Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης δια αναγκαστικού πλειστηριασμού του συνόλου αυτής. Ευθύνη μεταβιβάζοντος και διαδόχου εργοδότη. ‘Έννοια αφερέγγυου εργοδότη. Μη εφαρμογή εξαίρεσης που αφορά στις αφερέγγυες επιχειρήσεις, εφόσον δεν αποβλέπει στην εκκαθάριση της επιχείρησης. Άκυρη καταγγελία σύμβασης εργασίας από τον προηγούμενο εργοδότη. Η υπερημερία του συνεχίζεται στο πρόσωπο του διαδόχου του, δίχως να απαιτείται γνώση του ή πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου. Απορριπτέα η ένσταση της εναγόμενης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ως ουσία αβάσιμη. Αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας κατά του μεταβιβάσαντος εργοδότη. Δεν  τίθεται ζήτημα παραγραφής των ένδικων αξιώσεων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα η σχετική ένσταση ως ουσία αβάσιμη, καθότι μετά την ακύρωση της καταγγελίας η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κατέστη εκ νέου ενεργή και κατ’ ακολουθία μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη. Απορριπτέα ως αβάσιμη η ένσταση αλλαχού κερδηθέντων της εργοδότριας, αφού ο ενάγων απασχολείτο ήδη σε έτερο νοσηλευτικό ίδρυμα και συνεπώς η ωφέλεια προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη και δεν συνδέεται αιτιωδώς με την υπερημερία αυτού. Δέχεται την αγωγή. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 76.750,45 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ

ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης 714/2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Νίκη Ζυγογιάννη, Πρωτοδίκη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Γεωργία Μαρούσου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 22-03-2017, για να δικάσει την υπόθεση:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………………., κατοίκου ………………. Αττικής (οδός ……………….), ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημήτριου Βλαχόπουλου.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………….», με διακριτικό τίτλο «……………….» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………………., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Βαλίντας Αρβανιτοπούλου.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 23-12-2015 αγωγή του, που κατατέθηκε νομίμως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………………., η οποία προσδιορίστηκε για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 31-05-2016, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο πινάκιο και κατά τη συζήτησή της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο ενάγων εκθέτει ότι απασχολούνταν από την 01-11-2000 στο Ν.Π.Ι.Δ. «……………….», με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του ιατρού μέχρι και την 08-01-2014, οπότε και η ως άνω εργοδότρια κατήγγελλε άκυρα τη σύμβαση εργασίας του. Ότι άσκησε την από 12-02-2014 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………………. αγωγή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1102/2015 απόφαση, δυνάμει της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 8/1/2014 καταγγελίας της σύμβασής εργασίας του, υποχρεώθηκε το «……………….» να του καταβάλει τα αιτηθέντα ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 09-01-2014 έως την 08-01-2015, το ποσό των 20.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και να ανακαλέσει τον ισχυρισμό του περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς του. Εν τω μεταξύ την 25-04-2014 το ως άνω κοινωφελές ίδρυμα εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ως οικονομικό σύνολο και κατακυρώθηκε στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, η οποία συνεχίζει να το λειτουργεί ως νέα εργοδότρια. Ότι έχει επέλθει μεταβίβαση επιχείρησης, σύμφωνα με το ΠΔ 178/2002 από την αρχική εργοδότρια στην εναγομένη. Ότι καθώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, πριν από τη μεταβίβαση της επιχείρησης, ακυρώθηκε, η εν λόγω σύμβαση εργασίας συνεχίζεται στο πρόσωπο της εναγομένης (διαδόχου η υπερημερία), η οποία (υπερημερία) δεν έχει αρθεί. Κατόπιν των ανωτέρω ο ενάγων ζητεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 178/2002, άλλως επικουρικά με τις διατάξεις του άρθρου 479 ΑΚ, να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί η εναγομένη, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 76.750,45 ευρώ, για αποδοχές υπερημερίας, δώρο Πάσχα Χριστουγέννων, επίδομα άδειας, χρονικού διαστήματος από 09-01-2015 έως 08-01-2017, με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό υπερημερίας, από 30 Απριλίου εκάστου έτους για το αντίστοιχο επίδομα Πάσχα και από 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους για το αντίστοιχο επίδομα Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας, άλλως από της επίδοσης της παρούσης μέχρι την εξόφληση και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 9 εδ. γ, 14 παρ. 2., 16 αρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 και 622 ΚΠολΔ ΚΠολΔ). Η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη. Είναι δε νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 341, 345. 346, 349 παρ. 1, 479, 648, 652, 653, 655 ΑΚ, 4. 5 του π.δ. 178/2002, άρθρ. 3 παρ.16 ν. 4504/1966, 1 επ.Ν. 1082/1980 σε συνδ. με ΥΑ 19040/1981, 1 επ. ν. 2112/20, 70, 176, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ. Θα πρέπει, λοιπόν, η κρινόμενη αγωγή να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το πέραν του ποσού της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. Ια ΚΠολΔ) έχει καταβληθεί το αναλογούν δικαστικό ένσημο (βλ.e-παράβολο 12659519895705220068).

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος στο ακροατήριο και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης και από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και, επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα ένορκες βεβαιώσεις, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων από την 01-11-2000 απασχολούταν στο Ν.Π.Ι.Δ. «……………….», με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του ιατρού αρχικά με το βαθμό του επιμελητή και από τον Ιούνιο του 2012 με το βαθμό του επιστημονικού διευθυντή της Α’ ορθοπαιδικής κλινικής. Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του τον Ιούνιο του 2012 ανερχόταν στο ποσό των 2.724,87 ευρώ. Αιφνιδίως την 08-01-2014 και ενώ βρισκόταν σε κανονική άδεια η ως άνω εργοδότρια κατήγγελλε τη σύμβαση εργασίας του. Ο ενάγων άσκησε την από 12-02-2014 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………………. αγωγή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1102/2015 απόφαση, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη (όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. ……. /2015 πιστοποιητικό περί μη άσκησης ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ’ αριθ. ……../21-05-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), δυνάμει της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 8-1-2014 καταγγελίας της σύμβασής εργασίας του ενάγοντος και υποχρεώθηκε το «……………….» να του καταβάλει τα αιτηθέντα ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 09-01-2014 έως την 08-01-2015, το ποσό των 20.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και να ανακαλέσει τον ισχυρισμό του περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντος. Εν τω μεταξύ η Τράπεζα ………………. επέβαλε την 02-05-2014 στο ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα αναγκαστική κατάσχεση και έλαβε με την με αριθμό 924/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών την άδεια να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση και να ακολουθήσει δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός επί του νοσοκομείου ως οικονομική μονάδα και συνόλου περιουσίας. Ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα την 24-9-2014 στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Αθηνών και η μοναδική προσφορά προήλθε από την εναγόμενη, θυγατρική εταιρία της «……………….». Το νοσοκομείο κατακυρώθηκε στην εναγόμενη αντί του ποσού των 115.135.251 ευρώ, ενώ από την 1-11-2014 αυτή ανέλαβε την λειτουργία του νοσοκομείου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, από την ανωτέρω ημερομηνία 1-11-2014, συνέχισε τη λειτουργία του νοσοκομείου χωρίς διακοπή ούτε για μία ημέρα, ενώ η δραστηριότητά του συνεχίσθηκε στο ίδιο κτήριο, με τον ίδιο εξοπλισμό, τίτλο, άδεια λειτουργίας, με τις ίδιες συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας, τα ίδια διευθυντικά στελέχη. Οι εργασιακές δε σχέσεις του προσωπικού που εργαζόταν κατά την 31-10-2014, μεταβιβάσθηκαν από 1-11-2014 στην εναγόμενη. Στο καθεστώς του εργασιακού προσωπικού καμία αλλαγή δεν επήλθε. δεν υπεγράφησαν νέες συμβάσεις, όσοι εργαζόμενοι εργαζόταν 31-10-2014 στο νοσοκομείο, συνέχισαν στην επόμενη ημέρα, με τον ίδιο μισθό, ενώ η εναγόμενη που την 1-11-2014 ανήγγειλε το προσωπικό, ως ημερομηνία πρόσληψης ανέγραψε στις αναγγελίες την αρχική ημερομηνία πρόσληψης του καθενός από το «……………….», αυτήν δε υπολογίζει και όταν προχωρά σε καταγγελίες συμβάσεων για τον υπολογισμό της αποζημίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση συντελέσθηκε μεταβίβαση της επιχείρησης του ιδρύματος ………………. στην εναγόμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ. 178/2002 και σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 αυτού που ορίζει ότι «Δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζουν από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλέγγυα και εις ολόκληρο με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος». Η εναγομένη, την 1-11-2014 υπεισήλθε στην θέση του ………………. και σε αυτήν μεταβιβάσθηκαν όλες οι εργασιακές σχέσεις που κατά τον χρόνο αυτό ήταν ενεργές με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι πρέπει σε αυτήν να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 6 του ΠΔ 178/2002, κατά το οποίο: «Τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζουν ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 5 του ν. 2648/1998 (Α ’238), η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της, κατά περίπτωση αρμόδιας Αρχής». Σύμφωνα δε με το άρθρο 44 παρ.5 του ν. 2648/1998: «Αφερέγγυος εργοδότης είναι: α) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που περιέρχεται σε κατάσταση παύσεως ή αναστολής των πληρωμών του και κηρύσσεται σε πτώχευση με απόφαση  του αρμόδιου δικαστηρίου. Αν η επιχείρηση αυτού του εργοδότη συνεχίζει να λειτουργεί παρά την κήρυξη σε πτώχευση, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται αφερέγγυος, β) επιχείρηση (προβληματική) που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση άρθρων 9 του ν. 1386/1983 (Φ ΕΚ 107 Α’), 46 του ν: 1892/1990 (ΦΕΚ 101 και 14 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α’), όπως ισχύουν, γ) Ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε με απόφαση του αρμοδίου υπουργού, λόγο) παράβασης διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας και τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση (αναγκαστική) σύμφωνα με το άρθρο 12α του ν.δ, 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α’) όπως ισχύει, δ) κάθε εργοδότης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που η επιχείρηση του τέθηκε ύστερα από προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, σε εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών τον και με αποτέλεσμα τη λύση των σχέσεων εργασίας με τους μισθωτούς’ του. 2. Η εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αρχίζει από την έκδοση της σχετικής κατά περίπτωση δικαστικής απόφασης». Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων της αφερεγγυότητας του εργοδότη στο άρθρο 44 παράγραφος 5 του ν. 2648/1998 είναι ενδεικτική και ότι η κατάσχεση επιχείρησης του άρθρου 1022 ΚΠολΔ είναι διαδικασία ανάλογη με τις διατάξεις 135-141 ΠτωΚ. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, δεν προκύπτει από την παράθεση του εν λόγω άρθρου ούτε από αυτή του άρθρου 65 του ΠΔ 178/2002, ότι πρόκειται για ενδεικτική απαρίθμηση, η δε αναφερόμενη στο ΠΔ 178/2002 ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, προσδιορίζεται ποια μπορεί να είναι με ρητή παραπομπή στο νόμο 2648/1998, όπου εκεί στο άρθρο 44 αυτού, αναφέρονται οι περιπτώσεις όχι ενδεικτικά. Με βάση δε τον σκοπό του ΠΔ 178/2002. που είναι η προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης, οι όποιες εξαιρέσεις από τις ρυθμίσεις του, πρέπει να είναι σαφείς άλλως θα υπήρχε ευρεία δυνατότητα ερμηνείας του άρθρου 6 του ΠΔ και να παρακάμπτονται ευχερώς οι προστατευτικές διατάξεις. Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο των ως άνω διατάξεων δεν προκύπτει ότι στην υπό κρίση μεταβίβαση δύναται να εφαρμοσθεί η εξαίρεση του άρθρου 6 διότι δεν εμπίπτει στις προϋποθέσεις αυτού. Έτσι δεν πρόκειται για διαδικασία πτώχευσης ή άλλης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 44 παράγραφος 5 του ν. 2648/1998 διαδικασίες αφερεγγυότητας, η υπό κρίση περίπτωση δεν κινήθηκε, όπως οι αναγραφόμενες στις ανωτέρω διατάξεις διαδικασίες, με σκοπό την εκκαθάριση ούτε διεξήχθη με διαδικασίες υπό την εποπτεία της αρμόδιας αρχής και κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης, όπως αυτή προβλέπεται στις περιγραφόμενες στα άρθρα αυτά διαδικασίες εκκαθάρισης, όπως η απόφαση για την πτώχευση. Για τους ανωτέρω λόγους δεν δύναται να γίνει δεκτός και ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 6 του ΠΔ 178/2002 λόγω υπάρξεως νομοθετικού κενού με την αιτιολογία ότι η ρύθμιση είναι ελλιπής. Το γεγονός βέβαια ότι στο ΠΔ δεν, περιλαμβάνεται η διαδικασία του άρθρου 1022 ΚΠολΔ, δεν σημαίνει ότι η διάταξη είναι ελλιπής ώστε να τίθεται ζήτημα κενού. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, για να μην παραβιάζονται ευχερώς οι προστατευτικές διατάξεις του ΠΔ 178/2002, η επιλογή του νομοθέτη ήταν συγκεκριμένη και λιτή. Ακόμη όμως και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι δύναται να εφαρμοσθεί αναλογικά, σε άλλες περιπτώσεις η διάταξη αυτή, θα λάμβανε χώρα μόνο σε διαδικασίες εκκαθάρισης επιχειρήσεων που πράγματι θα ομοίαζαν με τις αναφερόμενες στο άρθρο 6 ΠΔ 178/2002 σε συνδυασμό με άρθρο 44 παράγραφος 5 του ν. 2648/1998 και ενδεχομένως θα είχαν νομοθετηθεί μεταγενέστερα του ΠΔ 178/2002, κάτι που δεν συμβαίνει με την διάταξη του 1022 ΚΠολΔ. Έτσι θα δύνατο να εφαρμοσθεί σε μεταγενέστερα νομοθετημένες διαδικασίες εκκαθάρισης επιχειρήσεων, όπου εκδίδεται απόφαση δικαστική και υφίσταται εποπτεία της διαδικασίας εκκαθάρισης από αρμόδια αρχή. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, δεν επρόκειτο για κάποια νομοθετημένη διαδικασία εκκαθάρισης, η οποία θα προέβλεπε την εποπτεία κάποιας αρχής και την έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης. Αντίθετα, ακριβώς για να παρακαμφθεί μια τέτοια διαδικασία εκκαθάρισης που θα είχε ως συνέπεια την παύση της λειτουργίας του νοσοκομείου επιλέχθηκε η διαδικασία του άρθρου 1022 ΚΠολΔ και ο πλειστηριασμός, στον οποίο συναίνεσε το ………………., με μοναδικό συμμετέχοντα την εναγόμενη, θυγατρική της δανείστριας τράπεζας. Ρητά εξάλλου είχαν συμφωνήσει ότι εάν η παραπάνω διαδικασία δεν καταστεί δυνατή έως την 31-1-2015, τα μέρη θα προσέφευγαν στην ειδική διαδικασία εξυγίανσης και εκκαθάρισης των άρθρων 106 του ΠτΚ. Εξάλλου και η εναγόμενη εμφανίσθηκε την 1-11-2014 ως διάδοχος εργοδότης, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αναγνωρίζοντας την προϋπηρεσία και το μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων και συνεχίζοντας την επιχειρηματική δραστηριότητα του ………………. χωρίς καμία διαφοροποίηση. Λόγω της ως άνω μεταβίβασης, η διάδοχος εναγόμενη υποκατέστησε αυτοδίκαια τον αρχικό εργοδότη, με συνέπεια αφενός μεν ο ενάγων να συνδέεται με τη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από τον αρχικό εργοδότη, είναι άκυρη όπως προαναφέρθηκε, αφετέρου δε οι αξιώσεις του ενάγοντος, που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας του με την αρχική εργοδότριά του και υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, να βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής και τη διάδοχο εναγομένη. Η δε εναγομένη ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις του ενάγοντας, που γεννήθηκαν μετά τη διαδοχή, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπερημερία της αρχικής εργοδότριας συνεχίστηκε στο πρόσωπο της εναγόμενης, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους της ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος σε αυτήν (πρβλ. ΕφΑΘ 9825/1991 ΑρχΝ 1992.356, ΕφΑΘ 106/1984 ΕΕργΔ 1984.222, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, γ’ έκδ, 2014, σελ. 1293-4, Σ. Βλαστός, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ. 135). Κατ’ αποτέλεσμα είναι απορριπτέα η ένσταση της εναγομένης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ως ουσία αβάσιμη. Κατά συνέπεια, λόγω της άκυρης καταγγελίας της συμβάσεώς εργασίας του ενάγοντος το «……………….» περιήχθη σε κατάσταση υπερημερίας περί την αποδοχή των υπηρεσιών του, η υπερημερία δε αυτή συνεχίζεται στο πρόσωπο της εναγομένης για το χρονικό διάστημα μετά τη μεταβίβαση επιχείρησης (24 Σεπτεμβρίου 2014) και δεν έχει αρθεί. Με την άσκηση δε της ανωτέρω αναφερόμενης αγωγής περί της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με τον αρχικό εργοδότη δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής των ένδικών αξιώσεων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα η σχετική ένσταση ως ουσία αβάσιμη, καθότι μετά την ακύρωση της καταγγελίας η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κατέστη εκ νέου ενεργή και κατ’ ακολουθία μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη, όπως και οι υπόλοιπες συμβάσεις των λοιπών εργαζομένων, όπως ανωτέρω εκτίθεται, ευθυνόμενη η ίδια πλέον για τις μετά την μεταβίβαση αξιώσεις των εργαζομένων της. Βάσει των προαναφερόμενων η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα α) για αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 65.396,88 ευρώ (2.724,87 ευρώ μικτός μηνιαίος μισθός X 24 μήνες), β) για δώρα εορτών και αδείας, ήτοι: α) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2015: 1.419.19 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία τον επιδόματος αδείας: 2.724,87 / 2 X 1,04166), β) για επίδομα αδείας 2015: 1.362,44 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός: 2.724,87 / 2), γ) για επίδομα Χριστουγέννων 2015: 2.838,39 Ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία τον επιδόματος αδείας: 2.724,87χ 1,04166), δ) για επίδομα Πάσχα 2016: 1.419,19 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 2.724.87 / 2 χ 1,04166), ε) για επίδομα αδείας 2016: 1.362,44 Ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός: 2.724,87/2), στ) για επίδομα Χριστουγέννων 2016: 2.838,39 Ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία τον επιδόματος αδείας: 2.724,87 X 1,04166) και ζ) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2017: 113,53 ευρώ (ένα ημερομίσθιο για κάθε οκταήμερο εργασίας από 1/1/2017 έως 8/1/2017 εξ 108,99 ευρώ έκαστο: 108,99 X 1 οκταήμερο και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166] = 113,53). Και συνολικά το ποσό των (65.396,88 + 1.419,19 + 1.362,44 + 2.838,39 + 1.419.19 + 1.362,44 + 2.838,39 + 113,53=) 76.750,45 ευρώ. Η εναγομένη αιτήθηκε την επίδειξη κατ’ άρθρο 450 ΚΠολΔ από μέρους του ενάγοντος των φορολογικών δηλώσεων των ετών 2015 και 2016 και της σύμβαση που έχει καταρτιστεί μεταξύ αυτού και του ……………….. Ο ενάγων προσκόμισε την φορολογική δήλωση του έτους 2015, μη δυνάμενος να προσκομίσει αυτή του έτους 2016, καθώς κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής δεν ήταν δυνατή η υποβολή δηλώσεων αυτού του έτους. Όσον αφορά δε την επίδειξη της σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και του ………………., κρίνεται δε ότι πέραν της ρήτρας εμπιστευτικότητας, η οποία δεσμεύει τον ενάγοντα περί της μη κοινοποίησής της, δε συντρέχει λόγος προσκόμισης, καθότι αρκεί η επίδειξη της  ανωτέρω αναφερόμενης φορολογικής δήλωσης. Ως εκ τούτου το σχετικό αίτημα που υποβλήθηκε από την εναγομένη έχει ικανοποιηθεί. Από την ως άνω δε φορολογική δήλωση προκύπτει ότι ο ενάγων από μισθωτές υπηρεσίες το χρονικό διάστημα 01-01-2014 ως 31-12-2015 έλαβε το ποσό των 5.953,72 ευρώ, το οποίο η εναγομένη θεωρεί ως αλλαχού κερδηθέντα και ως εκ τούτου πρέπει αφαιρεθεί από τις αιτούμενες αποδοχές του ενάγοντος. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 1102/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ο ενάγων, όπως και έτεροι συνάδελφοί του, ήδη από το 2013 απασχολούταν και σε έτερο νοσηλευτικό ίδρυμα πέραν του συμβατικού του ωραρίου εργασίας. Δεδομένου λοιπόν ότι η ανωτέρω αναφερόμενη ωφέλεια προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη και δεν συνδέεται αιτιωδώς με την υπερημερία, είναι απορριπτέα ως ουσία βάσιμη η σχετική ένσταση της εναγομένης. Απορριπτέα δε είναι και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ. Ειδικότερα όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι, καίτοι μπορούσε να ανεύρει νέα θέση εργασίας, αντίστοιχη με εκείνη που κατείχε πριν την άκυρη απόλυση του, εντούτοις δεν το έπραξε από κακοβουλία, είναι απορριπτέος από ουσιαστική άποψη όπως αμέσως ανωτέρω εκτίθεται. Ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων αδράνησε για μεγάλο χρονικό διάστημα να ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις του είναι, επίσης, απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού άσκησε την κρινόμενη αγωγή του πριν καν την παρέλευση έτους από τη δήλη ημέρα καταβολής της αρχαιότερης από τις ένδικες οφειλές της, ενώ είχε ήδη στραφεί κατά του προκατόχου της, ………………., όπως ανωτέρω εκτίθεται. Όσον αφορά δε την επίκληση επαπειλούμενης οικονομικής καταστροφής της εναγομένης, σε περίπτωση ευδοκίμησης της ένδικης αγωγής είναι επίσης απορριπτέα, ως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και εντεύθεν απαράδεκτη ως αόριστη, αφού δεν περιλαμβάνει ούτε συγκεκριμένο αίτημα, ούτε έκθεση των θεμελιωτικών αυτής περιστατικών, παρά μόνον παράθεση ισχυρισμών οι οποίοι και αληθείς υποτιθέμενοι συνιστούν απλή άρνηση της αγωγής.

Κατά ακολουθία των προαναφερομένων, πρέπει η ένδικη αγωγή, να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, και Α) να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων συνδέεται με τη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των εβδομήντα έξι χιλιάδων επτακοσίων πενήντα ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (76.750,45), για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 09-01-2015 έως 08-01-2017, με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό υπερημερίας, από 30 Απριλίου εκάστου έτους για το αντίστοιχο επίδομα Πάσχα και από 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους για το αντίστοιχο επίδομα Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας). Γ) να κηρυχθεί η απόφαση ως προς την καταψηφιστική της διάταξη εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, λόγω και της φύσης του επιδικαζόμενου κονδυλίου, ως εργατικής απαίτησης (άρθρ. 908 παρ. 1 εδαφ. α’ και περ. ε’ ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, επειδή είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης αυτής να προξενηθεί σημαντική ζημία στον ενάγοντα. Δ) να καταδικαστεί η εναγομένη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος (άρθρ. 176, 178 παρ.1 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο ενάγων συνδέεται με τη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των το συνολικό ποσό των εβδομήντα έξι χιλιάδων επτακοσίων πενήντα ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (76.750,45), για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 09-01-2015 έως 08-01-2017, με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό υπερημερίας, από 30 Απριλίου εκάστου έτους για το αντίστοιχο επίδομα Πάσχα και από 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους για το αντίστοιχο επίδομα Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την αμέσως ανωτέρω διάταξη προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε δημόσια, έκτακτη, συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies