Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του εργαζόμενου, επειδή αυτός διεκδίκησε τα δικαιώματά του για την καταβολή των νομίμων αποδοχών του. Καταγγελία της σύμβασης εργασίας χωρίς καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης. Η διάταξη της ΑΚ 281 υπαγορεύει τη χρήση του ηπιότερου μέσου, δεδομένου ότι η απόλυση υπαλλήλου αποτελεί το έσχατο μέσο, η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις που αυτή καθίσταται αναγκαία, άλλως η καταγγελία ελέγχεται ως καταχρηστική, διότι η καλή πίστη επιβάλλει στα μέρη μιας έννομης σχέσης την αμοιβαία υποχρέωση να λαμβάνουν υπ’ όψιν κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους και κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους, εν προκειμένω δε η εναγομένη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όφειλε να συνεκτιμήσει τα συμφέροντα που συνδέει ο ενάγων ως εργαζόμενος με την διατήρηση της θέσης εργασίας του και να αποφύγει την αδικαιολόγητη προσβολή του. Απορρίπτει αίτημα απόληψης αποδοχών υπερημερίας για το μετά τη συζήτηση χρονικό διάστημα. Ηθική βλάβη, εν όψει των συνθηκών της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης και των εξ αυτής κοινωνικών, επαγγελματικών και οικονομικών προβλημάτων που δημιουργήθηκαν στον εργαζόμενο. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 25.953,39 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

AΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ

954/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαργίτσα Μιτζέλου – Θάνου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου, και την Γραμματέα Γεωργία Μαρούσου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2015 για να δικάσει την υπόθεση:

Του ενάγοντος: …………………………………….., κατοίκου ……………, ο οποίος παρέστη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευανθίας Προύντζου.

Της εναγομένης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………………….» και έδρα …………, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Μανούσου Μανουσέλη.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 18-7-2014 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό καταθέσεως ……./……/2014, προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εκφωνήθηκε από το πινάκιο.

Κατά την συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων με την υπό κρίσιν αγωγή του εκθέτει ότι εργάσθηκε στην εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα και με τον συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό που ειδικότερα αναφέρει. Ότι η εναγομένη καθυστερούσε από το έτος 2010 να του καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του, ότι ο ίδιος εργαζόταν και πέραν του νομίμου ωραρίου του, χωρίς να λάβει άδεια και επίδομα αδείας, ότι την 21-5-2014 η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας του, χωρίς να του καταβάλει την νόμιμη αποζημίωσή του για την άνω γενομένη καταγγελία, ότι η καταγγελία αυτή τυγχάνει άκυρη λόγω μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων και δη άνευ τηρήσεως του έγγραφου τύπου και καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως, αλλά και καταχρηστική, επειδή ο ίδιος πέντε ημέρες νωρίτερα προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, αξιώνοντας τις οφειλόμενες αποδοχές του, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή. Ζητεί δε, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 33.651,65 ευρώ, όπως αναλύεται σε κονδύλια για μισθούς υπερημερίας, οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας και επίδομα αδείας και ως χρηματική ικανοποίηση ένεκα της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά της, επικουρικώς να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ποσό των 1.343,3 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, επ’ απειλή χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ ημερησίως σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς της, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή κατά τις καταψηφιστικές της διατάξεις και να καταδικασθεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα. Με το περιεχόμενο τούτο και τα αιτήματα η κρινομένη αγωγή παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 14 παρ. 2, 16 παρ. 2 και 663 και 664 επ. ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για τα ως άνω καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής, τα οποία δεν υπερβαίνουν την αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου (άρθρο 71 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 2479/1997 και ισχύει σήμερα) και καθ’ όσον για τα υπόλοιπα καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις /υπέρ τρίτων (βλ. τα προσκομιζόμενα με αριθμούς …………. και ……… αγωγόσημα και τα επικολληθέντα επ’ αυτών ένσημα υπέρ του Ταμείου Νομικών και του Ταμείου Προνοίας – ΕΤΑΑ ΤΑΝ και ΤΥ ΠΔΑ), αφού η αξίωση που αναφέρεται στο κονδύλιο των μισθών υπερημερίας του ενάγοντος ένεκα της ακύρου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του είναι παραδεκτή, γιατί έχει ασκηθεί εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 του ν. 3198/1955, η οποία (προθεσμία) ερευνάται αυτεπαγγέλτως και άρχεται από της λύσεως της εργασιακής του σχέσεως, εν προκειμένω κατά τα ιστορούμενα την 21-5-2014 και δοθέντος ότι η κρινομένη αγωγή κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου την 21-7-2014 και επιδόθηκε την 24-7-2014 στην εναγομένη (βλ. την υπ’ αριθμόν ………/24-7-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Νικολάου Τζινιέρη). Επίσης, η επικουρικώς σωρευόμενη αξίωση του ενάγοντος που αφορά στο κονδύλιο της αποζημίωσης ένεκα της ένδικης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του κρίνεται παραδεκτή, διότι αφ’ ενός σωρεύεται επικουρικώς κατ’ άρθρο 219 ΚΠολΔ (ΑΠ 590/1994 ΕλλΔνη 1995. 162) και αφ’ ετέρου έχει ασκηθεί εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 6 § 2 του ν. 3198/1955, η οποία (προθεσμία) ερευνάται αυτεπαγγέλτως και άρχεται από της λύσεως της εργασιακής του σχέσεως, την 21-5-2014 κατά τα εκτεθέντα και δεδομένου ότι η παρούσα αγωγή κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου την 21-7-2014 και επιδόθηκε στην εναγομένη την 24-71-2014 (βλ. την προαναφερόμενη έκθεση επιδόσεως). Είναι, δε, η αγωγή νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 655, 656, 669 παρ. 2, 349, 350, 174, 180, 340, 343, 345, 346, 281, 914 και 932 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920, 2, 5, 6 και 9 του ν. 3198/1955, ν. 1082/1980 και της κοινής Υπουργικής Απόφασης 19040/1981, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 7 του α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με τον ν. 1346/1983, 907 και 908 ΚΠολΔ ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις και 176 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, το αίτημα του ενάγοντος να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης εργοδότριας εταιρίας να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, επ’ απειλή χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ για κάθε ημέρα μη απασχολήσεώς κρίνεται απορριπτέο ως απαράδεκτο ένεκα αοριστίας, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, διότι, πέραν από την ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και την άρνηση της εργοδότριας να δέχεται την προσήκουσα εργασία του ενάγοντος με τους συμβατικούς όρους, δεν αναφέρεται στην κρινόμενη αγωγή ότι από την μη πραγματική απασχόληση του ενάγοντος, προσβάλλεται η προσωπικότητά του, με την αναφορά συγκεκριμένων λόγων και περιστάσεων, που στοιχειοθετούν την προσβολή, ούτε ότι η συμπεριφορά της εργοδότριας να αρνείται τις υπηρεσίες του αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ούτε προσδιορίζονται οι ειδικές περιστάσεις, από τις οποίες επέρχεται η προσβολή και προξενείται υλική ή ηθική βλάβη ή η δυσχέρεια ανάπτυξης της προσωπικότητας του ενάγοντος, λαμβανομένης μάλιστα υπ’ όψιν της φύσεως της εργασίας που παρείχε αυτός ως εργάτης [ΟλΑΠ 9/2011 ΕλλΔνη 52 (2011). 708]. Επίσης, το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα περί απειλής χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ ημερησίως, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως της εναγόμενης, κρίνεται απορριπτέο προεχόντως ως απαράδεκτο ένεκα αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται ονομαστικώς τα στοιχεία του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ, επειδή αυτό τυγχάνει νομικό πρόσωπο (ΕφΘεσ 2142/1994 ΕΕργΔ 1994. 891, 893). Ακόμη, η αγωγή ως προς την περί αδικαιολόγητου πλουτισμού θεμελίωσή της υπό την δικονομική της επικουρικότητα κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η εκ του άρθρου 904 ΑΚ αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από την σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 22/2003 ΧρΙΔ 4. 177, ΑΠ 531/1994 Ελλ.Δ/νη 37.81, ΑΠ 1369/1993 Ελλ.Δ/νη 36.304, ΑΠ 1567/1983 ΝοΒ 32.1354, ΑΠ 890/1982 ΝοΒ 31.1156, Εφ.Θεσ. 2.111/1996 Αρμ. 1996.1323, Εφ.Θεσ. 643/1995 Αρμ. 1995.460), εν προκειμένω δε ο ενάγων για την θεμελίωσή της αξιώσεώς του με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικαλείται τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά για την θεμελίωσή της ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης, ενώ δεν μνημονεύει ότι είναι άκυρη η ένδικη σύμβαση εργασίας του και έτερα πραγματικά περιστατικά που να είναι διαφορετικά ή πρόσθετα από αυτά, στα οποία ερείδεται η αγωγή εκ της εγκύρου συμβάσεως εργασίας. Πρέπει, επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπ’ όψιν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, την με αριθμό ……/10-2-2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την άνω υπ’ αριθ. ……/24-7-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Νικολάου Τζινιέρη), τις υπ’ αριθ. ….., ……, ….. και ……/13-2- 2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθ. ……./11-2-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Βασιλικής Ταγκλή), αφού ο αριθμητικός περιορισμός των ενόρκων βεβαιώσεων σε τρεις δεν ισχύει στις ειδικές διαδικασίες, επομένως και στις εργατικές διαφορές (ΑΠ 1391/2008 ΤΝΠ και ΝοΒ 2009. 421), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, ο οποίος διαθέτει νόμιμη άδεια παραμονής, προσελήφθη την 23-8-2006 από την εναγόμενη με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως εργάτης στην επιχείρηση εμπορίας σχολικών και συναφών ειδών που αυτή διατηρεί στην Αθήνα, με το νόμιμο ωράριο εργασίας και με τις νόμιμες οριζόμενες αποδοχές. Πράγματι, έκτοτε ο ενάγων παρείχε την ένδικη εργασία του στην εναγομένη με την εν λόγω ειδικότητά του και το συμφωνηθέν ωράριο εργασίας με πλήρη απασχόληση, λόγω των αναγκών της επιχειρήσεως της εναγομένης και με βάση τις εντολές και υποδείξεις της και κατά το διευθυντικό της δικαίωμα. Οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις αρχικώς ήταν καλές και χωρίς προβλήματα, το δε ημερομίσθιο του ενάγοντος από το έτος 2012 και μετά ανερχόταν στο ποσό των 38,38 ευρώ μικτά. Πλην όμως, από το έτος 2010 και μετά η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή στον ενάγοντα των δεδουλευμένων αποδοχών του, ενώ δεν του χορήγησε και νόμιμη άδεια κατά τα έτη 2012 και 2013, μολονότι ο ίδιος είχε από την πρώτη στιγμή διαμαρτυρηθεί προφορικώς προς τούτο και ζητούσε και αποδείξεις μισθοδοσίας του. Εν συνεχεία, την 16-5-2014 ο ενάγων προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας εις βάρος της εναγομένης, αξιώνοντας τις οφειλόμενες έως τότε αποδοχές του, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. …./2014 δελτίο εργατικής διαφοράς και την από 16-5-2014 αίτησή του, γεγονός που προκάλεσε προστριβές στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις, με αποκορύφωμα η εναγομένη την 21-5-2014 να προβεί στην άτυπη μονομερή καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και χωρίς την καταβολή σε αυτόν της οφειλόμενης αποζημίωσης για την γενομένη καταγγελία, διότι η εναγομένη έπαυσε τότε να αποδέχεται την παροχή της εργασίας του ενάγοντος και αρνήθηκε ρητώς να εργάζεται και να μεταβαίνει έκτοτε ο ενάγων στην εν λόγω επιχείρησή της. Εκ των ιδίων αποδεικτικών στοιχείων συνάγεται ότι η εναγομένη κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, επειδή ο τελευταίος διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά του για την καταβολή των νομίμων αποδοχών του, μολονότι η εναγομένη είχε ανάγκη την τοιαύτη παροχή της εργασίας του ενάγοντος, καθ’ όσον δεν αμφισβητείται η ικανότητά του και η προσήκουσα παροχή της εργασίας του, αφού η εναγομένη δεν διαμαρτυρήθηκε σχετικώς ποτέ μέχρι τότε για πλημμελή εκτέλεση και παροχή της εργασίας του ενάγοντος. Επιπροσθέτως, η ανωτέρω γενομένη καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε χωρίς την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, δεδομένου ότι δεν προσέφερε την αποζημίωση αυτήν η εναγομένη, ούτε υπάρχει σχετική έγγραφη απόδειξη καταβολής της, ούτε προηγήθηκε άρνηση του ενάγοντος να την εισπράξει. Ταυτοχρόνως, επιβεβαιώνεται ότι η προμνημονευομένη συμπεριφορά του ενάγοντος να ζητεί τις νόμιμες αποδοχές του δεν συνιστά σπουδαίο λόγο που να καθιστά αναπόφευκτη την καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως εκ μέρους της άνω εργοδότριάς του και αδύνατη την λήψη άλλων ηπιότερων μέτρων προς ομαλή εξέλιξη της εργασιακής σχέσης, ούτε αποτέλεσε η ως άνω καταγγελία έσχατη λύση με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, η διάταξη της ΑΚ 281 υπαγορεύει την χρήση του ηπιότερου μέσου, δεδομένου ότι η απόλυση υπαλλήλου αποτελεί το έσχατο μέσο, η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις που αυτή καθίσταται αναγκαία, άλλως η καταγγελία ελέγχεται ως καταχρηστική (ΑΠ 1125/1993 ΕΕΔ 54.373, ΑΠ 144/1991 ΕΕΔ 51.636, ΑΠ 496/1987 ΕΕΔ 47.116, ΕφΑΘ 1417/1996 ΕΕΔ 56.238), διότι η καλή πίστη επιβάλλει στα μέρη μιας έννομης σχέσης την αμοιβαία υποχρέωση να λαμβάνουν υπ’ όψιν κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους και κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους, εν προκειμένω δε η εναγομένη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όφειλε να συνεκτιμήσει τα συμφέροντα που συνδέει ο ενάγων ως εργαζόμενος με την διατήρηση της θέσης εργασίας του και να αποφύγει την αδικαιολόγητη προσβολή του. Δυνάμει των προεκτιθέμενων, αποδεικνύεται ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης και η μη καταβολή σε αυτόν της προβλεπόμενης νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως κατά την λύση της εργασιακής του σχέσης έγινε χωρίς να υπάρχει ένας αντικειμενικός λόγος που να την δικαιολογεί, αλλά οφείλεται στην ανωτέρω νόμιμη δραστηριότητα του ενάγοντος και την διεκδίκηση νομίμων αιτημάτων του και συνεπώς είναι άκυρη, γιατί ασκήθηκε και κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της άνω εργοδότριάς του. Ωσαύτως, η εναγομένη που δεν αποδέχεται τις προσφερόμενες από τον ενάγοντα υπηρεσίες κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του και οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, τις αποδοχές υπερημερίας που ζητεί ο ενάγων με την αγωγή τούτη και μέχρι την συζήτησή της. Σημειωτέον ότι η εναγομένη εξακολουθεί να τελεί σε υπερημερία, γιατί δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες, τις οποίες της προσφέρει προσηκόντως ο ενάγων και αφού δεν προέβη σε καμία ενέργεια με σκοπό να άρει την υπερημερία της, όπως νέα έγκυρη καταγγελία ή επαναπρόσληψη, αλλά τελικώς το επίδικο χρονικό διάστημα της υπερημερίας της πρέπει να περιορίζεται μέχρι την 27-2-2015, ήτοι την συζήτηση της αγωγής, διότι το συναφές αίτημα για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας μετά την συζήτηση της παρούσας υπό κρίσιν αγωγής του, κρίνεται απορριπτέο ως προώρως ασκηθέν, διότι δεν χωρεί μελλοντική δικαστική προστασία κατ’ άρθρο 69 ΚΠολΔ για το άνω αιτούμενο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα της υπερημερίας της εναγομένης, αφού το Δικαστήριο μόνο στο μελλοντικό χρονικό σημείο μπορεί να έχει τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο απαραίτητα στοιχεία προς σχηματισμό της κρίσεώς του αναφορικά με την υφισταμένη και συνεχιζομένη, κατά το χρονικό διάστημα που έπεται μετά την συζήτηση της κρινομένης αγωγής, τοιαύτη υπερημερία της εναγομένης. Συγκεκριμένα, από την 21-5-2014, ημεροχρονολογία καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έως την 27-2-2015, ένεκα της υπερημερίας της εναγομένης και δοθέντος ότι ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 997,88 ευρώ [38,38 ημερομίσθιο X 26 ημερομίσθια ανά μήνα], οφείλει η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 8.980,92 ευρώ [997,88 ευρώ X 9 μήνες] ως μισθούς υπερημερίας, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του. Βάσει των ιδίων αποδεικτικών μέσων προκύπτει ότι εκ της ένδικης λύσεως της εργασιακής συμβάσεως η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για το επίδικο χρονικό διάστημα τα κάτωθι ποσά, γεγενημένα και απαιτητά, τα οποία δεν έχει εισέτι καταβάλει σε αυτόν, αφού δεν προσκομίζονται εκ μέρους της εξοφλητικές αποδείξεις καταβολής για τις αντίστοιχες αιτίες και δη: Α] ως αναλογία του Δώρου Χριστουγέννων του έτους 2014 ποσό 1.119,41 ευρώ, Β] επίδομα αδείας 2014 ποσό 498,94 ευρώ, Γ] οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές: Αυγούστου 2013 ποσό 997,88 ευρώ, Σεπτεμβρίου 2013 ποσό 959,50 ευρώ, Οκτωβρίου 2013 ποσό 1.036,26 ευρώ, αποδοχές Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2013 ποσό 959,50 ευρώ αντίστοιχα, Ιανουαρίου 2014 ποσό 997,88 ευρώ, αποδοχές Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2014 ποσό 959,50 ευρώ αντίστοιχα, αποδοχές Απριλίου 2014 ποσό 997,88 ευρώ και αποδοχές Μαΐου 2014 ποσό 690,84 ευρώ, ήτοι σύνολο ποσό 9.518,24 ευρώ και Δ] επίδομα αδείας και αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας των ετών 2012 και 2013 ποσό 4.835,88 ευρώ. Τελικώς, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για τις ένδικες ως άνω προμνημονευόμενες αιτίες συνολικά το ποσό των ευρώ (8.980,92 + 1.119,41 + 498,94 + 9.518,24 + 4.835,88), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους μηνιαίο κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό ως δήλη ημέρα καταβολής του, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Προσέτι, λόγω της προεκτεθείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης και της δικαιολογημένης ψυχικής ταλαιπωρίας που ο ενάγων υπέστη, εν όψει των συνθηκών της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως και των εξ αυτής της καταγγελίας κοινωνικών, επαγγελματικών και οικονομικών προβλημάτων που δημιουργήθηκαν στον ίδιον, καθ’ όσον η εναγομένη είναι νομικό πρόσωπο, πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, επειδή για την αξίωση αυτή δεν υφίσταται προγενέστερη όχληση της εναγομένης, το οποίο μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων κρίνεται εύλογο για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Συμπερασματικώς, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για τις ως άνω αιτίες συνολικά το ποσό των ευρώ 25.953,39 ευρώ (24.953,39 + 1.000), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Κατ’ ακολουθίαν, η κρινομένη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 25.953,39 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Όσον αφορά στο αίτημα του ενάγοντος να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή πρέπει να γίνει δεκτό εν μέρει κατά το ποσό των ευρώ δέκα χιλιάδων (10.000 ευρώ), διότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της αποφάσεως δύναται να επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα ένεκα και του διαδραμόντος μέχρι τούδε χρόνου, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, κατόπιν σχετικού αιτήματος του, εις βάρος της εναγομένης, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης, όπως εκτίθεται στο σκεπτικό.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ είκοσι πέντε χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα τριών και τριάντα εννέα λεπτών (25.953,39 ευρώ), νομιμοτόκως τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη εκ του νόμου απαιτητό.

Κηρύσσει την απόφαση εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη κατά το ποσό των ευρώ δέκα χιλιάδων (10.000 ευρώ).

Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος εις βάρος της εναγομένης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των ευρώ οκτακοσίων (800 ευρώ).

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2015.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies