε τις υπηρεσίες της, κατά τη μεν θερινή περίοδο (από 10 Μαΐου έως 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους), ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, εντός της εξοχικής κατοικίας της εναγόμενης στη …………., κατά τη δε χειμερινή περίοδο (από 1 Οκτωβρίου έως 9 Μαΐου κάθε επόμενου έτους), ως μη οικόσιτη οικιακή βοηθός, στην οικία της εναγόμενης στη …………. Αττικής, με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Ότι, για την εργασία της αυτή, συμφωνήθηκε να αμείβεται, κατά τις μεν θερινές περιόδους με μηνιαίο μισθό ύψους 750 ευρώ («καθαρά»), κατά τις δε χειμερινές περιόδους με ημερομίσθιο ύψους 32 ευρώ («καθαρά»). Ότι, παρά το γεγονός ότι παρείχε ευδοκίμως και προσηκόντως τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες της, εντούτοις, η εναγόμενη, από την έναρξη της σύμβασης εργασίας, δεν της κατέβαλε επιδόματα εορτών και αδείας, από το 2019 και εντεύθεν παρέλειπε να της χορηγεί την προβλεπόμενη κανονική άδειά της, καίτοι τη ζητούσε την άνοιξη κάθε έτους για τον μήνα Αύγουστο, στερώντας της έτσι, δέκα ημέρες αδείας ανά ημερολογιακό έτος, ενώ ουδέποτε της κατέβαλε αποδοχές μη ληφθείσας αδείας, πέραν, δε, των ανωτέρω, δεν την είχε ασφαλίσει στον ΕΦΚΑ, ούτε της χορηγούσε εξοφλητικές αποδείξεις για τα ποσά που της κατέβαλε. Ότι, κατόπιν τούτων, και αφού η εναγόμενη δεν συμμορφωνόταν με τις εργοδοτικές υποχρεώσεις της, η ενάγουσα προσέφυγε, την 7η-12-2023, στην Επιθεώρηση Εργασίας, υποβάλλοντας έγγραφη αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς, η οποία μέχρι τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής δεν είχε εισέτι συζητηθεί. Ότι, παρά ταύτα, η εναγόμενη εξακολούθησε να μην συμμορφώνεται στις υποχρεώσεις της, ενώ, επιπροσθέτως, αρνήθηκε να χορηγήσει στην ενάγουσα πιστοποιητικό εργασίας, το οποίο αιτήθηκε η τελευταία δοθέντος ότι η εργασιακή τής σύμβαση δεν ήταν αποτυπωμένη σε έγγραφο. Κατ’ ακολουθίαν του ιστορικού αυτού, και κατόπιν παραδεκτού, κατ’ άρ. 223 ΚΠολΔ, περιορισμού του αιτήματος της περί καταβολής επιδομάτων εορτών, λόγω μερικής παραίτησής της εκ του αγωγικού δικογράφου ως προς το περιλαμβανόμενο σε αυτό κονδύλι της αναλογίας επιδόματος Χριστουγέννων 2018, ύψους 796,41 ευρώ, κατά το ποσό των 491 ευρώ, κατόπιν συμψηφισμού του, την 13η-6-2024, με αντίθετη απαίτηση της εναγόμενης, η ενάγουσα ζητά, με βάση, κυρίως, τη σύμβαση εργασίας, άλλως και όλως επικουρικώς, σε περίπτωση που τούτη ήθελε κριθεί -για οποιονδήποτε λόγο- άκυρη, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 12.515,46 ευρώ, εκ του οποίου (α) ποσό 6.947,46 ευρώ για επιδόματα εορτών, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, και δη νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη απαιτητή, ήτοι από 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους για το αντίστοιχο επίδομα Χριστουγέννων και από 30 Απριλίου κάθε έτους για το αντίστοιχο επίδομα Πάσχα, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, καθώς και (β) ποσό 5.568 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας και επιδόματα αδείας, κατά τις ειδικότερες στο κρισιολογούμενο εισαγωγικό δικόγραφο διακρίσεις, και δη νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη απαιτητή, ήτοι από 31 Δεκεμβρίου έκαστου έτους για την αντίστοιχη παροχή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επιπλέον, ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της, καθώς και η διαγωγή της, με την απειλή χρηματικής ποινής 10.000 ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της. Ακόμη, ζητά να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και, τέλος, να καταδικαστεί η εναγόμενη στην εν γένει δικαστική της δαπάνη.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη υπό στοιχ. Β’ αγωγή, αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου [άρ. 14 παρ. 2 (ως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησής της), 16 περ. 2 και 22 ΚΠολΔ], κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών και δη εργατικών διαφορών (άρ. 614 περ. 3 και 621 επ. ΚΠολΔ), ενώ για το παραδεκτό της συζήτησής της, έχει προσκομιστεί και το έγγραφο που προβλέπεται στο άρ. 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019 περί ενημέρωσης της ενάγουσας από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση (βλ. προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από 20-12-2023 οικεία έγγραφη ενημέρωση). Περαιτέρω, είναι αρκούντως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική της πληρότητα και τη στοιχειοθέτηση των αιτημάτων της, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων της εναγόμενης ως αβάσιμων, σημειουμένου ότι, πρώτον, για τη στοιχειοθέτηση του έννομου συμφέροντος της ενάγουσας να αιτηθεί τη χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας, αρκεί η μνεία της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης και ότι αξίωσε από την εναγόμενη την παροχή του εν λόγω πιστοποιητικού και η τελευταία της το αρνήθηκε, πραγματικά περιστατικά που ιστορούνται στο κρισιολογούμενο αγωγικό δικόγραφο, δεύτερον, το γεγονός εάν η ενάγουσα, η οποία τυγχάνει αλλοδαπή, ήταν εφοδιασμένη με άδεια διαμονής – εργασίας κατά το χρόνο της πρόσληψής της, δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της αγωγής, αλλά, ως εκτέθηκε και ανωτέρω, άπτεται της ουσιαστικής της βασιμότητας, καθόσον τυχόν έλλειψη της εν λόγω άδειας θεμελιώνει ένσταση του εναγόμενου εργοδότη περί ακυρότητας της σύμβασης, προς αντίκρουση της οποίας ο εργαζόμενος μπορεί να επικαλεσθεί και προσκομίσει την επίμαχη άδεια, ακόμη και με την προσθήκη των προτάσεών του, εφόσον ο ισχυρισμός προτάθηκε το πρώτον κατά τη συζήτηση της αγωγής (πρβλ. ΑΠ 702/2014, ΑΠ 939/2011, ΑΠ 439/2010) και, τρίτον, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η καταβολή στον μισθωτό αποδοχών μη ληφθείσας αδείας, ήτοι προσαύξησης επί των αποδοχών αδείας κατά 100% (ως αστικής κύρωσης), λόγω μη χορήγησης της άδειας εντός του έτους κατά την οποία τη δικαιούταν, αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφό ότι ο μισθωτός υπέβαλε αίτημα προς τον εργοδότη για τη χορήγηση της άδειάς του και ο τελευταίος, από υπαιτιότητά του, δεν την χορήγησε (ΑΠ 434/2011, ΑΠ 581/1999), περιστατικά τα οποία εκτίθενται στην ένδικη αγωγή, ενώ δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο και ο ειδικότερος τρόπος υποβολής του αιτήματος αυτού (προφορικώς ή γραπτώς), αφού τούτο θα προκύψει από τις αποδείξεις (βλ. ad hoc ΜονΕφΑθ 5580/2023, μη εισέτι δημοσιευθείσα στο νομικό τύπο). Προσέτι, η υπό κρίση αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρ. 340, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 678, 904επ. ΑΚ, α.ν. 1777/1951 σε συνδυασμό με Υ.Α. 19040/1981, 2, 3, 4 του Ν. 539/1945 (τα οποία κωδικοποιήθηκαν με τα άρ. 211, 212 και 214 αντίστοιχα του ΚΑΕργΔ), 1 παρ. 3 του ν.δ. 4547/1966, 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 (το οποίο κωδικοποιήθηκε με το άρ. 213 του ΚΑΕργΔ), 189 παρ. 1, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 910 περ. 4 και 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλην της κύριας βάσης του παρεπόμενου αιτήματος περί επιδίκασης νομίμων τόκων, για τις αποδοχές μη ληφθείσας αδείας και τα επιδόματα αδείας των ετών 2021, 2022 και 2023, από την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους για την αντίστοιχη επιμέρους παροχή, ως προς την οποία (βάση) το εν λόγω αίτημα κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθότι οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, που αποτελούν παρακολούθημα του κυρίου δικαιώματος για λήψη της ετήσιας άδειας αναψυχής, προκαταβάλλονται στον εργαζόμενο κατά την έναρξη της άδειάς του, η οποία μπορεί να παρασχεθεί, ήδη σύμφωνα με το άρ. 61 του Ν. 4808/2021, έως τη λήξη του πρώτου τριμήνου του επόμενου ημερολογιακού έτους (και όχι έως τη λήξη του αντίστοιχου ημερολογιακού έτους αναφοράς, ως ίσχυε πριν την τροποποίηση της παρ. 1 του άρ. 45 του Ν. 539/1945 με το άρ. 61 του Ν. 4808/2021), συνεπώς, από το 2021 και εντεύθεν, «δήλη ημέρα» για τις ανωτέρω αξιώσεις θεωρείται η 31η Μαρτίου του επόμενου έτους (και όχι η 31η «Δεκεμβρίου του αυτού έτους), με την πάροδο της οποίας ο εργοδότης καθίσταται αυτόματα υπερήμερος (ΑΚ 341) και οφείλει έκτοτε τόκους υπερημερίας (πρβλ. Δ. Ζερδελή, ό.π., σελ. 633-635). Κατά τα λοιπά, κατά το μέρος που η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, χωρίς να απαιτείται για το αντικείμενό της η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, δεδομένου ότι το καταψηφιστικό της αίτημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ (άρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Η εναγόμενη, με συνοπτική προφορική δήλωση διά των πληρεξούσιων Δικηγόρων της, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, αλλά και με τις νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, αρνήθηκε αιτιολογημένα την κρινόμενη αγωγή ως νόμω και ουσία αβάσιμη, ισχυριζόμενη ότι ουδεμία σχέση εργασίας τη συνδέει με την ενάγουσα, ώστε να δικαιολογούνται οι επίδικες αξιώσεις της, καθώς η τελευταία την επισκεπτόταν στην οικία της περιστασιακά και ατάκτως, αμιγώς στα πλαίσια της φιλικής σχέσης που είχαν αναπτύξει, προκειμένου να της κρατήσει συντροφιά, ενώ εκείνη (ενάγουσα) ήταν αυτή που διέκοψε αυτοβούλως και αιφνιδίως τη φιλική τους σχέση, τον Δεκέμβριο του 2023, αφότου και δεν προσήλθε ξανά στην οικία της. Σε κάθε περίπτωση, η εναγόμενη διατείνεται ότι η επικαλούμενη σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, αφενός, διότι η ενάγουσα, η οποία τυγχάνει αλλοδαπή, δεν εκθέτει εάν ήταν κάτοχος νόμιμης άδειας εργασίας στην Ελλάδα, και, αφετέρου, διότι οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις μερικής απασχόλησης δεν περιβλήθηκαν του έγγραφου τύπου. Ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος ούτως εισφερόμενος εκτιμάται ως – επικουρικώς προβληθείσα- ένσταση ακυρότητας της ένδικης σύμβασης εργασίας, προβλήθηκε παραδεκτώς και νομίμως, μόνο, όμως, καθ’ ο μέρος αφορά στην έλλειψη άδειας παραμονής – εργασίας της ενάγουσας, κατά το οποίο θα ερευνηθεί κατωτέρω κατ’ ουσίαν, ενώ κατά το σκέλος που ερείδεται στην έλλειψη έγγραφου τύπου των επικαλούμενων διαδοχικών συμβάσεων μερικής απασχόλησης, κρίνεται απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, διότι η μη τήρηση του έγγραφου τύπου δεν επιφέρει ακυρότητα της συμφωνίας για τη μερική απασχόληση, όπως γινόταν δεκτό πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 του άρ. 38 του Ν. 1892/1992 με το άρ. 50 παρ.1 του Ν.4611/2019 και ήδη με το άρ. 59 του Ν. 4635/2019, σύμφωνα και με όσα διημείφθησαν ανωτέρω, κατά τη διερεύνηση της νομικής βασιμότητας των προβληθέντων ισχυρισμών και ενστάσεων της εναγόμενης, στα πλαίσια της ένδικης υπό στοιχ. Α’ αγωγής. Τέλος, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να αιτηθεί τη χορήγηση του ένδικου πιστοποιητικού εργασίας, αφού, κατά τους ισχυρισμούς της τελευταίας, η επικαλούμενη σύμβαση εργασίας παραμένει ενεργής. Ωστόσο, ο εν λόγω ισχυρισμός ελέγχεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι ναι μεν το πιστοποιητικό εργασίας μπορεί να ζητηθεί κατ’ αρχήν με τη λήξη της εργασιακής σύμβασης, δηλαδή είτε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της, είτε με καταγγελία οποιοσδήποτε μορφής, πέραν, όμως, της περίπτωσης αυτής, η προστατευτική τελολογία του άρ. 678 του ΑΚ επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση παροχής του πιστοποιητικού, ανεξάρτητα από τη λήξη της εργασιακής σύμβασης (ενδιάμεσο πιστοποιητικό), εφόσον ο εργαζόμενος έχει έννομο συμφέρον να το αξιώσει (ΜονΕφΑθ 2484/2021, ΜΠΑ 960/2024, ΜΠΠειρ 3347/2023, άπασες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Από τη δέουσα εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, ………. και ………….., αντίστοιχα, ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου, οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν αυτοτελώς υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται κατωτέρω, χωρίς, ωστόσο, να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_……./9-10-2024 και υπ’ αριθ. ………/10-10-2024 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ……………. και ………………… αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν, επιμελεία της ενάγουσας, στα πλαίσια απόδειξης της κρινόμενης αγωγής, η μεν πρώτη ενώπιον της Δικηγόρου Αθηνών Ειρήνης Γραβάνη, η δε δεύτερη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Μυκόνου Γεωργίας Π. Τόλη, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης (βλ. προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθ. ………/2-10-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Β. Λεράκη), τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθ…………../10-10204 και ………./10-10-2024 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ……….. και …………….., αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν, επιμελεία της εναγόμενης, στα πλαίσια ανταπόδειξης της κρινόμενης αγωγής, αμφότερες ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αιμιλίας – Ιάσμης Χατζηαναγνώστου, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας (βλ. προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθ. ………../7-10-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Μιχαήλ Γ. Σεβαστόπουλου), τις ομολογίες που συνάγονται από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων (άρ. 261 ΚΠολΔ) και τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα αμφότερων των αγωγών, …………, ηλικίας σήμερα 58 ετών, η οποία είναι υπήκοος …………… και διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα, και η εναγόμενη αμφότερων των αγωγών………, ηλικίας σήμερα 78 ετών, η οποία διατηρεί ακίνητη περιουσία στη ……. Αττικής, όπου κατοικεί μόνη της, καθώς και στη …………., όπου μεταβαίνει κατά τους θερινούς μήνες, γνωρίστηκαν στα πλαίσια κοινωνικών (φιλικών) συναναστροφών τους, ενόψει, δε, της αμοιβαίας συμπάθειας και εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε, συμφώνησαν προφορικώς όπως η ενάγουσα αναλάβει να προσφέρει στην εναγόμενη τις υπηρεσίες της ως οικιακή βοηθός, λαμβανομένου υπόψη ότι η τελευταία δεν είχε άλλο πρόσωπο να τη βοηθά στις οικιακές εργασίες σε σταθερή και μόνιμη βάση. Τούτων δοθέντων, η ενάγουσα ξεκίνησε, την 10η-5-2018, να παρέχει τις υπηρεσίες της, ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, απασχολούμενη καθημερινά, επί εικοσιτετράωρης βάσης, εντός της εξοχικής κατοικίας της εναγόμενης, στη …………. (…….), όπου μεταβαίνει η τελευταία, ως προελέχθη, κατά τους θερινούς μήνες, ενώ, ακολούθως, από 1η-10-2018, προσέφερε αδιαλείπτως τις υπηρεσίες της, ως μη οικόσιτη οικιακή βοηθός, απασχολούμενη μερικώς, σε εξαήμερη βάση, από Δευτέρα έως και Σάββατο, επί τετράωρο ημερησίως, στην οικία της εναγόμενης στη ……. Αττικής. Στη συνέχεια, από 10-5-2019 έως και 30-9-2019, η ενάγουσα προσέφερε και πάλι της υπηρεσίες της, ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, απασχολούμενη καθημερινά, επί εικοσιτετράωρης βάσης, εντός της εξοχικής κατοικίας της εναγόμενης, στη …………. (…….), ενώ από 1η-10-2019 έως και 9-5-2020, απασχολήθηκε εκ νέου, ως μη οικόσιτη οικιακή βοηθός, σε εξαήμερη βάση, από Δευτέρα έως και Σάββατο, επί τετράωρο ημερησίως, στην οικία της εναγόμενης στη …….. Το αυτό συνέβη, αλληλοδιαδοχικώς, και τα επόμενα χρονικά διαστήματα και, πλέον συγκεκριμένα, κατά τη μεν θερινή περίοδο, από 10 Μαΐου έως και 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, απασχολούταν, ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, καθημερινά, επί εικοσιτετράωρης βάσης, εντός της εξοχικής κατοικίας της εναγόμενης, στη …………. (…………), κατά τη δε χειμερινή περίοδο, από 1η Οκτωβρίου έως και 9 Μαΐου κάθε επόμενου έτους, απασχολούταν μερικώς, σε εξαήμερη βάση, από Δευτέρα έως και Σάββατο, επί τετράωρο ημερησίως, στην οικία της εναγόμενης στη …….. Η ενάγουσα είχε αναλάβει όλες τις συνήθεις οικιακές εργασίες (καθαριότητα, πλύσιμο και σιδέρωμα ρούχων, παρασκευή φαγητού, προμήθεια αναγκαίων ειδών για τη συντήρηση και λειτουργία των οικιών κ.λπ.), καθώς επίσης και εξωτερικές εργασίες (πληρωμές, τράπεζες, ταχυδρομείο κ.λπ.). Επιπλέον, βοηθούσε την εναγόμενη στις εξωτερικές μετακινήσεις της, φρόντιζε για τις ιατρικές της εξετάσεις και την αγορά των φαρμάκων της, ενώ, περαιτέρω, επιμελούταν την επίβλεψη – διεκπεραίωση τυχόν ανακυπτουσών τεχνικών εργασιών, ούσα εκείνη σε συνεννόηση με τους εκάστοτε επαγγελματίες. Για την ανωτέρω εργασία της, η ενάγουσα αμειβόταν, τη μεν θερινή περίοδο (από 10 Μαΐου έως και 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους), κατά την οποία απασχολούταν ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, με μηνιαίο μισθό ύψους 750 ευρώ («καθαρά»), τη δε χειμερινή περίοδο (από 1η Οκτωβρίου έως και 9 Μαΐου κάθε επόμενου έτους), κατά την οποία απασχολούταν μερικώς ως μη οικόσιτη οικιακή βοηθός, με ημερομίσθιο ύψους 32 ευρώ («καθαρά»), αμοιβές οι οποίες κρίνονται, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, εύλογες και λογικές, λαμβανομένων υπόψη των παρεχόμενων από μέρους της υπηρεσιών και του ωραρίου εργασίας της. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν εναργώς, τόσο από την επ’ ακροατηρίω ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, …………, που ανήκει στο στενό οικογενειακό περιβάλλον της ενάγουσας και γνώριζε την απασχόλησή της, ως οικιακής βοηθού, στις οικίες της εναγόμενης στη …………. και στη …………., στις οποίες, εξάλλου, είχε απασχοληθεί και ο ίδιος στο παρελθόν, περιστασιακώς, για την εκτέλεση τεχνικών εργασιών επισκευής και συντήρησης (ελαιοχρωματισμούς κ.λπ.) όσο και από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις των ………… και ………….. στις οποίες περιέχονται μαρτυρίες, που κρίνονται πειστικές, καθόσον προέρχονται από πρόσωπα, που είχαν παρουσία στις επίμαχες οικίες της εναγομένης, ο μεν πρώτος ως κατ’ επανάληψη- προμηθευτής πλακιδίων και ειδών κουζίνας – μπάνιου στα εν λόγω ακίνητα, ο δε δεύτερος ως εργαζόμενος (κηπουρός και φροντιστής πισίνας), από το θέρος του 2017 έως και τον Ιούνιο του 2021, στα ακίνητα της εναγόμενης στο …………. και, συνεπώς, διαπίστωναν από ίδια γνώση, αλλά και από όσα τους είχε επικοινωνήσει η εναγόμενη, την κατά τα ανωτέρω απασχόληση της ενάγουσας ως οικιακής βοηθού (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα απόδειξης, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, καθώς και προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_………_2024/9-10-2023 και υπ’ αριθ. …../10-10-2024 ένορκες βεβαιώσεις, στις οποίες οι ενόρκως βεβαιώσαντες αναφέρουν, μεταξύ άλλων, ότι για τις εργασίες που αφορούσαν στις επίμαχες οικίες της εναγόμενης, συνεννοούνταν με την ενάγουσα), ενώ, επιπλέον, η απασχόληση της ενάγουσας, και δη έναντι μηνιαίου μισθού, κατά τη θερινή περίοδο, ύψους 750 ευρώ, ενισχύεται και από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από την ίδια (ως σχετ. 11) χειρόγραφο σημείωμα της εναγόμενης, το οποίο η τελευταία ουδόλως αμφισβήτησε, όπου αναγράφονται οι ημερομηνίες 13.7, 31.7, 31.8 και 30.9, ως και επαναλαμβανόμενα το αριθμητικό ποσό των 750, που έχει χαρακτηριστεί την 31.7, έστω και με διακριτή διαγραφή, ως μισθός (“salaire”). Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνάγεται σαφώς ότι, μεταξύ των διαδίκων συνήφθη ατύπως, την 10η-5-2018, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (σημειώνεται ότι δεν ορίστηκε ρητώς η διάρκειά της, ούτε τούτη προκύπτει από το είδος ή το σκοπό της), δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει στην εναγόμενη, έναντι αμοιβής, την εργασία της, ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, εντός της εξοχικής κατοικίας της τελευταίας στη …………. (…………), η οποία (σύμβαση) τροποποιήθηκε ατύπως, την 11-10-2018, αφού συμφωνήθηκε όπως η ενάγουσα παράσχει τις υπηρεσίες της, ως μη οικόσιτη οικιακή βοηθός, απασχολούμενη μερικώς, σε εξαήμερη βάση, από Δευτέρα έως και Σάββατο, επί τετράωρο ημερησίως, στην οικία της εναγόμενης στη …………., ενώ, ακολούθως, κατόπιν διαδοχικών άτυπων τροποποιήσεων της εργασιακής σύμβασης, η ενάγουσα εξακολούθησε να απασχολείται αδιαλείπτως, έναντι αμοιβής, στην υπηρεσία της εναγόμενης, και δη κατά τη θερινή περίοδο, από 10 Μαΐου έως και 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, καθημερινά, επί εικοσιτετράωρης βάσης, εντός της εξοχικής της κατοικίας στη …………. (……), και κατά τη χειμερινή περίοδο, από 1η Οκτωβρίου έως και 9 Μαΐου κάθε επόμενου έτους, με καθεστώς μερικής απασχόλησης, σε εξαήμερη βάση, από Δευτέρα έως και Σάββατο, επί τετράωρο ημερησίως, στην οικία της εναγόμενης στη ………….. Η δε ως άνω σύμβαση εργασίας είναι καθ’ όλα έγκυρη, καθόσον η ενάγουσα, η οποία τυγχάνει αλλοδαπή, ήταν εφοδιασμένη, κατά τον κρίσιμο χρόνο πρόσληψής της και παροχής της εργασίας της, με το υπ’ αριθ. ……./30-8-2013 Δελτίο Μόνιμης Διαμονής, με δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας, εκδόσεως του Υπουργείου Εσωτερικών, απορριπτομένης, ούτως, ως ουσία αβάσιμης της σχετικής ένστασης ακυρότητας που προέβαλε, για τον λόγο αυτό, η εναγόμενη (βλ. αντίγραφο προρρηθέντος υπ’ αριθ. ……./30-8-2013 Δελτίου Μόνιμης Διαμονής, καθώς και από 19-6-2022 με α/α …… βεβαίωση υποβολής ηλεκτρονικής αίτησης για ανανέωση άδειας διαμονής, σε συνδυασμό με το, με ημεροχρονολογία ανάκτησης 15-10-2024, έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Μεταναστευτικής Πολιτικής, σχετικά με την πορεία του εν λόγω αιτήματος, άπαντα τα οποία προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα). Ως εκ τούτων, η σχέση που συνδέει τις διαδίκους είναι εργασιακή, και όχι φιλική – κοινωνική ως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγόμενη, κρίση που επιρρωνύεται, επιπροσθέτως, από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από 6-4-2021 εξουσιοδότηση της εναγόμενης (με επικύρωση του γνησίου της υπογραφής της από το Α.Τ. Βουλιαγμένης), με την οποία εξουσιοδότησε την ενάγουσα όπως μεταβεί στη …………. για να επιβλέψει τις εργασίες που πραγματοποιούνταν στην οικία της στα ……………, ενέργεια που προσιδιάζει σε υφιστάμενη εξαρτημένη εργασία, καθόσον με αυτή δόθηκε συγκεκριμένη εντολή για εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας σε συγκεκριμένο χρόνο και σε συγκεκριμένο τόπο, και μάλιστα κατ’ απόκλιση του συμφωνηθέντος τρόπου παροχής της εργασίας κατά τη χειμερινή περίοδο (βλ. επίμαχη από 6-4-2021 εξουσιοδότηση, την οποία προσκομίζει και επικαλείται, σε αντίγραφο, η ενάγουσα), ενώ, εξάλλου, η εναγόμενη δεν αιτιολόγησε πειστικά τη σκοπιμότητα και την αναγκαιότητα χορήγησης τοιαύτης εξουσιοδότησης στα πλαίσια της χαρακτηριζόμενης από την ίδια φιλικής – κοινωνικής της σχέσης με την ενάγουσα. Η ανωτέρω κρίση ότι η ενάγουσα απασχολούταν ως οικιακή μισθωτή, δεν αναιρείται από την επ’ ακροατηρίω ένορκη κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης, ………., η οποία επιβεβαίωσε μεν ότι η ενάγουσα είχε σταθερή παρουσία στην οικία της εναγόμενης (1-2 φορές την εβδομάδα), πλην, όμως, στα πλαίσια της κοινωνικής συναναστροφής, αλλά ούτε και από τις εκ μέρους της εναγόμενης προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων …….. και ………., οι οποίοι, ομοίως, υποστήριξαν ότι η επίμαχη σχέση που συνέδεε τις διαδίκους ήταν φιλική και όχι εργασιακή. Και τούτο, διότι δεν κρίνεται πειστικό, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, πρώτον, η εναγόμενη να επιμελούταν μόνη της την καθαριότητα και συντήρηση των πλειόνων ακινήτων της, ενόψει της ηλικίας της και του γεγονότος ότι πρόκειται περί ευμεγεθών κατοικιών, και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη έτερου προσώπου που να τη συνεπικουρούσε σε μόνιμη βάση στις εν λόγω εργασίες και, δεύτερον, η ενάγουσα να επισκεπτόταν την εναγόμενη, έστω 1-2 φορές την εβδομάδα στην οικία της στη …………., καθώς και να φιλοξενούταν τους θερινούς μήνες, έστω και περιστασιακά, στο εξοχικό της τελευταίας στη …………., μόνο για να τη βοηθά στη μετακίνηση αντικειμένων ευρισκομένων σε μεγαλύτερο ύψος ή να «ετοιμάζει» την κατοικία στη …………., στα πλαίσια της κοινωνικής συναναστροφής (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά), καθότι δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα διέθετε έτερη πηγή βιοπορισμού, ώστε να μην έχει την ανάγκη να εργάζεται για να αποκομίζει εισόδημα, ούτε, συνεπώς, να είχε διαθέσιμο ελεύθερο χρόνο προκειμένου να κρατάει συντροφιά στην εναγόμενη, τόσο στη μόνιμη κατοικία της, όσο και κατά τις θερινές διακοπές της, συναγομένου εξ αντιδιαστολής, και ενισχυούμενης ούτως της ανωτέρω κρίσης, ότι οι διάδικοι συνδέονταν με εργασιακή σχέση και όχι αμιγώς κοινωνική – φιλική, ως αβασίμως υποστηρίζει η εναγόμενη. Παρά ταύτα, και παρά το γεγονός ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα, εντούτοις, από την έναρξη αυτής, η εναγόμενη – εργοδότρια δεν κατέβαλε στην ενάγουσα – εργαζόμενη τα αναλογούντα επιδόματα εορτών και αδείας. Για τον λόγο αυτό, αλλά και διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, η εναγόμενη δεν της χορηγούσε την προβλεπόμενη άδεια αναψυχής, ούτε αποδοχές μη ληφθείσας αδείας, ενώ επιπλέον, εργαζόταν ανασφάλιστη, η ενάγουσα προσέφυγε την 7η-12-2023, στην Επιθεώρηση Εργασίας, υποβάλλοντας έγγραφη αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς, με αντικείμενο τις παραπάνω πράξεις και παραλείψεις της εναγόμενης, ενώ, ακολούθως, άσκησε την ένδικη υπό στοιχ. Β’ αγωγή, η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη την 28η-12-2023 (βλ. υπ’ αριθ. ………../28-12-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη, καθώς και από 7-12-2023 αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς, αμφότερες τις οποίες προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η ενάγουσα). Μετά τις παραπάνω ενέργειες της ενάγουσας, η εναγόμενη της δήλωσε προφορικά, την 30η-12-2023, να μην προσέλθει ξανά στην οικία της, λόγω παύσης της συνεργασίας τους (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα απόδειξης, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά), καταγγέλλοντας, ούτως, η ίδια (εναγόμενη) την επίδικη σύμβαση εργασίας και, ως εκ τούτων, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της περί «εξαφάνισης» της ενάγουσας μετά τον Δεκέμβριο του 2023 κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες κατ’ ουσίαν, επιπροσθέτως, δε, και διότι δεν προέκυψε η ύπαρξη συγκεκριμένου λόγου που να δικαιολογεί την επικαλούμενη οικειοθελή απομάκρυνση της ενάγουσας, η οποία μάλιστα περιήλθε έκτοτε σε κατάσταση ανεργίας. Κατόπιν τούτων, και επικαλούμενη ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, η ενάγουσα προσέφυγε εκ νέου, την 21-1-2024, στην Επιθεώρηση Εργασίας, υποβάλλοντας συμπληρωματική αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς, με αντικείμενο την εν θέματι απόλυσή της (βλ. από 2-1-2024 αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς, την οποία προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα). Κατά τη συζήτηση της διαφοράς ενώπιον του αρμοδίου Επόπτη Εργασίας, την 17η-1-2024, η εναγόμενη, διά της πληρεξούσιας Δικηγόρου της, δήλωσε ότι η ενάγουσα προσερχόταν στην οικία της, στη …………, εντελώς περιστασιακά, 1 φορά την εβδομάδα, και βοηθούσε στις οικιακές εργασίες, ενώ αρνήθηκε τους λοιπούς ισχυρισμούς της τελευταίας, προκειμένου, δε, να δοθεί χρονικό περιθώριο συμβιβαστικής επίλυσης της υπόθεσης, ορίστηκε νέα ημεροχρονολογία συζήτησης. Παρά ταύτα, κατά τη δεύτερη συζήτηση της διαφοράς ενώπιον του Επόπτη Εργασίας, την 4η-3-2024, η εναγόμενη, διά των πληρεξουσίων Δικηγόρων της, ανακάλεσε τις προηγηθείσες από 17-1-2024 δηλώσεις της, επικαλούμενη ελλιπή ενημέρωση της τότε παριστάμενης Δικηγόρου της, αρνούμενη την ύπαρξη εργασιακής σχέσης και, συνακολούθως, οιαδήποτε γενόμενη καταγγελία εργασιακής σύμβασης (βλ. αντίγραφο του υπ’ αριθ. ………./2023 δελτίου εργατικής διαφοράς, που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η ενάγουσα). Ωστόσο, η ανωτέρω μεταστροφή των δηλώσεων της εναγόμενης σχετικά με την εκτέλεση οικιακών εργασιών από μέρους της ενάγουσας, ενισχύει έτι περαιτέρω την κρίση του Δικαστηρίου ότι η τελευταία απασχολούταν ως οικιακή μισθωτή, στην υπηρεσία της εναγόμενης, καθόσον δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός της περί ελλιπούς ενημέρωσης της πληρεξούσιας Δικηγόρου της, ιδίως, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή μη εργασιακής σχέσης, το οποίο αποτελεί το πρωταρχικώς ζητούμενο. Παρά, δε, το γεγονός η εναγόμενη είχε συνάψει με την ενάγουσα, ως προελέχθη, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εντούτοις, αρνείται και δεν έχει αποπληρώσει σε αυτήν (ενάγουσα), από την έναρξη της ένδικης εργασιακής σχέσης και εφεξής, τα αναλογούντα επιδόματα εορτών και αδείας, όπερ, άλλωστε, αυταποδεικνύεται και από την άρνησή της περί κατάρτισης της επίμαχης εργασιακής σχέσης. Τούτων δοθέντων, οφείλει και πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα: 1) Για επιδόματα εορτών, το συνολικό ποσό των 6.947,46 ευρώ και, ειδικότερα, α) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2018, κατ’ αρχάς, το ποσό των 796,41 ευρώ, εκ του οποίου (i) 473,75 ευρώ για τη θερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 10-5-2018 έως 30-9-2018: 2 X 750€ / 25 X 7,58 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)] και (ii) 322,66 ευρώ για τη χειμερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 1-10-2018 έως 31-12-2018: 2 X 32€ X 4,84 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)], πλην, όμως, δεδομένου ότι η ενάγουσα περιόρισε την εν λόγω αγωγική της απαίτηση κατά το ποσό των 491 ευρώ, λόγω συμψηφισμού της, την 13η-6-2024, με ανταπαίτηση της εναγόμενης, συνέπεται ότι πρέπει να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει, τελικά, για την αιτία αυτή, το υπολειπόμενο ποσό των 305,41 ευρώ (= 796,41€ – 491€), β) για επίδομα Πάσχα 2019, το ποσό των 500 ευρώ [15 ημερομίσθια: 15 X 32€, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)], γ) για επίδομα Χριστουγέννων 2019, το ποσό των 828,41 ευρώ, εκ του οποίου (i) 354,66 ευρώ για τη χειμερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 1-5-2019 έως 9-5-2019 και από 1-10-2019 έως 31-12-2019: 2 X 32€ 5,32 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)] και (ii) 473,75 ευρώ για τη θερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 10-5-2019 έως 30-9-2019: 2 X 750€ / 25 X 7,58 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)], δ) για επίδομα Πάσχα 2020, το ποσό των 500 ευρώ [15 ημερομίσθια: 15 X 32€, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)], ε) για επίδομα Χριστουγέννων 2020, το ποσό των 828,41 ευρώ, εκ του οποίου (i) 354,66 ευρώ για τη χειμερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 1-5-2020 έως 9-5-2020 και από 1-10-2020 έως 31-12-2020: 2 X 32€ 5,32 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)] και 473,75 ευρώ για τη θερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 10-5-2020 έως 30-9-2020:2 X 750€ / 25 X 7,58 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)], στ) για επίδομα Πάσχα 2021, το ποσό των 500 ευρώ [15 ημερομίσθια: 15 X 32€, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)], ζ) για επίδομα Χριστουγέννων 2021, το ποσό των 828,41 ευρώ, εκ του οποίου (i) 354,66 ευρώ για τη χειμερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 1-5-2021 έως 9-5-2021 και από 1-10-2021 έως 31-12-2021: 2 X 32€ 5,32 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)] και (ii) 473,75 ευρώ για τη θερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 10-5-2021 έως 30-9-2021: 2 X 750€ / 25 X 7,58 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)], η) για επίδομα Πάσχα 2022, το ποσό των 500 ευρώ [15 ημερομίσθια: 15 X 32€, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)], θ) για επίδομα Χριστουγέννων 2022, το ποσό των 828,41 ευρώ, έκτου οποίου (i) 354,66 ευρώ για τη χειμερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 1-5¬2022 έως 9-5-2022 και από 1-10-2022 έως 31-12-2022: 2 X 32€ 5,32 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)] και (ii) 473,75 ευρώ για τη θερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 10-5-2022 έως 30-9-2022:2 X 750€ / 25 X 7,58 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)], ι) για επίδομα Πάσχα 2023, το ποσό των 500 ευρώ [15 ημερομίσθια: 15 X 32€, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)] και ια) για επίδομα Χριστουγέννων 2023, το ποσό των 828,41 ευρώ, εκ του οποίου (i) 354,66 ευρώ για τη χειμερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 1-5-2023 έως 9-5-2023 και από 1-10-2023 έως 31-12-2023: 2 X 32€ X 5,32 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)] και (ii) 473,75 ευρώ για τη θερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 10-5-2023 έως 30-9-2023: 2 X 750€ / 25 X 7,58 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)] και 2) Για επιδόματα αδείας, το συνολικό ποσό των 2.496 ευρώ [υπολογιζόμενο ως ακολούθως: 13 ημερομίσθια X 32€ έκαστο = 416€Χ 6 έτη (από 2018 έως και 2023) = 2.496€]. Περαιτέρω, η ενάγουσα δικαιούταν να λαμβάνει αυτούσια την προβλεπόμενη άδεια αναψυχής, την οποία, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη αρνήθηκε, και δη υπαιτίως, να της χορηγήσει, κατά τα επίδικα έτη 2019-2022 ούτε, εξάλλου, προέκυψε από τα εισφερθέντα στη δίκη αποδεικτικά στοιχεία, και δη σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης, ότι η ενάγουσα είχε ζητήσει, σε συγκεκριμένα χρονικά σημεία, τη χορήγηση της άδειας αυτής και ότι η εναγόμενη την αρνήθηκε και, συνεπώς, το αγωγικό κονδύλι περί καταβολής αποδοχών μη ληφθείσας αδείας, μετά της προσαύξησης κατά ποσοστό 100%, ως αστικής ποινής λόγω της επικαλούμενης υπαίτιας μη χορήγησης της κανονικής άδειας, συνολικού ύψους 3.072 ευρώ, ελέγχεται αβάσιμο στην ουσία του και πρέπει να απορριφθεί. Προσέτι, η ένδικη σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε, ως προαναφέρθηκε, την 30η-12-2023, προφορικά από την εναγόμενη – εργοδότρια και, επιπλέον, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης προς την ενάγουσα – εργαζόμενη, ενώ έλαβε χώρα 23 ημέρες μετά την (αρχική) προσφυγή της τελευταίας στην Επιθεώρηση Εργασίας, 22 ημέρες μετά την πρόσκληση της εναγόμενης από την Επιθεώρηση Εργασίας για τη συζήτηση της επίμαχης εργατικής διαφοράς (βλ. προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως αντίγραφο του υπ’ αριθ. 620842/2023 δελτίου εργατικής διαφοράς) και μόλις 2 ημέρες μετά την επίδοση της κρινόμενης υπό στοιχ. Β’ αγωγής. Με βάση τα παραπάνω, η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, προεχόντως, ελλείψει τήρησης του έγγραφου τύπου και καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης (άρ. 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955), σε κάθε, δε, περίπτωση και διότι έγινε ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της ενάγουσας – εργαζόμενης (άρ. 66 παρ. 1 περ. β’ και 2 Ν. 4808/2021, το οποίο κωδικοποιήθηκε με το άρ. 339 του ΚΑΕργΔ), γεγονός αυταπόδεικτο ενόψει της χρονικής εγγύτητας μεταξύ της γενόμενης καταγγελίας και των ανωτέρω νόμιμων ενεργειών της ενάγουσας (αρχική προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας και άσκηση της κρινόμενης υπό στοιχ. Β’ αγωγής), ενώ, εξάλλου, η εναγόμενη δεν απέδειξε το αντίθετο, ήτοι ότι η επίμαχη καταγγελία έλαβε χώρα για άλλο λόγο. Ένεκα, δε, της ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, ή εναγόμενη καθίσταται εκ μόνου του λόγου αυτού υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας και την καταβολή των αποδοχών της και, επομένως, πρέπει να υποχρεωθεί, αφενός, να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες σε αυτήν υπηρεσίες, συμφώνως προς τη σύμβαση και κατά τους όρους που παρείχε η ενάγουσα την εργασία της πριν την καταγγελία και, αφετέρου, να καταβάλει στην ενάγουσα τις αποδοχές, τις οποίες θα λάμβανε με βάση την εργασιακή σύμβαση και το νόμο, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση της εναγόμενης να αποδεχτεί τις υπηρεσίες της (πρβλ. ΑΠ 1414/2015, ΑΠ 1165/2007) και, εφόσον οι αποδοχές υπερημερίας δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας του μισθωτού (πρβλ. ΑΠ 868/2018), χωρίς να απαιτείται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρ. 349, 350 και 656 του ΑΚ, πραγματική εκ μέρους της ενάγουσας προσφορά των υπηρεσιών της, τις οποίες ήδη η εναγόμενη απέκρουσε με την άκυρη καταγγελία. Ως εκ τούτων, η εναγόμενη οφείλει και υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 1η-1-2024 έως και 31-12-2024, το συνολικό ποσό των 11.334,41 ευρώ, που προκύπτει από τη συνάθροιση των εξής κονδυλίων: 832 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2024 [32€ ημερομίσθιο X 26 ημέρες (για την αναγωγή του ημερομισθίου σε μηνιαίο μισθό, πολλαπλασιάζεται το ημερομίσθιο επί 26, διότι οι εργάσιμες ημέρες του μηνός για τον εργατοτεχνίτη, λαμβανομένων υπόψη και των εξαιρέσιμων εορτών κατά τις οποίες δικαιούται ημερομισθίου, είναι κατά μέσο όρο 26 {365 ημέρες αφαιρουμένων 52 Κυριακών = 313 εργάσιμες, διά των 12 μηνών = 26 ημέρες κατά μήνα}) (ΑΠ 550/2008)] + 832 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2024 + 832 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2024 + 832 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2024 + 500 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2024 [15 ημερομίσθια X 32€, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)] + 766 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2024 [= 256€ (8 ημερομίσθια X 32€) + 510€ (17 ημερομίσθια X 750€ / 25)] + 750 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2024 + 750 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2024 + 750 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2024 + 750 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2024 + 832 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2024 + 832 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2024 + 832 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2024 + 828,41 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2024, εκ του οποίου (i) 354,66 ευρώ για τη χειμερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 1-5-2024 έως 9-5-2024 και από 1-10-2024 έως 31-12-2024: 2 X 32€ 5,32 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)] και (ii) 473,75 ευρώ για τη θερινή περίοδο [2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 10-5-2024 έως 30-9-2024:2 X 750€ / 25 X 7,58 δεκαεννιαήμερα, και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (0,04166)] + 416 ευρώ για επίδομα αδείας 2024. Το δε ασκούμενο δικαίωμα της ενάγουσας περί επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του, καθόσον η αξίωση των εν λόγω κονδυλίων αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά της, στα πλαίσια της εν γένει δικαστικής της προστασίας, κατόπιν της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Εξ ετέρου, δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα απασχόλησης της ενάγουσας με την ίδια ιδιότητα σε συναφείς εργοδότες και, παρ’ όλα αυτά, η αμέλεια της να επιδιώξει την πρόσληψή της, ούτε, συνακολούθως, αποδείχθηκε δόλια ή κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής της σε άλλη εργασία ή ωφέλεια αποκομιζόμενη από άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή, σημειουμένου ότι μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας (μη αρκούμενης της μη εύρεσης εργασίας από αμέλεια), δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική (πρβλ. ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 363/2015, ΑΠ 223/2014). Αντιθέτως, από την εν γένει αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι, η ενάγουσα προσπάθησε να εξεύρει άλλη εργασία μετά την, κατά τα ανωτέρω, άκυρη απόλυσή της, πλην, όμως, ενόψει της ηλικίας της, η εξ αρχής εύρεση σταθερής απασχόλησης καθίσταται ιδιαιτέρως δυσχερής (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα απόδειξης, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά). Τούτων δοθέντων, η ένσταση καταχρηστικότητας που πρότεινε επικουρικώς η εναγόμενη, αναφορικά με τους αξιούμενους μισθούς υπερημερίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, καθόσον η ενάγουσα ασκεί το δικαίωμά της εντός των ορίων που θέτει η διάταξη του άρ. 281 ΑΚ. Τέλος, το αίτημα της ενάγουσας να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της, καθώς επίσης και η διαγωγή της, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής για την περίπτωση άρνησης συμμόρφωσής της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι δεν συντρέχουν οι όροι του άρ. 678 του ΑΚ, δοθέντος ότι ο δικαστικός έλεγχος είναι δυνατός στην περίπτωση που αποδειχθεί άρνηση χορήγηση του πιστοποιητικού από τον εργοδότη, η δε ενάγουσα, που φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν απέδειξε ότι ζήτησε πράγματι από την εναγόμενη, προφορικά ή γραπτά, έως την άσκηση της επίμαχης υπό στοιχ. Β’ αγωγής, να της χορηγήσει το ως άνω πιστοποιητικό και αυτή το αρνήθηκε.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι μεταξύ των διαδίκων υφίσταται έγκυρη και ενεργός σχέση εργασίας, πρέπει, συγκεφαλαιωτικά, η ένδικη υπό στοιχ. Α’ αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, κατά το κύριο αγωγικό της αίτημα, και (α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 30-12-2023 καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας από την εναγόμενη, (β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας με τους όρους που ίσχυαν πριν από την απόλυσή της, καταδικαζόμενη σε χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την υποχρέωσή της αυτή και (γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 11.334,41 ευρώ, για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 1-1-2024 έως και 31-12-2024, και δη νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους παροχής και, πλέον συγκεκριμένα, από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τις αντίστοιχες μηνιαίες αποδοχές, από την 31η-12-2024 για το επίδομα Χριστουγέννων, από την 30η-4-2024 για το επίδομα Πάσχα και από την επίδοση της προκείμενης (υπό στοιχ. Α’) αγωγής για το επίδομα αδείας. Το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής πρέπει, ως προς τις ανωτέρω καταψηφιστικές της διατάξεις, να γίνει δεκτό στο σύνολό του ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη, διότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις και δη κατά ένα μέρος από αποδοχές υπερημερίας (άρ. 907 και 908 παρ. 1 περ. ε’ 910 περ. 4 του ΚΠολΔ, πρβλ. και Βασ. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τ. Ε’, έκδ. 1997, σε άρ. 910, σελ. 168-169, παρ. 11), επιπλέον, δε, το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, ενώ, τέλος, μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματος της, να επιβληθεί σε βάρος της εναγόμενης, κατά την έκταση της ήττας της στη δίκη αυτή (άρ. 178 παρ. 1, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 63 και 68 παρ. 1 του Ν. 4194/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Όσον αφορά στην ένδικη υπό στοιχ. Β’ αγωγή, πρέπει, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, κατά την κύρια νομική της βάση επιστηριζόμενη στη σύμβαση εργασίας, παρελκούσας της διερεύνησης της ουσιαστικής βασιμότητας της επικουρικής νομικής της βάσης ερειδόμενης στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 9.443,46 ευρώ, εκ του οποίου (α) 6.947,46 ευρώ για επιδόματα εορτών ετών 2018-2023, και δη νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους παροχής, ήτοι από την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους για το αντίστοιχο επίδομα Χριστουγέννων και από την 30η Απριλίου κάθε έτους για το αντίστοιχο επίδομα Πάσχα και (β) 2.496 ευρώ για επιδόματα αδείας ετών 2018-2023 και δη νομιμοτόκως για τα μεν επιδόματα των ετών 2018, 2019 και 2020 από την 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους αναφοράς, για τα δε επιδόματα των ετών 2021, 2022 και 2023 από την επίδοση της προκείμενης (υπό στοιχ. Β’) αγωγής. Το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως ουσία βάσιμο, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, διότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις και δη από καθυστερούμενες αποδοχές, και, επιπρόσθετα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα (άρ. 907 και 908 παρ. 1 περ. ε’ 910 περ. 4 του ΚΠολΔ, πρβλ. και Βασ. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τ. Ε’, έκδ. 1997, σε άρ. 910, σελ. 168-169, παρ. 11), ενώ, τέλος, μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματος της, να επιβληθεί σε βάρος της εναγόμενης, κατά την έκταση της ήττας της στη δίκη αυτή (άρ. 178 παρ. 1, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 63 και 68 παρ. 1 του Ν. 4194/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων (α) την από 17-3-2024 με γενικό αριθμό κατάθεσης ……./17-3-2024 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………/17-3-2024 αγωγή και (β) την από 27-12-2023 με γενικό αριθμό κατάθεσης ……./27-12-2023 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……../27-12-2023 αγωγή.
Α.Επί της από 17-3-2024 με γενικό αριθμό κατάθεσης ……../17-3-2024 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………/17-3-2024 αγωγής:
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει αυτή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 30-12-2023 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την εναγόμενη.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας που τις συνδέει, επιβάλλοντας σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους εκατό ευρώ (100€) υπέρ της ενάγουσας για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την υποχρέωσή της αυτή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα, για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 1-1-2024 έως και 31-12-2024, το συνολικό ποσό των έντεκα χιλιάδων τριακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (11.334,41€), και δη νομιμοτόκως για κάθε επιμέρους κονδύλι κατά τις εκτιθέμενες στο σκεπτικό της παρούσας διακρίσεις και μέχρις εξοφλήσεως.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή ως προς τις ανωτέρω καταψηφιστικές της διατάξεις.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, που ορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων πενήντα ευρώ (550€).
Β. Επί της από 27-12-2023 με γενικό αριθμό κατάθεσης ……./27-12-2023 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………../27-12-2023 αγωγής:
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει αυτή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα, για επιδόματα εορτών και αδείας, το συνολικό ποσό των εννέα χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα τριών ευρώ και σαράντα έξι λεπτών (9.443,46€), και δη νομιμοτόκως για κάθε επιμέρους κονδύλι κατά τις εκτιθέμενες στο σκεπτικό της παρούσας διακρίσεις και μέχρις εξοφλήσεως.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση, ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή, κατά το ποσό των χιλίων επτακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (1.744,41 ευρώ), το οποίο αντιστοιχεί στα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων – Πάσχα) και αδείας έτους 2023.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, που ορίζεται στο ποσό των τετρακοσίων ευρώ (400€).
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025, σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
