Τελευταία ενημέρωση: 23 Απριλίου 2022
Περίληψη: Άρση αυτοτέλειας νομικού προσώπου. Διαχωρισμός εταιρικής περιουσίας από την περιουσία των μελών του νομικού προσώπου. Ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου. Τυχόν χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Περιπτώσεις που δεν συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά. Κρίση ότι η επίκληση εκ μέρους της εναγομένης της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας της οποίας είναι μοναδική μέτοχος, συνιστά προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και είναι, συνεπώς, καταχρηστική, ενόψει της επιδειχθείσας δόλιας συμπεριφοράς της, που είχε ως σκοπό να καταστήσει την εταιρία πρόσωπο αφερέγγυο και εντεύθεν αδύνατη την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος κατά της εταιρίας αυτής, προκαλώντας σε αυτόν ισόποση ζημία. Καταφάσκεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η άρση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 30.888,52 Ευρώ και απαγγέλλει προσωπική κράτηση δύο μηνών σε βάρος της εναγόμενης.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός Απόφασης
948/2020
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(Τμήμα Εργατικών Διαφορών)
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαρία Παπαχατζάκη, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και το Γραμματέα Μιχαήλ Μανιαδάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4-5-2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …………. του …………, κατοίκου …………(οδός ……….. αρ. …..), με Α.Φ.Μ. ……….., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: …………. του ……….., κατοίκου …………… (οδός ………. αρ. …….), η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Ευάγγελου Μπέη.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 27-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης ……../……./27-12-2017 αγωγή του, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 15-2-2018 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρου 61 του ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου. Επομένως, νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία από αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα. Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σε αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του. Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 §2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του. Ειδικότερα η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 5§1 και 12§§ 1 και 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά, αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε.), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν οι περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία. Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Περαιτέρω δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική από αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης. Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξαιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών. Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ’ άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σε αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης. Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρο 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση. Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρείας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον από αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται όμως γι’ αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρεία στο βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από το μέτοχο αυτό ή εταίρο στην εταιρεία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερομένου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας (ΟλΑΠ 2/2013 Νόμος).
Με την κρινόμενη αγωγή του, ο ενάγων, επικαλούμενος ότι η εναγομένη, ως βασική μέτοχος τόσο της αρχικής εργοδότριάς του εταιρίας «………..», όσο και της διαδόχου αυτής και νέας εργοδότριάς του εταιρίας «………..», των οποίων ασκεί και τη διοίκηση, προέβη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, σε δόλια κατάχρηση του θεσμού της εταιρίας, ζητεί: α) να αρθεί η αυτοτέλεια των νομικών προσώπων των ανωτέρω ανωνύμων εταιριών, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενη με τις εταιρίες αυτές, να του καταβάλει, με το νόμιμο τόκο κατά τα επίσης αναφερόμενα στην αγωγή, το ποσό των 30.888,52 ευρώ, το οποίο οι εν λόγω εταιρίες υποχρεώθηκαν να του καταβάλουν για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, με την 551/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία της προσβλητικής για την προσωπικότητά του συμπεριφοράς της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και δ) να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να απαγγελθεί σε βάρος της εναγομένης προσωπική κράτηση. Με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως, καθ’ ύλην και κατά τόπον (άρθρα 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 22 ΚΠολΔ), εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών και ειδικότερα των εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621-622 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), απορριπτομένου του ισχυρισμού της εναγομένης ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στην τακτική διαδικασία (ΕφΘεσ 425/2018 Νόμος), είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 298, 299, 330, 281, 914, 932, 481, 346 ΑΚ, 907, 908, 1047 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος άρσης της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων των προαναφερόμενων εταιριών, το οποίο είναι απορριπτέο ως άνευ αντικειμένου, καθόσον εμπεριέχεται ως προδικαστικό ζήτημα στο καταψηφιστικό αίτημα της καταβολής της επίδικης οφειλής, ύψους 30.888,52 ευρώ. Σημειώνεται ότι το παρεπόμενο αίτημα καταβολής τόκων επί του ποσού αυτού είναι νόμιμο μόνο για το μετά την επίδοση της αγωγής χρόνο, καθόσον η ως άνω αξίωση ασκείται βάσει των διατάξεων για την αδικοπραξία και, ως εκ τούτου, τόκοι οφείλονται από το χρόνο που ο οφειλέτης κατέστη υπερήμερος, συνεπεία οχλήσεως από το δικαιούχο της απαίτησης (ΑΠ 1253/2003 ΕλλΔνη 2004.487, ΕφΑθ 2142/2011 ΕπισκΕΔ 2012.467). Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό αντικείμενό της, κατά το μέρος που υπερβαίνει το όριο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………… ηλεκτρονικό παράβολο, καθώς και την από 4-5-2018 απόδειξη ηλεκτρονικής πληρωμής αυτού της ……. Τράπεζας).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασής του, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα υπ’ αριθμ. ………/26-1-2018 και ………./26-1-2018 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης, κατά το άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, κλήτευσης της εναγομένης με περιεχόμενη στην αγωγή σχετική δήλωση (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/28-12-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κων/νου Λεράκη), και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εναγομένη ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν σε άλλες δίκες και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ’ αριθμ. 551/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία επικυρώθηκε η υπ’ αριθμ. 1546/2015 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «…………» υποχρεώθηκε, με την ιδιότητα της εργοδότριας του ενάγοντος, να του καταβάλει, μεταξύ άλλων, και το συνολικό ποσό των 45.888,52 ευρώ, ως δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, λόγω επίσχεσης της εργασίας του, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2012 έως 30-4-2015. Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την ως άνω εφετειακή απόφαση, η μονοπρόσωπη αυτή ανώνυμη εταιρία κατέστη εργοδότρια του ενάγοντος τον Αύγουστο του 2013, κατόπιν της μεταβίβασης προς αυτήν της επιχείρησης της αρχικής εργοδότριάς του ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο «…………», η οποία από το προαναφερθέν ποσό υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με τη νέα εργοδότριά του, εκείνο των 17.348,12 ευρώ. Η εναγομένη, μέτοχος αμφότερων των εταιριών αυτών, μέχρι και τον κρίσιμο χρόνο της υπεισέλευσης της εταιρίας ……… στη θέση της εργοδότριάς του ενάγοντος, δεν ήταν η κυρίαρχη μέτοχος της προηγούμενης εργοδότριάς του εταιρίας ………. Ο βασικός μέτοχος της εταιρίας αυτής ήταν ο πατέρας της εναγόμενης, ……….. (βλ. το υπ’ αριθμ. …../17-11-1997 συστατικό της εν λόγω εταιρίας συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Πετροπούλου και το από 25-7-2013 πρακτικό της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της ίδιας εταιρίας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τ. ΑΕ-ΕΠΕ ……../28-3-2014), ο οποίος, ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, ασκούσε τη διοίκηση αυτής (βλ. και την κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρα του ενάγοντος, η οποία ανέφερε ότι ο ……….. μέχρι και το Νοέμβριο του 2013 «έκανε κουμάντο σε όλα»). Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας ……….. εκ μέρους της εναγόμενης και πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ως προς την εταιρία αυτή. Αντιθέτως, η εναγομένη είναι η μοναδική μέτοχος της νέας εργοδότριάς του ενάγοντος ανώνυμης εταιρίας ………, της οποίας ασκεί και τη διοίκηση, καθώς μέχρι και την 25-5-2016 ήταν η Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος αυτής (βλ. την προσκομιζόμενη από μτην εναγομένη από 4-1-2017 ανακοίνωση του Γ.Ε.ΜΗ.), ενώ μετά το χρόνο αυτό, κατά τον οποίο η εκπροσώπηση της ……. ανατέθηκε στη θεία της εναγομένης, ………, ηλικίας τότε περίπου 71 ετών, κρίνεται ότι τη διοίκηση της εταιρίας αυτής εξακολουθούσε να ασκεί στην πραγματικότητα η εναγομένη, η οποία παρέμεινε στο Διοικητικό Συμβούλιο της ανωτέρω εταιρίας, ως μέλος αυτού, διότι, πέραν του γεγονότος ότι ουδεμία πράξη εκπροσώπησης της …….. από την προαναφερόμενη ……….. αποδείχθηκε, δεν αποδείχθηκε ούτε ότι αυτή ήταν σε θέση να ασκεί τέτοιες πράξεις, λόγω του εξειδικευμένου αντικείμενου της …….., στη σύσταση της οποίας προέβη η εναγομένη ακριβώς λόγω του ότι ήταν ηλεκτρολόγος μηχανικός και μηχανικός Η/Υ του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Όμως, καίτοι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η συγκέντρωση όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρίας σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος, δεν είναι αρκετή για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη, παρόλο που η ίδια παραδέχθηκε ότι η εταιρία ………. παρουσίαζε τζίρο ένα εκατομμύριο ευρώ το 18μηνο (βλ. την περιεχόμενη στα με αριθμό 1383/2016 πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού ανωμοτί κατάθεσή της), προς δόλια αποφυγή της εξόφλησης των επιδικασθέντων απαιτήσεων του ενάγοντος, ενόψει του ότι η ως άνω εταιρία στερείται παγίων περιουσιακών στοιχείων, ουδέν χρηματικό ποσό κατέλειπε στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας αυτής, με συνέπεια η από 31-7-2017 κατάσχεση του ενάγοντος εις χείρας τρίτων να αποβεί άκαρπη. Επομένως, η επίκληση εκ μέρους της εναγομένης της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας ………, της οποίας είναι μοναδική μέτοχος, συνιστά προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και είναι, συνεπώς, καταχρηστική, ενόψει της επιδειχθείσας δόλιας συμπεριφοράς της, που είχε ως σκοπό στο να καταστήσει την ανωτέρω εταιρία πρόσωπο αφερέγγυο και εντεύθεν αδύνατη την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος κατά της εταιρίας αυτής, προκαλώντας σε αυτόν ισόποση ζημία. Ενόψει αυτών, καταφάσκεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η άρση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας ………. και η μετακύλιση των ευθυνών της στην εναγομένη, η οποία, μετά την αφαίρεση από το ανωτέρω ποσό των 45.888,52 ευρώ εκείνου των 15.000 ευρώ, που ο ενάγων ομολογεί ότι είχε λάβει από την ……… πριν από την προαναφερθείσα κατάσχεση, οφείλει να του καταβάλει, εις ολόκληρον με αυτή, το λοιπό ποσό των 30.888,52 ευρώ. Το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, καθόσον ο ενάγων ασκεί την αξίωση αυτή προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που επικαλείται ότι υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, όμως από την προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης δεν προσεβλήθη η προσωπικότητά του και δη η επαγγελματική αξία και η υπόληψή του ως εργαζομένου, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη, στο πλαίσιο της εις ολόκληρον ενοχής της με την εταιρία ……….., να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 30.888,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ενόψει της μακράς εκκρεμότητας της οφειλής, κρίνεται ότι δεν συντρέχει λόγος κήρυξης της απόφασης αυτής προσωρινώς εκτελεστής και πρέπει το σχετικό αγωγικό αίτημα να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. Πρέπει, όμως, λαμβανομένης υπόψη της αφερεγγυότητας της εναγομένης, ν’ απαγγελθεί σε βάρος αυτής, που ενέχεται από αδικοπραξία, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας απόφασης και μετά την τελεσιδικία της (άρθρα 1047 παρ. 1 και 2, 1049 παρ. 1 ΚΠολΔ), προσωπική κράτηση διάρκειας δύο μηνών. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον τελευταίο, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1, 191 παρ. 2, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενη με τη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία με το διακριτικό τίτλο «………….», να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (30.888,52), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης προσωπική κράτηση διάρκειας δύο (2) μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας απόφασης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων πενήντα (950) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12-6-20
