Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Υπερεργασία, υπερωρία, εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες. Πώς αμείβονται. Μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης. Μεταβίβαση επιχείρησης. Είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχείρησης, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή. Κριτήρια. Συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις, που ήταν ενεργείς κατά το χρόνο της μεταβίβασης της επιχείρησης, συνεχίζονται με το νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, άσχετα από τη συναίνεση των εργαζόμενων. Αποδεικτική δύναμη ιδιωτικών εγγράφων. Συμψηφισμός. Ο (μονομερής) συμψηφισμός αποτελεί όχι μόνο γνήσια ένσταση, αλλά και άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, το οποίο δημιουργείται από την στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του αυτή απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απορρίπτει ένσταση εξόφλησης ως ουσιαστικά αβάσιμη. Οι «καταστάσεις ημερήσιας ταμειακής κίνησης» ως έγγραφα στερούνται των απαιτούμενων τυπικών στοιχείων του εγγράφου καθώς δεν φέρουν ούτε την υπογραφή του εκδότη τους ούτε ημεροχρονολογία σύνταξης. Απορρίπτει ένσταση συμψηφισμού ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα προτεινόμενα εκ μέρους των εναγόμενων προς συμψηφισμό (δηλαδή παρακράτηση ποσών εκ μέρους του ενάγοντος) δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ότι αναφέρονται σε αμοιβαία απαίτηση ή ληξιπρόθεσμη ανταπαίτηση, όπως περιγράφεται στις προτάσεις των εναγόμενων, πέραν του γεγονότος της μη αποδεικνυόμενης παρακράτησης. Η δεύτερη εναγόμενη ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων και άυλων αγαθών την επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης, για την επιδίωξη, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, του ίδιου οικονομικού σκοπού διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της υπό τον νέο φορέα – δεύτερη εναγόμενη, η οποία είχε τη βούληση να είναι διάδοχος του προηγούμενου εταιρικού σχήματος. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 5.027,74 Ευρώ.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης: 425/2019
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τον Ευστράτιο Πατινίδη, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από την Γραμματέα Αναστασία Μπαμπαλούκα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια και στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………….., κατοίκου ……….. (οδός …….. αρ. ….), ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου.
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στην ……………. (οδός ………… αρ. ……..) και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» και διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στην …………… (……. – …………) και έχει ιδρύσει και διατηρεί υποκατάστημα στην ……. (οδός ……. αρ. ….) και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Αθανασόπουλο και 3) ……………, κατοίκου ……………. (οδός ……….. αρ. ……….), ως προς τον οποίο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αγωγής.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 2-11-2016 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με Γ.Α.Κ. ………../2-11-2016 και Α.Κ.Δ. ……../2016, προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 12-1-2017 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναγράφονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ή έβδομη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, εφόσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, δεν αποτελεί υπερεργασία, δηλαδή δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών υπερωριακής εργασίας (βλ. ΑΠ 418/2004 ΕλλΔνη 47.146, ΑΠ 1253/2002, ΕλλΔνη 44.163, ΑΠ 1207/2002, ΕλλΔνη 44.162, ΑΠ 679/2001, ΔΕΝ 2002.1628, ΑΠ 24/2000, ΔΕΝ 2000.851, ΑΠ 882/1998, ΔΕΝ 2000.378, ΑΠ 119/1997, ΔΕΝ 1998.17, ΕφΠειρ 572/2009, ΠειρΝομ 2010.141, ΕφΑθ 7576/2005, ΕλλΔνη 47.1474, ΕφΑθ 810/2001, ΕλλΔνη 42.1381), ενώ, δοθέντος ότι η υπερωρία κρίνεται όχι μόνο επί εβδομαδιαίας, αλλά και επί ημερήσιας βάσης, είναι δυνατόν η εν λόγω εργασία, αυτοτελώς λαμβανόμενη για κάθε μια από τις υπόλοιπες δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη και έβδομη), να συνιστά υπερωρία, μόνο εάν υπερβαίνει για κάθε μια από αυτές το γενικό νόμιμο ωράριο εργασίας, ήτοι το οκτάωρο (βλ. ΑΠ 679/2001, ΕλλΔνη 42.1590, ΑΠ 119/1997, ΕλλΔνη 38.1554, ΕφΠειρ 572/2009, ΠειρΝομ 2010.141). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο μόνο της ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 «περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας», μισθωτός, ο οποίος απασχολείται κατά τις Κυριακές και τις εκ του νόμου καθιερούμενες ως μη εργασίμους ημέρες του έτους, δικαιούται το ημερομίσθιο αυτού, προσαυξημένο κατά 75% (του σχετικού υπολογισμού γενομένου πάντοτε επί των ελάχιστων ορίων των θεσπισμένων υποχρεωτικών μισθών και ημερομισθίων – ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 25825/1951, ΑΠ 659/2003, ΕλλΔνη 45,1640), ενώ η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν 3755/1957 «Περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν 3239/1955 και άλλων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας κ.λπ.» (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 Ν 435/1976) ορίζει, ως προς την προσαύξηση του 75% για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, ότι αυτή οφείλεται ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας απασχόλησής τους, δηλαδή ακόμη και αν η απασχόληση είναι παράνομη. Ενόψει των ανωτέρω, για την παροχή υπερωριακής εργασίας κατά την Κυριακή, η αμοιβή υπολογίζεται με βάση το ωρομίσθιο της Κυριακής, το οποίο περιέχει την προσαύξηση του 75% (βλ. ΑΠ 1349/2002, ΕλλΔνη 44.454). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976 και 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, για την εργασία των υπαγόμενων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά την έκτη (6) ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή (κατά κανόνα) το Σάββατο, και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ. 1 του Ν.Δ. 1037/1971 καθορίστηκε σε οκτώ (8) ώρες, οφείλεται ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 επομ. ΑΚ), ενόψει του ότι η εργασία αυτή είναι παράνομη, ως παρασχεθείσα σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, το ποσό το οποίο ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλον εργαζόμενο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου, λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως, αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης, χωρίς να δικαιούται ο εργαζόμενος και οποιαδήποτε άλλη προσαύξηση (βλ. ΑΠ 175/2013, ΔΕΕ 2013.832, ΑΠ 191/2011, ΑΠ 1413/2009, ΑΠ 1519/2008, ΑΠ 2161/2007 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2125/2007, ΔΕΝ 2008.182, ΑΠ 2018/2007, ΕΕργΔ 2008.1191, ΕφΑθ. 3879/2012, ΝΟΜΟΣ). Όμως, με τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 3846/2010, ορίστηκε ότι η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδας κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Η εργασία κατά την 6η ημέρα επί πενθημέρου, και μετά την εν λόγω νομοθετική παρέμβαση, παραμένει παράνομη και συνεπώς άκυρη. Ο παράνομος χαρακτήρας της άλλωστε επιβεβαιώνεται από τη φράση του νομοθέτη «ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις», φράση που δεν θα είχε λόγο ύπαρξης, αν επρόκειτο περί νόμιμης απασχόλησης. Κατά συνέπεια, ορθότερο θα ήταν να γίνεται λόγος για «αποζημίωση» και όχι «αμοιβή» της συγκεκριμένης απασχόλησης (βλ. Λεβέντη/Παπαδημητρίου, Ατομικό εργατικό Δίκαιο, 2011, σελ. 430).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του β.δ. 748/1966 και 904 ΑΚ συνάγεται ότι σ’ εκείνον που παρέσχε νόμιμα την εργασία του κατά τις Κυριακές πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας. Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα αυτή της εβδομαδιαίας ανάπαυσης και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και κατά την ημέρα της υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευόμενη από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ’ αυτές εργασθέντα μισθωτό (βλ. ΑΠ 1017/1995, ΕΕΔ 55.983, ΕφΘεσ 1605/1994, ΕΕΔ 53.1029). Δηλαδή, σε περίπτωση που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του ως αποζημίωση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού (βλ. ΑΠ 191/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 339/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 436/2010, ΝΟΜΟΣ).
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, με οποιονδήποτε τρόπο και αν επέλθει, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των ευνοϊκών για τους υπαλλήλους διατάξεων του νόμου αυτού, που ρυθμίζει την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Το ίδιο ορίζεται και με το άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ/τος της 16/18.07.1920, αναφορικά με τους εργάτες και υπηρέτες, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 8 του κ.ν. 3514/1928, αν μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, οι υποχρεώσεις του, που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό για την περίπτωση στράτευσης των ιδιωτικών υπαλλήλων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο νέο εργοδότη. Επίσης, το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955 για τις συλλογικές διαφορές εργασίας, όριζε ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά στην εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τα δε δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από αυτή, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως για το μέλλον στους διαδόχους του. Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου», κατά το άρθρο 4 του οποίου, δια της μεταβίβασης και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Κατά τις διατάξεις των άρθρων, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, και 4 παρ. 1, 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του Π.Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, ενώ ως «διάδοχος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι μεταβίβαση επιχείρησης είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχείρησης, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση και διατηρεί αυτή, υπό το νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή (βλ. ΟλΑΠ 5/1994, ΕλλΔνη 1994.1252, ΑΠ 1 147/2017, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1319/2015, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 259/2006, ΕλλΔνη 2007.1405). Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επιμέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και να είναι, υπό το νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Θα πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι την ίδια. Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει, ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και, συνεπώς, δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτο, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, υπό τον όρο δηλαδή ότι συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και επομένως για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (βλ. ΑΠ 1148/2017, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 14/2012, ΝΟΜΟΣ).
Υπό την ισχύ, επιπρόσθετα, του π.δ/τος 178/2002 (όπως και του προγενέστερου π.δ/τος 572/1988, άρθρο 3 παρ. 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών», βλ. ΑΠ 259/2006, ο.π.), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση, για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό, από το άρθρο 479 ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις, που ήταν ενεργείς κατά το χρόνο της μεταβίβασης της επιχείρησης (βλ. ΑΠ 318/1998, ΕΕργΔ 1999.355), συνεχίζονται με το νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, άσχετα από τη συναίνεση των εργαζόμενων (βλ. ΟλΑΠ 5/1994 ό.π., ΑΠ 1 147/2017 ό.π., ΑΠ 1222/1998, ΕΕργΔ 1999.983).
Με την υπό κρίση αγωγή, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, ο ενάγων εκθέτει ότι στις 13-10-2011 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου από την πρώτη εναγόμενη που διατηρεί επιχείρηση χονδρικής εμπορίας ανθέων και φυτών, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος με την ειδικότητα του πωλητή κατά το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, από Δευτέρα έως Παρασκευή, κατά πλήρες ωράριο, αντί ημερομισθίου, ύψους 34,81 ευρώ (μικτές αποδοχές). Ότι από την αρχή της εργασίας του η πρώτη εναγόμενη του επέβαλε να εργάζεται επί επτά ημέρες εβδομαδιαίως από την 07:00 έως την 17:00 ώρα, χωρίς να λαμβάνει τις προβλεπόμενες αμοιβές και αποζημιώσεις για την εργασία του εκτός συμβατικού και νόμιμου ωραρίου. Ότι στις 31-3-2015 η ως άνω επιχείρηση μεταβιβάσθηκε στη δεύτερη εναγόμενη, πλην όμως η τελευταία παρέλειψε να του καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες αποδοχές που του όφειλε η πρώτη, ενώ συνέχισε να τον απασχολεί με το ίδιο καθεστώς εργασίας, χωρίς πάλι να του καταβάλλει τις ως άνω αμοιβές. Ότι λόγω της δεινής οικονομικής θέσης στην οποία είχε περιέλθει και αφού είχε ήδη απολυθεί (31-10-2015), αναγκάστηκε να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας (Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων ………..), όπου υπέβαλε έγγραφη αίτηση για τη διενέργεια έρευνας εργατικής διαφοράς κατά της πρώτης και της δεύτερης των εναγόμενων. Ότι περαιτέρω, η πρώτη και η δεύτερη των εναγόμενων τον απασχολούσαν επί 50 ώρες εβδομαδιαίως, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις για τη νόμιμη υπερωρία και χωρίς να του καταβληθεί καμία αμοιβή ή αποζημίωση για την εκτός συμβατικού και νόμιμου ωραρίου εργασία του. Ότι καίτοι απασχολείτο (στην πρώτη εναγόμενη από τις 13-10-2011 μέχρι τις 31-03-2015 και στη δεύτερη από τις 1-4-2015 μέχρι τις 31-10-2015) υπερεργασιακά και υπερωριακά, κατά τις ειδικότερα διαλαμβανόμενες στην αγωγή διακρίσεις, οι δύο εναγόμενες (κατά το μέτρο ευθύνης τους) δεν του κατέβαλαν τη νόμιμη αμοιβή, επιπλέον δε παρείχε τις υπηρεσίες του για 177 και 217 Σάββατα (για την πρώτη και τη δεύτερη εναγόμενη αντίστοιχα) καθώς και για 161 και 207 Κυριακές (για την πρώτη και τη δεύτερη εναγόμενη αντίστοιχα), δίχως να λαμβάνει αμοιβή για την εργασία του αυτή και τέλος, δεν αποζημιώθηκε με αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ζητεί, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας του και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ως προς τις αξιώσεις για τα Σάββατα και τις Κυριακές), μετά και τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του με τη μετατροπή του σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου και αναπτύσσεται στις προτάσεις (άρθρ. 223, 224, 295 παρ.1 ΚΠολΔ): Α) Να αναγνωρισθεί ότι στις 31-3-2015 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη, Β) να υποχρεωθούν η πρώτη και η δεύτερη των εναγόμενων να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, μέρος του ως άνω ποσού και ειδικότερα το ποσό των 20.000 ευρώ, ήτοι α) για αμοιβή και αποζημίωση υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τις εργάσιμες ημέρες, β) για αμοιβή και αποζημίωση απασχόλησης κατά τα Σάββατα και γ) για αμοιβή και αποζημίωση απασχόλησης κατά τις Κυριακές και την αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση, νομιμοτόκως από τότε που κάθε απαίτησή του κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από της επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή του, Γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πρώτης και της δεύτερης των εναγόμενων να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, μέρος του ως άνω ποσού και ειδικότερα το ποσό των 20.695,54 ευρώ, ήτοι α) για αμοιβή και αποζημίωση υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τις εργάσιμες ημέρες, β) για αμοιβή και αποζημίωση απασχόλησης κατά τα Σάββατα και γ) για αμοιβή και αποζημίωση απασχόλησης κατά τις Κυριακές και την αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση, νομιμοτόκως από τότε που κάθε απαίτησή του κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από της επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή του, Δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγόμενης να του καταβάλει το ποσό των 8.259,89 ευρώ, ήτοι α) για αμοιβή και αποζημίωση υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τις εργάσιμες ημέρες, β) για αμοιβή και αποζημίωση απασχόλησης κατά τα Σάββατα και γ) για αμοιβή και αποζημίωση απασχόλησης κατά τις Κυριακές, νομιμοτόκως από τότε που κάθε απαίτησή του κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από της επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή του, Ε) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη, ενόψει της αδικαιολόγητης άρνησης της, να του χορηγήσει, κατ’ άρθρον 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ, πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του και να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή ύψους 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησομένη υποχρέωσή της και ΣΤ) να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησόμενη απόφαση και να επιβληθούν σε βάρος των εναγόμενων τα δικαστικά του έξοδα.
Με το πιο πάνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 7, 9 εδ. α’ – γ’ ΚΠολΔ, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2 και 25 αρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (εργατικές διαφορές άρθρα 591, 614 αρ. 3 και 621 – 622 ΚΠολΔ), είναι δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις προδιαληφθείσες διατάξεις καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346, 648, 649, 653, 655, 669 ΑΚ, 70, 176 και 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, με εξαίρεση το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το οποίο είναι νόμιμο μόνο κατά το καταψηφιστικό σκέλος της αγωγής, ερειδόμενο στις διατάξεις των άρθρων 907, 908 παρ. 1 και 910 αρ. 4 ΚΠολΔ και απορριπτέο ως μη νόμιμο κατά το αναγνωριστικό της σκέλος, διότι οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν είναι δεκτικές εκτέλεσης. Πρέπει επομένως η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι δεν απαιτείται η καταβολή του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου μετά των νομίμων προσαυξήσεων, καθόσον το μέρος του εναπομείναντος καταψηφιστικού της αιτήματος δεν υπερβαίνει το όριο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 ΕισΝΚΠολΔ (βλ. ΜΠρθεσ 9792/2016 ΝΟΜΟΣ).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 443 και 444 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη ή αντί για υπογραφή ένα σημάδι που αυτός έβαλε και επικύρωσε από συμβολαιογράφο ή άλλη δημόσια αρχή, που βεβαιώνει πως το σημάδι έχει τεθεί αντί για την υπογραφή και ότι ο εκδότης δήλωσε ότι δεν μπορεί να υπογράψει (443). Ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και α) τα βιβλία που έμποροι και επαγγελματίες τηρούν κατά τον εμπορικό νόμο ή άλλες διατάξεις, β) … και γ) φωτογραφίες ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση [444 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ 165Α/25.07.2011)]. Η αποδεικτική δύναμη των βιβλίων αυτών ρυθμίζεται στο άρθρο 448 ΚΠολΔ, κατά το οποίο τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 εδ. 1 και 2 ΚΠολΔ, εφόσον είναι συνταγμένα κατά τους νόμιμους τύπους, αποτελούν μεταξύ εμπόρων ή άλλων προσώπων υποχρεωμένων να τηρούν όμοια βιβλία πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σε αυτά, αλλά επιτρέπεται η ανταπόδειξη (βλ. ΕφΠειρ 197/2015, ΜΠρΛαμ 102/2015, ΝΟΜΟΣ). Επίσης, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ «ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες», κατά δε την διάταξη του επόμενου άρθρου 441 ΑΚ «ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλείται με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο (μονομερής) συμψηφισμός αποτελεί όχι μόνο γνήσια ένσταση, αλλά και άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, το οποίο δημιουργείται από την στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του αυτή απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται όμως δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση. Αυτονόητο είναι ότι βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαίτησης. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον του δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης, με την οποία και μόνο ενεργεί (άρθρο 442 ΑΚ). Όταν ο εναγόμενος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση «εξοφλήσεως» διά του συμψηφισμού, η οποία υπάγεται στη ρύθμιση των κοινών ενστάσεων κατά το δικονομικό δίκαιο (βλ. ΑΠ 450/2013, ΑΠ 943/2010, ΑΠ 980/2009, ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη και η δεύτερη των εναγόμενων με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι ο αντίδικός ενάγων τους παρακράτησε ορισμένα ποσά (στις ημερομηνίες που αναφέρονται στις προτάσεις τους) του συμφωνημένου ημερομισθίου του, για τις επιπλέον ώρες που ο ίδιος ισχυριζόταν ότι εργαζόταν τα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα και συνακόλουθα έχει εξοφληθεί πλήρως για τις όποιες, ελάχιστες, υπερωρίες που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης του με αυτές και προς τούτο προτείνουν την ένσταση εξόφλησής του ενάγοντος για υπερωρίες και εργασία κατά τις Κυριακές, άλλως προτείνουν τα πιο πάνω ποσά σε συμψηφισμό προς οιαδήποτε αξίωση του ενάγοντος ήθελε κριθεί βάσιμη κατά τις πιο πάνω αναφερόμενες χρονικές περιόδους. Ωστόσο, αμφότερες οι ενστάσεις κρίνονται ως αβάσιμες κατ’ ουσία, καθότι: α. Στην πρώτη περίπτωση, της ένστασης εξόφλησης, οι ισχυρισμοί της πρώτης και της δεύτερης των εναγόμενων περί μη οφειλής τους προς τον ενάγοντα και παρακράτησης εκ μέρους του τελευταίου ποσών σχετικών με τις υπερωρίες και τις Κυριακές στηρίζονται στις «καταστάσεις ημερήσιας ταμειακής κίνησης» του καταστήματος της «…………». Όμως, οι ως άνω καταστάσεις ως έγγραφα στερούνται των απαιτούμενων τυπικών στοιχείων του εγγράφου καθώς δεν φέρουν ούτε την υπογραφή του εκδότη τους ούτε ημεροχρονολογία σύνταξης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη. β. Τα προτεινόμενα εκ μέρους της πρώτης και της δεύτερης των εναγόμενων προς συμψηφισμό (δηλαδή παρακράτηση ποσών εκ μέρους του ενάγοντος) δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ότι αναφέρονται σε αμοιβαία απαίτηση ή ληξιπρόθεσμη ανταπαίτηση, όπως περιγράφεται στις προτάσεις των εναγόμενων, πέραν του γεγονότος της μη αποδεικνυόμενης παρακράτησης κατά τα προεκτεθέντα.
Από την ένορκη εξέταση των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, από τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την υπ’ αριθμ. ……/18-5-2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος …………… που δόθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 421 και 422 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, μετά από νόμιμη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθμ. ………./15.05.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Δήμητρας Καράμπελα),ενώπιον της Συμβ/φου Ιεράπετρας Λασηθίου Μαρίας Χατζάκη Χαραλάμπους, από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, με τη σημείωση ότι η με επιμέλεια του ενάγοντος δοθείσα υπ’ αριθμ. ……./24.05.2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ………….. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη λόγω μη κλήτευσης των εναγόμενων (αρθρ. 422 ΚΠολΔ): Ο ενάγων στις 13-10-2011 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου από την πρώτη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία «………….», η οποία είναι μεγάλου οικονομικού μεγέθους εταιρία χονδρικής εμπορίας ανθέων και φυτών στην Αθήνα (οδός ………, αριθμ. ..), προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος με την ειδικότητα του πωλητή.
Τον Ιανουάριο του έτους 2013 η επιχείρηση μεταφέρθηκε σε νέες εγκαταστάσεις, επί της οδού ……, αριθμ. …. στην Αθήνα, όπου συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του. Στα καθήκοντά του περιλαμβανόταν η πώληση των εμπορευμάτων, η έκδοση των φορολογικών παραστατικών, η τηλεφωνική εξυπηρέτηση των πελατών και η παραλαβή των εμπορευμάτων από τους προμηθευτές. Οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να απασχολείται (ο ενάγων) με πλήρες ωράριο εργασίας σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (από Δευτέρα έως Παρασκευή), έναντι ημερομισθίου, ύψους 34,81 ευρώ (μικτές αποδοχές). Δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη του ενάγοντος για εργασία, του επέβαλε να εργάζεται πέραν του 40ωρου επί 45 ώρες εβδομαδιαίως, ήτοι από την 07:00 έως την 17:00 ώρα, χωρίς να του καταβάλει τις προβλεπόμενες αμοιβές από την υπερεργασιακή και υπερωριακή αυτή απασχόληση και συνεπώς οι σχετικές αυτές αξιώσεις του κρίνονται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες. Σύμφωνα με τους από 22-10-2013 και από 1-4-2015 πίνακες προσωπικού της πρώτης και της δεύτερης των εναγόμενων, προέκυψε ότι το ωράριο του ενάγοντος από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή (πενθήμερο) ήταν από την 08:00 έως την 16:00 ώρα. Περαιτέρω, ο ενάγων εργάσθηκε και ορισμένα Σάββατα και Κυριακές (καθ’ υπέρβαση του συμφωνημένου πενθημέρου), χωρίς σε ορισμένες περιπτώσεις να του χορηγείται αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε αποζημίωση. Επίσης, η πρώτη εναγόμενη ενεργώντας αντισυμβατικώς δεν του χορήγησε – κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18 ν. 1082/80, 20 παρ. 1 ν. 1469/84 και 5 ν. 3227/2004 – εξοφλητικές αποδείξεις για τα ποσά που του είχε καταβάλει. Στην παραπάνω επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης παρείχε συνεχώς τις υπηρεσίες του μέχρι τις 31-03-2015, οπότε αυτή μεταβιβάστηκε – κατά την έννοια των διατάξεων του π.δ. 178/2002 – στη δεύτερη εναγόμενη εταιρία «…………», η οποία συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης και στην οποία και αυτός εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του υπό το προηγούμενο καθεστώς. Κατόπιν αυτών, η πρώτη εναγόμενη, μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης, διέκοψε τη λειτουργία της. Μετά την ανάληψη της λειτουργίας της επιχείρησης από τη δεύτερη εναγόμενη διαμορφώθηκε η ακόλουθη κατάσταση: α. Συνέχισε να προβαίνει στην ίδια κατ’ αντικείμενο δραστηριότητα (εμπορία, διανομή και διάθεση στην αγορά κάθε είδους ανθέων, φυτών, σπόρων και ειδών κηπουρικής και θερμοκηπίου) και να χρησιμοποιεί τις ίδιες εγκαταστάσεις στην Αθήνα (επί της οδού ……, αριθμ. ….), β. Από το καταστατικό τους συνάγεται ότι οι σκοποί αμφότερων των εταιριών είναι όμοιοι, γ. Ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός (ράφια, ψυγεία, έπιπλα, εξοπλισμός μηχανογράφησης κ.λπ.) και το υπάρχον εμπόρευμα μεταβιβάστηκαν στο σύνολό τους από την πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη, δ. Στη δεύτερη εναγόμενη μεταβιβάσθηκε το σύνολο των άυλων αγαθών της πρώτης (πελατολόγιο, φήμη, επαγγελματικές σχέσεις με τρίτους κ.λπ.), η αξία των οποίων είναι ιδιαίτερα σημαντική, αφού η πρώτη εναγόμενη χάρη στην πολυετή εμπειρία, εξειδίκευση και τεχνογνωσία της, κατόρθωσε να καταξιωθεί στον κλάδο και να αποκτήσει μεγάλη, μόνιμη και τακτική πελατεία (κυρίως κέντρα διασκέδασης, ανθοπωλεία, γραφεία τελετών, διοργανωτές εκδηλώσεων κλπ.), ε. Οι εργαζόμενοι της πρώτης εναγόμενης (ο ενάγων και ο ………….) ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα, στις ίδιες εγκαταστάσεις της Αθήνας και υπό το ίδιο νομικό καθεστώς στη νέα εταιρία, στ. Η επιχείρηση χρησιμοποιεί τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό (…………) και τον ίδιο αριθμό τηλεομοιοτυπίας/φαξ (………), ζ. ,Υφίσταται κοινότητα οικονομικών συμφερόντων μεταξύ των προσώπων που συμμετέχουν στις δύο εταιρίες και τις διοικούν: Ο διαχειριστής της πρώτης εναγόμενης και βασικός εταίρος της, με ποσοστό 51%, …………., τυγχάνει επίσης πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος, νόμιμος εκπρόσωπος και βασικός μέτοχος της δεύτερης. Επιπλέον, ο υιός του τελευταίου, ……….., είναι κύριος του υπολοίπου 49% των εταιρικών μεριδίων της πρώτης εναγόμενης και συγχρόνως είναι μέτοχος (μειοψηφών) της δεύτερης και μέλος του Δ.Σ. της. Με βάση τα παραπάνω, ευχερώς και με πλήρη δικανική πεποίθηση συνάγεται ότι η δεύτερη εναγόμενη στις 31-3-2015 ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων και άυλων αγαθών την επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης, για την επιδίωξη, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, του ίδιου οικονομικού σκοπού διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της υπό τον νέο φορέα – δεύτερη εναγόμενη, η οποία είχε τη βούληση να είναι διάδοχος του προηγούμενου εταιρικού σχήματος. Συνεπώς, συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων περί μεταβίβασης επιχείρησης του π.δ. 178/2002 και του άρθρου 479 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, ως εκ τούτου δε η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με τη δεύτερη εναγόμενη για τις παραπάνω ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του ενάγοντος μέχρι τις 31-3-2015. Η πρώτη και η δεύτερη των εναγόμενων συνομολογούν τη μεταβίβαση της πρώτης στη δεύτερη και συνεπώς δεν κρίνεται αναγκαίο να αναγνωρισθεί με την απόφαση αυτή. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων μετά τις 31-3-2015 προσέφερε τις υπηρεσίες του στη δεύτερη εναγόμενη με το ίδιο αντικείμενο εργασίας μέχρι τις 31-10-2015, οπότε και απολύθηκε. Επειδή δεν λάμβανε τις νόμιμες αποδοχές προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία στο υπ’ αριθμ. …./4-1-2016 «Δελτίο Εργατικής Διαφοράς» του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης ……….. Σ.ΕΠ.Ε. διαπίστωσε κατά τη συζήτηση της διαφοράς αυτής στις 02.02.2016 ότι η δεύτερη εναγόμενη παρέλειψε αδικαιολογήτως να προσέλθει, κλήθηκε προς τούτο για παροχή εξηγήσεων, πάλι δεν συμμορφώθηκε, με επακόλουθο να της επιβληθεί πρόστιμο με την υπ’ αριθμ. πρωτ. ………../31-1-2017 πράξη επιβολής προστίμου.
