άδειες εργαζόμενουαπόλυσηΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 922/2025

Περίληψη:

Υπόθεση: Αγωγή εργαζομένου κατά εργοδότη για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, αποδοχών μη ληφθείσας αδείας και επιδόματος αδείας.

Πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, ως προγραμματιστής συστημάτων υπολογιστών. Η σύμβαση αποτελούσε συνέχεια προηγούμενης εργασιακής σχέσης με άλλη εταιρία, με αναγνώριση προϋπηρεσίας. Η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση χωρίς προειδοποίηση. Υπεγράφη συμφωνητικό διακανονισμού αλλά η εναγόμενη κατέβαλε μόνο μερικά ποσά.

Ζητήματα: 1) Δικαίωμα εργαζομένου σε αποζημίωση απόλυσης κατά την καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, 2) Δικαίωμα σε αποδοχές μη ληφθείσας αδείας αναψυχής, 3) Δικαίωμα σε επίδομα αδείας.

Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: Άρθρα 669 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, άρθρα 5 και 7 του Ν. 3198/1955, ΑΝ 539/1945 περί χορηγήσεως αδειών με αποδοχές, άρθρο 1 του Ν. 3302/2004, άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, άρθρα 1, 5, 6, 222, 223, 333, 338, 351 παρ. 2 ΚΕργΔ.

Η κρίση του δικαστηρίου: Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της. Αναγνώρισε ότι ο ενάγων δικαιούται: α) αποζημίωση απόλυσης ύψους 2.600 ευρώ (μετά τις καταβολές της εναγόμενης), β) αποδοχές μη ληφθείσας αδείας ύψους 2.100 ευρώ και γ) επίδομα αδείας ύψους 1.050 ευρώ, συνολικά 5.750 ευρώ με τον νόμιμο τόκο.

Δημοσιευμένη σε:  Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

922/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε νόμιμα από τη Δικαστή Ευανθία Μπενάκη, Πρωτοδίκη Αθηνών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Αργυρώ Πάνου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2025, για να δικάσει την υπόθεση

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ……. ……. του ………., κατοίκου …….., επί της οδού ……. αρ. …, με Α.Φ.Μ. …….., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου (ΑΜ/ΔΣΑ 29922).

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «………..ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» που εδρεύει στην ……., επί της οδού ……… αρ. …… και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. ……….., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου.

Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από 22.10.2024 αγωγή του κατά της εναγόμενης, ειδικής διαδικασίας περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αύξοντα ΓΑΚ και ΕΑΚ …….., για τη συζήτηση της οποίας, ορίστηκε αρχικά η δικάσιμος της 7ης.03.2025 και κατόπιν αναβολής η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος, ανέπτυξε και προφορικά τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και στις έγγραφες προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Από την νομίμως προσκομιζόμενη με αριθμό ………./23.10.2024 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής για την αρχική δικάσιμο της 7/3/2024, ότε και η συζήτηση της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη, (άρθρα 122 επ, 126 ΚΠολΔ), πλην όμως αυτή δεν εμφανίστηκε στην παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και επομένως πρέπει να δικαστεί ερήμην, με τη διαδικασία όμως να προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 621 παρ. 2 in finem ΚΠολΔ), καθόσον κλήση της εναγόμενης κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται, δοθέντος ότι κατ’ άρθρο 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα που ασκείται με μονομερή, απευθυντέα δήλωση, η οποία, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο, είναι αναιτιώδης και, συνεπώς, το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, θεωρείται δε έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί πλήρης η νόμιμη αποζημίωση. Η νόμιμη αποζημίωση πρέπει να καταβάλλεται, άσχετα από το λόγο που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιπτώσεις, που αναγράφονται, περιοριστικά, στο νόμο. Η αποζημίωση δε αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από τον νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 192/1962, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 892/2003, ΑΠ 1435/1991, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), υπολογίζεται δε βάσει των τακτικών αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, δηλαδή του μισθού και κάθε άλλης παροχής, η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 790/2017, ΑΠ 1254/2013, ΑΠ 194/2011, ΑΠ 1033/2008, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επί άκυρης καταγγελίας ο εργαζόμενος δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας, είτε να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία. Ειδικότερα αν ο εργαζόμενος εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας, δικαιούται να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας, ενώ δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί, στο μέλλον, τις υπηρεσίες του απολυθέντος (ΑΠ 105/2020 – 597/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Δημιουργείται, ακόμη, υποχρέωση του εργοδότη, με αντίστοιχο δικαίωμα του εργαζομένου, αν κριθεί άκυρη η καταγγελία, με δικαστική, έστω και οριστική, απόφαση, να απασχολεί, πραγματικά, τον εργαζόμενο [άρθρο 23 παρ. 2 ν. 1246/1982 (ΦΕΚ Α. 79)]. Αν ο εργαζόμενος θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία, δικαιούται να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση. Κατά ταύτα, η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ του εργαζόμενου, είναι, συνεπώς, σχετική (ΑΠ105/2020 -1462/2007 δημοσίευση).

ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.1 (όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 άρθρ.1 Ν.3302/2004,ΦΕΚ Α 267/28.12.2004), 3 παρ.1, 4 παρ.1 και 5 παρ.1 του ΑΝ 539/1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και η παρ.1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 του ΝΔ/τος 3755/1957, συνάγονται τα ακόλουθα: Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση), οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στον δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση, είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής με τις συνήθεις αποδοχές. Η άδεια αυτή, που αποκαλείται “κανονική άδεια”, για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, που απορρέει ευθέως εκ του νόμου και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζομένου, υφίσταται ανεξάρτητα από το αν ο τελευταίος ζήτησε ή όχι τη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη. Ο εργοδότης πρέπει σε κάθε περίπτωση να χορηγήσει την άδεια μέσα στο ημερολογιακό έτος για το οποίο πρόκειται. Η αίτηση, την οποία ενδεχομένως θα υποβάλει ο μισθωτός, έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής περιόδου κατά την οποία αυτός επιθυμεί να λάβει την άδεια. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας αυτουσίως (in natura) μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Τότε, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλε, εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αυτουσίως [ΟλΑΠ 7/2019, ΧΡΙΔ 2019.626, ΕφΠειρ(Μον) 29/2021 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»] Επίσης, το άρθρο 2 παρ.6 του ΑΝ 539/1945 περί χορηγήσεως αδειών με αποδοχές στους μισθωτούς ορίζει ότι, για τον υπολογισμό του χρόνου απασχόλησης του μισθωτού, τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία έχει απόσχει ή απέχει από την απασχόλησή του για ασθένεια βραχείας διάρκειας, στράτευση, απεργία, ανταπεργία ή ανώτερη βία δεν εξομοιώνονται με χρόνο μη απασχόλησης και δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες αδείας (ΟλΑΠ 7/2019 ό.π). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3302/2004, που αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945: «1α .Κάθε μισθωτός από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχόλησης, δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειάς του με αποδοχές, κατ’ αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση. Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια είκοσι τεσσάρων (24) εργασίμων ημερών ή, αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, είκοσι (20) εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ’ αυτές η ημέρα της εβδομάδας, κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί, λόγω του εφαρμοζομένου συστήματος εργασίας, β. Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, να χορηγεί σ’ αυτόν την παραπάνω αναλογία της κανονικής άδειας. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση και υπολογίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α’. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες ή μέχρι και τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες, αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Για καθένα από τα επόμενα ημερολογιακά έτη, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει από την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, την κανονική ετήσια άδεια με αποδοχές, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο. Η ετήσια άδεια με αποδοχές, καθώς και το επίδομα αδείας, εκτός από τις διατάξεις του νόμου αυτού διέπονται και από τις λοιπές συναφείς διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας». Περαιτέρω, οι μισθωτοί που απασχολούνται με σχέση εργασίας σε οποιονδήποτε εργοδότη δικαιούνται κάθε έτος εκτός από την καταβολή των αποδοχών αδείας και επίδομα αδείας σύμφωνα με την παρ. 16 του αρθ. 3 ν. 4504/66. Το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας που καθορίζονται από τον α.ν. 539/45 αλλά δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός 15ημέρου για τους εργαζόμενους που αμείβονται με μηνιαίο μισθό και τα 13 ημερομίσθια για τους αμοιβόμενους με ημερομίσθιο. Εάν η εργασιακή σχέση λυθεί με οποιονδήποτε τρόπο κατά το πρώτο ή δεύτερο ημερολογιακό έτος και πριν ο μισθωτός λάβει την άδεια που δικαιούται αναλογικά, έχει αυτός δικαίωμα να λάβει ως αποδοχές αδείας δύο ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης (άρθρο 5 παρ. 4 α.ν.539/45). Την καταβολή σε χρήμα των αποδοχών αδείας και του επιδόματος ο μισθωτός δικαιούται το αργότερο από τη λήξη του έτους στο οποίο αφορούν, ως δήλης ημέρας [ΟλΑΠ 40/2002 ΕλλΔνη 2003.118, ΑΠ 1399/2013, ΑΠ 1649/2012, ΕφΠειρ (Μον) 93/2021 δημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»].

Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων, κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου, ιστορεί ότι προσελήφθη την 1/2/2024 από την εναγόμενη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης (πενθήμερο / 40 ώρες εβδομαδιαίως), προκειμένου να παρέχει την εργασία του ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του προγραμματιστή συστημάτων υπολογιστών, στις εγκαταστάσεις επιχείρησης παροχής επιχειρηματικών συμβουλών και άλλων συμβουλών διαχείρισης που εκμεταλλεύεται έναντι τακτικών μηνιαίων αποδοχών (μικτών) ύψους 2.100 ευρώ. Ότι η εν λόγω σύμβαση αποτελεί συνέχεια της σύμβασης εργασίας που είχε συνάψει στις 3/10/2022 με την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «……. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», προς τούτο δε υπεγράφη από τις ανωτέρω εταιρίες και τον ενάγοντα το τριμερές ιδιωτικό συμφωνητικό μεταφοράς του από την άνω εταιρία στην εναγόμενη και έκτοτε ο ενάγων συνέχισε να παρέχει αδιαλείπτως τις ίδιες υπηρεσίες, χωρίς μεταβολή των όρων απασχόλησης και με αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας του. Ότι στις 30/4/2024 η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του χωρίς προειδοποίηση, κατά το χρόνο δε της καταγγελίας υπεγράφη μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό διακανονισμού της οφειλής της απέναντι του (συνολικού καθαρού ποσού 7.128,66 ευρώ με βάση τους υπολογισμούς της εναγόμενης για αποζημίωση απόλυσης, αποδοχές μη ληφθείσας αδείας έτους 2024 και επίδομα αδείας 2024), σε οκτώ ισόποσες μηνιαίες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας στις 28.6.2024, ωστόσο η εναγόμενη, πλην του ποσού των 300 ευρώ, ουδέν άλλο ποσό του κατέβαλε.

Με βάση αυτό το ιστορικό, ο ενάγων, επικαλούμενος κυρίως τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία και επικουρικά σε περίπτωση που ήθελε κριθεί η σύμβαση εργασίας του άκυρη, τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ Α.Κ., διότι η εναγόμενη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη κατά τα ανωτέρω χρηματικά ποσό που της οφείλει, τα οποία θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενο που θα απασχολούσε υπό τις αυτές συνθήκες και ως εκ τούτου εξοικονόμησε ισόποση δαπάνη, ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη για τις ανωτέρω αιτίες να του καταβάλει α) ποσό 4.600 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, β) ποσό 2.100 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας έτους 2024 και γ) ποσό 1.050 για επίδομα αδείας έτους 2024, ήτοι συνολικό ποσό 7.750 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστη επιμέρους αξίωση του κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρισιολογούμενη αγωγή, όπως, παραδεκτά και νομίμως κατ’ άρθρο 223, το αγωγικό κονδύλι που αφορά στην αποζημίωση απόλυσης ύψους 4.600 ευρώ, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενάγοντος, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα οικεία απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και επαναλήφθηκε με τις νομότυπα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, παραδεκτώς, περιορίστηκε, στο ποσό των 2.600 ευρώ, κατόπιν καταβολών εκ μέρους της εναγόμενης (και δη ποσού 700 ευρώ στις 17/12/2024, ποσού 300 ευρώ στις 5/2/2025 και ποσού 1.000 ευρώ στις 5/3/2025, παραδεκτά κατά τα άρθρα 7, 9, 13, 14, 16, 25 ΚΠολΔ) εισάγεται να συζητηθεί στο παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, ως περιουσιακή – εργατική διαφορά των αρ. 614 παρ. 3, 621 ΚΠολΔ, έχει δε, αναφορικά με το αίτημα περί επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης, ασκηθεί παραδεκτά, εντός της ειδικής, αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενης υπόψη, εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του αρ. 6 παρ. 2 του Ν. 3198/55 ήδη κωδικοποιηθέντος στο άρθρο 351 παρ. 2 ΚΕργΔ (62/11.07.2025, Τεύχος Α’, Αρ. Φύλλου 121) (σε συνδυασμό με τα άρθρα 279, 280, 240, 241, 242, 243, 251 ΑΚ), καθώς, με επικαλούμενο χρόνο καταγγελίας την 30.04.2024, η αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 22.10.2024 η επίδοση της δε στην εναγόμενη (με την οποία ολοκληρώθηκε, κατ’ άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, η άσκηση της) έλαβε χώρα στις 23.10.2024 (βλ. τη με αριθμό ….. έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …..). Περαιτέρω είναι και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648, 649, 653, 655, 659, 904 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 5, 6, 222, 223, 333, 338, 351 παρ. 2 ΚΕργΔ (62/11.07.2025, Τεύχος Α’, Αρ. Φύλλου 121) και τα άρθρα 68, 176, 191 παρ. 2, 218, 221 παρ. 1 γ’, 591 παρ. 1, 907, 908 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά την καταβολή των νομίμων τελών συζητήσεως της και της δικηγορικής αμοιβής (βλ. το με Νο Π5748263/19.05.2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών δε ενσήμων του ΔΣΑ), μη υποκείμενη, για το παραδεκτό της, σε τέλος δικαστικού ενσήμου, δοθέντος ότι το καταψηφιστικό της αίτημα δεν ξεπερνά το ποσό των 30.000 ευρώ (άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ ως ισχύει) και εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησής της, δεν απαιτείται η προσκόμιση του ενημερωτικού εντύπου εκούσιας διαμεσολάβησης του αρ. 3 παρ. 2 ν. 4640/2019, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή αφορά σε αστική διαφορά το αντικείμενο της οποίας, ως εργατικής, δεν υπόκειται στην εξουσία ελεύθερης διάθεσης των μερών της (έτσι και η ΜΠρΡοδ 66/2022 ΕΠολΔ 2021.586, Γιαννόπουλος Π., Διαμεσολάβηση και Πολιτική Δίκη, Σάκκουλας, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2020, σ. 203, Ορφανίδης/Γιαννόπουλος/Καστανίδης, Το ενημερωτικό έντυπο του αρ. 3 ν. 4640/2019 – δικονομικά ζητήματα, ΕΠολΔ 2020.551 επ). Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται εν προκειμένω ότι προσκομίζεται.

Από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, του περιεχομένου όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα προσκομιζόμενων εγγράφων, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία κατωτέρω, χωρίς όμως κάποιο από αυτά να παραληφθεί για την κατ’ ουσία διάγνωση της διαφοράς, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [ΚΠολΔ 336 παρ.3, 339, 395, ΕφΔωδ 105/2019 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ], αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης:

Ο ενάγων προσλήφθηκε την 1η Φεβρουαρίου 2024 από την εναγόμενη εταιρεία, κατόπιν σύναψης έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ήτοι πενθήμερη εργασία εβδομαδιαίως και σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης. Η πρόσληψη αυτή έγινε με σκοπό την παροχή της εργασίας του υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου, με ειδικότητα «προγραμματιστής συστημάτων υπολογιστών», στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής επιχειρηματικών συμβουλών και άλλων συναφών υπηρεσιών διαχείρισης. Ως αντιπαροχή για την εργασία του, συμφωνήθηκαν τακτικές μηνιαίες μικτές αποδοχές ύψους δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη με επίκληση αναγγελία πρόσληψης). Η ως άνω σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν αποτέλεσε πρωτογενή εργασιακή σχέση, αλλά συνιστά συνέχεια της προηγούμενης έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που είχε συνάψει ο ενάγων την 3η Οκτωβρίου 2022 με την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία «…… ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ». Η συνέχιση της εργασιακής του σχέσης από την τελευταία στην εναγόμενη εταιρεία έλαβε χώρα κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των δύο εργοδοτών και του ενάγοντος, η οποία αποτυπώθηκε σε έγγραφο τριμερές ιδιωτικό συμφωνητικό μεταφοράς του εργαζομένου. Το εν λόγω συμφωνητικό, υπογραφόμενο και από τις τρεις πλευρές, όριζε ρητά ότι ο ενάγων θα συνέχιζε απρόσκοπτα την παροχή των ίδιων υπηρεσιών του, χωρίς καμία διακοπή ή μεταβολή στους όρους της απασχόλησής του, με πλήρη αναγνώριση του συνολικού χρόνου προϋπηρεσίας του στην προαναφερόμενη εταιρεία «…….», ως να είχε παρασχεθεί εξαρχής στην εναγόμενη (βλ. προσκομιζόμενο με επίκληση από τον ενάγοντα από 1/2/2024 ιδιωτικό συμφωνητικό). Πράγματι, ο ενάγων παρείχε συνεχώς, αδιαλείπτως και με τον ίδιο τρόπο τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη μέχρι και την 30η Απριλίου 2024, οπότε η τελευταία προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση. Κατά τον χρόνο της καταγγελίας, και με σκοπό τον εξώδικο διακανονισμό των μεταξύ τους διαφορών, καταρτίστηκε και υπεγράφη από τα δύο μέρη ιδιωτικό συμφωνητικό διακανονισμού της αναγνωρισθείσας από την εναγόμενη οφειλής της προς τον ενάγοντα (ιδέτε νομίμως προσκομιζόμενο από 30/4/2024 ιδιωτικό συμφωνητικό). Στο εν λόγω συμφωνητικό η εναγόμενη αναγνώρισε ότι οφείλει στον ενάγοντα το συνολικό καθαρό ποσό των επτά χιλιάδων εκατόν είκοσι οκτώ ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (7.128,66 €), το οποίο αντιστοιχούσε -σύμφωνα με τους υπολογισμούς της – σε αποζημίωση απόλυσης, αποδοχές μη ληφθείσας άδειας έτους 2024, καθώς και επίδομα άδειας για το ίδιο έτος. Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί από την εναγόμενη σε οκτώ (8) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με την πρώτη δόση καταβλητέα την 28η Ιουνίου 2024 και τις επόμενες κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα κάθε μήνα. Προσέτι ρητά αποτυπώθηκε στο παραπάνω συμφωνητικό ο όρος ότι ο ενάγων δεσμεύεται να μην αναζητήσει δικαστικά τα οφειλόμενα, σε περίπτωση τήρησης του ως άνω χρονοδιαγράμματος, όρο τον οποίο καλόπιστα αποδέχθηκε ο τελευταίος καίτοι η εναγόμενη είχε εκ του νόμου υποχρέωση να του καταβάλλει τα παραπάνω ποσά κατά το χρόνο της ένδικης καταγγελίας. Ωστόσο, παρά τη ρητή αυτή συμφωνία και την εκ μέρους της εναγόμενης αναγνώριση της σχετικής οφειλής, η τελευταία προέβη μόνο σε μία μερική καταβολή ποσού ύψους τριακοσίων (300) ευρώ και δεν προέβη σε καμία άλλη πληρωμή, αθετώντας τους όρους του συμφωνητικού και παραλείποντας να εξοφλήσει την οφειλή της, όπως αυτή είχε συμφωνηθεί. Κατόπιν δε ασκήσεως της κρινόμενης η εναγόμενη προέβη στις 17/12/2024 σε καταβολή ποσού 700 ευρώ, στις 5/2/2025 σε καταβολή ποσού 1.000 ευρώ και στις 5/3/2025 σε καταβολή ποσού 300 ευρώ, ήτοι συνολικά σε καταβολή ποσού 2.000 ευρώ, καταλογιστέου στην οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης. Ως εκ των ανωτέρω εξακολουθεί και οφείλει στον ενάγοντα το υπόλοιπο της αποζημίωσης απόλυσης καθώς και την αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας έτους 2024 και το σχετικό επίδομα αδείας έτους 2024. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι τον χρόνο που έλαβε χώρα η καταγγελία της ως άνω συμβάσεως (ήτοι την 30/4/2024), ο ενάγων είχε συμπληρώσει στην εναγόμενη προϋπηρεσία 1,5 έτους, οι δε τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα πριν την απόλυσή του (Μαρτίου 2024), ανέρχονταν σε 2.100 ευρώ δικαιούται αποζημίωση απόλυσης ύψους 2.600 ευρώ [ήτοι 2 x 2.100 + 700 (1/6 αναλογία επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων Πάσχα και επιδόματος αδείας) = 4.900 – 2.300) νομιμοτόκως από την επομένη της λύσης της σύμβασης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη για το έτος 2024 δεν χορήγησε στον ενάγοντα τη νόμιμη άδεια αναψυχής, την οποία δικαιούνταν ολόκληρη έχοντας εισέλθει ήδη στο 3° ημερολογιακό έτος εργασίας, ούτε άλλωστε του κατέβαλε τις οφειλόμενες αποδοχές αδείας και το σχετικό επίδομα αδείας έτους 2024. Ως εκ τούτου του οφείλει για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας έτους 2024, ποσό 2.100 ευρώ και για επίδομα αδείας έτους 2024 ποσό 1.050 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός), ήτοι συνολικά ποσό 3.150,00 ευρώ.

Υπό τα δεδομένα αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή στο σύνολό της και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσας χρηματικό ποσό νομιμοτόκως, κατά τα εκεί ειδικότερα αναφερόμενα, κηρυσσόμενης αυτής προσωρινά εκτελεστής, ενώ τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του νόμιμου προβληθέντος αιτήματος του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγόμενης, λόγω της ήττας της τελευταίας στην παρούσα δίκη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εναγόμενης.

ΔΕΧΕΤΑΙ την κρινόμενη αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων πενήντα ευρώ (5.750,00), νομιμοτόκως από τότε που έκαστη επιμέρους αξίωση κατέστη απαιτητή.

ΚΗΡΥΣΕΙ τη παρούσα απόφαση προσωρινώς εκτελεστή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγόμενης τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα Αττικής, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στις 29 Αυγούστου 2025.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies