Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις. Κριτήρια. Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Έτσι, απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης, με μοναδικό σκοπό να καταστήσει την επιχείρηση εμπορεύσιμη, διευκολύνοντας έτσι τη μεταβίβασή της, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του πιο πάνω Π.Δ. και είναι εξ αυτού του λόγου άκυρες. Η ένδικη καταγγελία δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της διότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις ήτοι ο έγγραφος τύπος και η καταβολή της αποζημίωσης, με αποτέλεσμα η πρώτη εναγόμενη, μη αποδεχόμενη την προσφερθείσα εκ μέρους του ενάγοντα εργασία, να καταστεί υπερήμερη εργοδότρια. Κρίση ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης. Η έκδοση νέας άδειας λειτουργίας από τη δεύτερη εναγόμενη δεν αναιρεί την κρίση αυτή, καθότι είναι υποχρεωτική εκ του νόμου εφόσον έγινε αλλαγή του φορέα καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος και αναγκαία προϋπόθεση για τη νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης. Η πραγματικότητα αυτή δεν μεταβάλλεται από το ότι ορισμένα από τα στοιχεία της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης δεν μεταβιβάσθηκαν στη δεύτερη, ενώ αδιάφορο είναι το γεγονός ότι η διάδοχος εταιρεία προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα και νέα στοιχεία ή προσέλαβε καινούργιο προσωπικό η τροποποίησε μερικώς την παροχή των υπηρεσιών της προς τους πελάτες της. Η δεύτερη εναγόμενη, ως νέα εργοδότρια υπεισήλθε αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από άκυρη απόλυση του ενάγοντα από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου, που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντα προς αυτήν ή κάποια άλλη ενέργεια. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 48.128,51 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης
715/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Θεόδωρο Φιλιππόπουλο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από την Γραμματέα Κωνσταντίνα Τσιαχρή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του ενάγοντας : ……. ……. του ……., κατοίκου ……. (οδός ……. αρ. …), ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου.
Των εναγομένων : 1) Της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…….», που εδρεύει στη ……. Αττικής (οδός ……. αρ. …) και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ……. θυγ. ……. ……., κατοίκου ……. Αττικής (οδός ……. αρ. …), εκ των οποίων η πρώτη ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και η δεύτερη παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Αικατερίνης Μαϊχόσογλου.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 11.7.2014 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αύξοντα γενικό αριθμό κατάθεσης ……./2014 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……./2014, προσδιορίστηκε αρχικά για τις 18.2.2015 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά την συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμ. ……./5.8.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 18.2.2015 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη εναγομένη (κατ’ αρθρ. 128 παρ. 4 ΚΠολΔ). Κατά την ως άνω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και για την οποία δεν απαιτείται κλήση της πρώτης εναγομένης, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, κατά την οποία η τελευταία δεν εκπροσωπήθηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο πρέπει, λόγω του ειδικού της διαδικασίας των εργατικών διαφορών, να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, με οποιονδήποτε τρόπο και αν επέλθει, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των ευνοϊκών για τους υπαλλήλους διατάξεων του νόμου αυτού, που ρυθμίζει την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Το ίδιο ορίζεται και με το άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ/τος της 16/18.7.1920, αναφορικά με τους εργάτες και υπηρέτες, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 8 του κ.ν. 3514/1928, αν μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, οι υποχρεώσεις του, που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό για την περίπτωση στρατεύσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο νέο εργοδότη. Επίσης, το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3239/1955 για τις συλλογικές διαφορές εργασίας όριζε ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά στην εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τα δε δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του που πηγάζουν από αυτή μεταβιβάζονται αυτοδικαίως για το μέλλον στους διαδόχους του. Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου», κατά το άρθρο 4 του οποίου, δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά την μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από την σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά την μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Εξ ετέρου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου π.δ/τος, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξ αιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Τέλος, κατά το άρθρο 6 του ίδιου π.δ/τος, τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στην μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παρ. 5 του ν. 2648/98 (κατάσταση παύσης ή αναστολής πληρωμών, προβληματική επιχείρηση, που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση των άρθρων 9 του ν. 1386/1983, 46 του ν. 1892/1990 και 14 του ν. 2000/1991, όπως ισχύουν, ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των δανειστών), η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντας και σύμφωνα με διαδικασίες, που διεξάγονται υπό την εποπτεία της κατά περίπτωση αρμόδιας Αρχής (παρ. 1). Η εφαρμογή της παρ. 1 αρχίζει από την έκδοση της σχετικής κατά περίπτωση δικαστικής απόφασης (παρ. 2). Μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφ’ όσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή [ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35(1994).1252, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48(2007). 1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48(2007),469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35(1994).1311, ΑΠ 610/1991 ΕΕργΔ 1992.136, ΑΠ 18/1991 ΕΕργΔ 1992.125, ΑΠ 227/1990 ΕΕργΔ 1990.722, ΑΠ 889/1992 ΕΕργΔ 1993.456, ΑΠ 942/1992 ΕλλΔνη 35(1994).1038, ΑΠ 602/1980 ΕΕργΔ 1980.534, ΕφΑθ 9346/1988 ΕΕργΔ 1989.403, ΕφΠατρ 61/1988 ΕΕργΔ 1988.971, Εφθεσ 420/1989 ΕΕργΔ 1989.518]. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσο επιμέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και να είναι, υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Θα πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό τον νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά στο πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι στην ίδια. Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και, συνεπώς, δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Η ταυτότητα της επιχειρήσεως δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα τοιαύτα (νέα μηχανήματα, εγκατάστασης, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.). Η επί μακρόν διακοπή λειτουργίας της επιχειρήσεως είναι δυνατόν να μεταβάλει την ταυτότητα της επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η οργάνωση, η πελατεία, η φήμη εξαφανίζονται, ωστόσο, εκτός από την διακοπή, πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλα στοιχεία προς διαπίστωση αν υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως. Προσωρινή διακοπή δεν μεταβάλει κατά κανόνα την ταυτότητα της επιχειρήσεως. Η κρίση για την διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από την συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κλπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά την μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007.258). Μάλιστα, υπό την ισχύ του π.δ/τος 178/2002 (όπως και του προγενέστερου π.δ/τος 572/1988, άρθρο 3 § 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών», ΑΠ 259/2006, ό.π.), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά την μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι την μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά την μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό, από το άρθρο 479 ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από την μεταβίβαση (για το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς του π.δ/τος 572/1988, βλ. Δημ. Ζερδελή: Μεταβίβαση Επιχειρήσεως και συνέπειες στις εργασιακές σχέσεις, ΔΕΕ 1996.238 επ., Αλ. Καρακατσάνη/Στ. Γαρδίκα, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, εκδ. 1995, σελ. 180, ΕφΑθ 3156/2002 ΔΕΕ 2003.88, ΕφΑθ 5341/1999 ΕΕργΔ 59.271, ΕφΠειρ 833/2001 ΔΕΕ 2002.884). Σε όλες τις περιπτώσεις οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις που ήταν ενεργείς κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως (ΑΠ 318/1998 ΕΕργΔ 1999.355) συνεχίζονται με τον νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, ανεξαρτήτως της συναινέσεως ή μη των εργαζόμενων (ΟλΑΠ 5/1994 ό.π., ΑΠ 1222/1998 ΕΕργΔ 1999.983, ΑΠ 1723/1995 ό.π.). Αναγκαία πάντως προϋπόθεση είναι η συνέχιση της λειτουργίας της επιχειρήσεως από τον νέο εργοδότη, χωρίς πραγματική διακοπή, εκτός αν αυτός, μετά την διακοπή, επαναλειτουργήσει την επιχείρηση ως την αυτή οικονομική μονάδα (ΑΠ 244/2012 και ΑΠ 891/1992 ΕΕργΔ 1993.454), δηλαδή με την θέληση να είναι διάδοχος του αρχικού εργοδότη, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις επαναλειτουργίας επιχειρήσεων, που μεταβιβάστηκαν ενώ η λειτουργία τους είχε προσωρινά διακοπεί λόγω εποχής (ΕφΑθ 9346/1988 ό π.) ή λόγω ανασυγκροτήσεώς τους (βλ. και Ληξουριώτη, ΕΕργΔ 1993.450, Στ. Βλαστό, ΕΕργΔ 1999. 982,983). Αντιθέτως, δεν υπάρχει διαδοχή εργοδοτών όταν η επαναλειτουργία της επιχειρήσεως από τον νέο φορέα της γίνεται κατά τρόπο ανεξάρτητο από εκείνον του προηγούμενου φορέα της, με μισθωτούς που προσλαμβάνει με νέες συμβάσεις εργασίας είτε από το παλαιό προσωπικό είτε όχι [ΑΠ 610/1991, 889/1992, 942/1992, 1364/1992 ό.π., ΕφΠειρ 647/1996 ΕλλΔνη 39(1998). 165].
Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι εργάσθηκε στην πρώτη εναγομένη, η οποία διατηρούσε επιχείρηση εστιατορίου – ψαροταβέρνας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του σερβιτόρου και με τον συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό που ειδικότερα αναφέρει. Ότι η πρώτη εναγομένη δεν του κατέβαλε τις συμφωνηθείσες δεδουλευμένες αποδοχές του, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας κατά τα αντίστοιχα αιτούμενα αγωγικά διαστήματα, ότι την 24-1-2014 η πρώτη εναγομένη προέβη στην μονομερή καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας του, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωσή του για την άνω γενομένη καταγγελία, ότι η καταγγελία αυτή τυγχάνει άκυρη λόγω μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων και δη άνευ τηρήσεως του έγγραφου τύπου και καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως, όπως αναπτύσσει. Ότι η δεύτερη εναγομένη συνέχισε την λειτουργία της ίδιας επιχειρήσεως της πρώτης εναγομένης, μετά την προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της πρώτης, με το ίδιο αντικείμενο, εξοπλισμό και πελατεία, αλλά με διαφορετική επωνυμία της ίδιας ψαροταβέρνας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητα της εν λόγω επιχειρήσεως και την οργανική της ενότητα και απασχολώντας μέρος του εργατικού δυναμικού της πρώτης εναγομένης, καθώς και ότι η δεύτερη εναγομένη δεν αποδέχθηκε την προσφερόμενη εργασία του ενάγοντος, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή. Ζητεί δε, κατόπιν παραδεκτής εν μέρει μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και περιέχεται στις προτάσεις του (άρθρα 223, 294, 295, 297 ΚΠολΔ), κατ’ ορθή εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας του, να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ένεκα της διαδοχής της ως εργοδότη στην θέση της αρχικής εργοδότριάς του, ήτοι της πρώτης εναγόμενης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, το συνολικό ποσό των 10.017,56 ευρώ ως οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές για τους μήνες από Ιούνιο του 2013 έως και Ιανουάριο του 2014 καθώς και το συνολικό ποσό των 9.819,62 ευρώ ως αποδοχές και επίδομα αδείας ετών 2009 – 2013, επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της προγενέστερης με αριθ. ……/……/2014 αγωγής του, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 18.101,98 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 24.1.2014 έως 23.1.2015 και να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγομένη, εις ολόκληρον με την δεύτερη, οφείλει να του καταβάλει για την ίδια αιτία εκ του ανωτέρω κονδυλίου μισθών υπερημερίας το ποσό των 153,33 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 24.1.2014 έως 27.1.2014, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της άνω προγενέστερης αγωγής του, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής, επικουρικώς, στην περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας του έχει λυθεί, α) να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, το ποσό των 4.472,13 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, το ποσό των 1.277,75 ευρώ ως αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας του έτους 2014 και το ποσό των 638,88 ευρώ ως επίδομα αδείας του ίδιου έτους, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της ως άνω προγενέστερης αγωγής του, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής και β) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, επ’ απειλή χρηματικής ποινής, να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, το συνολικό ποσό των 10.189,35 ευρώ για επιδόματα εορτών κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της άνω προγενέστερης αγωγής του, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, επ’ απειλή χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ ημερησίως σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς της, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή κατά τις καταψηφιστικές της διατάξεις και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στα δικαστικά του έξοδα. Με το περιεχόμενο τούτο και τα αιτήματα η κρινομένη αγωγή παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 14 παρ. 2, 16 παρ. 2 και 663 και 664 επ. ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για τα καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής, τα οποία δεν υπερβαίνουν την αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου (άρθρο 71 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 2479/1997 και ισχύει σήμερα) καθώς και ότι η αξίωση που αναφέρεται στο κονδύλιο των μισθών υπερημερίας του ενάγοντας ένεκα της άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του είναι παραδεκτή, γιατί έχει ασκηθεί εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 του ν. 3198/1955, η οποία (προθεσμία) ερευνάται αυτεπαγγέλτως και άρχεται από της λύσεως της εργασιακής του σχέσεως, εν προκειμένω κατά τα ιστορούμενα την 24-1-2014 και δεδομένου ότι η προγενέστερη από 22-4-2014 (αριθ. καταθ. ……/……/2014) αγωγή του, από την οποία παραδεκτώς παραιτήθηκε, κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 23-4-2014 και επιδόθηκε την 24-4-2014 στην πρώτη εναγομένη ως αρχική εργοδότρια του (βλ. την υπ’ αριθμόν ……/24- 4-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη). Επίσης, η επικουρικώς σωρευόμενη αξίωση του ενάγοντος που αφορά στο κονδύλιο της αποζημίωσης ένεκα της ένδικης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του κρίνεται παραδεκτή, διότι αφ’ ενός σωρεύεται επικουρικώς κατ’ άρθρο 219 ΚΠολΔ (ΑΠ 590/1994 ΕλλΔνη 1995. 162) και αφ’ ετέρου έχει ασκηθεί εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 6 § 2 του ν. 3198/1955, η οποία (προθεσμία) ερευνάται αυτεπαγγέλτως και άρχεται από της λύσεως της εργασιακής του σχέσεως την 24-1-2014 κατά τα εκτεθέντα και δεδομένου ότι η ως άνω προγενέστερη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 23-4-2014 και επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη την 24-4-2014 (βλ. την προαναφερόμενη έκθεση επιδόσεως). Είναι, δε, η αγωγή νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 655, 656, 669 παρ. 2, 349, 350, 340, 341, 343, 345, 346 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920, 2, 5, 6 και 9 του ν. 3198/1955, ν. 1082/1980 και της κοινής Υπουργικής Απόφασης 19040/1981, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 7 του α ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με τον ν. 1346/1983, 70, 907, 908 και 176 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, το αίτημα του ενάγοντος να αναγνωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγόμενης, ως εργοδότριας και διαδόχου της αρχικής εργοδότριάς του, να αποδέχεται τις υπηρεσίες του επ’ απειλή χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ για κάθε ημέρα μη απασχολήσεως κρίνεται απορριπτέο ως απαράδεκτο ένεκα αοριστίας, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, διότι, πέραν από την ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και την άρνηση της εργοδότριας να δέχεται την προσήκουσα προσφερόμενη εργασία του ενάγοντος με τους συμβατικούς όρους, δεν αναφέρεται στην κρινόμενη αγωγή ότι από την μη πραγματική απασχόληση του ενάγοντος προσβάλλεται η προσωπικότητά του με την αναφορά συγκεκριμένων λόγων και περιστάσεων που στοιχειοθετούν την προσβολή, ούτε προσδιορίζονται οι ειδικές περιστάσεις από τις οποίες επέρχεται η προσβολή και προξενείται υλική ή ηθική βλάβη ή η δυσχέρεια ανάπτυξης της προσωπικότητας του ενάγοντος, λαμβανομένης μάλιστα υπ’ όψιν της φύσεως της εργασίας που παρείχε αυτός ως σερβιτόρος [ΟλΑΠ 9/2011 ΕλλΔνη 52 (2011). 708]. Εξ άλλου, η αγωγή ως προς την περί αδικαιολόγητου πλουτισμού θεμελίωσή της υπό την δικονομική της επικουρικότητα κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η εκ του άρθρου 904 ΑΚ αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προ0ποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 22/2003 ΧρΙΔ 4. 177, ΑΠ 531/1994 Ελλ.Δ/νη 37.81, ΑΠ 1369/1993 Ελλ.Δ/νη 36.304, ΑΠ 1567/1983 ΝοΒ 32.1354, ΑΠ 890/1982 ΝοΒ31.1156, ΕφΘεσ 2.111/1996 Αρμ. 1996.1323, ΕφΘεσ 643/1995 Αρμ. 1995.460), εν προκειμένω δε ο ενάγων για την θεμελίωση της αξιώσεώς του με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικαλείται τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά για την θεμελίωση της ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων, ενώ δεν μνημονεύει ότι είναι άκυρη η ένδικη σύμβαση εργασίας του και έτερα πραγματικά περιστατικά που να είναι διαφορετικά ή πρόσθετα από αυτά στα οποία ερείδεται η αγωγή εκ της εγκύρου συμβάσεως εργασίας. Πρέπει, επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με τη παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την υπ’ αριθμ. …./23.1.2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αριθμ. ……/5.8.2014 και ……./5.8.2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη που αφορούν στην επίδοση της υπό κρίση αγωγής, στην οποία αναγράφεται και η γνωστοποίηση μαρτύρων για την ένορκη βεβαίωση την 23.1.2015 στον άνω τόπο) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσελήφθη στις 17.6.2009 από την πρώτη εναγομένη με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως σερβιτόρος στο κατάστημα – ψαροταβέρνα της πρώτης εναγομένης που αυτή διατηρούσε στη …… Αττικής, επί της οδού …… αριθμ. …, υπό την επωνυμία «……», με το νόμιμο ωράριο εργασίας και με τις νόμιμες οριζόμενες αποδοχές. Πράγματι, έκτοτε ο ενάγων παρείχε την ένδικη εργασία του στην πρώτη εναγομένη με την εν λόγω ειδικότητά του και το συμφωνηθέν ωράριο εργασίας με πλήρη απασχόληση, ένεκα των αναγκών της επιχειρήσεως της εναγομένης και με βάση τις εντολές και υποδείξεις της και κατά το διευθυντικό της δικαίωμα. Οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις αρχικώς ήταν καλές και χωρίς προβλήματα, ο δε μηνιαίος μισθός του από το έτος 2009 έως την 31.3.2012 ανερχόταν στο ποσό των 1.511,69 ευρώ και από την 1.4.2012 και μετά ανερχόταν στο ποσό των 1.277,75 ευρώ ως μικτές αποδοχές. Πλην όμως, εξ αρχής η πρώτη εναγομένη απασχολούσε τον ενάγοντα και πέραν του νομίμου ωραρίου του, με επακόλουθο εν τέλει αυτός να εργάζεται προς έξι (6) ημέρες την εβδομάδα και προς δέκα (10) ώρες ημερησίως, αλλά χωρίς η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει τις αναλογούσες αποδοχές του. Επιπροσθέτως, από το έτος 2010 και μετά η πρώτη εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή στον ενάγοντα των δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών του, ενώ δεν του χορήγησε και αποδοχές και επίδομα αδείας κατά τα επίδικα έτη 2009 έως και 2014, μολονότι ο ίδιος είχε από την πρώτη στιγμή διαμαρτυρηθεί προφορικώς προς τούτο. Εν συνεχεία, την 24.1.2014 η πρώτη εναγομένη, δια του συνδιαχειριστή της …… ……, κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι χωρίς έγγραφο τύπο και χωρίς να του καταβάλει την κατά νόμον αποζημίωση απολύσεως, καθώς όφειλε ήδη σε αυτόν και τις δεδουλευμένες αποδοχές του. Επισημαίνεται ότι την ίδια ημέρα, την 24.1.2014, η προαναφερόμενη επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, ήτοι το άνω εστιατόριο – ψαροταβέρνα, σταμάτησε την λειτουργία της, αλλά τρεις ημέρες αργότερα και δη την Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014 ξεκίνησαν εργασίες ανακαινίσεώς της, οι οποίες διήρκεσαν τρεις μήνες περίπου έως τα τέλη Απριλίου 2014. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών ανακαινίσεως το εν λόγω εστιατόριο άρχισε να λειτουργεί και ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη απέκτησε το εν λόγω κατάστημα και έκτοτε εκμεταλλεύεται τούτο ως εστιατόριο – ψαροταβέρνα με την επωνυμία «……». Μάλιστα, επιβεβαιώνεται ότι η δεύτερη εναγομένη την 31.1.2014 συνήψε σύμβαση μισθώσεως για το ίδιο κατάστημα με τους εκμισθωτές του και προέβη στην ίδρυση και λειτουργία σε αυτό ατομικής επιχειρήσεως – ψαροταβέρνας με την πλήρη επωνυμία «……», ενώ η ίδια η δεύτερη εναγομένη γνώριζε καλώς το ένδικο κατάστημα και την προγενέστερη ομοειδή επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, διότι ο αδελφός της δεύτερης εναγομένης, …… ……, ήταν από το έτος 1999 έως το έτος 2007 συνιδρυτής και συνδιαχειριστής της πρώτης εναγομένης. Ακόμη, η προαναφερόμενη επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης ασκούσε την ίδια δραστηριότητα με την επιχείρηση της πρώτης εναγομένης και συγκεκριμένα λειτούργησε ως εστιατόριο αποκλειστικά με ψάρια και θαλασσινά, στο ίδιο κατάστημα επί της οδού …… αριθμ. … στη …… Αττικής, με τον αυτόν υλικοτεχνικό εξοπλισμό, όπως φούρνοι, κουζίνες, ψυγεία, πλυντήρια, τρόλεϊ μεταφοράς, σχαριέρες, σκεύη, μαχαιροπήρουνα, τραπεζοκαθίσματα και συναφή, κάνοντας χρήση των παγίων του χώρου, των μηχανημάτων και του εξοπλισμού της επιχειρήσεως της πρώτης εναγομένης, με τα οποία αυτή λειτουργούσε στο εγγύς παρελθόν. Άλλωστε, οι αλλαγές και η ανακαίνιση του εν λόγω καταστήματος ήταν επουσιώδεις και έγιναν κυρίως στο χρώμα των τραπεζοκαθισμάτων και στον χώρο της εστίασης των πελατών αναφορικά με την εμφάνιση, τον στολισμό και τα χρώματά του, χωρίς ουσιώδεις μεταβολές στην αναδιοργάνωση του χώρου και την εν γένει παρουσίαση και λειτουργία του συνόλου καταστήματος. Συναφώς, προκύπτει ότι η δεύτερη εναγομένη προσέλαβε ατύπως ως εργαζόμενό της τον λατζέρη της πρώτης εναγομένης, ήτοι τον …… ……, καθώς παράλληλα η ίδια απέκτησε, εκτός από τις πάγιες εγκαταστάσεις της πρώτης, και το σύνολο των άυλων αγαθών της πρώτης εναγομένης και δη τους προμηθευτές, τη φήμη και την πελατεία της και την τεχνογνωσία της και με την ίδια τιμολογιακή πολιτική και όμοιες τιμές και είδη γευμάτων, ως εστιατόριο – ψαροταβέρνα πολυτελείας, στα οποία απέβλεπε η δεύτερη εναγομένη για την επιτυχή λειτουργία της νέας επιχειρήσεώς της, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι η πρώτη εναγομένη ευρισκόταν εκεί και λειτουργούσε με επιτυχία την άνω επιχείρησή της από το έτος 1999, με μεγάλη και σταθερή πελατεία ένεκα της φήμης της. Εκ των ιδίων αποδεικτικών στοιχείων συνάγεται ότι η δεύτερη εναγομένη συνιστά διάδοχο επιχείρηση της πρώτης, διότι πρόκειται περί μεταβίβασης επιχειρήσεως, υπό την έννοια του π.δ/τος 178/2002, εφ’ όσον η δεύτερη εναγόμενη ως «διάδοχος» ανέλαβε πράγματι μία οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει η πρώτη εναγομένη, ούσα αρχική εργοδότρια του ενάγοντος, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού, την οποία και διατήρησε, αξιοποιώντας την για την επίτευξη του ιδίου βασικώς και αποκλειστικώς σκοπού, ήτοι την παροχή υπηρεσιών εστιατορίου – ψαροταβέρνας, εγένετο δε συνολική μεταβίβαση του οργανισμού της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος, η οποία «επέζησε» της αλλαγής του φορέα του και δεν πρόκειται για απλή μεταβίβαση ενός αθροίσματος ή μεμονωμένων οικονομικών αγαθών, χωρίς τον μεταξύ τους αναγκαίο για την επίτευξη του συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού λειτουργικό σύνδεσμο και οργάνωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η δεύτερη εναγομένη [βλ. Δημ. Ζερδελή, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, 1999, σελ. 595, ΑΠ 1553/2002 ΔΕΝ 2003.710, ΕφΑθ 9606/2005 ΕλΔ 47(2006).872], σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην μείζονα σκέψη. Ωσαύτως, ο νέος φορέας της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης είχε την βούληση να καταστεί διάδοχος της πρώτης, προς τούτο ανέλαβε την οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει εκείνη και συνέχισε τη λειτουργία της ως οικονομικής μονάδας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό του ίδιου οικονομικού σκοπού, αναλαμβάνοντας την επιχείρηση ως οργανωμένο σύνολο υλικών και άυλων στοιχείων, τα οποία διατήρησαν την οργανική τους ενότητα και ήταν ικανά να πραγματοποιήσουν τον σκοπό αυτόν. Ούτε, όμως, κρίνονται πειστικοί οι ισχυρισμοί της δεύτερης εναγομένης ότι η νέα ψαροταβέρνα, που αυτή εκμεταλλευόταν έως τον Απρίλιο του έτους 2015, ότε έπαυσε την δραστηριότητά της, λειτούργησε μετά από μακρά και οριστική διακοπή της λειτουργίας της παλαιάς επιχείρησης της πρώτης εναγομένης και ότι δεν παρέχει τις υπηρεσίες του παλαιού εστιατορίου της πρώτης, γιατί δεν αποδείχθηκε τέτοια επί μακρόν διακοπή λειτουργία της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, παρά μόνον επί τρεις μήνες, χρονικό διάστημα που δεν συνιστά μακρά διακοπή. Αντιθέτως, το γεγονός ότι η νέα επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης είχε άδεια ιδρύσεως ως εν γένει εστιατορίου δεν μπορεί να κριθεί, εν προκειμένω, κρίσιμο για την ύπαρξη ή μη «μεταβίβασης επιχείρησης» υπό την έννοια του π.δ/τος 178/2002, διότι τυγχάνει προεχόντως σημαντικός ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά την μεταβίβαση, σύμφωνα και με τα προεκτιθέμενα στη νομική σκέψη, όπως συμβαίνει πράγματι με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις των εναγομένων, αφού το κύριο αντικείμενο παροχής υπηρεσιών των επιχειρήσεών τους ήταν η ψαροταβέρνα και δη η παροχή θαλασσινών εδεσμάτων στους πελάτες τους, οποιαδήποτε δε πρόσθετη παρεχόμενη υπηρεσία από την επιχείρηση, συναφής ή μη με την κύρια, δεν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμο στοιχείο για την κατάφαση των νομικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων της υπάρξεως «μεταβίβασης επιχείρησης», αλλά εντάσσεται μόνο στη γενικότερη επιχειρηματική πολιτική της δεύτερης εναγομένης. Βάσει των προπαρατεθέντων, η ως άνω επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μεταβιβάστηκε στη δεύτερη εναγομένη, ώστε η τελευταία να ευθύνεται με την πρώτη έναντι του ενάγοντος, ο οποίος αγνοούσε μέχρι τα τέλη Απριλίου του έτους 2014 ότι είχε λάβει χώρα τέτοια μεταβίβαση επιχείρησης της πρώτης προς τη δεύτερη των εναγομένων. Εξ ετέρου, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας εις βάρος της πρώτης εναγομένης, αξιώνοντας τις οφειλόμενες έως τότε αποδοχές του, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. …./28.1.2014 δελτίο εργατικής διαφοράς και την από 28.1.2014 αίτησή του, διαμαρτυρόμενος για την άτυπη μονομερή καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας του εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, ήτοι χωρίς έγγραφο τύπο και χωρίς την καταβολή σε αυτόν της οφειλόμενης αποζημίωσης για τη γενομένη καταγγελία, επειδή η πρώτη εναγομένη έπαυσε από τότε, ήτοι την 24.1.2014, να αποδέχεται την παροχή της εργασίας του ενάγοντος και αρνήθηκε ρητώς να εργάζεται και να μεταβαίνει έκτοτε ο ενάγων στην εν λόγω επιχείρησή της, την οποία κατόπιν έκλεισε. Προσέτι, η πρώτη εναγομένη, αλλά και η δεύτερη ως διάδοχός της, που δεν αποδέχονται τις προσφερόμενες από τον ενάγοντα υπηρεσίες του, κατέστησαν υπερήμερες ως προς την αποδοχή της εργασίας του και οφείλουν, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, τις αποδοχές υπερημερίας που ζητεί ο ενάγων με την αγωγή τούτη για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα από 24.1.2014 έως 23.1.2015. Σημειωτέον ότι οι εναγόμενες εξακολουθούν να τελούν σε υπερημερία, γιατί δεν αποδέχονται τις υπηρεσίες τις οποίες τους προσφέρει προσηκόντως ο ενάγων και αφού δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια με σκοπό να άρουν την υπερημερία τους, όπως νέα έγκυρη καταγγελία ή επαναπρόσληψη. Ειδικότερα, από την 24.1.2014, ημεροχρονολογία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έως την 23.1.2015, ένεκα της υπερημερίας των εναγομένων και δοθέντος ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 1.277,75 ευρώ, η δεύτερη των εναγομένων του οφείλει το ποσό των 15.333 ευρώ (12 μηνιαίοι μισθοί X 1.277,75 ευρώ), με τα επιδόματα εορτών και αδείας, δηλαδή αναλογία επιδόματος Πάσχα 2014 ποσού 645,79 ευρώ (ένα ημερομίσθιο για κάθε οκταήμερο εργασίας από 24/1/2014 έως 30/4/2014, εκ 51,11 ευρώ έκαστο 51,11 X 12,13 οκταήμερα και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166] = 645,79), επίδομα αδείας 2014 ποσού 638,88 ευρώ (μισός μηνιαίος μισθός), επίδομα Χριστουγέννων 2014 ποσού 1.330,98 ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166]), αναλογία επιδόματος Πάσχα 2015 ποσού 153,33 ευρώ (ένα ημερομίσθιο για κάθε οκταήμερο εργασίας από 1/1/2015 έως 23/1/2015, εκ 51,11 ευρώ έκαστο 51,11 X 2,88 οκταήμερα και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04144] = 153,33) και εν συνόλω το ποσό των 18.101,98 ευρώ. Εκ του ποσού αυτού η πρώτη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με την δεύτερη, για το χρονικό διάστημα από 24ης Ιανουαρίου 2014 έως την 27η Ιανουαρίου 2014, ότε αποτελεί το χρονικό σημείο υλοποίησης της μεταβίβασης επιχείρησης, το ποσό των 153,33 ευρώ (3 ημερομίσθια X 51,11 ευρώ [1.277,75/25 = 51,11]), νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του. Δυνάμει των ιδίων αποδεικτικών μέσων προκύπτει ότι εκ της ένδικης λύσεως της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος η πρώτη εναγομένη οφείλει σε τούτον ως αρχική εργοδότριά του και εν συνεχεία και η δεύτερη εναγομένη, ως διάδοχος της πρώτης, όπως προεκτίθεται, για το επίδικο χρονικό διάστημα τα κάτωθι ποσά, γεγενημένα και απαιτητά, τα οποία δεν έχουν εισέτι καταβάλει σε αυτόν, αφού δεν προσκομίζονται εκ μέρους τους εξοφλητικές αποδείξεις καταβολής για τις αντίστοιχες αιτίες και δη: Α] δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές του και ειδικότερα τα κάτωθι ποσά: 1.277,75 ευρώ μισθό Ιουνίου 2013 + 1.277,75 ευρώ μισθό Ιουλίου 2013 + 1.277,75 ευρώ μισθό Αυγούστου 2013 + 1.277,75 ευρώ μισθό Σεπτεμβρίου 2013 + 1.277,75 ευρώ μισθό Οκτωβρίου 2013 + 1.277,75 ευρώ μισθό Νοεμβρίου 2013 + 1.277,75 ευρώ μισθό Δεκεμβρίου 2013 + 1.073,31 ευρώ μισθό Ιανουαρίου 2014 (21 ημερομίσθιο X 51,11 ευρώ έκαστο), συνεπώς οι εναγόμενες οφείλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστη, για τις άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 10.017,56 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός, στον οποίο αντιστοιχούν οι δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές [δήλη ημέρα, άρθρα 341, 345 ΑΚ, βλ. ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕΕργΔ 61 (2002).1478 ΝοΒ 2003.859], Β] τα επιδόματα εορτών και δη: αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2009 ευρώ 1.312,69 (δύο ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 17.6.2009 έως 31.12.2009, εκ 60,47 ευρώ έκαστο [1.511,69/25] : 2 χ 60,47 χ 10,42 δεκαεννιαήμερα και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166] = 1.312,69), επίδομα Πάσχα 2010 ευρώ 787,33, επίδομα Χριστουγέννων 2010 ευρώ 1.574,67, επίδομα Πάσχα 2011 ευρώ 787,33, επίδομα Χριστουγέννων 2011 ευρώ 1.574,67, επίδομα Πάσχα 2012 ευρώ 665,49, επίδομα Χριστουγέννων 2012 ευρώ 1.330,98, επίδομα Πάσχα 2013 ευρώ 665,49, επίδομα Χριστουγέννων 2013 ευρώ 1.330,98 και αναλογία επιδόματος Πάσχα 2014 ευρώ 159,72 (ένα ημερομίσθιο για κάθε οκταήμερο εργασίας από 1.1.2014 έως 24.1.2014: 1.277,75/25 χ 3 οκταήμερα και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1,04166] = 159,72) και επομένως οι εναγόμενες οφείλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστη, το συνολικό ποσό των 10.189,35 ευρώ, νομιμοτόκως για κάθε επίδομα Πάσχα από της 30ής Απριλίου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί και για κάθε επίδομα Χριστουγέννων από της 31ης Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί, ως δήλη ημέρα καταβολής τους και Γ] τις αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας ως εξής: για αποδοχές αδείας έτους 2009 ποσό 725,64 ευρώ (2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης: 2 χ 60,47 χ 6), για επίδομα αδείας έτους 2009 ποσό 725,64 ευρώ (2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης: 2 χ 60,47 χ 6), για αποδοχές αδείας έτους 2010 ποσό 1.511,69 ευρώ, επίδομα αδείας έτους 2010 ποσό 755,85 ευρώ, αποδοχές αδείας έτους 2011 ποσό 1.511,69 ευρώ, επίδομα αδείας έτους 2011 ποσό 755,85 ευρώ, αποδοχές αδείας έτους 2012 ποσό 1.277,75 ευρώ, επίδομα αδείας έτους 2012 ποσό 638,88 ευρώ, αποδοχές αδείας έτους 2013 ποσό 1.277,75 ευρώ και επίδομα αδείας έτους 2013 ποσό 638,88 ευρώ, συνεπώς οι εναγόμενες οφείλουν στον ενάγοντα για τις ως άνω αιτίες, εις ολόκληρον έκαστη, το συνολικό ποσό των 9.819,62 ευρώ, νομιμοτόκως για κάθε επί μέρους παροχή από της 31ης Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί, ως δήλη ημέρα καταβολής τους. Συμπερασματικώς, οι εναγόμενες οφείλουν στον ενάγοντα για τις προδιαλαμβανόμενες αιτίες τα εξής ποσά, ήτοι το ποσό των 18.101,98 ευρώ η δεύτερη εναγομένη, από το οποίο η πρώτη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με την δεύτερη, το ποσό των 153,33 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του και αμφότερες οι εναγόμενες οφείλουν, εις ολόκληρον έκαστη, στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 30.026,53 ευρώ (10.017,56 + 10.189,35 + 9.819,62), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Κατ’ ακολουθίαν, η κρινομένη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν κατά την κύρια θεμελίωσή της, παρέλκει δε η έρευνα της επικουρικής τοιαύτης, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και 1) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστη, το συνολικό ποσό των (10.017,56 + 9.819,62 =) 19.837,18 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του και 2) να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 18.101,98 ευρώ, από το οποίο η πρώτη εναγομένη οφείλει και υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με την δεύτερη, το ποσό των 153,33 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του και να αναγνωρισθεί ότι αμφότερες οι εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστη, το συνολικό ποσό των 10.189,35 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του. Όσον αφορά το αίτημα του ενάγοντος να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή πρέπει να γίνει δεκτό εν μέρει κατά το ποσό των 10.017,56 ευρώ, που αντιστοιχεί στις δεδουλευμένες αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από Ιούνιο του 2013 μέχρι και Ιανουάριο του 2014, διότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της αποφάσεως δύναται να επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα ένεκα και του διαδραμόντος μέχρι τούδε χρόνου, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, εις βάρος των εναγομένων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και λόγω της ερημοδικίας της πρώτης εναγομένης πρέπει να οριστεί αναφορικά με αυτήν το προκαταβλητέο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης (άρθρα 501, 502 παρ. 1, 505 παρ. 2, 673 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της πρώτης εναγομένης, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων.
Ορίζει το παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την πρώτη εναγομένη στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, όπως εκτίθεται στο σκεπτικό.
Αναγνωρίζει ότι η δεύτερη εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων εκατόν ενός ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (18.101,98 ευρώ), από το οποίο η πρώτη εναγομένη οφείλει και υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με την δεύτερη εναγομένη, το ποσό των εκατόν πενήντα τριών ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (153,33 ευρώ), νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του.
Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστη, το συνολικό ποσό των δέκα χιλιάδων εκατόν ογδόντα εννέα ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (10.189,35 ευρώ), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του.
Υποχρεώνει τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστη, το συνολικό ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα επτά ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (19.837,18 ευρώ), νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του.
Κηρύσσει την απόφαση εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη κατά το ποσό των δέκα χιλιάδων δεκαεπτά ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (10.017,56 ευρώ).
Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος εις βάρος των εναγομένων, το ύψος του οποίου ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 22-3-2016 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους.
