Περίληψη: Υπασφάλιση εργαζομένου. Αρχικά η εργοδότρια απασχολούσε την εργαζόμενη ανασφάλιστη ενώ στη συνέχεια την ασφάλιζε πλημμελώς για αποδοχές υπολειπόμενες των πραγματικών και συμφωνημένων. Καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας με βάση τις εμφανείς αποδοχές. Επιδίκαση διαφορών. Απόρριψη ένστασης εξόφλησης. Καταγγελία σύμβασης εργασίας λόγω ενάσκησης δικαιώματος. Δέχεται εν μέρει την αγωγή. Επιδικάζει στην εργαζομένη το συνολικό ποσό των 1.511,85 Ευρώ για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και για συμπλήρωση της αποζημίωσης απόλυσης.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ – ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης
932/2024
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Γεωργία Κοταδήμου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου, καθώς και τη γραμματέα Αικατερίνη Μαμάκου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας: ……………. του ……………., κατοίκου Αθηνών, οδός ………….., ΑΦΜ ………….., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Δημητρίου Βλαχόπουλου, συμπαραστουμένης της ασκούμενης δικηγόρου Παναγιώτας Δήμητρας Γουργιώτη.
Της εναγομένης:……………….. του ………….., κατοίκου ………… Αττικής,……………, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Δημητρίου.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 1-5-2022 (αριθμ. καταθ. δικογρ. …………..) αγωγή της, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 16-9-2022 και μετ’αναβολών για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 Ν. 2112/1920, 5 και 7 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της και, συνεπώς, τούτο δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά την καταγγελία άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ (ΑΠ 1323/2017, ΑΠ 987/2013 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ του εργαζομένου και είναι, συνεπώς, σχετική, ο εργαζόμενος δικαιούται είτε να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και ειδικότερα: (1) Αν ο εργαζόμενος θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία, δικαιούται να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση, παραιτούμενος από το δικαίωμα προβολής της ακυρότητας της καταγγελίας. (2) Αν ο εργαζόμενος εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας, δικαιούται να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας [άρθρο 656 ΑΚ], ενώ δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του ή να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος. Πέραν της γενικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που κατά τον νόμο καθιστούν την καταγγελία άνευ ετέρου παράνομη, όπως οι λόγοι ακυρότητας που καταγράφονται και ομαδοποιούνται στην παράγραφο 1 του άρθρου 66 ν. 4808/2021 (ΦΕΚ τ. A 101/19.06.2021), με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Ιουνίου 2019, σχετικά με την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής για τους γονείς και τους φροντιστές. Μεταξύ των προβλεπόμενων από το άρθρο αυτό λόγων, περιλαμβάνεται η καταγγελία που γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος του εργαζόμενου (άρθρο 66 §1 περ. β’) ή αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου (άρθρο 66 παρ. 1 περ. γ’). Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 66 είναι ειδικότερη της γενικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (Παπαδημητρίου, Οι συνέπειες της παράνομης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου κατά το άρθρο 66 ν. 4808/2021 ΔΕΝ 2022.216), καθώς απαριθμεί ενδεικτικά περιπτώσεις στις οποίες η καταγγελία είναι άνευ ετέρου άκυρη, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετα ο έλεγχος της υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 66, αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους προβλεπόμενους στην παράγραφο 1 λόγους, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η εκ πρώτης όψεως (prima facie) απόδειξη για τις προβλεπόμενες, κατά τα ανωτέρω, περιπτώσεις απαγορευμένης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (πρβλ. Κουκιάδη, Μεταρρύθμιση ή απορρύθμιση από τις ρυθμίσεις του ν. 4808/2021, Γενική επισκόπηση, ΕλλΔνη 2021 σ. 1603 επ. Ζαβιτσάνου, Το νέο εργασιακό πλαίσιο – Παρουσίαση βασικών σημείων ν. 4808/2021 – Μέρος Α’: αλλαγές στο ατομικό εργατικό δίκαιο, ΔΦορΝ 2021 σ. 491, που κάνει λόγο για αντιστροφή του βάρους απόδειξης). Πιο συγκεκριμένα, ο εργαζόμενος έχει το βάρος της επίκλησης και της πιθανολόγησης των μη επιτρεπόμενων λόγων της καταγγελίας και, αν ανταποκριθεί σε αυτό, ο εργοδότης έχει πλέον το βάρος της απόδειξης ότι η απόλυση έγινε για κάποιον άλλο, επιτρεπόμενο λόγο (Παπαδημητρίου ό.π„ σ. 221). Η κατά τα ανωτέρω δικονομική βελτίωση της θέσης του εργαζόμενου, η αναγκαιότητα της οποία είχε ήδη από ετών επισημανθεί από τη θεωρία, αποσκοπεί στην πραγμάτωση της προστασίας του και από πλευράς δικονομικού δικαίου, ενόψει των αντικειμενικών δυσχερειών που απαντώνται αναφορικά με την απόδειξη των επιλήψιμων κινήτρων του εργοδότη, γεγονότων δηλαδή του εσωτερικού του κόσμου αλλά και αρνητικών γεγονότων, της έλλειψης δηλαδή αντικειμενικών λόγων που να δικαιολογούν επαρκώς της καταγγελία, αφού ως προς αυτά ο εργαζόμενος δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να παράσχει πλήρη απόδειξη (Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο – Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, δ έκδοση 2019, §29 αρ. 57 επ., όπου και περαιτέρω παραπομπές). Εάν η απόλυση πάσχει για λόγο διαφορετικό από τους λόγους της παρ. 1, το δικαστήριο, αντί οποιοσδήποτε άλλης συνέπειας, μετά από αίτημα είτε του εργαζομένου είτε του εργοδότη, επιδικάζει υπέρ του εργαζομένου ποσό πρόσθετης αποζημίωσης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερο του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας κατά τον χρόνο απόλυσης. Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο ή από τον εργοδότη σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη (παρ. 3). Ο εργαζόμενος που επικαλείται ελάττωμα της καταγγελίας κατά την παρ. 1 δικαιούται να ζητήσει, αντί για την αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των συνεπειών της ακυρότητας, την επιδίκαση της πρόσθετης αποζημίωσης της παρ. 3 (παρ. 4)».
Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι στις 4-3-2019 προσελήφθη από την εναγόμενη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος με την ειδικότητα της αισθητικού, απασχολούμενη σε κλινική δερματολογίας και αισθητικής που η αντίδικός της εκμεταλλεύεται στη ………….. Αττικής, επί πενθήμερο κατά πλήρες ωράριο έναντι μηνιαίου μισθού ύψους 850,00 ευρώ καθαρά, ήτοι 989,75 ευρώ μικτά. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 4-3-2019 έως 27-5-2019 η εργοδότρια την απασχολούσε ανασφάλιστη, ενώ στη συνέχεια την ασφάλιζε πλημμελώς για αποδοχές υπολειπόμενες των πραγματικών και συμφωνημένων, ήτοι για το ποσό των 650,00 ευρώ μικτά. Ότι κατέβαλε σ’αυτήν τα επιδόματα εορτών υπολογισμένα βάσει όχι των πραγματικών αλλά των μειωμένων αποδοχών που δήλωνε στον ασφαλιστικό της φορέα. Ότι επιπλέον από την αρχή της πρόσληψής της έως και τον Σεπτέμβριο του 2021, η εναγόμενη της επέβαλε, εντός του συμφωνημένου ωραρίου, πρόσθετη κατ’ είδος εργασία γραμματειακής υποστήριξης τριών ωρών ημερησίως κατά μέσο όρο, εργασία για την οποία ουδέποτε αμείφθηκε. Ότι από τις αρχές του έτους 2021, ενόψει της έναρξης του εμβολιαστικού προγράμματος έναντι της νόσου covid -19, η εναγόμενη εξαιτίας της δεδηλωμένης επιθυμίας της ενάγουσας να μην εμβολιαστεί, απευθυνόταν σε αυτήν απαξιωτικά, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο. Ότι την 1η-9-2021 η ενάγουσα τέθηκε σε καθεστώς αναστολής εργασίας, σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 206 παρ. 6 περ. β’ του ν. 4820/21, λόγω μη εμβολιασμού της. Ότι στα τέλη του μήνα Δεκεμβρίου 2021 η ίδια νόσησε με covid 19, οπότε, κατ’ εφαρμογή της διάταξης της παρ. 4 του ιδίου άρθρου, από 31-1-2022 ανέλαβε και πάλι εργασία στην κλινική της εναγόμενης. Ότι στις 3-2-2022 η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της εκδικητικά, επειδή η εργαζομένη δεν δέχθηκε να εμβολιαστεί έναντι της νόσου covid 19. Ότι, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη καθότι αντίκειται στις διατάξεις της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 66 του ν. 4808/2021 και επικουρικά στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού έγινε αντιδραστικά λόγω ενάσκησης του νόμιμου δικαιώματος της να μην εμβολιαστεί και σε κάθε περίπτωση δεν υπαγορεύθηκε από δικαιολογημένα συμφέροντα της εναγόμενης ούτε εξυπηρετούσε το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησης αυτής. Ότι είναι επιπλέον άκυρη καθόσον της κατέβαλε αποζημίωση απόλυσης που υπολειπόταν της νόμιμης. Ότι, τέλος, η εναγόμενη της οφείλει διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών για όσες ημέρες εργάστηκε κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2022 καθώς και αποδοχές μη ληφθείσας αδείας και επίδομα αδείας έτους 2022. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, επικαλούμενη κυρίως τη σύμβαση και τον νόμο, επικουρικά δε σε περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, μετά παραδεκτά περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων περί καταβολής αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και με τις έγγραφες προτάσεις της, η ενάγουσα ζητεί: 1) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τα εξής ποσά: α) 31,07 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και 6.318 ευρώ για αμοιβή πρόσθετης κατ’ είδος εργασία με τον νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής, β) 191,35 ευρώ για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων 2021 και Πάσχα 2022 με τον νόμιμο τόκο για τον μεν δώρο Χριστουγέννων από 31-12-2021 και για το επίδομα Πάσχα από 30- 4-2022, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής, γ) 5.381,33 ευρώ για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης / πρόσθετη αποζημίωση και 526,93 ευρώ για διαφορές αποδοχών μη ληφθείσας αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2022 με τον νόμιμο τόκο από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής, 2) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της χορηγήσει ενόψει της άρνησής της προς τούτο, κατ’ άρθρο 678 παρ. 1 και 2 του ΑΚ, πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της καθώς και η διαγωγή της, σε περίπτωση δε μη συμμόρφωσής της με την απόφαση που θα εκδοθεί να καταδικαστεί, κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ, στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 10.000 ευρώ, 3) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και 4) να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική της δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή, η οποία ως προς τα αιτήματα καταβολής αποζημίωσης απόλυσης και πρόσθετης αποζημίωσης έχει ασκηθεί εντός της εξάμηνης και τρίμηνης αντίστοιχα αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 3198/1955, καθώς με επικαλούμενο από την ενάγουσα χρόνο καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας την 3-2-2022 η ένδικη αγωγή επιδόθηκε εμπρόθεσμα στην εναγόμενη στις 3-5-2022 (βλ. υπ’αριθμ. ………./3-5-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κων/νου Λεράκη), παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 10, 11 αρ. 7, 16 παρ. 2, 22, 621 του ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 παρ. 3 και 621 ΚΠολΔ). Είναι δε αρκούντως ορισμένη, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 346, 648, 653, 655, 669, 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ, 3 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920 και υποπαρ. ΙΑ 12.2 Ν. 4093/2012, 66 παρ. 1, 3, 4 του Ν. 4808/2021 (αποζημίωση απόλυσης και πρόσθετη αποζημίωση), 1 παρ. 1, 2 του ν. 1082/80, 1 παρ. 1, 2 και 3, 3 παρ. 1, 6, 10 παρ. 1 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας (επιδόματα εορτών), 1, 2, 3 του α.ν. του 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 (αποδοχές και επιδόματα αδείας), 176, 907, 908, 946 ΚΠολΔ. Σημειωτέον ότι όσον αφορά την αξίωση καταβολής της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 66 παρ. 4-3 του ν. 4808/2021, η ένδικη αγωγή κατά το σκέλος που στηρίζεται στην υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη (281 ΑΚ), επειδή η καταγγελία δεν υπαγορεύθηκε από δικαιολογημένα συμφέροντα της εργοδότριας και δεν εξυπηρετούσε το καλώς νοούμενο συμφέρον της τελευταίας, τυγχάνει απορριπτέα. Και τούτο διότι εν προκειμένω δεν ζητείται για τους ανωτέρω λόγους η αναγνώριση της ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας. Αντιθέτως, η ενάγουσα αναγνωρίζει αυτήν (καταγγελία) ως έγκυρη, αιτούμενη μόνο την καταβολή (πέραν της υπολειπόμενης αποζημίωσης απόλυσης) και της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 66 παρ. 4-3 του ν. 4808/2021, για τη θεμελίωση και επιδίκαση της οποίας δεν αρκεί η επίκληση και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ αλλά απαιτείται η επίκληση και η συνδρομή των προϋποθέσεων της ειδικής διάταξης του άρθρου 66 παρ. 1 περ. β’ του ιδίου νόμου. Κατά τα λοιπά, η ένδικη αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη, δεδομένου ότι το καταψηφιστικό της αίτημα υπολείπεται του ποσού των 30.000 [άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν. 5134/2024 (ΦΕΚ A 146/11-9-2024, έναρξη ισχύος από 16-9-2024)] και, συνεπώς, η ενάγουσα δεν υποχρεούται στην καταβολή δικαστικού ενσήμου.
Από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε ενόρκως με επιμέλεια της ενάγουσας στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, όπως αυτή περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του (η εναγομένη δεν ζήτησε την εξέταση μάρτυρα), τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζονται και των οποίων γίνεται νόμιμη επίκληση, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις υπ’αριθμ. πρωτ. ΔΣΑ ……………./17-9-2024 και ΔΣΑ ……………./17-9-2024 ένορκες βεβαιώσεις των ……………….. και ……………. αντίστοιχα, που λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας ενώπιον της Δικηγόρου Αθηνών Ειρήνης Γραβάνη μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ υπ’αριθμ. ………./11-9-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κων/νου Λεράκη με τη συνημμένη σ’αυτήν κλήση), τις υπ’αριθμ. ……../15-9-2022 και ………./15-9-2022 ένορκες βεβαιώσεις των ………….. και ………….., που λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγομένης ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Όλγας Καρανίκα μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση, κατ’ άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, του πληρεξούσιου δικηγόρου – αντικλήτου της ενάγουσας Δημητρίου Βλαχόπουλου (βλ υπ’αριθμ. ……../12-9-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ιορδάνη Τσαρκατζόγλου με τη συνημμένη σ’αυτήν κλήση – γνωστοποίηση λήψης ένορκης βεβαίωσης), από όσα βάσει των προτάσεων των διαδίκων συνομολογούνται (άρθρο 261 ΚΠολΔ), τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), καθώς και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία [εκτός από το ψήφισμα αλληλεγγύης του κλαδικού ομοιοεπαγγελματικού σωματείου ΣΒΕΟΔ, την υπ’αριθμ. …………/23-2-2021 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, το δελτίο βαθμολογίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής και μηνύματα μέσω εφαρμογής viber με ……………. και ………………, τα οποία δεν λαμβάνονται υπόψη καθόσον προσκομίστηκαν απαραδέκτως το πρώτον από την ενάγουσα με την προσθήκη, αφού δεν είναι αποδεικτικά μέσα που αφορούν αντίκρουση ισχυρισμών που πρότεινε η εναγομένη για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση (άρθρο 591 παρ. 1 περ. στ’ ΚΠολΔ) ως τοιούτων νοούμενων των αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 471/2021 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ)] αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη είναι ιατρός δερματολόγος και διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο στην περιοχή της ……………… Αττικής. Στις 4 Μαρτίου 2019 προσέλαβε την ενάγουσα με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προκειμένου αυτή να απασχοληθεί ως υπάλληλος με την ειδικότητα της αισθητικού (με ειδικότερα καθήκοντα την εφαρμογή της μεθόδου λέιζερ για αποτρίχωση σώματος, τον καθαρισμό προσώπου, μεσοθεραπείες προσώπου και σώματος κ.ά) υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης έναντι μηνιαίου μισθού ύψους 989,75 ευρώ μικτά (ήτοι 850,00 ευρώ καθαρά). Σημειωτέον ότι η ίδια διέθετε το από 28-4- 2017 πιστοποιητικό υγείας με πενταετή ισχύ για την παροχή των υπηρεσιών της αισθητικού. Επί τρίμηνο και δη κατά το χρονικό διάστημα από 4-3-2019 έως 27-5-2019 η εναγομένη απασχόλησε την εν λόγω εργαζομένη ανασφάλιστη ενώ στις 28-5-2019 ανήγγειλε στις αρμόδιες αρχές την πρόσληψή της ως υπαλλήλου, τα όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εργοδότρια τυγχάνουν απορριπτέα ως ουσία αβάσιμα. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου επιρρωνύεται από: α) την απευθυνόμενη και προς την ενάγουσα με ημερομηνία 3-4-2019 ηλεκτρονική επιστολή της εναγομένης, από την οποία προκύπτει η ενημέρωση αυτής για θέματα που αφορούσαν την εργασία της (βλ παρουσίαση μηχανήματος ……………), καθώς και β) τα από 6-5-2019 και 22-5-2019 μηνύματα μέσω εφαρμογής viber που η ενάγουσα αντάλλαξε με τη συνάδελφό της ………………, από τα οποία ομοίως προκύπτει η απασχόληση αυτής ως υπαλλήλου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Και όσον μεν αφορά το προσκομιζόμενο έντυπο αναγγελίας πρόσληψης, στο οποίο αναφέρεται ημερομηνία πρόσληψης της εν λόγω εργαζομένης η 28η-5-2019 και μηνιαίος μισθός το ποσό των 650,00 ευρώ μικτά, σημειώνεται ότι πρόκειται για έγγραφο που συνέταξε αποκλειστικά η εναγομένη ενώ αναφορικά με τις περιοδικές δηλώσεις, που η τελευταία υπέβαλε στον ασφαλιστικό οργανισμό ΕΦΚΑ, είναι λογικό να βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με την αναγγελία πρόσληψης. Η ενάγουσα αποδέχθηκε την απόφαση αυτή της εργοδότριας λόγω της αδήριτης ανάγκης της για βιοπορισμό. Εν συνεχεία, ήτοι από τις 28-5-2019 έως και τις 3-2-2022, οπότε και λύθηκε η σύμβαση εργασίας λόγω καταγγελίας, για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω, η εναγομένη την ασφάλιζε για αποδοχές υπολειπόμενες των πραγματικών και συγκεκριμένα για μηνιαίο μισθό ύψους 650,00 ευρώ (βλ προσκομιζόμενο λογαριασμό ασφάλισης e-ΕΦΚΑ). Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2021 και εντός του συμφωνημένου ωραρίου παρείχε κατ’ απαίτηση της εναγομένης πρόσθετη κατ’είδος εργασία γραμματειακής υποστήριξης τριών ωρών ημερησίων κατά μέσο όρο, χωρίς να αμείβεται για την πρόσθετη αυτή απασχόλησή της, ήτοι εξυπηρετούσε τηλεφωνικά ή μέσω email τους πελάτες του ιατρείου, παρέχοντας πληροφορίες και κλείνοντας ραντεβού και ότι επικοινωνούσε με προμηθευτές του ιατρείου για την προμήθεια αναλώσιμων. Εντούτοις, η παροχή συμβουλών και οδηγιών μέσω τηλεφώνου ή email σε πελάτες του ιατρείου ή η συνεννόηση μαζί τους για το επόμενο ραντεβού (ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε θεραπείας) δεν αποτελούσαν υπηρεσίες γραμματειακής υποστήριξης αλλά ήταν (υπηρεσίες) συναφείς με τα κύρια καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της ως αισθητικού. Όσον δε αφορά τις επικοινωνίες με προμηθευτές του ιδιωτικού ιατρείου, προέκυψε ότι η απασχόληση αυτή είχε έκτακτο χαρακτήρα, επαναλαμβανόταν εναλλάξ κάθε 15-20 ημέρες, όταν εξαντλούνταν τα αναλώσιμα των μηχανημάτων ή άλλα αναγκαία υλικά για την εργασία τους, σε κάθε δε περίπτωση η διαδικασία αυτή δεν διαρκούσε παρά ελάχιστο χρόνο. Σημειωτέον ότι τα όσα κατέθεσαν η ………….. και η ……………. στις ένορκες βεβαιώσεις τους αλλά και ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας απόδειξης είναι όλως αόριστα και γενικόλογα. Συνεπώς, για τις υπηρεσίες αυτές η εργαζομένη δεν δικαιούτο πρόσθετη αμοιβή αφού, όπως και η ίδια συνομολογεί, εκτελούντο εντός του νόμιμου ωραρίου (βλ Δημήτρη Ζερδελή «Εργατικό Δίκαιο Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», έκδοση 2022 σελ. 748 – 753). Περαιτέρω, μετά το ξέσπασμα της πανδημίας covid – 19, η Πολιτεία έθεσε σε εφαρμογή διάφορα μέτρα για την προστασία της υγείας και ζωής των πολιτών, μεταξύ των οποίων και ο υποχρεωτικός εμβολιασμός των εργαζομένων σε δομές υγείας και κοινωνικής φροντίδας (ν. 4820/2021). Σε περίπτωση άρνησης κάποιου εργαζομένου να εμβολιαστεί, η εργασιακή του σχέση τίθετο σε αναστολή (άρθρο 206 παρ. 6 εδ. β’ του ν. 4820/2021), η οποία (αναστολή) αιρόταν σε περίπτωση που ο εργαζόμενος νοσούσε, για όσο διάστημα διαρκούσε η ισχύς του πιστοποιητικού νόσησης, αρχικά για 3 μήνες από το πρώτο θετικό τεστ και αργότερα για 6 μήνες (άρθρο 206 παρ. 4 ν. 4820/2021). Από την 1η-9-2021 η ενάγουσα, όπως και η έτερη εργαζομένη ……………… (εργαζόμενες σε δομή υγείας), εξαιτίας της επιθυμίας τους να μην εμβολιαστούν, τέθηκαν σε αναστολή εργασίας δυνάμει της διάταξης του άρθρου 206 παρ. 6 εδ. β’ του ν. 4820/2021. Περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2021 η ενάγουσα νόσησε από τον κορονοϊό covid -19, με βάση δε την κείμενη νομοθεσία, μπορούσε να επιστρέψει στην εργασία της, χωρίς να εμβολιαστεί, από τις 31-1-2022 οπότε και θα τίθετο σε ισχύ το πιστοποιητικό νόσησης, διάρκειας τριών μηνών. Πράγματι, την ως άνω ημεροχρονολογία η ενάγουσα ανέλαβε εργασία στο ιατρείο της εναγομένης, η οποία, όμως, στις 3-2- 2022 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, καταβάλλοντας σ’αυτήν αποζημίωση απόλυσης, που υπολειπόταν της νόμιμης. Ειδικότερα, ενόψει της διάρκειας της υπηρεσίας της (από 4-3-2019 έως 3-2-2022), δηλ. 2 έτη συμπληρωμένα υπηρεσία, και του συνόλου των καταβαλλόμενων κατά τον χρόνο της καταγγελίας μηνιαίων αποδοχών της (εκ 989,75 ευρώ), η ενάγουσα έπρεπε να λάβει το ποσό των 2.309,42 ευρώ [ήτοι 989,75 ευρώ χ 2 μήνες = 1.979,50 ευρώ + 329,92 ευρώ (1/6 αναλογία επιδομάτων)]. Εν προκειμένω η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 1.546,93 ευρώ και, συνεπώς, η εργαζόμενη δικαιούται για την ανωτέρω αιτία ως διαφορά το ποσό των 762,49 ευρώ (ήτοι 2.309,42 – 1.546,93). Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι από τις αρχές του έτους 2021, η αντίδικός της εξαιτίας της άρνησης αυτής (ενάγουσας) να εμβολιαστεί, απευθυνόταν σε αυτήν απαξιωτικά, η δε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της έγινε λόγω ενάσκησης του νόμιμου δικαιώματος της να μην εμβολιαστεί. Εντούτοις, από την όλη αποδεικτική διαδικασία ουδόλως προέκυψε ότι, με αφορμή την απόφαση της εργαζομένης να μην εμβολιαστεί για τη νόσο covid – 19, η εργοδότρια απέδιδε σ’ αυτήν καταφρονητικούς ή μειωτικούς για την τιμή της χαρακτηρισμούς, τα όσα δε κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο και αναφέρονται στις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις (περί απότομης και απαξιωτικής συμπεριφοράς) είναι παντελώς αόριστα. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση της εν λόγω εργαζομένης έγινε λόγω ενάσκησης νόμιμου δικαιώματος της. Ουδείς των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας κατέθεσε κάτι συγκεκριμένο, αντιθέτως άπαντες περιορίστηκαν σε αόριστες διατυπώσεις και διαπιστώσεις. Ειδικότερα ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε για το ζήτημα αυτό τα εξής: «….Ο λόγος ήτανε ότι δεν δεν. Αυτό που ξέρω είναι ότι την απέλυσε γιατί δεν, κάπως, δεν υπήρχε συνεννόηση σ’αυτά που είχαν συμφωνηθεί…Για τα μισθολογικά και αυτά….Τον πραγματικό λόγο της απόλυσης….Εγώ δεν μπορώ να ξέρω, εγώ δεν ήμουν μπροστά τη στιγμή που την απέλυσε. Εγώ αυτό που ξέρω είναι ότι ξεκίνησε η διαφωνία τους για τον εμβολιασμό και τελικά την απέλυσε…Υπήρχε μια διαφωνία που είχανε και η οποία κατέληξε κάπως στην απόλυση κι αυτά.. ..ξέρω ότι υπήρξε μία πίεση προς την ίδια και προς όλο το προσωπικό να εμβολιαστούν….δεν το γνωρίζω… Την ακριβή κλιμάκωση…Αυτό που ξέρω είναι ότι της είπε .. ότι σε απολύω διότι .. δεν ήταν ικανοποιημένη από την απόδοσή της…», σε ερώτηση δε του συνηγόρου της ενάγουσας εάν σχετίζεται έστω και σε ποιο βαθμό η απόλυση με τον μη εμβολιασμό έναντι της νόσου κόβιντ ο μάρτυρας αυτός απάντησε θετικά, χωρίς, όμως, να παραθέσει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ομοίως, οι ……………… και η ……………….. κατέθεσαν στις ένορκες βεβαιώσεις τους ότι από τότε που άρχισε ο υποχρεωτικός εμβολιασμός το έτος 2021, η εναγόμενη ζητούσε από την ενάγουσα και τη συνάδελφό της ……………. να εμβολιαστούν, παράλληλα δε απέφευγε την ενάγουσα, την οποία αργότερα έμαθαν ότι απέλυσε. Εντούτοις, τα όσα ανωτέρω κατατέθηκαν από τους μάρτυρες αυτούς (βλ. περί άσκησης πιέσεων στην ενάγουσα για εμβολιασμό) προέρχονται αποκλειστικά από πληροφορίες από την ίδια την ενάγουσα, καθόσον επρόκειτο για πελάτες του ιατρείου, οι οποίοι, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν δύναντο να έχουν προσωπική αντίληψη επί των τεκταινομένων στο εργασιακό περιβάλλον αυτής, σε κάθε δε περίπτωση δεν υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες κάποιου σχετικού περιστατικού. Εξάλλου, εάν πράγματι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης είχε γίνει επειδή η ενάγουσα αρνείτο να εμβολιαστεί, η εναγομένη θα είχε πράξει ακριβώς το ίδιο και με την έτερη υπάλληλό της ………….., η οποία – παρότι, κατά την επίδικη περίοδο, ήταν επίσης ανεμβολίαστη και είχε τεθεί σε καθεστώς αναστολής εργασίας, επέστρεψε δε στην εργασία της περί τα τέλη Μαρτίου 2022 – εξακολουθεί μέχρι σήμερα να απασχολείται στο ιατρείο της εναγομένης. Μετά ταύτα η εργαζόμενη δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος της πιθανολόγησης του επικαλούμενου μη επιτρεπόμενου λόγου της καταγγελίας και, συνεπώς, η εργοδότρια δεν φέρει το βάρος απόδειξης ότι η απόλυση έγινε για κάποιον άλλο επιτρεπόμενο λόγο. Συνακόλουθα, η ενάγουσα δεν δικαιούται την πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 66 παρ. 4 – 3 του ν. 4808/2021. Αντιθέτως, η τελευταία δικαιούται για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, δώρα εορτών και επιδόματα και αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας τα εξής ποσά: 1) 31,07 ευρώ [ήτοι 7,77 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών για τον μήνα Ιανουάριο 2022 (989,75 : 25 = 39,59 – 31,82 που η ενάγουσα έλαβε για την αιτία αυτή και αφαιρεί με την αγωγή της) + 23,30 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών για τον μήνα Φεβρουάριο 2022 (39,59 * 3 ημέρες για μήνα Φεβρουάριο 2022 = 118,77 – 95,47 που έλαβε η ενάγουσα για την αιτία αυτή)], 2) 185,63 ευρώ [ήτοι 2 χ 39,59 χ 6,53 δεκαεννιαήμερα (από 1-5-2021 έως 1-9-2021, οπότε η εργαζομένη τέθηκε σε καθεστώς αναστολής εργασίας) = 517,04 + 21,54 (αναλογία επιδόματος αδείας) = 538,58 – 339,00 που η ενάγουσα έλαβε και αφαιρεί με την αγωγή της = 199,58 ευρώ, εκ του οποίου επιδικάζεται στην ενάγουσα το ποσό των 185,63 ευρώ στο οποίο περιορίζει την εν λόγω απαίτησή της) 3) 5,73 ευρώ για αναλογία δώρου Πάσχα 2022 (ήτοι 39,59 * 1/2 του οκταημέρου = 19,79 + 0,82 (αναλογία επιδόματος αδείας) = 20,61 – 14,36 που η ενάγουσα έλαβε για την αιτία αυτή και αφαιρεί με την αγωγή της = 6,25 εκ του οποίου επιδικάζεται σ’αυτήν το ποσό των 5,73 ευρώ στο οποίο περιορίζεται η απαίτησή της), 4) 526,93 ευρώ για διαφορές αποδοχών μη ληφθείσας αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2022 [ήτοι 989,75 + 494,88 (989,75 : 2) = 1.484,63 – 10,08 – 662,92 – 284,70 που η ενάγουσα έλαβε για την αιτία αυτή και αφαιρεί με την αγωγή και τις έγγραφες προτάσεις της). Σημειωτέον ότι όσον αφορά την ένσταση εξόφλησης που πρόβαλε παραδεκτά η εναγομένη, αυτή προβάλλεται αλυσιτελώς αφού η ενάγουσα ήδη με την ένδικη αγωγή της και τις έγγραφες προτάσεις της αφαιρεί τα ποσά που έλαβε για κάθε αιτία χωριστά (σ.σ. τα ποσά που επικαλείται η εναγομένη στα πλαίσια της ένστασης αυτής είτε ταυτίζονται με τα ποσά που ομολογεί η ενάγουσα ότι έλαβε είτε υπολείπονται αυτών), ενώ όσον αφορά την εξόφληση του δώρου Πάσχα 2021 σημειώνεται ότι το εν λόγω κονδύλιο δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης. Τέλος, απορριπτέο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν τυγχάνει το αίτημα της αγωγής περί χορηγήσεως στην ενάγουσα του πιστοποιητικού εργασίας του άρθρου 678 ΑΚ, αφού από τα τεθέντα υπόψη του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι η εναγόμενη αρνήθηκε να χορηγήσει σ’αυτήν το εν λόγω πιστοποιητικό.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και ειδικότερα να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 1.511,85 ευρώ (ήτοι 762,49 + 31,07 + 185,63 + 5,73 + 526,93) με τον νόμιμο τόκο, σύμφωνα με τις ακόλουθες διακρίσεις. Ειδικότερα: (α) όσον αφορά τις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών με τον νόμιμο τόκο από την επομένη του τέλους κάθε μήνα, κατά τον οποίο καθεμία από αυτές είναι απαιτητές, (β) ως προς την αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων 2021 με τον νόμιμο τόκο από 1-1-2022, ήτοι την επομένη της λήξης του έτους 2021, (γ) ως προς την αναλογία δώρου εορτών Πάσχα 2022 με τον νόμιμο τόκο από 30-4-2022, όπως αιτείται η ενάγουσα [παρότι σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο, για τα επιδόματα εορτών τόκος οφείλεται από την επομένη της λύσης της εργασιακής σχέσης (άρθρο 655 εδ.β. ΑΚ, ΑΠ 1830/2006, ΕφΑθ 210/2018 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ)], (δ) ως προς τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας έτους 2022 με τον νόμιμο τόκο από 4-2- 2022 [σ.σ. από τις διατάξεις των άρθρων 655 εδ. α και β ΑΚ, 5 παρ. 4 και 5 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 1346/1983 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, προκύπτει ότι, σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο, πριν ο μισθωτός λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός αυτός δικαιούται να λάβει τις αποδοχές και το επίδομα άδειας κατά τον χρόνο λύσεως της σχέσεως εργασίας, που αποτελεί δήλη ημέρα πληρωμής, από την οποία και οφείλεται τόκος υπερημερίας (άρθρα 341 και 345 ΑΚ) (ΑΠ 97/2009 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ)] και (ε) ως προς τη διαφορά αποζημίωσης απόλυσης με τον νόμιμο τόκο από 4-2-2022. Το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσία βάσιμο καθόσον η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της τελευταίας πρέπει να επιδικαστούν σε βάρος της εναγομένης κατά το μέρος της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας κατ’αντιμολία των διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των χιλίων πεντακοσίων έντεκα ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (1.511,85) με τον νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερες διακρίσεις στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.
Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.
Καταδικάζει την εναγόμενη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27/11/2024, δίχως την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies