Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αίτηση αναστολής της εκτέλεσης προσωρινά εκτελεστής απόφασης. Δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει η έφεση της αιτούσας κατά της απόφασης. Απορρίπτει την αίτηση.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός αποφάσεως 9155/2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Δημοσθένη Βλάχο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, ο οποίος ορίστηκε, κατόπιν δημοσίας κληρώσεως, σύμφωνα με τον Νόμο 3327/2005.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11-03-2014, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αιτούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στο …………. Αττικής, …………., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου.
Της καθής η αίτηση: …………., κάτοικου ………….Αττικής, οδός …………. αρ. …, η οποία παραστάθηκε στη δίκη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου.
Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 08-01-2014 αίτησή της με γενικό αριθμό καταθέσεως ……/2014 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου …………./2014, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 18-02-2014 οπότε και αναβλήθηκε για την στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα εξέθεσαν προφορικά στο ακροατήριο και στα σημειώματα που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η αιτούσα εταιρεία ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση της με αριθμό 3219/2013 προσωρινά εκτελεστής οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών), επί της οποίας ήδη έχει ασκήσει έφεση (αριθμός κατάθεσης …………./2-01-2014). Η αίτηση αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Είναι νόμιμη. Στηρίζεται στο άρθρο 912 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από την δέουσα εκτίμηση της με αριθμό …………./25-10-2013 ένορκης βεβαίωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κουτσογιάννη- Αντωνίου, που προσκομίζει η αιτούσα και ελήφθη στο πλαίσιο της πρωτόδικης δίκης νομότυπα αφού προηγήθηκε κλήτευση της καθής η αίτηση (βλ. με αριθμ. …………./24-10-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δημητρίου Παπαδάκου) και από όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για να χρησιμεύσουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η καθής η αίτηση προσλήφθηκε από την αιτούσα στις 01-03-2009 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος γραφείου στο τμήμα εξυπηρέτησης πολιτών της επιχείρησης και δη στην υποδοχή του τμήματος συνεργείου με πλήρες ωράριο. Με την προαναφερθείσα ιδιότητα και όρους πιθανολογήθηκε ότι απασχολήθηκε έως την 1η-12-2011 οπότε και η ανωτέρω σύμβαση της μετετράπη σε σύμβαση μερικής απασχόλησης. Ειδικότερα απασχολήθηκε με καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης την εβδομάδα για 6,5 ώρες ημερησίως με αποδοχές ανερχόμενες στο ποσό των 995,00 ευρώ μηνιαίως. Από την άνοιξη του έτους 2012, καίτοι η ανωτέρω εργαζόμενη παρείχε τις υπηρεσίες της ανελλιπώς και προσηκόντως, η εργοδότρια της (αιτούσα) καθυστερούσε την καταβολή των δεδουλευμένων της. Ως εκ τούτου η καθής η αίτηση κάλεσε αυτήν με την από 19-11-2012 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση να εξοφλήσει εντός χρονικού διαστήματος επτά ημερών τις ληξιπρόθεσμες προς αυτήν οφειλές ποσού 3.736,73 ευρώ, που αντιστοιχούσαν σε υπόλοιπο μισθού Ιουλίου 2012 και σε μισθούς Αυγούστου, Σεπτέμβριου και Οκτωβρίου του ίδιου έτους, επισημαίνοντας ότι η άπρακτη παρέλευση της άνω ταχθείσας προθεσμίας συνεπάγονταν επίσχεση εργασίας εκ μέρους της. Ωστόσο, στις 23-11-2012 και ενώ ουδέν της είχε καταβληθεί από την αιτούσα, η τελευταία προχώρησε σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καθής η αίτηση με ταυτόχρονη καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης. Η εν λόγω καταγγελία έλαβε χώρα μόλις τέσσερις ημέρες μετά την κοινοποίηση της ανωτέρω εξώδικης διαμαρτυρίας ενώ η επιχείρηση προέβη σε πρόσληψη έτερου εργαζόμενου τον επόμενο της απόλυσης της καθής μήνα. Από τα παραπάνω πιθανολογείται, και πάντως δεν μπορεί από τώρα να αποκλειστεί, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καθής έγινε για λόγους διάφορους από την εξορθολογικότερη οργάνωση της εκμετάλλευσης. Επομένως ο πρώτος λόγος έφεσης που ανάγεται σε εσφαλμένη ουσιαστική κρίση περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης καταγγελίας πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατά λογική και νομική αναγκαιότητα της ανωτέρω κρίσης παρέπεται ότι πιθανολογείται απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος έφεσης που ανάγεται σε αβασιμότητα του κονδυλίου της ηθικής βλάβης. Με τον τρίτο λόγο έφεσης η αιτούσα παραπονείται για εσφαλμένη επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το χρόνο μετά τη συζήτηση της αγωγής, και ειδικότερα από 29-10-2013 μέχρι και 23-11-2013. Να σημειωθεί εδώ ότι η αιτούσα επικουρικά με το δεύτερο λόγο έφεσης πλήττει το επιδικασθέν ποσό της ηθικής βλάβης των 5.000 ευρώ ως υπέρμετρο και υπερβολικό. Δεδομένου ότι η αιτούσα δεν πλήττει ούτε και αμφισβητεί τον τρόπο υπολογισμού των κονδυλίων που αναφέρονται στην 3219/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου για το ζήτημα της προσωρινής εκτελεστότητας της πρωτόδικης απόφασης συνοψίζεται στα ακόλουθα. Ακόμη και εάν γίνει δεκτός από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ο τρίτος λόγος έφεσης με συνέπεια να μη επιδικαστούν τελικώς αποδοχές υπερημερίας για χρονικό διάστημα κατά τι λιγότερο του ενός μηνός αλλά και ο δεύτερος λόγος έφεσης ως προς το επικουρικό του σκέλος με συνέπεια την μείωση του κονδυλίου της ηθικής βλάβης, το εναπομείναν συνολικό επιδικασθέν ποσό πιθανολογείται ότι δεν θα υπολείπεται του ποσού που κηρύχτηκε προσωρινά εκτελεστό με την πληττόμενη δικαστική απόφαση.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν νοείται ανεπανόρθωτη βλάβη της αιτούσας από την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, εντός των ορίων της προσωρινής εκτελεστότητας της τελευταίας.
Επομένως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, η δε δικαστική δαπάνη θα επιβληθεί σε βάρος της αιτούσας κατ’ άρθρο 178 Κώδικα περί Δικηγόρων
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση
ΕΠΙΔΙΚΑΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη της καθής η αίτηση σε βάρος της αιτούσας την οποία ορίζει στο ποσό των 200,00 ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2014 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.
