Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη: Ασφαλιστικά μέτρα. Προσωρινή επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας. Η έννοια των αποδοχών δεν εκτείνεται μόνο στον βασικό μισθό, αλλά καταλαμβάνει όλες τις αποδοχές του εργαζομένου, όπως π.χ. τα δώρα εορτών, το επίδομα αδείας και οικογενειακών βαρών. Προϋπόθεση ευδοκίμησης της αίτησης να συντρέχει επείγουσα περίπτωση. Η προσωρινή επιδίκαση δίνεται μόνο για τον μετά την υποβολή της αίτησης χρόνο, γιατί μ’ αυτήν επιδιώκεται η συντήρηση του δικαιούχου για το χρόνο για τον οποίο ζητείται η λήψη του ασφαλιστικού μέτρου, για δε τον παρελθόντα χρόνο δεν μπορεί να επιδικαστεί προσωρινά το γι’ αυτόν καθυστερούμενο ποσό, αφού κατ’ αυτόν οπωσδήποτε συντηρήθηκε και συνεπώς δεν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, η αδικαιολόγητη δε και μακράς διάρκειας καθυστέρηση άσκησης της αίτησης υποδηλώνει την έλλειψη επείγουσας περίπτωσης. Απορρίπτει ως αόριστο το αίτημα περί συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας της καθ’ ης. Πιθανολογήθηκε ότι συντρέχει επείγουσα περίπτωση για τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεων των αιτούντων κατά της καθ’ ής, επιδικαζομένου προσωρινώς μέρους των μισθών υπερημερίας για το μετά την επίδοση της κρινομένης αίτησης χρονικό διάστημα, προκειμένου οι αιτούντες να αντιμετωπίσουν τις στοιχειώδεις ανάγκες τους. Δέχεται την αίτηση για προσωρινή επιδίκαση.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός αποφάσεως 8197/2010
Γενικός αριθμός κατάθεσης …/2010
Αριθμός κατάθεσης δικογράφου …./2010
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)
Αποτελούμενο από το Δικαστή Ιωάννη Κων. Μαρούδη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, ο οποίος ορίστηκε αρμοδίως, κατόπιν δημόσιας κληρώσεως, σύμφωνα με το νόμο 3327/2005.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23-8-2010, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αιτούντων: 1) ….. ….. ….., κατοίκου Αθηνών, 2) ….. ….. ….., κατοίκου Αθηνών και 3) …… ….. ….., κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Βλαχόπουλου (Α.Μ. ΔΣΑ 29922).
Της καθ’ ής η αίτηση: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…..», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Φωτεινόπουλου (Α.Μ. ΔΣΑ 4418).
Οι αιτούντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 18-6-2010 αίτησή τους, που κατατέθηκε στις 21-6-2010 με γενικό αριθμό κατάθεσης …./2010 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …./2010, προσδιορίσθηκε για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο έκθεμα.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα εξέθεσαν προφορικά στο ακροατήριο και στα σημειώματα που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη, από 18-6-2010, αίτησή τους οι αιτούντες επικαλούνται επείγουσα περίπτωση, ισχυριζόμενοι ότι τυγχάνουν εργαζόμενοι της καθ’ ής, οι δύο πρώτοι ως ιπτάμενοι φροντιστές και η τρίτη ως ιπτάμενη συνοδός και ότι διατηρούν απαιτήσεις από τη σχέση εργασίας με την καθ’ ής από δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών, επιδόματα αδείας και από μισθούς υπερημερίας και για το μέλλον, ανερχόμενες στο ποσό των 39.776,60 ΕΥΡΩ για τον πρώτο, 40.566,87 ΕΥΡΩ για το δεύτερο και 39.903,49 ΕΥΡΩ για την τρίτη και ζητούν την προσωρινή επιδίκαση των απαιτήσεών τους αυτών εξ ολοκλήρου, άλλως το ήμισυ αυτών, με το νόμιμο τόκο, όπως επίσης ζητούν να διαταχθεί η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων της καθ’ ης μέχρι του ποσού των 144.296,35 ΕΥΡΩ και να καταδικαστεί η καθ’ ής στη δικαστική τους δαπάνη.
Η καθ’ ής με το από 23-8-2010 σημείωμά της αρνείται την αίτηση και ισχυρίζεται ότι οι αιτούντες αποχώρησαν οικειοθελώς και προβάλει τις ενστάσεις του νόμω αβασίμου, της έλλειψης κατεπείγοντος για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και την προσωρινή επιδίκαση της απαίτησης και τη συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων της και την ένσταση της πλήρους ικανοποίησης του δικαιώματος.
Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα η αίτηση αρμοδίως, καθ’ ύλην και κατά τόπον (άρθρα 683 παρ. 1 και 25 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), εισάγεται να συζητηθεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. Κ.Πολ.Δ.) και είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 663 επ. και 728 επ. Κ.Πολ.Δ., με εξαίρεση το αίτημα για τη συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων της καθ’ ης, κατά το οποίο η αίτηση είναι αόριστη, διότι δεν διαλαμβάνονται σ’ αυτή καθόλου περιστατικά από τα οποία να πιθανολογείται ότι συντρέχει η απαιτούμενη για τη λήψη του ασφαλιστικού τούτου μέτρου προϋπόθεση επείγουσας περίπτωσης ή επικείμενου κινδύνου, μη αρκούσης της αόριστης αναφοράς στο δικόγραφο ότι συντρέχει επείγουσα περίπτωση λήψεως του αιτούμενου τούτου ασφαλιστικού μέτρου, λόγω του ότι η καθ’ ης παραλείπει να καταβάλλει μισθοδοσία και έχει απολέσει συντριπτικό ποσοστό του πτητικού έργου της, με ουσιώδη ελάττωση της περιουσίας της, διότι το περιστατικό αυτό και αν θεωρηθεί αληθές δεν μπορεί να θεμελιώσει την προϋπόθεση του επικείμενου κινδύνου ή της επείγουσας περίπτωσης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, καθ’ όσον δεν αναφέρεται από τους αιτούντες οποιαδήποτε παρασκευαστική ενέργεια της καθ’ ής για την εκποίηση των περιουσιακών της στοιχείων. Πρέπει, επομένως, η αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 728 παρ. 1 περ. γ’ και δ’ του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει προσωρινά, ως ασφαλιστικό μέτρο, εν όλω ή εν μέρει απαιτήσεις καθυστερουμένων τακτικών ή έκτακτων αποδοχών οποιασδήποτε μορφής ή αμοιβών ή αποζημιώσεων που οφείλονται από την παροχή εργασίας ή εξόδων που έγιναν με αφορμή την εργασία, μισθών υπερημερίας ή αποζημίωσης για παράνομη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή για εργατικό ατύχημα, ή που οφείλεται από τη σύμβαση εργασίας ή λόγω παραβάσεώς της. Η έννοια των αποδοχών δεν εκτείνεται μόνον στο βασικό μισθό αλλά, ενόψει της γενικότητας της διατύπωσης της διάταξης, καταλαμβάνει όλες τις αποδοχές του εργαζομένου, όπως π.χ. τα δώρα εορτών, το επίδομα αδείας και οικογενειακών βαρών (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, αριθμ. 27, Μον ΠρΠειρ 1879/82 ΕΕργΔ 42.25). Με το παραπάνω άρθρο καθορίζονται περιοριστικά οι απαριθμούμενες και κατονομαζόμενες σ’ αυτό περιπτώσεις προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεων, δηλαδή της καταδίκης του οφειλέτη χρηματικών απαιτήσεων ή άλλης επιτρεπτής κατά το ουσιαστικό δίκαιο μορφής παροχής, για τις απαριθμούμενες στη διάταξη αυτήν απαιτήσεις, προς το σκοπό κάλυψης άμεσης και ανεπίδεκτης αναβολής ανάγκης του δικαιούχου προς λήψη από τον υπόχρεο-οφειλέτη του της παροχής ολικώς ή έστω μερικώς, για την αποτροπή στέρησης των απόλυτα αναγκαίων μέσων προς διαβίωσή του ή έκθεσης σε κίνδυνο της υγείας ή της ζωής τού. Η αίτηση για προσωρινή επιδίκαση απαίτησης, από το γεγονός και μόνον της ένταξής της σε μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 728 Κ.Πολ.Δ., δεν καθίσταται αυτοδικαίως βάσιμη, αλλά προσθέτως και στις οριζόμενες περιπτώσεις, στις οποίες μπορεί να χωρήσει προσωρινή επιδίκαση απαίτησης, για να επιδικαστεί αυτή προσωρινά, απαιτείται η συνδρομή της κατά το άρθρο 682 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προϋπόθεσης της επείγουσας περίπτωσης, της επείγουσας δηλαδή ανάγκης να ενεργοποιηθεί, κατά ένα μέρος από τώρα η επίδικη έννομη σχέση, προϋπόθεση η οποία εναρμονίζεται και προς τον παραπάνω επιδιωκόμενο σκοπό της προσωρινής επιδίκασης της απαίτησης (βλ. ΜονΠρΑθ 9514/95 ΑρχΝ 48.83, ΜονΠρΝαυπλ 57/84 Δ 18.526, Τζίφρα, Ασφαλιστικά μέτρα, σελ. 244, Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνευτική – Νομολογιακή ανάλυση Κ.Πολ.Δ., άρθρο 728 αριθμ. 1, 3, 27, 28, 55, άρθρο 682 αριθμ. 12 και εκεί παραπομπές στη θεωρία και νομολογία, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία του Κ.Πολ.Δ., άρθρο 728 αριθμ. 1, 2 και εκεί παραπομπές στη θεωρία και νομολογία), οι ανάγκες δε του δικαιούχου εκτιμώνται ανάλογα προς την ηλικία του, την οικογενειακή του κατάσταση, την οικονομική του κατάσταση, την κοινωνική του θέση και τις εν γένει υποχρεώσεις του, όπως π.χ. σπουδές τέκνων, ασθένεια μέλους της οικογένειάς του κλπ. (βλ. ΜονΠρΝαυπλ 57/84 Δ 18.526, Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνευτική – Νομολογιακή ανάλυση Κ.Πολ.Δ., άρθρο 728 αριθμ. 3, 55, Ασφαλιστικά μέτρα, Βασ. Νομ. Βιβλιοθ., έκδ. 2000, τόμ. 1, σελ. 278). Η προσωρινή επιδίκαση δίνεται μόνον για τον μετά την υποβολή της αίτησης χρόνο, γιατί μ’ αυτήν επιδιώκεται η συντήρηση του δικαιούχου για το χρόνο για τον οποίο ζητείται η λήψη του ασφαλιστικού μέτρου, για δε τον παρελθόντα χρόνο δεν μπορεί να επιδικαστεί προσωρινά το γι’ αυτόν καθυστερούμενο ποσό, αφού κατ’ αυτόν οπωσδήποτε συντηρήθηκε και συνεπώς δεν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, η αδικαιολόγητη δε και μακράς διάρκειας καθυστέρηση άσκησης της αίτησης υποδηλώνει την έλλειψη επείγουσας περίπτωσης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, Ερμηνευτική – Νομολογιακή ανάλυση Κ.Πολ.Δ., άρθρο 728 αριθμ. 6, άρθρο 682 αριθμ. 12 και εκεί παραπομπές στη θεωρία και νομολογία).
III. Από την εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα των αιτούντων ….. ….., που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο (η καθ’ής ανώνυμη εταιρία δεν εξέτασε δικό της μάρτυρα) και των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, πιθανολογήθηκαν (άρθρα 690 παρ. 1 και 347 Κ.Πολ.Δ.), κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι αιτούντες προσλήφθηκαν στην καθ’ ής με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 3-7-2009 ο πρώτος, στις 14-5-2009 ο δεύτερος και στις 4-4-2009 η τρίτη, προκειμένου να εργασθούν στην καθ’ ής με την ειδικότητα του ιπτάμενου φροντιστή οι δύο πρώτοι και της ιπτάμενης συνοδού η τρίτη, με μηνιαίο μισθό ανερχόμενο στο ποσό των 1.230 ΕΥΡΩ μεικτά. Οι αιτούντες εργάσθηκαν μέχρι τις 21-1-2010 και εν συνεχεία άσκησαν επίσχεση της εργασίας τους, διότι η καθ’ ής μετά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009 δεν τους καταβάλει τους συμφωνηθέντες μισθούς, δώρα και επιδόματα. Οι δύο πρώτοι αιτούντες προσέφυγαν στο αρμόδιο τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ….. του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας διαμαρτυρόμενοι για τη συμπεριφορά της καθ’ ής. Στις 20-4-2010 προσήλθαν στα γραφεία της ανωτέρω υπηρεσίας οι δύο πρώτοι αιτούντες, μαζί με άλλους συναδέλφους τους και εκ μέρους της καθ’ ής προσήλθε ο δικηγόρος ….. …… με εξουσιοδότηση, ο οποίος ζήτησε αναβολή της συζήτησης και δήλωσε ότι η επιχείρηση αποδέχεται τις δεδουλευμένες αποδοχές των εργαζομένων.
Ο μάρτυρας των αιτούντων κατέθεσε ενόρκως ότι οι αιτούντες είναι σε άθλια οικονομική κατάσταση και δεν βρίσκουν εργασία.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά πιθανολογήθηκε ότι συντρέχει επείγουσα περίπτωση για τη, λήψη του αιτουμένου ασφαλιστικού μέτρου της προσωρινής επιδίκασης των απαιτήσεων των αιτούντων κατά της καθ’ ής, επιδικαζομένου προσωρινώς μέρους των μισθών υπερημερίας για το μετά την επίδοση της κρινομένης αίτησης χρονικό διάστημα, προκειμένου οι αιτούντες να αντιμετωπίσουν τις στοιχειώδεις ανάγκες τους.
Επομένως η κρινομένη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως κατ’ ουσία βάσιμη για το αμέσως ανωτέρω αίτημα και να επιδικασθεί προσωρινά σε κάθε ένα από τους αιτούντες το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ΕΥΡΩ. Η δικαστική δαπάνη των αιτούντων πρέπει να επιβληθεί εν μέρει σε βάρος της καθ’ ής, ανάλογα με την έκταση της νίκης των αιτούντων και της ήττας της καθ’ ής (άρθρο 178 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται εν μέρει την από 18-6-2010 αίτηση, ως κατά νόμο και κατ’ ουσία βάσιμη.
Υποχρεώνει την καθ’ ής να καταβάλει σε κάθε ένα των αιτούντων το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία επίδοσης της κρινομένης αίτησης μέχρις εξοφλήσεως.
Επιβάλλει μέρος της δικαστικής δαπάνης των αιτούντων σε βάρος της καθ’ ής, την οποία ορίζει σε διακόσια (200) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010, σε έκτακτη και δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.
