Περίληψη:
Υπόθεση: Αγωγή εργαζομένων προγραμματιστών κατά εταιρίας πληροφορικής για επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας από καθυστέρηση καταβολής αποδοχών, επιδόματος Πάσχα, δαπανών τηλεργασίας και χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας.
Πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν ως προγραμματιστές με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Εργάζονταν με καθεστώς τηλεργασίας. Η εναγόμενη εταιρία καθυστερούσε την καταβολή των αποδοχών. Οι εργαζόμενοι με εξώδικες δηλώσεις θεώρησαν την πέραν των δύο μηνών καθυστέρηση ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της εναγόμενης.
Ζητήματα:1) Εάν η καθυστέρηση καταβολής μισθών πέραν των δύο μηνών συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, 2) Αν δικαιούνται οι ενάγοντες αποζημίωση απόλυσης, 3) Αν δικαιούνται οι ενάγοντες επίδομα Πάσχα, 4) Αν δικαιούνται οι ενάγοντες δαπάνες τηλεργασίας, 5) Αν υποχρεούται η εργοδότρια να χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, 6) Ερημοδικία στις εργατικές διαφορές.
Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: Άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 για τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας λόγω καθυστέρησης καταβολής αποδοχών, άρθρο 5 του Ν. 3846/2010 και άρθρο 67 του Ν. 4808/2021 για τις δαπάνες τηλεργασίας, άρθρο 678 ΑΚ για το πιστοποιητικό εργασίας, άρθρο 621 παρ. 2 ΚΠολΔ για την ερημοδικία στις εργατικές διαφορές, άρθρα 5-6 του Ν. 3198/1955 για την αποζημίωση απόλυσης.
Η κρίση του δικαστηρίου: Το δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, αναγνώρισε ότι η πέραν των δύο μηνών καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή που οι εργαζόμενοι δικαίως θεώρησαν ως καταγγελία της σύμβασης. Επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα αποζημίωση απόλυσης, επίδομα Πάσχα και δαπάνες τηλεργασίας. Συνολικά επιδίκασε 17.216,24 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 549/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Χρυσάνθη Παπαστάμου, Πρωτοδίκη Ειδικής Επετηρίδας, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την παρουσία της Γραμματέως Καλλιρόης Καραγιάννη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 5η Μαρτίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εναγόντων 1. ……… του ………, κατοίκου Αθηνών, οδός ……… αρ. .., με Α.Φ.Μ. ………, 2. ……… του ………, κατοίκου ……… Αττικής, οδός ……… αρ. .., με Α.Φ.Μ. ………, οι οποίοι παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Βλαχόπουλου (Α.Μ.Δ.Σ.Α.: 29922).
Της εναγόμενης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην ……… Αττικής, ……… αρ. .., και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. ………, η οποία δεν παραστάθηκε.
Οι ενάγοντες με την από 04.08.2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ……… /……… /2023 αγωγή τους ζητούν όσα αναφέρονται σε αυτήν. Για την αγωγή αυτή με την από 04.08.2023 πράξη του Πρωτοδικείου Αθηνών ορίσθηκε ημέρα συζήτησης η 22.01.2024 και, κατόπιν νόμιμης αναβολής, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, οι διάδικοι παραστάθηκαν ως ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, αφού ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 621 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ, «Στις διαφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή εμφανιστεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος στη συζήτηση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι». Από τη διατύπωση της διάταξης προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 271 και 272 ΚΠολΔ περί ερημοδικίας εναγομένου και ενάγοντος αντίστοιχα στην τακτική διαδικασία. Ως εκ τούτου, η ερημοδικία οποιουδήποτε διαδίκου στη διαδικασία των εργατικών διαφορών δεν επιφέρει βλαπτικές δικονομικές συνέπειες και η υπόθεση δικάζεται σαν να ήταν παρών κατά τη συζήτησή της και ο απολειπόμενος διάδικος. Από την με αριθμό ,,,,/07.08.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 22.01.2024 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη. Κατά την ως άνω ημερομηνία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση είχε εγγράφει στο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλήσης των διαδίκων, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ. Πλην, όμως, η εναγόμενη κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου εκθέματος, δεν παραστάθηκε και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Επομένως, πρέπει η εναγόμενη να δικαστεί ερήμην, ωστόσο η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 621 παρ. 2 εδ. β’.
ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α’ του ν. 2112/1920 ορίζεται, ότι «Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, «μονομερής μεταβολή» θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από τον νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, και χωρίς αυτή να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα, που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του (ή να γίνεται, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος – άρθρο 281 ΑΚ). Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται, επιπλέον, να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ’ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή και ηθική ζημία. Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για τον μισθωτό, μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ’ άρθρο 361 ΑΚ σύναψη (σιωπηρά ή μη) νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. Στην περίπτωση αυτή η μεταβολή των ορών της συμβάσεως εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχτεί αυτή ρητώς ή σιωπηρώς, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικώς δείχνουν την για αποδοχή βούληση του, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς να διαμαρτυρηθεί και ανεπιφυλάκτως συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο μισθωτός δεν μπορεί ούτε να θεωρήσει τη μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως αυτής εκ μέρους του εργοδότη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, αλλά ούτε και να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως όπως αυτή είχε προηγουμένως, β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως καταγγελία εκ μέρους του της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από τον ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, στην περίπτωση δε αυτή, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας (ο μισθωτός) την αντίδρασή του, να παράσχει προσωρινά τη νέα εργασία του υπό τους τροποποιηθέντες όρους και παράλληλα να προσφύγει στο Δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 791/2014, ΑΠ 24/2014, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η κατά τα ανωτέρω εξομοίωση της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με καταγγελία αυτής εκ μέρους του εργοδότη δεν επέρχεται αυτόματα, αλλά εξαρτάται από τη βούληση του εργαζομένου, έχοντος προς τούτο διαζευκτική ευχέρεια να μην θεωρήσει τη βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία, αλλά, εμμένοντας στη σύμβαση εργασίας υπό τους αρχικούς της όρους να ασκήσει όλα τα δικαιώματά του, που απορρέουν από τη μονομερή τροποποίηση των όρων αυτής. (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 791/2014, ΑΠ 24/2014, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στο τρίτο εδάφιο του ως άνω άρθρου 7 του ν. 2112/1920, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 56 ν. 4487/2017, πριν την εκ νέου τροποποίησή του με το άρθρο 58 ν. 4635/2019, ορίζεται ότι: «Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης». Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η καθυστέρηση καταβολής του μισθού, για να θεωρηθεί ότι συνιστά βλαπτική, υπό την ως άνω έννοια, μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, πρέπει να είναι αξιόλογη, ανεξάρτητα από την αιτία της καθυστέρησης, και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται αυτή δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του, όπως επικράτησε να ερμηνεύεται η ανωτέρω διάταξη του πρώτου ως άνω εδαφίου από τα δικαστήρια (ΑΠ 905/2023, ΑΠ 1215/2022, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ήδη, με το άρθρο 58 του ν. 4635/2019, το εν λόγω εδάφιο (γ’) του ως άνω άρθρου 7, έχει πλέον διαμορφωθεί ως εξής: «Επίσης, θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η πέραν των δυο (2) μηνών καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης». Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57,59, 281, 288,648,652,914,932 ΑΚ, 2 παρ. 2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή, υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (ΑΠ 1122/2021, ΑΠ 269/2020, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΙΙΙ. Με το άρθρο 5 του ν. 3846/2010 ρυθμίστηκε το πλαίσιο λειτουργίας της τηλεργασίας και ειδικότερα ορίζονται τα έξης: «1. Ο εργοδότης όταν καταρτίζει σύμβαση εργασίας για τηλεργασία, υποχρεούται να παραδίδει γραπτώς στον εργαζόμενο, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες, το σύνολο των πληροφοριών που αναφέρονται στην εκτέλεση της εργασίας και ειδικότερα ως προς την ιεραρχική σύνδεση με τους προϊσταμένους του στην επιχείρηση, τα λεπτομερή καθήκοντα του, τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, τον τρόπο μέτρησης του χρόνου εργασίας, την αποκατάσταση του κόστους που προκαλείται από την παροχή της (τηλεπικοινωνίες, εξοπλισμός, βλάβες συσκευών κλπ.). Αν στη σύμβαση περιέχεται συμφωνία για τηλε-ετοιμότητα ορίζονται τα χρονικά της όρια και οι προθεσμίες ανταπόκρισης του μισθωτού. 2. Αν κανονική εργασία μετατρέπεται σε Τηλεργασία, καθορίζεται στη συμφωνία αυτή μια περίοδος προσαρμογής τριών (3) μηνών, κατά την οποία οποιοδήποτε από τα μέρη, μετά από τήρηση προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών, μπορεί να θέσει τέλος στην Τηλεργασία και ο μισθωτός να επιστρέφει στην εργασία του σε αντίστοιχη θέση με αυτήν που κατείχε. 3. Ο εργοδότης αναλαμβάνει σε κάθε περίπτωση το κόστος που προκαλείται στον μισθωτό από τη μορφή αυτή εργασίας και ειδικότερα των τηλεπικοινωνιών. Παρέχει στον μισθωτό τεχνική υποστήριξη για την παροχή της εργασίας του και αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις δαπάνες επισκευής των συσκευών που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση της ή να τις αντικαταστήσει σε περίπτωση βλάβης. Η υποχρέωση αυτή αφορά και στις συσκευές που ανήκουν στον μισθωτό, εκτός εάν στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται διαφορετικά. Στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται ο τρόπος χρηματικής αποκατάστασης εκ μέρους του εργοδότη της χρησιμοποίησης του οικιακού χώρου εργασίας του μισθωτού. Με συλλογικές συμβάσεις προσδιορίζονται επίσης ειδικότερα πλαίσια για τη ρύθμιση του ίδιου ζητήματος». Περαιτέρω, με την παράγραφο 4 του άρθρου 67 του ν. 4808/2021 ορίζεται ότι «Κατά την τηλεργασία, ο εργοδότης αναλαμβάνει το κόστος που προκαλείται στον εργαζόμενο από τη μορφή αυτή εργασίας, ήτοι το κόστος του εξοπλισμού, εκτός εάν συμφωνηθεί να γίνεται χρήση εξοπλισμού του εργαζομένου, των τηλεπικοινωνιών, της συντήρησης του εξοπλισμού και της αποκατάστασης των βλαβών. Παρέχει στον εργαζόμενο τεχνική υποστήριξη για την παροχή της εργασίας του και αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις δαπάνες επισκευής το συσκευών που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεσή της ή να τις αντικαταστήσει σε περίπτωση βλάβης. Η υποχρέωση αυτή αφορά και στις συσκευές που ανήκουν στον εργαζόμενο, εκτός εάν στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται διαφορετικά. Στη σύμβαση ή στη σχέση εργασίας ορίζεται ο τρόπος χρηματικής αποκατάστασης εκ μέρους του εργοδότη του ως άνω κόστους καθώς και του κόστους, σε μηνιαία βάση, της χρήσης του οικιακού χώρου εργασίας του εργαζομένου. Οι σχετικές δαπάνες δεν αποτελούν αποδοχές αλλά εκπιπτέα δαπάνη για την εργοδοτική επιχείρηση, δεν υπόκεινται σε οποιοδήποτε φόρο ή τέλος ούτε οφείλονται επί αυτών ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη ή εργαζομένου, υπολογίζονται αναλογικώς προς τη συχνότητα και τη διάρκεια της τηλεργασίας, την παροχή ή όχι εξοπλισμού και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο». Το προαναφερόμενο κόστος που προκαλείται στον εργαζόμενο από την τηλεργασία ορίστηκε με την υπ’ αρ. 98490/3- 12-2021 Υπουργική απόφαση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β’ 5646/03.12.2021 και ισχύει από 03.12.2021, ορίζοντας το ελάχιστο ποσό σε μηνιαία βάση «α) για τη χρήση του οικιακού χώρου εργασίας 13 ευρώ, β) για τις επικοινωνίες το ποσό των 10 ευρώ και γ) για τη συντήρηση του εξοπλισμού το ποσό των 5 ευρώ, ενώ τα ποσά β και γ δεν καταβάλλονται εάν ο εργοδότης διαθέτει χωριστή σύμβαση με τον πάροχο διαδικτύου- κινητής και σταθερής τηλεφωνίας και εφόσον παρέχει στον εργαζόμενο τον εξοπλισμό που απαιτείται για την εκτέλεση της εργασίας μέσω τηλεργασίας. Σε περίπτωση που η τηλεργασία παρασχεθεί για λιγότερες από είκοσι δύο (22) ημέρες ανά μήνα, λόγω παροχής της εργασίας στο χώρο του εργοδότη, άδειας, απεργίας κ.λπ., καταβάλλεται το ένα εικοστό δεύτερο (1/22) των δαπανών, που ισχύουν κατά περίπτωση, ανά ημέρα εργασίας».
IV. Σύμφωνα με το άρθρο 678 ΑΚ, κατά τη λήξη της σύμβασης, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη πιστοποιητικό για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας του. Μόνο αν το ζητήσει ειδικά ο εργαζόμενος, βεβαιώνεται και η ποιότητα της εργασίας του και η διαγωγή του. Σκοπός της υποχρέωσης του εργοδότη για χορήγηση στον εργαζόμενο πιστοποιητικού εργασίας είναι η διευκόλυνση του τελευταίου να βρει άλλη εργασία και γενικά να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί εκδήλωση των παρεπόμενων υποχρεώσεων προστασίας που πηγάζουν από την εργασιακή σχέση. Η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 678 ΑΚ εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Το πιστοποιητικό εργασίας μπορεί να ζητηθεί με τη λήξη της εργασιακής σύμβασης, ήτοι είτε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου είτε με καταγγελία οποιοσδήποτε μορφής. Εκτός, όμως, από την περίπτωση αυτή, η προστατευτική τελολογία του άρθρου 678 ΑΚ επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση παροχής του πιστοποιητικού, ανεξάρτητα από τη λήξη της εργασιακής σύμβασης (ενδιάμεσο πιστοποιητικό), εφόσον ο εργαζόμενος έχει έννομο συμφέρον να το αξιώσει. Η υποχρέωση για έκδοση του πιστοποιητικού βαρύνει είτε τον εργοδότη αυτοπροσώπως είτε το νόμιμο εκπρόσωπό του. Η έκδοση του πιστοποιητικού προϋποθέτει την σχετική, γραπτή ή προφορική, αίτηση του εργαζόμενου. Για την έκδοση του πιστοποιητικού του εδαφίου β’ του άρθρου 678 ΑΚ (λεπτομερές πιστοποιητικό) απαιτείται ειδική αίτηση του εργαζόμενου. Το πιστοποιητικό μπορεί να ζητηθεί μέσα σε εύλογο χρόνο από τη λήξη της εργασιακής συμβάσεως. Ο δικαστικός έλεγχος είναι δυνατός όχι μόνο στην περίπτωση άρνησης χορήγησης του πιστοποιητικού, αλλά και όταν αμφισβητείται η αλήθεια του περιεχομένου του (ΕφΑθ 1138/1984, ΕΕργΔ 1985.403). Αν ο εργοδότης αρνηθεί να χορηγήσει το πιστοποιητικό εργασίας (απλό ή λεπτομερές) που του ζητήθηκε, ο εργαζόμενος μπορεί, μεταξύ άλλων, να ζητήσει με καταψηφιστική αγωγή την καταδίκη του εργοδότη στη σύνταξη και παράδοσή του πιστοποιητικού εργασίας, απειλώντας χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ (ΜονΕφΑθ 2484/2021, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το δικαίωμα αυτό του εργαζομένου ασκείται κατ’ αρχήν εξωδίκως έναντι του εργοδότη. Είναι όμως και δικαστικώς επιδιώξιμο σε δύο περιπτώσεις: Πρώτον, όταν ο εργαζόμενος έχει ζητήσει ήδη από τον εργοδότη τη χορήγηση του πιστοποιητικού, αλλά ο τελευταίος δεν το χορηγεί και, δεύτερον, όταν ο εργαζόμενος διαφωνεί με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού που χορήγησε ο εργοδότης, αμφισβητεί δηλαδή την ακρίβεια των πληροφοριών ή αξιολογήσεων που περιέχονται σε αυτό (βλ. ΑΠ 635/2020, ΔΕΝ 2021, 20). Πάντως, η άσκηση αγωγής για την εκπλήρωση της σχετικής εργοδοτικής υποχρέωσης προϋποθέτει την προηγούμενη υποβολή σχετικού αιτήματος του εργαζομένου προς τον εργοδότη, το οποίο δεν ικανοποιήθηκε. Σε αυτό το πλαίσιο γίνεται δεκτό ότι στοιχείο του ορισμένου της αγωγής είναι ακριβώς η επίκληση αφενός της υποβολής του αιτήματος αυτού προς τον εργοδότη για χορήγηση του πιστοποιητικού και αφετέρου της άρνησης του τελευταίου να το χορηγήσει (ΜονΠρΑθ 159/2023, ΜονΠρΑθ 867/2023, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η απόδειξη των ίδιων αυτών στοιχείων συνιστά επίσης προϋπόθεση και για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής (ΜονΕφΑθ 2484/2021, ΜονΕφΑθ 6443/2020, ΜονΠρΑθ 338/2023, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
V. Με την κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν ότι, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προσλήφθηκαν από την εναγόμενη εταιρία ο μεν πρώτος την 15.12.2021 και ο δεύτερος την 31.08.2021, προκειμένου να παρέχουν σε αυτήν τις υπηρεσίες τους ως προγραμματιστές υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ήτοι επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως και επί οκτάωρο ημερησίως, έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους για τον πρώτο 3.100,00 ευρώ και για τον δεύτερο 2.500,00 ευρώ, που αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 3.100,00 ευρώ από την 01.02.2022. Ότι, πράγματι, οι ενάγοντες παρείχαν κατά τα συμφωνηθέντα την εργασία τους στην εναγόμενη, η οποία από τον Νοέμβριο του έτους 2022 δυστροπούσε ως προς την καταβολή των αποδοχών τους, γεγονός για το οποίο διαμαρτυρήθηκαν επανειλημμένα. Ότι, ωστόσο, η εναγόμενη κώφευε στις οχλήσεις τους, και για το λόγο αυτό ο πρώτος ενάγων με την από 17.02.2023 εξώδικη δήλωσή του και ο δεύτερος με την από 17.03.2023 εξώδικη δήλωσή του προς την εναγόμενη δήλωσαν ότι εκλαμβάνουν ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους την εκ της πέραν του διμήνου μη καταβολής των αποδοχών μονομερή βλαπτική μεταβολή αυτής και ζήτησαν να τους καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους. Ότι, τέλος, η εναγόμενη δεν τους έχει μέχρι σήμερα καταβάλει, εκτός από την αποζημίωση απόλυσης, την αναλογία επιδόματος δώρου Πάσχα για το έτος 2023 ύψους 775,00 ευρώ για τον πρώτο και 1.227,08 ευρώ για τον δεύτερο εναγόμενο και τις δαπάνες τηλεργασίας για ολόκληρη τη διάρκεια των συμβάσεών τους ύψους 322,00 ευρώ για το πρώτο και 425,50 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζητούν, κατά την σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, άλλως, σε περίπτωση που κριθούν άκυρες οι συμβάσεις εργασίας τους, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους καταγγέλθηκαν την 17.02.2023 για τον πρώτο και την 17.03.2023 για τον δεύτερο ενάγοντα, και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει α) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 7.233,33 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 775,00 ευρώ ως επίδομα Πάσχα 2023 και το ποσό των 322,00 ευρώ ως δαπάνη τηλεργασίας και β) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 8.885,91 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 1.227,08 ευρώ ως επίδομα Πάσχα 2023 και το ποσό των 425,50 ευρώ ως δαπάνη τηλεργασίας, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλι κατέστη ληξηπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Περαιτέρω, ζητούν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους χορηγήσει, κατ’ άρθρ. 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ, πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας τους, καθώς και η διαγωγή τους και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της με την ως άνω διαγνωσθησόμενη υποχρέωσή της, να καταδικαστεί, κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ, στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 10.000,00 ευρώ για έκαστο εξ αυτών. Τέλος, ζητούν να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική τους δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, που σχετικά με το αίτημα περί επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης έχει ασκηθεί παραδεκτά εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, καθώς, με επικαλούμενο χρόνο καταγγελίας την 17.02.2023 και την 17.03.2023 για τον πρώτο και τον δεύτερο ενάγοντα αντίστοιχα, κατατέθηκε την 04.08.2023 και επιδόθηκε στην εναγόμενη την 07.08.2023 (βλ. τη με αριθμό 1851Η/07.08.2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λουράκη), παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 14, 16, 614, 621 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκειμένου να συζητηθεί κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρ. 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθ. 1 άρθρ. τέταρτο Ν. 4335/2015). Περαιτέρω, η αγωγή είναι ορισμένη, πλην του αιτήματος περί χορήγησης πιστοποιητικού εργασίας, το οποίο, σύμφωνα με όσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη υπό (IV) αναφέρονται, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, καθώς οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι ζήτησαν τη χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας από την εναγόμενη κι εκείνη αρνήθηκε να τους το χορηγήσει (βλ. ΑΠ 667/2012, ΕφΠειρ. 595/2018, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 59, 325, 340, 341, 346, 648, 653, 655, 656 ΑΚ, 7 του ν. 2112/1920, 5 και 6 ν. 3198/1955, 1, 2 και 3 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 67 ν. 4808/2021 και της με αριθμό 98490/03.12.2021 Υπουργικής Απόφασης, 176, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ και 910 παρ. 4 ΚΠολΔ. Ειδικά όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη επικουρική βάση σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα, ήτοι υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας, οπότε δεν απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, η κρινόμενη να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν, μη υποκείμενη σε τέλος δικαστικού ενσήμου, κατά το άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 50 του ν. 5134/2024, καθώς το αίτημα της δεν υπερβαίνει το ποσό των 30.000,00 ευρώ, έχουν δε προσκομιστεί τα από 01.08.2023 ενημερωτικά έγγραφα για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, κατ’ άρθρο 3 §2 ν. 4640/2019.
VI. Από το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία κατωτέρω, χωρίς όμως κάποιο από αυτά να παραλειφθεί για την κατ’ ουσία διάγνωση της διαφοράς, τα οποία λαμβάνονται υπόψη έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, κατ’ αρ. 340 παρ.1 ΚΠολΔ, και χρησιμεύουν και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις ομολογίες των διαδίκων, όπως αυτές διαλαμβάνονται στα δικόγραφά τους και εκτίθενται κατωτέρω (άρθρα 261 παρ. 1 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά: Η εναγόμενη εταιρία δραστηριοποιείται στον τομέα του προγραμματισμού ηλεκτρονικών συστημάτων και των ενσύρματων τηλεπικοινωνιακών δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο δε της δραστηριότητάς της προσέλαβε, δυνάμει της από 15.12.2021 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον πρώτο ενάγοντα και δυνάμει της από 01.09.2021 σύμβασης εργασίας τον δεύτερο ενάγοντα, προκειμένου αυτοί να απασχοληθούν σε αυτήν υπό την ειδικότητα του σχεδιαστή, αναλυτή και προγραμματιστή συστημάτων υπολογιστών με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ήτοι επί πέντε μέρες εβδομαδιαίως (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί οκτώ ώρες ημερησίως (από 10:00 έως 18:30 με διάλειμμα 30 λεπτών) έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους 3.100,00 ευρώ για τον πρώτο και 2.500,00 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την εκτύπωση του λογαριασμού ασφάλισης του δεύτερου ενάγοντος, ήδη από τον Φεβρουάριο του 2022 ο μικτός μηνιαίος μισθός του είχε αναπροσαρμοστεί στο ποσό των 3.100,00 ευρώ. Οι ενάγοντες πράγματι παρείχαν την εργασία τους στην ενάγουσα από την έναρξη των συμβάσεων, εργαζόμενοι με καθεστώς τηλεργασίας, πλην όμως η εναγόμενη ήδη από τον Νοέμβριο του έτους 2022 δυστροπούσε ως προς την προσήκουσα καταβολή των αποδοχών των εναγόντων, οι οποίοι επανειλημμένα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, διαμαρτυρήθηκαν στην εναγόμενη. Διαδραμόντος του χρόνου και ενώ η εναγόμενη δεν είχε καταβάλει στους ενάγοντες τους μισθούς του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου του έτους 2022, καθώς και του Ιανουαρίου του έτους 2023, οι ενάγοντες με εξώδικες δηλώσεις τους και ειδικότερα ο πρώτος με την από 17.02.2023 εξώδικη δήλωσή του, την οποία κοινοποίησε αυθημερόν στην εναγόμενη, και ο δεύτερος με την από 17.03.2023 εξώδικη δήλωσή του, την οποία κοινοποίησε αυθημερόν στην εναγόμενη, δήλωσαν ότι εκλαμβάνουν την εκ της πέραν των δύο (2) μηνών καθυστέρησης καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους μονομερή βλαπτική μεταβολή των συμβάσεων εργασίας τους ως καταγγελία αυτών εκ μέρους της εναγόμενης, αξιώνοντας την καταβολή, πέραν των οφειλόμενων ως άνω αποδοχών τους, και της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Εξάλλου, οι ενάγοντες προσέφυγαν προς διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους και στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας Ν. Ιωνίας, κατά την εκδίκαση δε της εργατικής διαφοράς την 03.05.2023 η εναγόμενη συνομολόγησε τις οφειλές της, πλην όμως δήλωσε αδυναμία καταβολής αυτών. Συνακόλουθα, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη καθυστέρησε για χρονικό διάστημα πέραν των δύο μηνών την καταβολή των αποδοχών των εναγόντων, η καθυστέρηση δε αυτή συνιστά, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων, οι οποίοι, κάνοντας χρήση της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχει ο νόμος, θεώρησαν την ως άνω βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους εκ μέρους της εναγόμενης, δικαιούμενοι για την αιτία αυτή αποζημίωση απόλυσης, την οποία η εναγόμενη ουδέποτε τους κατέβαλε. Λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η καταγγελία των ως άνω συμβάσεων (ήτοι την 17.2.2023 για τον πρώτο και την 17.03.2023 για τον δεύτερο ενάγοντα), ο μεν πρώτος είχε συμπληρώσει στην εναγόμενη προϋπηρεσία 14 μηνών και ο δεύτερος προϋπηρεσία 18,5 μηνών και ο μικτός μηνιαίος μισθός τους υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την απόλυσή τους ανερχόταν στο ποσό των 3.100,00 ευρώ, η αποζημίωση απόλυσης που δικαιούται έκαστος των εναγόντων ανέρχεται σε [(3.100,00 X 2 = ) 6.200,00 + (6.200,00 X 1/6 = ) 1.033,33 = ] 7.233,33 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της λύσης της σύμβασης, ήτοι από την 18.02.2023 για τον πρώτο και από την 18.03.2023 για τον δεύτερο ενάγοντα, και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Περαιτέρω, δυνάμει των με αριθμούς 69/2023 και 98/2023 διαταγών πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, οι ενάγοντες εισέπραξαν μέρος των ως άνω δεδουλευμένων αποδοχών τους για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2022 έως και την λήξη των συμβάσεών τους. Ωστόσο, η ενάγουσα δεν έχει μέχρι σήμερα καταβάλει στους ενάγοντες την αναλογία επιδόματος δώρου Πάσχα για το έτος 2023 ύψους (3.100,00 X 1/25 X 6 ημερομίσθια δώρου = ) 744,00 + (744,00 X 0,041666 = ) 31,00 = ) 775,00 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και (3.100,00 X 1/25 X 9,5 ημερομίσθια δώρου = ) 1.178,00 + (1.178,00 X 0,041666 = ) 49,08 = ) 1.227,08 ευρώ, τα οποία πρέπει να επιδικαστούν στους ενάγοντες, νομιμοτόκως από τη δήλη μέρα καταβολής τους, ήτοι από την 01.05.2023, και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη ουδέποτε κατέβαλε στους ενάγοντες τις προβλεπόμενες από το νόμο δαπάνες τηλεργασίας, ανερχόμενες, δεδομένου ότι τον ηλεκτρονικό υπολογιστή τους παρείχε η ίδια η εναγόμενη, στο ποσό των 13,00 ευρώ μηνιαίως για την χρήση του οικιακού χώρου τους και στο ποσό των 10,00 ευρώ μηνιαίως για τις επικοινωνίες, ήτοι συνολικά στο ποσό των 23,00 ευρώ μηνιαίως. Συνακόλουθα, η εναγόμενη οφείλει για την αιτία αυτή στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των (14 μήνες X 23,00 ευρώ = ) 322,00 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των (18,5 μήνες X 23,00 ευρώ = ) 425,50 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν τον οποίο αφορά, και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
ΙΧ. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων έληξαν λόγω καταγγελίας εκ μέρους της εναγόμενης την 17.02.2023 για τον πρώτο ενάγοντα και την 17.03.2023 για τον δεύτερο ενάγοντα, και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των (7.233,33 + 775,00 + 322,00 = ) 8.330,33 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των (7.233,33 + 1.227,08 + 425,50 = ) 8.885,91 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, σύμφωνα με όσα ειδικότερα για κάθε επιμέρους κονδύλι ανωτέρω αναφέρονται, ήτοι για την αποζημίωση απόλυσης από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης, για το επίδομα δώρου Πάσχα από την 01.05.2023 και για τις δαπάνες τηλεργασίας από την πρώτη του επόμενου μήνα από αυτόν τον οποίο αφορούν, και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, κατά παραδοχή του σχετικού παρεπόμενου αιτήματος των εναγόντων ως ουσιαστικά βάσιμου, αφενός διότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις (άρθρα 907,908 παρ.1 περ. ε’ και 910 αρ. 4 του ΚΠολΔ) και αφετέρου διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στους ενάγοντες, καθόσον οι αποδοχές εκ της εργασίας τούς αποτελούν το μοναδικό μέσο βιοπορισμού και κάλυψης των βιοτικών αναγκών τους. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων πρέπει να επιδικαστούν σε βάρος της εναγομένης, κατά τη διάταξη του άρθρου 178 παρ. 2, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή ερήμην της εναγόμενης.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η από 15.12.2021 σύμβαση εργασίας του πρώτου ενάγοντος έληξε λόγω καταγγελίας εκ μέρους της εναγόμενης την 17.02.2023 και η από 01.09.2021 σύμβαση εργασίας του δεύτερου ενάγοντος έληξε λόγω καταγγελίας εκ μέρους της εναγόμενης την 17.03.2023.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των οκτώ χιλιάδων τριακοσίων τριάντα ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (8.330,33 ευρώ) και στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (8.885,91 ευρώ), νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα για έκαστο επιμέρους κονδύλι στο σκεπτικό της παρούσας εκτιθέμενα και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στη δικαστική δαπάνη των εναγόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 10/6/2025.
