Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αίτηση αναστολής της εκτέλεσης προσωρινά εκτελεστής απόφασης. Δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει η έφεση των αιτούντων κατά της απόφασης. Το αίτημα καταδίκης της καθ’ ης η αίτηση στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αιτούντων είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον στις αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεων χορήγησης αναστολής τα έξοδα και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου επιδικάζονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος. Απορρίπτει την αίτηση.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός Απόφαση 4619/2018
Αριθ. εκθ. κατάθεσης : ……/……/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Παναγιώτα Μιχαήλ, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίστηκε μετά από κλήρωση σύμφωνα με το Ν. 3327/2005, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέως.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 4η Απριλίου 2018 για να δικάσει την από 8.2.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/ ……/2018 αίτηση :
ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ : 1) …… ……του ……, κατοίκου …… Αττικής, οδός ……, αρ. … με ΑΦΜ ……, 2) …… …… του ……, κατοίκου ομοίως, ΑΦΜ ……, εκ των οποίων ο μεν πρώτος παραστάθηκε μετά η δε δεύτερη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Αγαπηνού του Τέλλου (AM ΔΣΑ 12804), και κατέθεσε το υπ’ αριθ. ……/10.4.2018 Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών και Ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ : …… …… του ……, κατοίκου …… Αττικής, οδός …… αρ. …, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου του Γεωργίου-Μιχαήλ (AM ΔΣΑ 29922), και κατέθεσε το υπ’ αριθ. ……/4.4.2018 Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών και Ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Οι αιτούντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 8.2.2018 αίτησή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 9.2.2018 με γενικό αριθμό έκθεσης ……/2018 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ……/2018, και προσδιορίστηκε δικάσιμος η ανωτέρω αναφερομένη στην αρχή της απόφασης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι αιτούντες με την υπό κρίση αίτησή τους ζητούν να ανασταλεί η εκτέλεση, άνευ εγγυήσεως, της υπ’ αριθ. 208/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εργατικών Διαφορών) που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 8.2.2018 εφέσεώς τους κατά της απόφασης αυτής. Επίσης ζητούν να καταδικασθεί η καθ’ ης η αίτηση στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων τους. Η αίτηση αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 22, 912 παρ. 2 εδ. α’ ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η έφεση δεν έχει ακόμη συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται (άρθρα 912 παρ. 2 εδ. α’ ΚΠολΔ), προκειμένου να εκδικασθεί κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), και είναι νόμιμη, ερειδομένη στη διάταξη του άρθρου 912 παρ.1 ΚΠολΔ. Το αίτημα καταδίκης της καθ’ ης η αίτηση στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αιτούντων είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον στις αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεων χορήγησης αναστολής τα έξοδα και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου επιδικάζονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος (άρθρο 84 παρ. 2 ν. 4194/2013, όπως το εδάφιο τελευταίο της παραγράφου 2 προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του ν. 4236/2014) και εν προκειμένω σε βάρος των αιτούντων. Πρέπει, επομένως, η ένδικη αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Από τις ένορκες στο ακροατήριο του Δικαστηρίου καταθέσεις της μάρτυρος των αιτούντων, …… …… του ……, και του μάρτυρα της καθ’ ης η αίτηση …… …… του ……, τα έγγραφα που προσκομίζουν μετά νομίμου επικλήσεως οι διάδικοι και τους εν γένει ισχυρισμούς αυτών, πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Επί της από 20.10.2016 (με αριθμό κατάθεσης ……/ ……/2016) αγωγής της εκεί ενάγουσας και ήδη νυν καθ’ ης η αίτηση κατά των εκεί εναγομένων και ήδη νυν αιτούντων που απευθυνόταν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η οποία συζητήθηκε στις 21.9.2017 αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και δη των εργατικών διαφορών του άρθρου 614 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνεκδικαζομένη κατά την αυτή ειδική διαδικασία με την από 25.4.2017 (με αριθμό κατάθεσης ……/ ……/2017) αγωγή των εκεί εναγόντων και ήδη νυν αιτούντων κατά αυτής (ήδη νυν καθ’ ης η αίτηση) για προσβολή της προσωπικότητάς τους από την εκεί εναγομένη και εργαζόμενη στην επιχείρηση της δεύτερης εξ αυτών κατά τη λειτουργία της επιχείρησης, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 208/24.1.2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 25.4.2017 αγωγή των εκεί εναγόντων και ήδη νυν αιτούντων, έγινε εν μέρει δεκτή η από 20.10.2016 αγωγή της εκεί ενάγουσας ήδη νυν καθ’ ης η αίτηση ως προς την κύρια βάση της, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της κατά τον Ιούλιο του 2016 λαβούσας χώρα καταγγελίας εκ μέρους του εκεί πρώτου εναγομένου της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της εκεί ενάγουσας και ήδη καθ’ ης η αίτηση, και υποχρεώθηκαν οι εκεί εναγόμενοι και ήδη νυν αιτούντες να καταβάλουν στην εκεί ενάγουσα και ήδη νυν καθ ’ ης η αίτηση, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 70.359,11 (4.765,80 + 733,20 + 43,799,91 + 21.060,20) ευρώ με το νόμιμο τόκο ως εξής α) το ποσό των 4.765,80 ευρώ, που αφορά σε δεδουλευμένες αποδοχές χρονικού διαστήματος από 1.1.2016 έως 19.7.2016, νομιμότοκα από την επομένη ημέρα από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου εκάστου δεδουλευμένου μηνός, β) το ποσό των 733,20 ευρώ που αφορά σε αποδοχές μη ληφθείσας άδειας αναψυχής δεκατριών ημερών για το έτος 2015 , νομιμότοκα από την 1.1.2016, γ) το ποσό των 7.963,62 ευρώ που αφορά σε αμοιβή από παρεχόμενη υπερεργασία, νομιμότοκα από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους αξίωση για την αιτία αυτή, δηλαδή από την πρώτη ημέρα του επομένου εκάστου δεδουλευμένου μηνός, δ) το ποσό των 35.836,29 ευρώ που αφορά σε υπερωριακή απασχόληση, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και ε) το ποσό των 21.060,20 ευρώ που αφορά σε αμοιβή για εργασία τα Σάββατα, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η απόφαση αυτή, η οποία κηρύχθηκε εν μέρει προσωρινά εκτελεστή και δη για το ποσό των 30.000 ευρώ, επιδόθηκε στους νυν αιτούντες στις 5.2.2018, όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τους τελευταίους αντίγραφο της απόφασης αυτής που τους επιδόθηκε με την επισημείωση επί αυτού του Δικαστικού Επιμελητή Κωνσταντίνου Λεράκη περί της επίδοσής της στις 5.2.2018 και ώρα 14.20. Κατά της ως άνω υπ’ αριθ. 208/2018 απόφασης, οι εκεί εναγόμενοι και ήδη νυν αιτούντες άσκησαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 9.2.2018, με την κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έφεση απευθυνομένη ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, με την οποία στρέφονται κατά της ήδη νυν καθ’ ης η αίτηση, βάλλουν την απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην από 20.10.2016 αγωγή της αντιδίκου τους που έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τα ανωτέρω αναφερόμενα κονδύλια πλην του κονδυλίου των 733,20 ευρώ, το οποίο δεν πλήττουν με λόγο έφεσης και ζητούν για τους λόγους που αναφέρουν σε αυτήν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς τα εκκαλούμενα κεφάλαια και να απορριφθεί καθr ολοκληρίαν η από 20.10.2016 αγωγή της αντιδίκου τους. Η έφεση προσδιορίσθηκε να συζητηθεί ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στις 6.11.2018. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης κατά την κύρια βάση τους, και κατά την προσήκουσα εκτίμησή τους από το Δικαστήριο, οι εκκαλούντες και ήδη νυν αιτούντες παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού έκρινε ότι η εφεσίβλητη και ήδη νυν καθ’ ης η αίτηση δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές για το διάστημα από 1.1.2016 έως 19.7.2016, καθόσον ο πρώτος εξ αυτών της είχε καταβάλει τμηματικά τις δεδουλευμένες αποδοχές της για το ως άνω χρονικό διάστημα, ότι εσφαλμένος έκρινε ότι δικαιούται αποδοχές για εργασία τα Σάββατα, και έκανε δεκτές και τις λοιπές αξιώσεις της για υπερεργασία και για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση. Οι λόγοι αυτοί πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσουν. Ειδικότερα πιθανολογήθηκε ότι η καθ’ ης η αίτηση μετά από την από 28.12.2007 προφορικώς συναφθείσα με τον πρώτο αιτούντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη για να εργασθεί ως υπάλληλος (πωλήτρια-μπουφετζού) στην ατομική επιχείρηση – κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (αναψυκτήριο- τυροπιτάδικο-μπουγατσοπωλείο) του πρώτου των αιτούντων στους …… Αττικής επί της οδού …… αρ. …, με το διακριτικό τίτλο «……», με το σύστημα της πενθήμερης απασχόλησης επί οκτάωρο ημερησίως, με συμφωνημένο μηνιαίο μισθό για το διάστημα που αφορά εν προκειμένω 989,54 ευρώ από 1.1.2011 έως 30.6.2012, 762,00 ευρώ από 1.7.2012 έως 31.10.2015 και 705,00 ευρώ από 1.11.2015 μέχρι 22.7.2016. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η καθ’ ης η αίτηση απασχολήθηκε στην επιχείρηση του πρώτου αιτούντος συνεχώς, πλην του διαστήματος από Μάρτιο 2009 μέχρι Φεβρουάριο 2010 που είχε μετατεθεί με απόφαση του τελευταίου σε άλλη ομοειδή επιχείρησή του στον …… Αττικής, την οποία πώλησε αυτός οπότε η καθ’ ης η αίτηση επανατοποθετήθηκε στην επιχείρησή του στους ……, και μάλιστα απασχολήθηκε κατά το επίδικο διάστημα καθ’ υπέρβαση του συμφωνημένου και του νομίμου ωραρίου. Έτσι παρά την συμφωνία για πενθήμερη εργασία (Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή) επί οκταώρου βάσεως, η καθ’ ης η αίτηση παρείχε πραγματικά την εργασία της, με την ιδιότητα που παραπάνω αναφέρθηκε, στην επιχείρηση του πρώτου αιτούντος, η οποία λειτουργούσε επί εικοσιτετραώρου βάσεως καθώς και τα Σάββατα και τις Κυριακές, εργαζόμενη κατά το επίδικο διάστημα από 1.1.2011 έως 22.7.2016 επί δώδεκα ώρες καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή καθώς και τα Σάββατα και δη από ώρα 06:00 έως ώρα 18:00 καθ’ όλες τις ανωτέρω ημέρες, ως εκ τούτου εργαζόταν δώδεκα ώρες ημερησίως και συνεπώς εξήντα ώρες την εβδομάδα (χωρίς να υπολογίζεται η εργασία της την ημέρα το Σαββάτου). Δηλαδή η καθ’ ης η αίτηση απασχολήθηκε στην επιχείρηση το πρώτου αιτούντος πέραν του νομίμου ωραρίου, δηλαδή πέραν των σαράντα ωρών την εβδομάδα, και πραγματοποίησε υπερεργασία πέντε ωρών εβδομαδιαίως (από την 41η έως και την 45η ώρα), ενώ πραγματοποίησε και υπερωρία για τις πέραν των 45 ωρών εργασία της και συγκεκριμένα πραγματοποίησε δεκαπέντε ώρες εβδομαδιαίως κατ’ εξαίρεση υπερωρία, για την οποία δεν πιθανολογήθηκε ότι τηρήθηκαν εκ μέρους του πρώτου αιτούντος οι νόμιμες διατυπώσεις. Συνεπώς αναφορικά με τον πρώτο λόγο έφεσης πιθανολογήθηκε ότι παρότι η καθ’ ης η αίτηση παρείχε προσηκόντως την εργασία της στο κατάστημα του πρώτου αιτούντος στη …… … και το διάστημα από 1.1.2016 μέχρι 22.7.2016, αυτός δεν της κατέβαλε τις συμφωνημένες δεδουλευμένες αποδοχές της για το ανωτέρω διάστημα και συνεπώς της οφείλει για την αιτία αυτή 4.765,80 ευρώ [ήτοι 705,00 ευρώ ο συμφωνημένος μισθός της για το εν λόγω διάστημα x 6 μήνες = 4230,00 ευρώ + δεκαεννέα ημερομίσθια κατά το μήνα Ιούλιο 2016 ποσού 535,80 (705,00 ευρώ : 25 ημέρες x 19 ημέρες) ευρώ. Σημειώνεται ότι οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αιτούντες εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας του διαστήματος των ετών 2012 έως το 2016 είναι ανυπόγραφες, όπως άλλωστε συνομολογείται και από τους ίδιους στην ένδικη αίτηση, και επομένως ουδέν αποδεικνύουν περί καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών της καθ’ ης η αίτηση. Σημειώνεται επίσης ότι πρωτοδίκως δεν είχε προταθεί από τους εκεί εναγόμενους και ήδη νυν αιτούντες η ένσταση εξόφλησης, την οποία αναφέρουν το πρώτον με τον πρώτο λόγο έφεσής τους, παρά μόνο είχε προταθεί από αυτούς (εκεί εναγόμενους) η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ. Πιθανολογείται επίσης ότι η καθ’ ης η αίτηση δικαιούται ως αμοιβή για την παρεχόμενη υπερεργασία, με βάση τον καταβαλλόμενο μηνιαίως μισθό της, το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20% (αρ. 4 παρ. 1 Ν. 2874/2000, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010) α) για μεν το διάστημα από 1.1.2011 έως 30.6.2012 για υπερεργασία 370 ωρών σε διάστημα 74 εβδομάδων (χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα οι τέσσερεις εβδομάδες αδείας της) το ποσό των 2.637,36 ευρώ, β) για δε το διάστημα από 1.7.2012 έως 31.10.2015 για υπερεργασία 800 ωρών σε διάστημα 160 εβδομάδων (χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα οι δεκατέσσερεις εβδομάδες κατά τις οποίες κατά ο αίτημα της καθ’ ης η αίτηση στην αγωγή της είχε λάβει αυτή άδεια) το ποσό των 4.387,20 ευρώ, και γ) για το διάστημα από 1.11.2015 έως 22.7.2016 για υπερεργασία 185 ωρών σε διάστημα 37 εβδομάδων (χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα) το ποσό των 939,06 ευρώ, και συνολικά κατά το ανωτέρω διάστημα από 1.1.2011 έως 22.7.2016 το ποσό των 7.963,62 ευρώ. Πιθανολογείται ακόμη ότι η καθ’ ης η αίτηση δικαιούται για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα αποζημίωση, με βάση τον καταβαλλόμενο μηνιαίως μισθό της, το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80% (αρ. 4 παρ. 4 και 5 Ν. 2874/2000, όπως η παράγραφος 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010) για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόλησή της κατά 15 ώρες εβδομαδιαίως και δη δικαιούται τα εξής ποσά α) για μεν το διάστημα από 1.1.2011 έως 30.6.2012, κατά το οποίο ο καταβαλλόμενος μηνιαίως μισθός της ήταν 989,54 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της 5,94 (989,54 ευρώ x 0,006) ευρώ, και κατά το οποίο διάστημα των 74 εβδομάδων, χωρίς σε αυτό να υπολογίζονται τα Σάββατα και οι τέσσερεις εβδομάδες αδείας της, πραγματοποίησε 1,100 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρία, το ποσό των 11.868,12 ευρώ, β) για δε το διάστημα από 1.7.2012 έως 31.10.2015, κατά το οποίο ο καταβαλλόμενος μηνιαίως μισθός της ήταν 762,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της 4,57 (762,00 ευρώ x 0,006) ευρώ, και κατά το οποίο διάστημα των 160 εβδομάδων, χωρίς σε αυτό να υπολογίζονται τα Σάββατα και οι δεκατέσσερεις εβδομάδες κατά τις οποίες είχε λάβει άδεια, πραγματοποίησε 2.400 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρία, το ποσό των 19.742,40 ευρώ, και γ) για το διάστημα από 1.11.2015 έως 22.7.2016, κατά το οποίο ο καταβαλλόμενος μηνιαίως μισθός της ήταν 705,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της 4,23 (705,00 ευρώ χ 0,006) ευρώ, και κατά το οποίο διάστημα των 37 εβδομάδων, χωρίς σε αυτό να υπολογίζονται τα Σάββατα, πραγματοποίησε 555 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρία, το ποσό των 4.225,77 ευρώ, ήτοι συνολικά κατά το ανωτέρω διάστημα από 1.1.2011 έως 22.7.2016 πιθανολογείται ότι δικαιούται για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόλησή της το ποσό των 35.836,29 ευρώ. Τέλος πιθανολογήθηκε ότι η καθ’ ης η αίτηση δικαιούται για την εργασία της επί δωδεκάωρο την ημέρα του Σαββάτου αφενός μεν αυτοτελούς αμοιβής κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ίσης με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της προσαυξημένο κατά 30% αφετέρου αμοιβής για την υπερωριακή απασχόλησή της κατά 4 ώρες (πέραν του οκτάωρου) τα Σάββατα και πιο συγκεκριμένα α) για το διάστημα από 1.1.2011 έως 30.6.2012 κατά το οποίο εργάσθηκε για 74 Σάββατα δικαιούται αμοιβής 3.807,60 ευρώ και αποζημίωσης για 296 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας 3.164,83 ευρώ και συνολικά 6.972,43 ευρώ, β) για το διάστημα από 1.7.2012 έως 31.10.2015 κατά το οποίο εργάσθηκε για 160 Σάββατα δικαιούται αμοιβής 6.339,84 ευρώ και αποζημίωσης για 640 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας 5.264,64 ευρώ και συνολικά 11.604,48 ευρώ, και γ) για το διάστημα από 1.11.2015 έως 22.7.2016 κατά το οποίο εργάσθηκε για 37 Σάββατα δικαιούται αμοιβής 1356,42 ευρώ και αποζημίωσης για 148 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας 1126,87 ευρώ και συνολικά 2.483,29 ευρώ, ήτοι δικαιούται για την εργασία της τα Σάββατα το συνολικό ποσό των 21.060,20 ευρώ. Ειδικότερα ως προς την υπερεργασία και την υπερωριακή απασχόληση της καθ’ ης η αίτηση κατά τις πέντε ημέρες της εβδομάδος και κατά το Σάββατο, η μεν μάρτυρας των αιτούντων, …… …… του ……, που ήταν λογίστρια της ατομικής επιχείρησης του πρώτου των αιτούντων …… …… και εξακολουθεί να είναι λογίστρια της ατομικής επιχείρησης που λειτουργεί στο όνομα της δεύτερης των αιτούντων, …… ……, κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ότι δεν γνωρίζει εάν η καθ’ ης η αίτηση εργαζόταν υπερωριακά, οι δε αιτούντες με την υπό κρίση αίτηση αλλά και με την έφεσή τους ισχυρίζονται βάλλοντας κατά της εκκαλουμένης ότι η καθ’ ης η αίτηση δεν παρείχε εργασία πέραν του συμφωνημένου ωραρίου, σε κάθε δε περίπτωση ακόμη και εάν παρείχε κάποιες λίγες φορές τέτοια εργασία πάντα πληρωνόταν γι’ αυτήν, πληρωμή όμως που δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι κατά την κύρια βάση τους πιθανολογείται ότι θα απορριφθούν ως αβάσιμοι. Αναφορικά με τους ίδιους πρώτο και δεύτερο λόγους οι εκκαλούντες και ήδη νυν αιτούντες σωρεύουν επικουρικώς και άλλο παράπονο κατά της εκκαλουμένης, συνιστάμενο στο ότι η εκκαλουμένη έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την εκ μέρους τους προταθείσα πρωτοδίκως ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ και απέρριψε αυτήν (ένστασή τους) ενώ έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως προς τα ανωτέρω κονδύλια ως καταχρηστικώς ασκηθείσα, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι η εφεσίβλητη και ήδη νυν καθ’ ης η αίτηση κατά το διάστημα της εργασίας της από το έτος 2007 και εντεύθεν μέχρι και το 2016 δεν είχε προβάλλει ποτέ οικονομικές αξιώσεις, δεν είχε ποτέ διαμαρτυρηθεί για τη μη προσήκουσα καταβολή των αποδοχών της ούτε είχε προβάλει άλλες αξιώσεις, ούτε είχε απευθυνθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας και ότι άσκησε την από 20.10.2016 αγωγή μετά την αποχώρησή της. Και ο επικουρικώς, ως προς τους πρώτο και δεύτερο λόγους, προτεινόμενος λόγος έφεσης πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί, καθώς η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όλως αορίστως, όπως τούτο σαφώς προκύπτει τόσο από τα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης όσο και από τις κατατεθείσες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγγραφες προτάσεις των εκεί εναγομένων και ήδη αιτούντων, χωρίς να συνοδεύεται από επιπρόσθετα περιστατικά (τα οποία οψίμως με την έφεσή τους παραθέτουν οι εκκαλούντες), που να συνιστούν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της ενάγουσας και να μη δικαιολογούν την άσκηση εκ μέρους της της από 20.10.2016 αγωγής, ήτοι χωρίς να επικαλούνται ότι από την αδράνεια της ενάγουσας δημιουργήθηκε σε αυτούς η εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δεν πρόκειται να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών της και ότι η εκ των υστέρων άσκηση της αγωγής της, ενόψει και της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί με τη συμπεριφορά της δικαιούχου και με αυτήν των υπόχρεων, τελούσα σε αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά της πρώτης, επέφερε σε αυτούς επαχθείς συνέπειες (ΑΠ 16/2017, ΑΠ 909/2017, ΑΠ 38/2015, ΟλΑΠ 5/2011 και ΟλΑΠ 8/2001 ΤΝΠ Νόμος). Σε κάθε περίπτωση ακόμη και εάν ήθελε κριθεί ότι ορισμένως είχε προταθεί η ένσταση αυτή ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πάλι θα ήταν απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, καθόσον η ενάγουσα και ήδη νυν καθ’ ης η αίτηση δεν απευθύνθηκε νωρίτερα στην Επιθεώρηση Εργασίας διότι είχε ανάγκη την εργασία της για να συντηρηθεί η ίδια και η μονογονεϊκή οικογένειά της και, φοβούμενη μήπως χάσει την εργασία της, αρκείτο στις προφορικές οχλήσεις προς τον πρώτο αιτούντα και εν συνεχεία και τη δεύτερη αιτούσα και στις απαντήσεις του πρώτου αιτούντος ότι δεν θα χάσει από αυτόν τα χρήματά της, όταν, δε, διαπίστωσε ότι ουδέν θα ελάμβανε από τους αιτούντες αποχώρησε από την εργασία της και διεκδίκησε τις αξιώσεις της μέσω της δικαστικής οδού, αφού προηγουμένως προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας. Με τον τρίτο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη κατά εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης και ότι η δεύτερη των εκεί εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αιτούντων τυγχάνει διάδοχος εργοδότης του πρώτου των εκκαλούντων, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η δεύτερη των εκκαλούντων και ήδη νυν δεύτερη αιτούσα ουδόλως υπεισήλθε στην εκμετάλλευση του πρώτου των εκκαλούντων συζύγου της. Και ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει. Ειδικότερα πιθανολογήθηκε ότι επειδή η ατομική επιχείρηση του πρώτου των αιτούντων είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές σε τρίτα πρόσωπα και αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, αυτός (πρώτος αιτών), λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει, αναγκάστηκε στις 22.7.2016, όπως ο ίδιος εκθέτει στην από 25.4.2017 αγωγή του, η οποία συνεκδικάσθηκε με την από 10.10.2016 αγωγή της νυν καθ’ ης η αίτηση, να προβεί σε μεταβίβαση της επιχείρησής του στη σύζυγό του ήδη νυν δεύτερη των αιτούντων, ουσιαστικά όμως η αυτή επιχείρηση ως οικονομική μονάδα συνέχισε να λειτουργεί υπό άλλον φορέα, ήτοι τη δεύτερη των αιτούντων. Το κατάστημα του πρώτου αιτούντος σταμάτησε τη λειτουργία του στις 22.7.2016, προκειμένου να γίνει η μεταφορά του το Σαββατοκύριακο της 23ης και 24ης Ιουλίου 2016 στη νέα επιχείρηση, δηλαδή σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος επί της ιδίας …… στον αριθμό … αυτής, με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο, παράλληλα δε ο πρώτος των αιτούντων μεταβίβασε όλον τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό της επιχείρησής του (φούρνο, ψυγεία, μπουφέδες, σκεύη, μαχαιροπήρουνα, λάντζα, ντουλάπια κλπ) στη νέα επιχείρηση, η οποία άρχισε να λειτουργεί στις 25 Ιουλίου 2016 με το αυτό, ως προαναφέρθηκε, αντικείμενο δραστηριότητας, με τον αυτό διακριτικό τίτλο (τόσο λεκτικά όσο και ως απεικόνιση ήτοι με την αυτή γραμματοσειρά και τον ίδιο χρωματικό συνδυασμό) «……» και το αυτό σήμα στην προμετωπίδα του καταστήματος (……) και με την χρήση των ίδιων τηλεφωνικών αριθμών (ενός σταθερού …… και τριών κινητών …… …… και ……) που χρησιμοποιούσε η επιχείρηση του πρώτου αιτούντος για την επικοινωνία και τις παραγγελίες με την πελατεία της, τους προμηθευτές της και τους τρίτους. Πέραν των ανωτέρω η μάρτυρας των αιτούντων κατά την ένορκη κατάθεσή της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατέθεσε κατά λέξη ότι το «λογιστήριο είναι κοινό και για τις δύο επιχειρήσεις, συνεχίσθηκε δηλαδή από …… σε ……». Επιπλέον ο πρώτος των αιτούντων μεταβίβασε στη δεύτερη το σύνολο των άϋλων αγαθών της επιχείρησής του, ήτοι την πελατεία της, την τεχνογνωσία της, τις επαγγελματικές σχέσεις της με τα τρίτα απρόσωπα και με τους προμηθευτές ενώ απασχόλησε και το ίδιο υπαλληλικό δυναμικό, στο οποίο μάλιστα ο πρώτος των αιτούντων είχε ανακοινώσει προηγουμένως ότι προτίθετο να μεταβιβάσει την επιχείρησή του στη σύζυγό του και είχε ενημερώσει όλους τους εργαζομένους του ότι εάν επιθυμούν να εργασθούν στη νέα επιχείρηση έπρεπε να υπογράψουν την οικειοθελή αποχώρησή τους από τη δικιά του επιχείρηση και να συνάψουν νέα σύμβαση εργασίας με τη σύζυγό του ως εργοδότριά τους και ότι σε διαφορετική περίπτωση θα σταματούσε η συνεργασία τους, εγχείρισε δε στους εργαζόμενους του στις 24.7.2016 έντυπα άτακτης καταγγελίας της σύμβασής τους, χωρίς να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση ενώ συγχρόνως υπογράφηκαν νέες συμβάσεις εργασίας μεταξύ της καθ’ ης η αίτησης και των λοιπών εργαζομένων αφενός, πλην ενός, και της δεύτερης αιτούσας αφετέρου με τους ίδιους ακριβώς όρους. Η δε δεύτερη των αιτούντων ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων και άϋλων αγαθών την επιχείρηση του πρώτου αιτούντος-συζύγου της, για την επιδίωξη του αυτού οικονομικού σκοπού, τελώντας εν γνώσει της μεταβίβασης ουσιαστικά σε αυτήν του συνόλου της επιχείρησης του πρώτου των αιτούντων, χρησιμοποιώντας τον εξοπλισμό και το προσωπικό του προκατόχου της-πρώτου των αιτούντων και εκμεταλλευόμενη την πελατεία και τη φήμη του. Επομένως, συντρεχόντων των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων περί μεταβίβασης επιχείρησης του πδ 178/2002 και του άρθρου 479 ΑΚ, εφαρμοζόμενου συμπληρωματικά (ΑΠ 1147/2017 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 2007.1405 και ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 2007.469), οι αιτούντες ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος έναντι της καθ’ ης η αίτηση για τις ανωτέρω αναφερόμενες αξιώσεις της. Μετά ταύτα και εφόσον δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση κανενός των λόγων της έφεσης και ως εκ τούτου και της έφεσης στο σύνολό της, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, παρελκομένης της εξέτασης του ζητήματος της ανεπανόρθωτης ή μη βλάβης των αιτούντων από την εκτέλεση της απόφασης κατά την προσωρινά εκτελεστή διάταξή της. Συνεπώς, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, και να καταδικασθούν οι αιτούντες, κατά παραδοχή και σχετικού αιτήματος της καθ’ ης η αίτηση, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τελευταίας (άρθρο 84 παρ. 2 ν. 4194/2013, όπως το εδάφιο τελευταίο της παραγράφου 2 προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του ν. 4236/2014), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση.
Καταδικάζει τους αιτούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθ’ ης η αίτηση, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2018, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