Η ημέρα του Σαββάτου δεν θεωρείται ημέρα αργίας και συνεπώς οι εργαζόμενοι κατά την ημέρα αυτή δεν δικαιούνται προσαύξηση, η οποία προβλέπεται από το νόμο μόνο για απασχόληση κατά τις Κυριακές και τις άλλες αργίες. Ωστόσο, η παροχή εργασίας κατά την ημέρα της υποχρεωτικής ανάπαυσης (Σάββατο), λόγω εξάντλησης της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορεύεται από κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη, και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (αρθρ. 904 ΑΚ). Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές, τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις πιο πάνω ημέρες, υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας με τον ακύρως κατ’ αυτές εργασθέντα μισθωτό (βλ.ΑΠ 1207/2002, ΕλλΔνη 2003.44, ΕφΠατρ 353/2009, ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976, 5 της από 14.02.1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, που έχει δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης με την 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975 και με την διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3846/2010 προκύπτει ότι η εργασία του εργαζόμενου κατά το Σάββατο ως έκτη ημέρα με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας (όπως εν προκειμένω) δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία. Αν, όμως, απασχοληθεί ο εργαζόμενος και κατά την ημέρα αυτή, δικαιούται, εφόσον αμείβεται με μηνιαίο μισθό, να λάβει, πέραν από το μισθό του, που αντιστοιχεί σε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση και το 1/25 του μισθού του προσαυξημένο κατά 30% κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Στην προκείμενη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων απασχολήθηκε από την πρώτη και τη δεύτερη των εναγόμενων μόνο 17 Σάββατα για τη χρονική περίοδο από 13-10-2011 έως και 3-1-2015 (με βάση την πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία) και με ημερήσιο ωράριο εργασίας από 07:00 έως και 15:00. Συγκεκριμένα, για οκτάωρη εργασία τα ως άνω Σάββατα το ωρομίσθιο του υπήρξε 5,22 ευρώ ωρομίσθιο + 30% προσαύξηση αυτού = 6,78 ευρώ χ 8 ώρες εργασίας κάθε Σάββατο χ 17 Σάββατα = 922,08 ευρώ. Συνολικώς, οι εναγόμενες οφείλουν στον ενάγοντα το ποσό των 922,08 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που η κάθε επιμέρους απαίτησή του κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
Περαιτέρω, η Κυριακή δεν περιλαμβάνεται στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, γι’ αυτό, οι ώρες απασχόλησης της εν λόγω ημέρας, είτε η κατά την εν λόγω ημέρα απασχόληση επιτρέπεται, είτε όχι, δεν προσμετρώνται στις ώρες απασχόλησης των υπολοίπων 6 ή 5 αντιστοίχως εργάσιμων ημερών, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει υπέρβαση του ανωτάτου επιτρεπόμενου νόμιμου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας και να γεννηθεί έτσι τυχόν αξίωση αμοιβής του εργαζομένου για υπερεργασιακή ή υπερωριακή απασχόλησή του, ούτε θεωρούνται ως υπερωριακή εργασία. Η δε εργασία κατ’ αυτήν αμείβεται αυτοτελώς. Η ημέρα της Κυριακής είναι ημέρα υποχρεωτικής αργίας και, επομένως, η απασχόληση κατά την ημέρα αυτή απαγορευόταν (Β.Δ 748/1966 αρθρ. 1 παρ. 2 και 3). Αν οι εργαζόμενοι απασχοληθούν νόμιμα ή παράνομα κατά την ημέρα αυτή έχουν τις εξής επιμέρους αξιώσεις από την αντίστοιχη απασχόλησή τους: α) Αξίωση για το ημερομίσθιο της Κυριακής β) αξίωση προσαύξησης 75%, υπολογιζόμενη στο νόμιμο ωρομίσθιό, είτε πρόκειται για αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό, είτε πρόκειται για αμειβόμενους με ημερομίσθιο, γ) οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό (όπως ο ενάγων) που απασχολήθηκαν κατά την ημέρα αυτή πέραν των 5 ωρών και δεν τους χορηγήθηκε από τον εργοδότη κατά την εβδομάδα που ακολούθησε 24ωρη συνεχή ανάπαυση, αξίωση για το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού τους ή 1 ημερομίσθιο βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 ΑΚ).
Στην προκείμενη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων απασχολήθηκε από την πρώτη και τη δεύτερη των εναγόμενων για τη χρονική περίοδο από 13-10-2011 έως και 31-3-2015 και για τη δεύτερη εναγόμενη από 1-1-2015 μέχρι 31-10-2015 (με βάση την πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία) και με ημερήσιο ωράριο εργασίας από 07:00 έως και 15:00, για την εργασία του δε αυτή δεν αμείφθηκε προσηκόντως και νομοτύπως, ήτοι χωρίς το ημερομίσθιο της Κυριακής και την προσαύξηση αυτού κατά 75%. Επομένως, η πρώτη και η δεύτερη των εναγόμενων οφείλουν στον ενάγοντα: Α. Για τη χρονική περίοδο από 13-11-2011 μέχρι 13-2-2012 9 Κυριακές για οκτάωρη εργασία. Συγκεκριμένα: Το νόμιμο ημερομίσθιο, με βάση την ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., ανέρχεται στο ποσό των 30,06 ευρώ (751,39 ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 = 30,06), το νόμιμο ωρομίσθιο στο ποσό των 4,51 ευρώ (751,39/25 χ 6/40) και δικαιούται το ποσό των 202,90 ευρώ (9 νόμιμα ημερομίσθια χ 30,06 νόμιμο ημερομίσθιο + 75% = 202,90 ευρώ). Συνολικώς, οι εναγόμενες οφείλουν στον ενάγοντα το ποσό των 202,90 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που η κάθε επιμέρους απαίτησή του κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Β. Για τη χρονική περίοδο από 14-2-2012 μέχρι 31-3-2015 138 Κυριακές για οκτάωρη εργασία. Συγκεκριμένα: Το νόμιμο ημερομίσθιο με βάση την Π.Υ.Σ. 6/2012 (ΦΕΚ Α’ 38/28.02.2012), 23,44 ευρώ (586,08 ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 = 23,44), το νόμιμο ωρομίσθιο 3,52 ευρώ και δικαιούται το ποσό των 2.426,04 ευρώ (138 νόμιμα ημερομίσθια χ 23,44 νόμιμο ημερομίσθιο + 75% = 2.426,04 ευρώ). Συνολικά, οι εναγόμενες οφείλουν στον ενάγοντα το ποσό των 2.426,04 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που η κάθε επιμέρους απαίτησή του κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Η δεύτερη εναγόμενη του οφείλει για τη χρονική περίοδο από 1-4-2015 μέχρι 31-10-2015 36 Κυριακές για οκτάωρη εργασία. Συγκεκριμένα: Το νόμιμο ημερομίσθιο με βάση το ποσό των 23,44 ευρώ δικαιούται το ποσό των 632,88 ευρώ (36 νόμιμα ημερομίσθια χ 23,44 νόμιμο ημερομίσθιο + 75% = 632,88 ευρώ). Συνολικά, οι εναγόμενες οφείλουν στον ενάγοντα το ποσό των 632,88 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που η κάθε επιμέρους απαίτησή του κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργάσθηκε μόνον 35 Κυριακές από 28-10-2012 μέχρι 4-1-2015 χωρίς, όμως, να του χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, με αποτέλεσμα να δικαιούται εκ της αιτίας αυτής το ποσό 843,84 ευρώ (36 καταβαλλόμενα ημερομίσθια χ 23,44 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο = 843,84 ευρώ). Συνολικά, οι εναγόμενες οφείλουν στον αντίδικό τους το ποσό των 843,84 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που η κάθε επιμέρους απαίτησή του κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
Κατ’ ακολουθίαν των παραπάνω εκτεθέντων, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και α) να υποχρεωθούν η πρώτη και η δεύτερη των εναγόμενων να καταβάλουν στον ενάγοντα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η κάθε μία, το ποσό των (922,08 ευρώ +202,90 ευρώ + 2.426,04 ευρώ + 843,84 ευρώ =) 4.394,86 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, β) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 632,88 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του παρεπόμενου αιτήματος του ενάγοντος περί προσωρινής εκτελεστότητας, αφού η καθυστέρηση στην εκτέλεση δεν μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, λαμβανομένης υπόψη και της φερεγγυότητας των δύο εναγόμενων. Περαιτέρω, πρέπει η δεύτερη εναγόμενη να χορηγήσει στον ενάγοντα κατ’ άρθρο 678 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του καθώς και η διαγωγή του διαφορετικά και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της πρέπει να καταδικασθεί η δεύτερη εναγόμενη σε χρηματική ποινή ποσού είκοσι (20) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί στην ως άνω υποχρέωσή της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας του καθενός διαδίκου και να επιβληθεί σε βάρος της πρώτης και της δεύτερης των εναγόμενων μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΘΕΩΡΕΙ ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς τον τρίτο εναγόμενο.
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την πρώτη και τη δεύτερη των εναγόμενων να καταβάλουν στον ενάγοντα, καθεμία εις ολόκληρον, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (4.394,86 €), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εξακοσίων τριάντα δύο ευρώ και ογδόντα οκτώ (632,88 €), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη δεύτερη εναγόμενη να χορηγήσει στον ενάγοντα κατ’ άρθρο 678 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του διαφορετικά και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της καταδικάζει τη δεύτερη εναγόμενη σε χρηματική ποινή ποσού είκοσι ευρώ (20 ευρώ) για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί στην ως άνω υποχρέωσή της.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εναγόμενων μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500 €).
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 18-2-2019, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.
