απόλυσηεπίσχεση εργασίαςΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 530/2018

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Υπερημερία εργοδότη. Προϋποθέσεις γένεσης και παύσης αυτής. Αν με τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ότι ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της παροχής των υπηρεσιών του εργαζομένου και υποχρεώθηκε σε καταβολή αποδοχών ορισμένου χρονικού διαστήματος, ως μισθών υπερημερίας, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος επιδιώκει την καταβολή των αποδοχών του για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, επικαλούμενος ότι η υπερημερία του εργοδότη συνεχίζεται, το κύρος της εργασιακής σύμβασης όπως και το είδος της συμφωνημένης ή παρεχόμενης εργασίας και οι αποδοχές του εργαζομένου είναι ζητήματα που καλύπτονται από το δεδικασμένο. Δέχεται την αγωγή. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 13.192,65 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 530/2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή, Μιχαήλ-Άγγελο ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΟ, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα, ΚΟΝΤΗ Σοφία.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Μαρτίου 2017, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος : …… …… του ……, κατοίκου Αθηνών, οδός …… αρ. …, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου, Δημήτριου Βλαχόπουλου.

Της εναγομένης : Της ανώνυμης εταιρίας με των επωνυμία «……» «……» που εδρεύει στη …… Αττικής, οδός …… αρ. …, νομίμως εκπροσωπούμενης, που παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου, Ευάγγελου Μπέη.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 23-12-2015 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης ……/2015, αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/2015, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 1-6-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Το άρθρο 656 ΑΚ ορίζει ότι αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Πρόκειται για μια προστατευτική υπέρ του εργαζομένου διάταξη. Ο εργαζόμενος διατηρεί την αξίωσή του στο μισθό χωρίς να έχει παράσχει την εργασία του και χωρίς να υποχρεούται να την παράσχει σε μεταγενέστερο της υπερημερίας χρόνο (Ζερδελής Εργατικό Δίκαιο Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις Γ’ Έκδοση (2015) σελ. 692, 693 αριθμ. 1343). Οι προϋποθέσεις της υπερημερίας του εργοδότη είναι : α) έγκυρη σύμβαση εργασίας, β) προσφορά από τον εργαζόμενο της εργασίας, γ) δυνατότητα εκπλήρωσης της παροχής και δ) μη αποδοχή της εργασίας από τον εργοδότη. Κατά την κρατούσα άποψη τόσο στη νομολογία, όσο και στη θεωρία, στην περίπτωση της άκυρης απόλυσης δεν απαιτείται πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου για να καταστεί ο εργοδότης υπερήμερος δανειστής. Και τούτο, γιατί η δήλωση καταγγελίας περιέχει αυτονόητα και σαφή δήλωση της πρόθεσης του εργοδότη να μην αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του εργαζομένου και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 350 δεν απαιτείται πραγματική προσφορά. Αποτελεί αδικαιολόγητο φορμαλισμό να αξιωθεί από τον εργαζόμενο να προβεί μετά την άκυρη απόλυση σε, έστω, ρηματική προσφορά των υπηρεσιών του, όταν ο εργοδότης έχει ήδη δηλώσει κατά τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν θα αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του, ώστε εύλογα να μη δικαιούται πλέον να αναμένει την προφορά των υπηρεσιών του. (Ζερδελής ό.π σελ. 693,694 με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία και στη θεωρία). Αναφορικά με την προρρηθείσα προϋπόθεση της προσφοράς από τον εργαζόμενο της εργασίας, παρατηρητέα τυγχάνουν τ’ακόλουθα : Στην περίπτωση της άκυρης καταγγελίας, όπου έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 351 ΑΚ, δεν απαιτείται μη «αποδοχή της παροχής», καθόσον ο εργοδότης έχει εκδηλώσει μέσω της καταγγελίας, την άρνησή του να επιχειρήσει τις απαραίτητες για την εκπλήρωση της παροχής ενέργειες (Ζερδελής ό.π σελ. 687 αριθμ. 1356). Η υπερημερία του εργοδότη αρχίζει από την ημέρα της άκυρης απόλυσης, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε προσφορά, ούτε ρηματική, από την πλευρά του εργαζομένου αφού, όπως ήδη ειπώθηκε, ο εργοδότης, με την καταγγελία, δηλώνει κατά τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι από το χρονικό σημείο της καταγγελίας και έπειτα δεν πρόκειται να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες (σύμπραξη) για την εκπλήρωση της παροχής (Ζερδελής ό.π σελ. 695 αριθμ. 1351 με τις εκεί παραπομπές). Περαιτέρω, η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας παύει, όταν εκλείψει μια από τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω. Έτσι, η υπερημερία παύει : α) Με την αποδοχή της εργασίας, β) Με δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, γ) Με τη λύση της σύβασης εργασίας. Στην περίπτωση αυτή, όταν η υπερημερία του εργοδότη απορρέει από μια άκυρη καταγγελία, αυτή παύει με μια νέα έγκυρη καταγγελία (ΑΠ 1093/1993 και δ) Με την περιέλευση του εργαζομένου σε αδυναμία προσφοράς (βλ. Ζερδελή ό.π σελ. 697 επ. με τις παραπομπές σε θεωρία και νομολογία).

ΙΙ. Περαιτέρω, αν με τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ότι ο εργοδότης περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της παροχής των υπηρεσιών (εργασίας) του εργαζομένου και υποχρεώθηκε σε καταβολή αποδοχών ορισμένου χρονικού διαστήματος, ως μισθών υπερημερίας, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος επιδιώκει την καταβολή των αποδοχών του για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, επικαλούμενος ότι η υπερημερία του εργοδότη συνεχίζεται, αντικείμενο της δικαστικής έρευνας αποτελεί μόνο η εξακολούθηση της υπερημερίας του εργοδότη και ενδεχομένως η άρση της, αν ο τελευταίος προβάλλει σχετικό ισχυρισμό, αφού η περιέλευσή του σε υπερημερία και συνακόλουθα το κύρος της εργασιακής σύμβασης όπως και το είδος της συμφωνημένης ή παρεχόμενης εργασίας και οι αποδοχές του εργαζομένου είναι ζητήματα που καλύπτονται από το δεδικασμένο (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας Ερμηνευτική- Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’άρθρο), τόμος Β’ έκδ. 1994 σελ. 497 αριθμ. 25).

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων ιστορεί στην κρινόμενη αγωγή του ότι προσλήφθηκε στις 15-4-1999 από την «……» προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την αμοιβή, το ωράριο και τους όρους που αναφέρει αναλυτικά στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι εξαιτίας του ότι η εναγομένη του όφειλε δεδουλευμένες αποδοχές, αυτός προέβη στις 13-2-2013 και στις 11-7-2013 σε επίσχεση εργασίας. Ότι στις 11-7-2013 η εναγόμενη, διαρκούσης της επίσχεσης, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Ότι κατόπιν αγωγής του εκδόθηκε η υπ’αριθ. 1546/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι αυτός νομίμως άσκησε στις 13-2-2013 και 8-5-2013 το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, ότι η από 11-7-2013 ως άνω καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική και του επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας για το διάστημα από 1-Μαΐου 2012 έως 30 Απριλίου 2015. Ότι την 1η Οκτωβρίου 2013 η ως άνω εταιρεία «……» μεταβιβάστηκε κατά την έννοια των διατάξεων του π.δ 178/2002 στην εναγομένη η οποία συστήθηκε με αποκλειστικό σκοπό να συνεχίσει τη δραστηριότητά της. Ότι η εναγομένη του οφείλει για το διάστημα από 1 Μαΐου 2015 έως 30 Απριλίου 2017 το συνολικό ποσό των 31.200 ευρώ για μισθούς, υπερημερίας στο οποίο προστίθενται και τα δώρα εορτών και επιδόματα αδείας οπότε το άθροισμα το ως άνω ποσών ανέρχεται 36.562,48 ευρώ.

Με βάση το ως άνω ιστορικό ο ενάγων ζητεί – μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτούμενου κονδυλίου των μισθών υπερημερίας από 36.562,48 ευρώ σε 13.192,65 ευρώ, και αφορούν μισθούς υπερημερίας μέχρι το διάστημα συζήτησης της κρινόμενης αγωγής, που έλαβε χώρα με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου του ενάγοντος, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και αναλύεται στις έγγραφες προτάσεις του [άρθρα 295 παρ. 1 εδ.β, 297, 223, 224, και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ] – να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 13.192,65 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 1η Μαΐου 2015 έως 23 Μαρτίου 2017 λόγω της άκυρης απόλυσης κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στην εν γένει δικαστική του δαπάνη.

Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά, η αγωγή αρμοδίως εισάγεται, καθ’ύλην και κατά τόπον, προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ.2, 25 αρ.2, 33, και 664-676 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως οι ως άνω διατάξεις (664-676, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος (1-1-2016) του ν.4335/2015 (που αφορά στις τροποποιήσεις του ΚΠολΔ), καθόσον σύμφωνα με το άρθρο ένατο (μεταβατικές και άλλες διατάξεις), στην παρ 2. του ως άνω ν. 4335/2015 «Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές», ενώ η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου πριν από την 1η-1ου-2016 και δη στις 29-12-2015]. Περαιτέρω, η αγωγή αναφορικά με το κονδύλιο των μισθών υπερημερίας είναι αρκούντως ορισμένη διότι περιέχει όλα τα απαιτούμενα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για τη νομική θεμελίωση και τη δικαστική εκτίμηση της, καθότι περιέχει τα στοιχεία της σύμβασης εργασίας, το εργασιακό αντικείμενο, την ειδικότητα της ενάγουσας, τη διάρκεια και το ωράριο απασχόλησής της, την παροχή της εργασίας της στον εργοδότη, το ύψος του μισθού της ενάγουσας, ο οποίος περιλαμβάνει ποσοτικώς και ποιοτικώς ό,τι αυτή θα ελάμβανε, εάν η εργοδότρια αποδεχόταν την εργασία της, σύμφωνα με την εργασία ή της σύμβαση και το νόμο [ΑΠ 341/2008 ΕΕργΔ 68(2009).573=ΕλΔ 50(2009).484=ΔΕΝ 65(2009).468], των δε λοιπών αναφερόμενων ως ελλειπόντων στοιχείων δυναμένων να προκύψουν και από την αποδεικτική διαδικασία χωρίς βλάβη της εναγομένης, αναφορικά με τη δυνατότητα άμυνάς της, χωρίς να απαιτείται τα στοιχεία αυτά να διατυπώνονται κατά τρόπο πανηγυρικό στο δικόγραφο, αρκεί ότι εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτουν ή συνάγονται επαρκώς από όλο το κείμενο της αγωγής (ΑΠ 2016/2007, ΑΠ 184/2007, ΑΠ 66/2007, ΑΠ 199/2004, ΑΠ 584/2000 «ΝΟΜΟΣ»). Σημειώνεται ότι για να είναι ορισμένο το ως άνω αγωγικό κονδύλιο αρκεί να αναγράφεται και ο μέσος όρος των μισθών κατά το αναφερόμενο διάστημα. (βλ. και ΑΠ 431/2006 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΧΡΙΔ 2006/658, Εφ.Δωδ. 12/2014 «ΝΟΜΟΣ»), ενώ καθίσταται περιττή η επιπρόσθετη μνεία περί πραγματικής και προσηκούσης προσφοράς της εργασίας του μισθωτού, διότι η καταγγελία της συμβάσεως εμπεριέχει και δήλωση της βουλήσεως του εργοδότη για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος (βλ. ΑΠ 192/2009, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1024/2006, ΕλλΔνη 50, 437, ΑΠ 431/2006, ΕλλΔνη 49, 464 και ΑΠ 216/2002, ΕλλΔνη 44: 120, Εφ. Πειρ. 123/2014 «ΝΟΜΟΣ»). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652, 653, 655, 656, 659, 669, 330, 349, 350, 353, 361, 340, 341, 345, 346, 914 και 932 ΑΚ, 3 του ν. 2112/1920, 1, 2 και 5 του Ν. 3198/1955, 5 του β.δ/τος της 16/18-7-1920, 23 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, 1 παρ.1 και 2 του Ν.1082/1980 και 1 παρ.1&2, 2, 3 παρ.1, 6 και 10 της 19040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, 1 3π. του Ν. 4504/1966 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966, 1,2 παρ. 1,3 ,4 και 5 του ΠΔ 178/2002 68, 907 και 908 αρ.1 εδ. ε’, 176 και 189 παρ. 1 σε συνδ. με 191 αρ. 2 του ΚΠολΔ και 63 παρ. 1, 68 παρ. 1, 84 παρ. 1 του Κωδ.Δικηγόρων Ν.4194/2013, (ΦΕΚ Α’ 208/27-9-2013). Συνεπώς, πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη, χωρίς να απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, καθώς μετά τον προαναφερόμενο περιορισμό το αγωγικό αίτημα δεν υπερβαίνει το όριο της καθ’υλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, (που είναι τα 20.000 ευρώ (βλ. άρθρο 14 αριθμ 1 εδ. α ΚΠολΔ σε συνδ. με 71 του ΕισνΚΠολΔ.)

Από την εκτίμηση του συνόλου των εγγράφων που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως, στα οποία περιλαμβάνονται και τα υπ’αριθμ. 1546/28-4-2015 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τις υπ’αριθμ. ……, ……, ……, ……/2017 που δόθηκαν στο πλαίσιο άλλης δίκης, οι οποίες δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 384/2014 ΑΠ , 554 /2012, ΑΠ 1421/2011, ΑΠ 99/2010, Εφ. Πειρ. 407/2015 «ΝΟΜΟΣ») αποδείχθηκαν τ’ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 15-4-1999 από την ανώνυμη εταιρεία «……» με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου. Επίσης, η ανωτέρω εταιρεία καθυστερούσε στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών ο ενάγων προέβη σε δύο επισχέσεις εργασίας και δη στις 13-2-2013 και στις 11-7-2013. Η ανωτέρω εταιρεία στις 8 Ιουλίου 2013 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Στις 7 Αυγούστου 2013 η βασική μέτοχος της ως άνω εργοδότριας εταιρείας και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της, …… …… δυνάμει της με αριθμό ……/7-8-2013 πράξης σύστασης του Συμβολαιογράφου, Στέφανου Γκριόγλου, ίδρυσε την εναγόμενη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία στην οποία ανέλαβε καθήκοντα προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου.

Περαιτέρω, κατόπιν αγωγής του ενάγοντος κατά των ως άνω δύο εταιρειών εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 1546/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών). Η ως άνω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίσθηκε α) η νομιμότητα της άσκησης εκ μέρους του ενάγοντος του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας του στις 13-2-2013 και στις 8-5-2013, β) η ακυρότητα της από 11-7-2013 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εταιρείας «……» και γ) ότι ο ενάγων συνδέεται με την εναγόμενη …… με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επίσης, με την ως άνω απόφαση υποχρεώθηκε η …… να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος. Η ως άνω απόφαση επιδίκασε, υπέρ του ενάγοντος, μεταξύ άλλων, μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1 Μαΐου 2012 έως τις 30 Απριλίου 2015. Επίσης, με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτό ότι μεταξύ της εταιρείας «…… (αρχική εργοδότρια) και της εναγόμενης …… επήλθε μεταβίβαση επιχείρησης με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1,2 παρ, 1, 3 παρ. 1,4 παρ, 1 και 2 του ΠΔ 178/2002. Κατόπιν εφέσεως των εναγομένων κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 551/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία επικυρώθηκε η προρρηθείσα πρωτόδικη απόφαση.

Περαιτέρω, η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που δέχεται την αγωγή του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας, λόγω άκυρης απόλυσης, δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την αξίωση για μισθούς υπερημερίας του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας και την ακυρότητα της καταγγελίας, η οποία προτάθηκε κατ’αντένσταση ή αποτέλεσε αυτοτελές αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής (ΑΠ 391/2011 ΔΕΕ 2012/493, ΑΠ 888/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1673/2007 «ΝΟΜΟΣ», Μον.Πρωτ.Αθηνών «ΝΟΜΟΣ». Στην επίδικη περίπτωση έχει παραχθεί δεδικασμένο ως προς τα τελεσιδίκως άνω κριθέντα, μεταξύ των οποίων και του κρίσιμου ζητήματος της μεταβίβασης επιχείρησης κατά τα προαναφερθέντα.

Περαιτέρω, δεν έχει ακόμα αρθεί η υπερημερία της εναγομένης, καθόσον, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης δικαστικής αποφάσεως αρνείται να αποδεχθεί της υπηρεσίες του ενάγοντος και ως εκ τούτου ο ενάγων δικαιούται μισθούς υπερημερίας και για περαιτέρω χρονικό διάστημα από αυτό που κρίθηκε τελεσιδίκως κατά τα ανωτέρω. Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1 Μαΐου 2015 έως 23-3-2017 συνολικού ύψους 13.192,65 ευρώ.

Κατ’ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει, ως αυτή περιορίσθηκε, δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 13.192,65 ευρώ νομιμοτόκως από τη επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι και ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση δεν μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα και ως εκ τούτου το αίτημα περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, η εναγομένη λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικασθεί να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος. (άρθρο 176 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκατριών χιλιάδων εκατόν ενενήντα δύο ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (13.192,65 ευρώ) νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Καταδικάζει την εναγομένη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (450) ευρώ.

-Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 19-3-2018 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies