Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Ορισμένο αγωγής με την οποία ζητείται αμοιβή για υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση. Επιδίκαση των αντίστοιχων κονδυλίων. Πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας εργασίας. Η ύπαρξή του δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου αγωγής αναζήτησης αποδοχών, αλλά η έλλειψή του περιεχόμενο ένστασης του εργοδότη. Η αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης και για εργασία κατά τις Κυριακές, παρέχεται μόνο βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επιδίκαση των αντίστοιχων κονδυλίων πλέον προσαύξησης για παράνομη υπερωριακή απασχόληση κατά τις Κυριακές. Το γεγονός ότι για χρονικό διάστημα δύο ετών η ενάγουσα δεν κινητοποιήθηκε με αγωγή κατά της εναγομένης δεν μπορεί να αποβεί σε βάρος της πρώτης λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και του φόβου απώλειας της θέσης εργασίας. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η ενάγουσα δεν θα ήταν δυνατό να απασχολείται από την εναγομένη ως ανασφάλιστη, δεν ευσταθεί κατά την κοινή πείρα και λογική, καθώς είναι σύνηθες φαινόμενο η συνειδητή επιλογή από την εργοδοσία αλλοδαπού ανασφάλιστου και κατά συνέπεια φτηνού εργατικού δυναμικού με το οποίο μειώνεται το κόστος παραγωγής και αυξάνεται το κέρδος. Δεν είναι υποχρεωτική για τον δικαστή η ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από τις αποδείξεις, εφόσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Ελλιπής αιτιολογία υφίσταται όταν η αντίφαση εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων διαδικαστικών ή όχι εγγράφων. Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 19.359,61 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
3808/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Θεοδώρα Καρατσικάκη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τον Γραμματέα Θεμιστοκλή Αλειφέρη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση :
Της καλούσας- εφεσίβλητης : ……. ……. του ……., κατοίκου ……., οδός ……. αρ. …., η οποία, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Δημήτριο Βλαχόπουλο.
Της καθ’ ής η κλήση – εκκαλούσας : Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «…….», που εδρεύει στην ……., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Σκουτέρη, βάσει δηλώσεως.
Με την υπ’ αρ. 862/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η από 20.10.2011 (και με αριθμό κατάθεσης ……. /2011) αγωγή της καλούσας- εφεσίβλητης- ενάγουσα, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Ήδη κατά της απόφασης αυτής στρέφεται η καθ’ ής η κλήση-εκκαλούσα-εναγομένη με την από 4.7.2013 έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Αθηνών) με αριθμό ……. /8.7.2013 και στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης ……./2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……. /2013, προσδιορίσθηκε δε για τη δικάσιμο της 16.5.2014 ότε και ματαιώθηκε λόγω εκλογών. Ήδη, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 28.5.2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……. /……. /2014, κλήση της εφεσίβλητης-ενάγουσας για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξούσια δικηγόρος της καθ’ ής η κλήση – εκκαλούσας – εναγομένης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καλούσας – εφεσίβλητης – ενάγουσας, παραστάθηκε στο ακροατήριο και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις του.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’αριθ. 862/2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, και δίκασε την από 20.10.2011 (και με αριθμό κατάθεσης ……./2011) αγωγή της καλούσας – εφεσίβλητης κατά της καθ’ ής η κλήση-εκκαλούσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 επ., 499, 511, 513 παρ. 1 περ. β’, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού η έκδοση της εκκαλουμένης έλαβε χώρα στις 23.5.2013 και το δικόγραφο της έφεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 8.07.2013 (βλ. την έκθεση κατάθεσης επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου αυτής), ενώ δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια ως άνω διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα).
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 Ν 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέραν των επιτρεπομένων για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διαρκείας της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τοιαύτης απασχολήσεως, η οποία είναι ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, αυξημένο κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί, οι οποίοι παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν των απαιτήσεων τους εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 11770/2030/1984 (ΦΕΚ Β’ 81/1984), η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1.1.1984 σε σαράντα (40) ώρες, για την απασχόληση δε πέραν του συμβατικού (συλλογικού) εβδομαδιαίου ωραρίου έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της υπ’ αριθμ. 1 /1982 ΔΔΔΔ Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 11245/1982, δηλαδή με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, το οποίο κατά το άρθρο 5 της από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, η οποία κυρώθηκε με το Ν 133/1975, υπολογίζεται επί του καταβαλλομένου μισθού. Περαιτέρω με το άρθρο 13 της 12/1984 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984 ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες εβδομαδιαίως και με το άρθρο 6 της υπ’ αριθμ. 40/85 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθμ. 19533/1985 ΥΑ καθιερώθηκε εβδομάδα των 5 εργασίμων ημερών για τους οδηγούς των φορτηγών αυτοκινήτων. Ειδικώς για τους εργαζομένους υπό το σύστημα της πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες πέντε ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των σαράντα (40) και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών εργασίας εβδομαδιαίως. Επομένως, για τους εργαζομένους υπό το σύστημα της πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας: α) η εργασία που παρέχεται πέραν του εβδομαδιαίου ωραρίου, το οποίο έχει καθορισθεί με ατομική συμφωνία ή με συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση για κάθε κατηγορία εργαζομένων, η οποία ανέρχεται γενικώς σε σαράντα (40) ώρες και μέχρι τη συμπλήρωση του ανωτάτου επιτρεπομένου νομίμου ωραρίου των σαράντα πέντε (45) ωρών, ήτοι οι τεσσαρακοστή πρώτη (41 η) έως τεσσαρακοστή πέμπτη (45η) ώρες την εβδομάδα αποτελούν υπερεργασία, η οποία αμείβεται με το ωρομίσθιο και προσαύξηση 25%, β) η εργασία που παρέχεται πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών, ήτοι οι τεσσαρακοστή έκτη (46η), τεσσαρακοστή εβδόμη (47η) και τεσσαρακοστή ογδόη (48η) ώρες αποτελούν ιδιόρρυθμη υπερωρία, η οποία αμείβεται με το ωρομίσθιο και προσαύξηση 25% (για την οποία δεν απαιτείται άδεια της αρχής) και γ) η εργασία που παρέχεται πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών εβδομαδιαίως αποτελεί υπερωρία, η οποία, όταν είναι νόμιμη, αμείβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν 435/1976, ήτοι οι εξήντα (60) πρώτες ώρες με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, οι επόμενες εξήντα (60) ώρες με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% και πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. Για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, το ποσόν που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές περιστάσεις του τελευταίου, όπως προϋπηρεσία, οικογενειακά επιδόματα κ.λπ., αφού κατά το ποσόν αυτό, το οποίο δεν δύναται να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή απασχόληση του απασχοληθέντος μισθωτού, καθώς και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του ωρομισθίου. Όμως, με τις διατάξεις των παρ. 1-5 του άρθρου 4 Ν 2874/2000 «Προώθηση της απασχόλησης και άλλες διατάξεις» καταργήθηκε η υπερεργασία και ορίσθηκε ότι στις επιχειρήσεις, για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών εργασίας την εβδομάδα, ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχολήσεως του μισθωτού και ο μισθωτός αντιστοίχως υποχρεούται να παρέχει την εργασία του επί τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41 η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση). Από 1.4.2001 και εφεξής η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ. 1 του Νόμου αυτού θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες εγκρίσεως. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακώς δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιορρύθμου υπερωριακής απασχολήσεως και νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως μέχρι τη συμπλήρωση των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 Ν 435/1976. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως του δικαιούται αποζημίωση ίση προς το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νομίμου υπερωρίας. Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 4 Ν 2874/2000 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν 3385/2005 και ισχύει από την 1.10.2005 με το εξής περιεχόμενο: «1. Σε επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41 η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα. 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ. 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής ως κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%». Από την τελευταία αυτή διάταξη (τόσο υπό την αρχική, όσο και υπό την ισχύουσα διατύπωση) σαφώς συνάγεται ότι η αξίωση αμοιβής της «υπερεργασίας» ή της «ιδιορρύθμου υπερωριακής απασχολήσεως» και της παρανόμου υπερωρίας στηρίζεται ευθέως στο νόμο και όχι στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Εξάλλου, η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ή εβδόμη ημέρα υπό το σύστημα της πενθημέρου εργασίας, εφ’ όσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερησίας απασχολήσεως, δεν αποτελεί υπερεργασία, δηλαδή δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών ιδιορρύθμου υπερωριακής απασχολήσεως ή υπερωριακής εργασίας , ενώ, δοθέντος ότι η υπερωρία κρίνεται όχι μόνο επί εβδομαδιαίας, αλλά και επί ημερησίας βάσεως, είναι δυνατόν η εν λόγω εργασία, αυτοτελώς λαμβανομένη για κάθε μία από τις υπόλοιπες δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη και έβδομη) να συνιστά υπερωρία, μόνο εάν υπερβαίνει για κάθε μία από αυτές το γενικό νόμιμο ωράριο εργασίας, ήτοι το οκτάωρο (ΑΠ 418/2004 ΕλλΔνη 47,146, ΕφΠειρ 180/2010 ΠΕΙΡΝΟΜ 2011.33, ΕφΛαμ 28/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 353/2009 ΑΧΑΝΟΜ 2010.479, ΕΑ 5306/2008 ΕλλΔνη 2009.1098, ΕφΠατρ 268/2008 ΑΧΑΝΟΜ 2009.505, ΕφΘεσ. 2847/2007 ΑΡΜ 2008.1718, ΕφΔωδ 228/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΙΙ. Περαιτέρω, η εργασία του μισθωτού εντός του νομίμου ωραρίου κατά τα Σάββατα ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας δε συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών υπερεργασίας, ο δε μισθωτός ως απασχοληθείς ακύρως σε ημέρα υποχρεωτικής αναπαύσεως δικαιούται να αξιώσει κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) την απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή της εργασίας αυτής, ήτοι το ποσό, που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την εργασία κατά τα Σάββατα του απασχοληθέντος μισθωτού (ΑΠ 1519/2008 ΕΕΔ 2009.978, ΑΠ 66/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1253/2002 ΕΕργΔ 2004.731). IV. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% επί του ημερομισθίου του, ήτοι επί των θεσπισμένων ελάχιστων ορίων των αποδοχών του, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα, ενώ παράλληλα, πρέπει να του χορηγηθεί και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η οποία απαγορεύεται από τους ως άνω κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας, κατά τις παραπάνω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ’ αυτές εργασθέντα μισθωτό, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών. Στην αξίωση αυτή, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, περιλαμβάνονται και τα καταβαλλόμενα στο μισθωτό επιδόματα, μόνο εφόσον αυτά θα καταβάλλονταν και στο μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε άλλως ο εργοδότης, αφού διαφορετικά, ως προς αυτά δεν υπάρχει πλουτισμός του εργοδότη (ΑΠ 1108/2009 ΔΕΝ 2010.162, ΑΠ 925/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2128/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν συνυπολογίζονται οι προσαυξήσεις που τυχόν θα δικαιούνταν ο μισθωτός, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων που συντρέχουν στο πρόσωπό του (όπως προσαύξηση λόγω προϋπηρεσίας ή και λόγω γάμου), αφού δεν είναι βέβαιο, ότι ο τρίτος, που θα απασχολούνταν στη θέση του παρανόμως εργασθέντος μισθωτού, θα είχε τα ίδια προσόντα με τον τελευταίο (βλ. ΑΠ 809, 436/2010 και ΑΠ 2018/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 439/2004, ΔΕΝ 2004.871). Διευκρινίζεται ότι η απαίτηση για τη αμοιβή στηρίζεται στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ η απαίτηση καταβολής της προσαύξησης 75% στηρίζεται απευθείας στο νόμο (άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 435/1976).
ΙΙΙ. Ενόψει των ανωτέρω, για το κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αμοιβή για υπερεργασία ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή εργασία, πρέπει, για τον προσδιορισμό των ωρών αυτών, να αναφέρεται τόσο η ημερήσια, όσο και η εβδομαδιαία απασχόληση (ΑΠ 1548/2011, ΑΠ 184/2007, ΑΠ 1556/2005, ΕΑ 3879/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 572/2009 ΠΕΙΡΝΟΜ 2010.141, ΕΑ 2459/2008 ΕλλΔνη 2009.1492, ΕΑ 3479/2007 ΔΕΕ 2008.236, ΕΑ 3150/2006 ΕλλΔνη 2006.1477), καθ’ όσον για τη συνδρομή υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση των μισθωτών, και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, ενώ για τη συνδρομή της υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 παρ. 1 Ν 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως (υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.7.1975 ΕΣΣΕ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντιθέτως, για να υπάρχει υπερεργασία, πρέπει να υπάρχει υπέρβαση του εβδομαδιαίου ωραρίου και δεν ενδιαφέρει η μεμονωμένη υπέρβαση του ημερησίου ωραρίου (ΑΠ 1673/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 804/2003 ΕλλΔνη 45.141,ΕφΘεσ. 2918/2005 ΑΡΜ 2006.422, ΕφΠειρ 933/2003 ΕλλΔνη 2004.544). Παραιτέρω, γίνεται δεκτό ότι η παράλειψη του ενάγοντος να αναφέρει στην αγωγή, με την οποία προβάλλει αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας, τα αναγκαία για το κύρος της συμβάσεως αυτής στοιχεία, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι έχει εφοδιαστεί με άδεια ικανότητας οδηγού και πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας εργασίας, όπου τα στοιχεία αυτά απαιτούνται κατά νόμο, δεν καθιστούν την αγωγή αόριστη και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εξετάσει τη συνδρομή των προϋποθέσεως αυτών, και μόνο αν προβληθεί σχετικός ισχυρισμός από τον εναγόμενο, οφείλει ο ενάγων να προτείνει και να αποδείξει ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 458/2012, ΑΠ 45/2006 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1710/2007 , ΕφΛαμ 100/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). V. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως αυτής από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο, διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος, κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσεως, επιβάλλεται όμως, με ποινή το απαράδεκτο, για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως (ΑΠ 390/2011 ΝοΒ 2012.57, ΑΠ 680/2011 ΕΠΟΛΔ 2012.96, ΑΠ 362/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΛαρ 102/2012 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2012.500, ΕφΠειρ 572/2009 ΠΕΙΡΝΟΜ 2010.141, ΕΑ 4410/2006 ΕλλΔνη 2007.286).
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, με την υπ’ αρ. κατάθεσης ……./2011 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη εταιρία περιορισμένης ευθύνης (εκκαλούσα) με την επωνυμία «…….» διατηρεί επιχείρηση αργυροχρυσοχοΐας. Ότι την 13.4.2009 προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρία με άτυπη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως βοηθός τεχνίτη αργυροχρυσοχοΐας, επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, και αντί ημερομισθίου το οποίο καθορίστηκε από 13.4.2009 και έως 18.1.2011 σε 35,00 ευρώ και από τις 19.1.2011 έως τις 3.5.2011 σε 37,69 ευρώ ημερησίως. Ότι εργάσθηκε έως τις 3.5.2011, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Ότι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία πρόσληψής της έως τις 3.5.2011, εργαζόταν υπερβαίνοντας το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας της, ότι συμπλήρωσε τον αναφερόμενο αριθμό ωρών υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές, την οποία παρείχε στην εναγομένη. Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησε κυρίως από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της (ΑΚ648 επ.), άλλως και επικουρικώς σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα (904επ.) να της καταβάλει η εναγομένη, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, το συνολικό ποσό των 19.568,15 ευρώ και ειδικότερα το ποσό των 13.953,47 ευρώ για αμοιβή της λόγω υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής εργασίας και το ποσό των 5.614,68 ευρώ για εργασία της κατά τις Κυριακές, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη κάθε αξίωση της απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’ αρ. 862/2013 εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή του, δέχτηκε αυτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά την κύρια βάση της, στο σύνολό της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 19.568,15 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένης της επιδόσεως της αγωγής. Έτσι όμως που έκρινε το Δικαστήριο, πλην των λοιπών αγωγικών κονδυλίων και για την αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης και την εργασία, της κατά τις Κυριακές, καθώς τα εν λόγω κονδύλια έκανε δεκτά με βάση την έγκυρη σύμβαση εργασίας της, ενώ σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η αμοιβή για εργασία κατά τις ημέρες αυτές (επί ισχύοντος 5θημέρου όπως εν προκειμένω) παρέχεται μόνο βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, έσφαλε, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του νομίμου της αγωγής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη καθώς θα έπρεπε να απορριφθούν με την κύρια βάση της σύμβασης εργασίας και να κριθούν νόμιμα με την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατά της απόφασης στρέφεται η εναγόμενη παραπονούμενη για ελλιπή αιτιολογία, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή της αντιδίκου της.
Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων της μάρτυρος της ενάγουσας, ……. ……. και της μάρτυρος της εναγομένης, ……. ……., οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από τις με αρ. ……./29.3.2012 ένορκη βεβαίωση του ……. ……. του ……., ……./29.3.2012 ένορκη βεβαίωση του ……. ……. του ……., ……./29.3.2012 ένορκη βεβαίωση του ……. ……. του ……., ……. /29.3.2012 ένορκη βεβαίωση της ……. ……. του ……., ……. /30.3.2012 ένορκη βεβαίωση του ……. ……. του ……., που δόθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλέξανδρου Κωνσταντίνου Μπουρνόζου, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της ενάγουσας-εφεσιβλήτου (βλ. την με αρ. ……./23.3.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ευαγγέλου Φουντούκη), καθώς και τις με αρ. ……./20.9.2012 ένορκη βεβαίωση του ……. ……. του ……., την με αρ. ……./20.9.2012 ένορκη βεβαίωση του ……. ……. του ……., την με αρ. ……./20.9.2012 ένορκη βεβαίωση της ……. ……. του ……., την με αρ. ……./20.9.2012 ένορκη βεβαίωση του ……. ……. του ……., που δόθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλέξανδρου Κωνσταντίνου Μπουρνόζου, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της ενάγουσας – εφεσιβλήτου (βλ. την με αρ. ……./17.9.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Νικολάου Φουντούκη), νομίμως όλες νομίμως επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εναγομένη-εκκαλούσα, με εξαίρεση την με αρ. ……./2012 ένορκη βεβαίωση της ενάγουσας που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία προσκομίζει η εκκαλούσα αλλά ουδόλως την επικαλείται, καθώς και των με αρ. ……./14.3.2012, ……./14.3.2012 και ……./14.3.2012 ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των ……. ……., ……. ……., ……. ……., νομίμως επικαλούμενων από την εφεσίβλητη- ενάγουσα, αφού ο αριθμητικός περιορισμός των ενόρκων βεβαιώσεων σε τρεις δεν ισχύει στις ειδικές διαδικασίες, επομένως και στις εργατικές διαφορές (ΑΠ 1391/2008 ΤΝΠ και ΝοΒ 2009.421), καθώς και από όσα συνομολογούν εν γένει οι διάδικοι, όπως διατυπώνονται στα δικόγραφα που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, όπου αναφέρονται ειδικότερα παρακάτω (ΚΠολΔ 261, 352 §1, 591 §1), και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΚΠολΔ 336 §4), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (σημειωτέον ότι οι διάδικοι νομίμως παραπέμπουν για όλα τα αποδεικτικά τους έγγραφα, ορισμένα εκ των οποίων ειδικά μνημονεύονται στην απόφαση, και εξ όσων δεν γίνεται χωριστή μνεία σε αυτήν, η συνεκτίμησή τους ωστόσο για την ουσία της υπόθεσης ουδόλως παρελείφθη, στα ήδη κατατεθειμένα κοινά σχετικά με άλλη υπόθεση μεταξύ των αυτών διαδίκων, η οποία συζητήθηκε κατά την αρχή της παρούσας δικάσιμο, και έλαβε αριθμό πινακίου ΙΑ-….) : η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι προσελήφθη ατύπως με ατομική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στις 13.4.2009 από την εναγομένη- εκκαλούσα προκειμένου να εργαστεί ως βοηθός τεχνίτη αργυροχρυσοχοΐας. Ωστόσο, η εναγομένη ερίζει ως προς το συγκεκριμένο χρόνο έναρξης της απασχόλησης της ενάγουσας στις 13.4.2009, στην επιχείρησή της και προς τούτο επικαλείται μεταξύ άλλων και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις πρώην και νυν εργαζομένων της στην επιχείρησή της. Το Δικαστήριο, σχημάτισε δικανική πεποίθηση, σταθμίζοντας την αξιοπιστία και το βαθμό γνώσης των ενόρκως βεβαιούντων σε αυτές, κρίνοντας ότι η κατάθεση του ……. ……. ο οποίος προσελήφθη και εργάζεται στην εναγομένη από τον Ιούλιο του 2011 και συνεπώς δεν έχει ίδια γνώση για την απασχόληση της ενάγουσας αφού δεν συνέπεσε ο χρόνος απασχόλησής τους, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Την ίδια άποψη σχημάτισε και για την κατάθεση του ……. ……. που παραιτήθηκε από την επιχείρηση της εναγομένης, ήδη από το 2004, ήτοι σε πολύ προγενέστερο χρόνο από αυτό της πρόσληψης της ενάγουσας. Το δικαστήριο κρίνει περισσότερο πειστικές τις καταθέσεις που ενόρκως έδωσαν οι ……. ……. και ……. ……., οι οποίοι εργάζονταν στην εναγομένη κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ενώ η δεύτερη εξ αυτών παραιτήθηκε μόλις το Μάρτιο του 2011. Εξάλλου, ο πρώτος συνεχίζει να εργάζεται στην επιχείρηση της εναγομένης. Οι ανωτέρω ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα προσελήφθη στην εναγομένη από τον Ιανουάριο του 2011 με σύμβαση εργασίας, χωρίς ωστόσο να αποκλείουν κατηγορηματικά και με σαφήνεια ότι η ενάγουσα δεν είχε ποτέ άλλοτε απασχοληθεί στην επιχείρηση. Αντίθετα και οι δύο ιστορούν ότι είχαν δει την ενάγουσα στην εταιρία και πριν το 2011, ο ……. ……. την είχε δει «να κάνει κάποια μεροκάματα αραιά και που, μία ή δύο μέρες τον μήνα όχι σταθερά και όχι κάθε μήνα», χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζει αν αυτά ήταν ημερομίσθια για την παροχή εργασίας εκ μέρους της ενάγουσας ως καθαρίστριας ή ως βοηθού τεχνίτη. Η ……. ……. επίσης εκθέτει ότι είχε δει την ενάγουσα να εργάζεται στην εναγομένη «μία ή δύο φορές το μήνα» και πριν το 2011, χωρίς ούτε και εκείνη να διευκρινίζει σε ποια θέση παρείχε η ενάγουσα την περιστασιακή αυτή εργασία. Σε κάθε περίπτωση, η εναγομένη ενώ ισχυρίζεται με την προσθήκη στις προτάσεις της πρωτοδίκως ότι η ενάγουσα εργάστηκε περιστασιακά από το τέλος του 2010, ακολούθως αναιρεί το χρόνο αυτό με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, εκθέτοντας ότι η ενάγουσα εργαζόταν από τα μέσα του 2010 έστω και περιστασιακά στην επιχείρηση. Εξάλλου, από την ενάγουσα προσκομίζονται ανυπόγραφα χειρόγραφα σημειώματα καταγραφής της παραγωγής του προσωπικού που εργαζόταν στις πρέσες του εργαστηρίου της εκκαλούσας (βλ. σχετ. με αρ. 10) τα οποία τηρούσε ο αρχιτεχνίτης της επιχείρησης της τελευταίας με χρονολογία 18, 20, 22, 25, 26 και 27 μηνός Οκτωβρίου του 2010 και ωράριο απασχόλησης της ενάγουσας 08.00 έως 17.00, που φέρουν το όνομα της ενάγουσας και τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά από την εναγομένη μπορούν επομένως να εκτιμηθούν ως δικαστικά τεκμήρια. Περαιτέρω, η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυριζόμενη ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν είναι δυνατό η ενάγουσα να εργάζεται με τα εκτιθέμενα στην αγωγή της ωράρια εργασίας, καθώς και ότι η τελευταία κατά το χρονικό διάστημα πριν το 2011 εργαζόταν σε κάποια άλλη επιχείρηση, χωρίς ωστόσο αυτό να έχει αποδειχθεί από κανένα αποδεικτικό μέσο. Το γεγονός ότι για χρονικό διάστημα δύο ετών η ενάγουσα δεν κινητοποιήθηκε με αγωγή κατά της εναγομένης, δεν μπορεί να αποβεί σε βάρος της πρώτης δεδομένου ότι οι συνθήκες εργασίας στην ελληνική αγορά κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ενώ είχε ήδη ξεκινήσει η οικονομική κρίση, η ζήτηση εργασίας από τους εργοδότες μειώθηκε και αυξήθηκε η προσφορά φτηνών εργατικών χεριών, με αποτέλεσμα η ενάγουσα από εύλογες αμφιβολίες μην τυχόν απωλέσει την θέση εργασίας της αδράνησε για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των δύο ετών, προτού προβεί σε καταγγελία του εργοδότη της, χωρίς τελικά να αποφύγει το απευχόμενο, καθώς, αμέσως μετά από καταγγελία που έκανε, στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η εναγομένη από λόγους εκδίκησης προέβη τελικώς σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε, παρά τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς της εναγομένης, ότι συνέτρεχαν εξαιρετικοί λόγοι πρόσληψης πέντε επιπλέον αλλοδαπών ατόμων -μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα-, στις 19 Ιανουαρίου του 2011. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι πριν την προαναφερόμενη μαζική πρόσληψη από την εναγομένη των αλλοδαπών εργαζομένων της, είχε προηγηθεί επιτόπιος έλεγχος αρμόδιου κλιμακίου του ΙΚΑ την ίδια ημέρα και κατά τον οποίο έλεγχο, ήταν ανασφάλιστοι μόνο οι αλλοδαποί όπως και η ενάγουσα που εργάζονταν στην επιχείρηση της εναγόμενης, οι οποίοι για εύλογους λόγους-μη απώλειας της θέσης εργασίας τους- δήλωσαν ότι εργάζονται από 17.1.2011 (βλ. σχετ. 4 νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ενάγουσα). Ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι η ενάγουσα μόλις από 1.2.2011 ενεγράφη ως πολίτης κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι από 1.10.2010 της χορηγήθηκε ΑΜΚΑ και συνεπώς εκ μόνων των λόγων αυτών δεν θα ήταν δυνατό να απασχολείται από την εναγομένη ως ανασφάλιστη, δεν ευσταθεί κατά την κοινή πείρα και λογική, καθώς είναι σύνηθες φαινόμενο η συνειδητή επιλογή από την εργοδοσία αλλοδαπού ανασφάλιστου και κατά συνέπεια φτηνού εργατικού δυναμικού με το οποίο μειώνεται το κόστος παραγωγής και αυξάνεται το κέρδος. Ωστόσο αν και η με αρ. πρωτοκόλλου ……./11.7.2012 ομόφωνη απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ΙΚΑ με την οποία απορρίφθηκε η με αρ. …/0-10-21 ένσταση της ενάγουσας κατά της με αρ. Μ …/2011 απόφασης του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ, που δεν έκανε δεκτή τη δήλωση απασχόλησης της ενάγουσας στην εναγομένη για προγενέστερο του δηλωθέντος από την εναγομένη χρόνου της 19.1.2011, δεν έλαβε υπόψη της την υπ’ αρ. …… πράξη επιβολής προστίμου ακαταχωρίστων εργαζομένων σε βάρος της εναγομένης. Στην δε Επιθεώρηση Εργασίας όπου η ενάγουσα κατέφυγε με το από 12.5.2011 δελτίο εργατικής διαφοράς ο αρμόδιος Επιθεωρητής Εργασίας δεν απεφάνθη τελικά για την έναρξη απασχόλησης της ενάγουσας στην εναγομένη, αναφέροντας ότι εκκρεμεί η διεκδίκηση των αστικών αξιώσεων της ενάγουσας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην επιχείρηση της εναγομένης εργάστηκε καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ήτοι επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, ενώ ορίστηκε το οκτάωρο ως ωράριο εργασίας της και συγκεκριμένα από 08.00 το πρωί έως 21.30 για το χρονικό διάστημα από 13.4.2009 και έως τις 10.5.2010 (πρώτο χρονικό διάστημα) και από 08.00πμ έως τις 17.00 για το χρονικό διάστημα από τις 11.5.2010 και έως τις 3.5.2011 (δεύτερο χρονικό διάστημα). Περί της αλήθειας των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων, το Δικαστήριο σχημάτισε δικανική πεποίθηση από τη μάρτυρα της εναγομένης και τα εκτεθέντα κατά τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει η ενάγουσα, με εξαίρεση τα όσα εκθέτει ο ……. ……., καθώς αν και ο τελευταίος εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης και πριν την πρόσληψη της ενάγουσας, ωστόσο έχει αντιδικία με την τελευταία και ενδεχομένως να προσδοκά συμφέρον από τη δίκη. Αποδείχθηκε δε ότι εργαζόταν στην εναγομένη από 13.4.2009 με πενθήμερο σύστημα εβδομαδιαίας εργασίας και οκτάωρο ημερήσιο ωράριο και για χρονικό διάστημα (πρώτο) εργαζόταν από τις 8.00 έως τις 21.30 ενώ για το χρονικό διάστημα (δεύτερο) εργαζόταν από τις 8.00 έως τις 17.00. Ειδικά για το πρώτο χρονικό διάστημα εργασίας της στην εναγομένη πραγματοποίησε συνολικά 67,5 ώρες εργασία την εβδομάδα, από τις οποίες οι πρώτες 5 ώρες μετά τις 40 ώρες εβδομαδιαίως συνιστούν υπερεργασία, για τις οποίες δικαιούται το ωρομίσθιό της προσαυξημένο κατά 25% και οι επόμενες 22,5 ώρες μέχρι τη συμπλήρωση των 67,5 ωρών εβδομαδιαίως παράνομη υπερωριακή εργασία, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε λάβει την απαιτούμενη άδεια από την αρμόδια αρχή, για τις οποίες δικαιούται για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας αποζημίωση ίση με το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Επομένως, τα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε, απορριπτομένων ως αβάσιμων των σχετικών λόγων της έφεσης. Περαιτέρω, ως αμοιβή της ορίστηκε η καταβολή ημερομισθίου που καθορίστηκε από 13.4.2009 και έως 18.1.2011 σε 35,00 ευρώ και από τις 19.1.2011 έως τις 3.5.2011 σε 37,69 ευρώ ημερησίως. Αποδείχθηκε δε ότι στις 3.5.2011, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Επειδή με την από 17.5.2008 ΣΣΕ βοηθών τεχνιτών και τεχνιτών επιχειρήσεων αργυροχρυσοχοΐας- πολύτιμων μετάλλων και ωρολογοποιίας, καθορίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας των απασχολουμένων άμεσα στην διαδικασία παραγωγής, επεξεργασίας και επισκευής προϊόντων αργυροχρυσοχοΐας, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 87823/4629 (ΦΕΚ Β’ 64/21.1.2009 ) από τις 26.6.2008, με την οποία ορίζεται ότι οι απασχολούμενοι στις επιχειρήσεις με το αντικείμενο της εναγομένης όπως και η ενάγουσα θα πρέπει να αμείβονται αν είναι έγγαμοι και με χρόνο προϋπηρεσίας έως και τα 3 έτη από 1.1.2009 και έως 31.8.2009 με 40,06 ευρώ το ημερομίσθιο και από 1.9.2009 έως 31.12.2009 με 41,46 ευρώ το ημερομίσθιο. Συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 13.4.2009 έως τις 30.8.2009 (=20 εβδομάδες), για κάθε ώρα υπερεργασίας, όταν αυτή αμειβόταν με 40,06 ευρώ ως ημερομίσθιο, το ωρομίσθιό της ανερχόταν σε 6,01 ευρώ και συνολικά το ποσό των {[(40,06 χ 6/40 =) 6,01 ευρώ χ 20 εβδομάδες χ 5 ώρες] + 25%=} 751,25 ευρώ. Για το χρονικό διάστημά από 1ης .9.2009 έως και 14.7.2010 (=45 εβδομάδες) οπότε το ωρομίσθιό της διαμορφώθηκε στα (41,46 χ 6/40 = ) 6,22 ευρώ, δικαιούται το ποσό των [(225 ώρες χ 6,22 ευρώ) + 25% =] 1749,38 ευρώ. Για το χρονικό διάστημα από 15.7.2010 έως τις 3.5.2011 (=42 εβδομάδες) οπότε το ωρομίσθιό της παρέμεινε ίδιο στα 6,22 ευρώ, δικαιούται το ποσό των 1.567,44 ευρώ. Για το χρονικό διάστημα από 13.4.2009 έως 10.5.2010 δικαιούται για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας το ωρομίσθιό της προσαυξημένο κατά 100% και συνεπώς δικαιούται συνολικά για το χρονικό διάστημα από 13.4.2009 έως 30.8.2009, με ωρομίσθιο 6,01 ευρώ, το ποσό των [20 εβδομάδες χ 22,5 ώρες = 450 ώρες, 450 ώρες χ 6,01 ευρώ ωρομίσθιο +100% προσαύξηση=] 3.409 ευρώ και για το διάστημα από 1.9.2009 έως τις 10.5.2010, με ωρομίσθιο 6,22 ευρώ, το ποσό των [36 εβδομάδες χ 22,50 ώρες = 810 ώρες, 810 ώρες χ 6,22 ευρώ + 100% =] το ποσό των 6.476,4 ευρώ. Επομένως, συνολικά για τις ως άνω αιτίες η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των (751,25 + 1.749,38 + 1.567,44 + 3.409 + 6.476,4 ) 13.953,47 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ορθά το νόμο εφάρμοσε. Επίσης, η ενάγουσα για τη χρονική περίοδο από 13.4.2009 και έως 31.8.2009, πραγματοποιούσε εργασία κατά τις Κυριακές, για την οποία δικαιούται προσαύξηση 75% στο νόμιμο ημερομίσθιο και συγκεκριμένα εργάσθηκε για 20 Κυριακές, και επομένως δικαιούται προσαύξηση της αμοιβής της κατά 75%, δηλαδή δικαιούται το ποσό των (με ημερομίσθιο 40,06 ευρώ χ 75% = ) 30,045 ευρώ και για 20 Κυριακές το ποσό των 600,9 ευρώ. Περαιτέρω, για εργασία της εντός του οκταώρου της κατά τις Κυριακές, δικαιούται το νόμιμο ωρομίσθιο (που υπερβαίνει το καταβαλλόμενο από την εναγομένη, 40,06 ευρώ κατά την ΣΣΕ και 35,00 ευρώ το καταβαλλόμενο) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 40,06 ευρώ χ 20 Κυριακές = 801,20 ευρώ. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται για εργασία της κατά τις 20 Κυριακές του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, τα εξής ποσά : α) την προσαύξηση 75% στο νόμιμο ωρομίσθιό της (40,06 χ 6/40=6,01 ευρώ) συνολικού ποσού 600,9 καθώς και β) το οφειλόμενο για την απασχόλησή της καταβαλλόμενο ωρομίσθιο ποσού 801,2 ευρώ. Από το άθροισμα των ανωτέρω ποσών πρέπει να αφαιρεθεί αυτό που η εναγομένη της έχει ήδη καταβάλει, ήτοι (801,2 + 600,9) – 1200 = 202,1 ευρώ. Εξάλλου, η ενάγουσα εργάστηκε κατά τις παραπάνω μνημονευθείσες Κυριακές χωρίς να λάβει αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και επομένως δικαιούται αποζημίωση ίση με 100% του νομίμου ημερομισθίου με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον η εναγομένη ωφελήθηκε από την παροχή τέτοιας εργασίας. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές, τις οποίες η εναγομένη θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό (των ιδίων προσόντων) που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας που κατά την ίδια ημέρα υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας με της ενάγουσας που εργάστηκε άκυρα. Ειδικότερα, η ενάγουσα εργάστηκε για το διάστημα από 13.4.2009 και έως 31.8.2009 20 Κυριακές, ενώ δεν έλαβε την αντίστοιχη εβδομάδα που ακολούθησε άλλη ημέρα αναπαύσεως και κατά συνέπεια δικαιούται το ποσό των 36,42 ευρώ χ 20 Κυριακές = 728,4 ευρώ. Ωστόσο, η ενάγουσα με την αγωγή της εσφαλμένα υπολογίζει την αποζημίωσή της για στέρηση της εβδομαδιαίας αναπαύσεως με βάση το κατώτατο νόμιμο ημερομίσθιο σύμφωνα με την οικεία ΣΣΕ, πλέον του επιδόματος του γάμου και συγκεκριμένα το ημερομίσθιο με 40,06 ευρώ και όχι των 36,42 ευρώ, ήτοι χωρίς το επίδομα γάμου, δεδομένου ότι όπως εκτέθηκε δεν είναι βέβαιο ότι η εναγομένη θα απασχολούσε στη θέση της ενάγουσας άλλο έγγαμο μισθωτό. Εσφαλμένα και παρά το νόμο συνυπολογίστηκε εξάλλου το επίδομα γάμου στο κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο, και επεδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 801,2 ευρώ με την εκκαλούμενη απόφαση, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του νομίμου της αγωγής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη. Επίσης, η ενάγουσα για την χρονική περίοδο από 13.4.2009 και έως 31.8.2009 με ωράριο εργασίας από 08.00 έως και 21.30 πραγματοποιούσε κάθε Κυριακή που εργάσθηκε 5,5 ώρες παράνομη υπερωριακή εργασία ήτοι 5,5, ώρες πλέον του νομίμου οκταώρου, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε λάβει την απαιτούμενη άδεια από την αρμόδια αρχή και επομένως για κάθε ώρα υπερωριακής εργασίας δικαιούται , το νόμιμο ωρομίσθιό της προσαυξημένο κατά 75% και αυτό προσαυξημένο κατά 100% (100% για την υπερωρία που υπολογίζεται επί των τυχόν αυξημένων αποδοχών + 75% προσαύξηση επί του νομίμου ωρομισθίου για την εργασία της κατά την Κυριακή), δηλαδή δικαιούται το ποσό των 40,06 χ 6/40= 6,01 ευρώ πλέον 75%, ήτοι 4,51 ευρώ. Στο τελευταίο αυτό ποσό των 4,51 ευρώ προστίθεται προσαύξηση 100% επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου της, η οποία υπολογίζεται αυτοτελώς με βάση το νόμιμο ωρομίσθιο (το οποίο εν προκειμένω υπολείπεται του νομίμου με το οποίο θα έπρεπε να αμείβεται 35,00≤40,46), ήτοι 6,01 ευρώ πλέον 100%= 12,02 ευρώ και συνολικό οφειλόμενο ωρομίσθιο (12,02 + 4,51 =) 16,53 ευρώ. Επομένως, για τις 110 ώρες παράνομης υπερωριακής της απασχόλησης κατά τις Κυριακές, δικαιούται να λάβει η ενάγουσα το ποσό των 1.818,3 ευρώ. Από το ποσό αυτό, της κατεβλήθη από την εναγομένη ως αποζημίωση ποσό 700,00 ευρώ και συνεπώς δικαιούται το εναπομείναν ποσό των 1.118,3 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι πρέπει η εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.614,40 ευρώ για την παράνομη υπερωριακή εργασία κατά τις Κυριακές, έσφαλε αφού η προσαύξηση 100% της παράνομης υπερωριακής εργασίας δεν υπολογίζεται επί του ήδη προσαυξημένου κατά 75% νομίμου ωρομισθίου, αλλά αυτοτελώς επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου του εργαζομένου (ΑΠ889/1998, ΔΕΝ 2000, σελ. 378, ΑΠ238/1963 ΔΕΝ 20, σελ. 94, ΑΠ107.1960 ΔΕΝ 16,200), χωρίς ωστόσο να πλήττεται με λόγο έφεσης η κρίση αυτή. Περαιτέρω, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο πρέπει να υπολογιστεί και η αμοιβή της για εργασία της κατά τις Κυριακές για το χρονικό διάστημα από 1.9.2009 έως 10.5.2010 που πραγματοποιούσε εργασία κατά τις Κυριακές, για την οποία δικαιούται προσαύξηση 75% στο κατώτατο βασικό ημερομίσθιο και συγκεκριμένα εργάσθηκε για 36 Κυριακές, και επομένως δικαιούται προσαύξηση της αμοιβής της κατά 75%, δηλαδή δικαιούται το ποσό των (με ημερομίσθιο 41,46 ευρώ χ 75% = ) 31,1 ευρώ και για 36 Κυριακές το ποσό των 1119,4 ευρώ. Περαιτέρω, για εργασία της εντός του οκταώρου της κατά τις Κυριακές, δικαιούται το νόμιμο ωρομίσθιο (που υπερβαίνει το καταβαλλόμενο από την εναγομένη, 41,46 ευρώ κατά την οικεία ΣΣΕ και 35,00 ευρώ το καταβαλλόμενο) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 41,46 ευρώ χ 36 Κυριακές = 1492,56 ευρώ. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται για εργασία της κατά τις 36 Κυριακές του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, τα εξής ποσά : α) την προσαύξηση 75% στο νόμιμο ωρομίσθιό της συνολικού ποσού 1119,4 ευρώ, και β) το οφειλόμενο για την απασχόλησή της καταβαλλόμενο ωρομίσθιο ποσού 1492,56 ευρώ. Από το άθροισμα των ανωτέρω ποσών πρέπει να αφαιρεθεί αυτό που η εναγομένη της έχει ήδη καταβάλει, ήτοι (1492,56+1119,4) -2.160 ευρώ = 451,96 ευρώ. Τα ίδια που δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά το νόμο εφάρμοσε. Εξάλλου, η ενάγουσα εργάστηκε κατά τις παραπάνω μνημονευθείσες Κυριακές χωρίς να λάβει αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως (ΡΕΠΟ) και επομένως δικαιούται αποζημίωση ίση με 100% του νομίμου ημερομισθίου με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον η εναγομένη ωφελήθηκε από την παροχή τέτοιας εργασίας. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές, τις οποίες η εναγομένη θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό (των ιδίων προσόντων) που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας που κατά την ίδια ημέρα υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας με της ενάγουσας που εργάστηκε άκυρα. Ειδικότερα, η ενάγουσα εργάστηκε για το διάστημα από 1.9.2009 και έως 10.5.2010 36 Κυριακές, ενώ δεν έλαβε την αντίστοιχη εβδομάδα που ακολούθησε άλλη ημέρα αναπαύσεως και κατά συνέπεια δικαιούται το ποσό των 37,69 ευρώ χ 36 Κυριακές = 1.356,84 ευρώ. Ωστόσο, η ενάγουσα με την αγωγή της εσφαλμένα υπολογίζει την αποζημίωσή της για στέρηση της εβδομαδιαίας αναπαύσεως με βάση το κατώτατο νόμιμο ημερομίσθιο σύμφωνα με την οικεία ΣΣΕ, πλέον του επιδόματος του γάμου και συγκεκριμένα το ημερομίσθιο με 41,46 ευρώ και όχι 37,69 ευρώ, ήτοι χωρίς το επίδομα γάμου, δεδομένου ότι όπως εκτέθηκε δεν είναι βέβαιο ότι η εναγομένη θα απασχολούσε στη θέση της ενάγουσας άλλο έγγαμο μισθωτό. Εσφαλμένα και παρά το νόμο συνυπολογίστηκε εξάλλου το επίδομα γάμου στο κατώτατο νόμιμο ωρομίσθιο, και επεδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 1.492,56 ευρώ, με την εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του νομίμου της αγωγής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας. Επίσης, η ενάγουσα για τη χρονική περίοδο από 1.9.2009 έως 10.5.2010 με ωράριο εργασίας από 08.00 έως 21.30 πραγματοποιούσε κάθε Κυριακή που εργάσθηκε 5,5 ώρες παράνομη υπερωριακή εργασία, ήτοι 5,5 ώρες επιπλέον του νομίμου οκταώρου, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε λάβει την απαιτούμενη άδεια από την αρμόδια αρχή και επομένως για κάθε ώρα παράνομης υπερωριακής εργασίας δικαιούται, το νόμιμο ωρομίσθιό της προσαυξημένο κατά 75% και αυτό προσαυξημένο κατά 100% (100% για την υπερωρία που υπολογίζεται επί των τυχόν αυξημένων αποδοχών + 75% προσαύξηση επί του νομίμου ωρομισθίου για την εργασία της κατά την Κυριακή), δηλαδή δικαιούται το ποσό των 41,46 χ 6/40 = 6,22 ευρώ πλέον 75 %, ήτοι 4,66 ευρώ. Στο τελευταίο αυτό ποσό των 4,66 ευρώ προστίθεται προσαύξηση 100% επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου της, η οποία υπολογίζεται αυτοτελώς με βάση το νόμιμο ωρομίσθιο ( το οποίο εν προκειμένω υπολείπεται του νομίμου με το οποίο θα έπρεπε αυτή να αμείβεται), ήτοι 6,22 ευρώ πλέον 100% = 12,44 ευρώ και συνολικά οφειλόμενο ωρομίσθιο (12,44 + 4,66 =) 17,1 ευρώ. Επομένως, για τις 198 ώρες παράνομης υπερωριακής της απασχόλησης κατά τις Κυριακές, δικαιούται να λάβει η ενάγουσα το ποσό των 3.385,8 ευρώ. Από το ποσό αυτό της κατεβλήθη ως αποζημίωση ποσό 1260,00 ευρώ και συνεπώς δικαιούται το εναπομείναν ποσό των 2.125,8 ευρώ. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι πρέπει η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.052,44 ευρώ για την παράνομη υπερωριακή εργασία κατά τις Κυριακές, έσφαλε αφού η προσαύξηση 100% της παράνομης υπερωριακής εργασίας δεν υπολογίζεται επί του ήδη προσαυξημένου κατά 75% νομίμου ωρομισθίου, αλλά αυτοτελώς επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου του εργαζομένου (ΑΠ889/1998, ΔΕΝ 2000, σελ. 378, ΑΠ238/1963 ΔΕΝ 20, σελ. 94, ΑΠ107.1960 ΔΕΝ 16,200), χωρίς ωστόσο να πλήττεται με λόγο έφεσης η κρίση αυτή. Επιπλέον η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα και το ποσό των 2.000 ευρώ για την απασχόλησή της κατά τις Κυριακές. Συνεπώς, για την εργασία κατά την συγκεκριμένες Κυριακές δικαιούται το ποσό των (202,1 + 728,4 + 1.614,40 + 451,96 + 1.356,84 + 3.052,44 – 2.000 ) 5.406,14 ευρώ και όχι το ποσό των 5.614,68 ευρώ που πρωτοδίκως εσφαλμένα της επιδικάστηκε. Επομένως, η ενάγουσα συνολικό δικαιούται για τις αναφερόμενες αιτίες με την αγωγή της το ποσό των (13.953,47 + 5.406,14 =) 19.359,61 ευρώ. Ειδικότερα δε τα κονδύλια για την καταβολή υπερεργασίας πρέπει να καταβληθούν με το νόμιμο τόκο αφότου η εναγομένη όφειλε να καταβάλει αυτήν, ήτοι από το τέλος εκάστου μηνός που το κάθε επί μέρους κονδύλιο αναφέρεται στην αντίστοιχη παροχή υπηρεσιών της ενάγουσας καθώς οι δεδουλευμένες αποδοχές τοκοφορούν από την 1η του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν, τα κονδύλια της αποζημίωσης για μη χορήγηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης και της παράνομης υπερωρίας που αναφέρονται στο σκεπτικό από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, δεδομένου ότι βάση των αξιώσεων, κατά τα στη μείζονα σκέψη λεχθέντα, αποτελεί ο αδικαιολόγητος πλουτισμός ο οποίος δεν αποτελεί μισθό και ως εκ τούτου δεν ορίζεται από το νόμο (δήλη) ημέρα καταβολής του (ΑΠ233/2004 ΕΕργΔ2004, σελ. 856, ΑΠ235/2004 ΕΕργΔ2004, σελ. 906, ΕφΘες2918/2005, ΕφΘες483/2005 ΝΟΜΟΣ) και τέλος η αμοιβή της προσαύξησης για την παροχή εργασίας κατά την Κυριακή με το νόμιμο τόκο από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση (άρθρο 655 ΑΚ, βλ. ΟλΑΠ39-40/2002, ΕλλΔνη2003, σελ. 118, ΕεργΔ 2002, σελ. 1478, ΑΠ945/2001, ΕεργΔ2002, σελ. 168, Εφετείο Ιωαννίνων 14/2007 ΕΕργΔ2007/473, ΑρχΝ2007, σελ. 298). Επομένως, η εκκαλουμένη που επεδίκασε όλα τα αγωγικά κονδύλια με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έσφαλε για ορισμένα εξ αυτών, χωρίς ωστόσο να προσβάλλεται με λόγο έφεσης ως προς την κρίση της αυτή. Περαιτέρω, με την έφεση η εκκαλούσα παραπονείται για ελλιπή αιτιολογία της αποφάσεως δεδομένου ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και συγκεκριμένα από ποια αποδεικτικά μέσα ή πραγματικά περιστατικά δέχθηκε ότι η ενάγουσα προσελήφθη στις 13.4.2009 και όχι στις 19.1.2011 όπως η εκκαλούσα ισχυρίζεται, καθώς και ότι πραγματοποίησε τις συγκεκριμένες ώρες υπερεργασίας, υπερωρίας και εργασίας κατά τις Κυριακές κατά τα συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα. Ωστόσο, δεν είναι υποχρεωτική η ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από τις αποδείξεις, εφ’ όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Ελλιπής αιτιολογία υφίσταται όταν η αντίφαση εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ νομικών συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης (ΑΠ 1353/2001, ΑΠ 1915/2011). Επομένως, εφόσον από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά της πρόσληψής της ενάγουσας, του νομίμου ωραρίου της κατά την ειδικότερη αναφορά έναρξης και λήξης του, κατά τα συγκεκριμένα χρονικά επίδικα διαστήματα ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησής της, δεν είναι περαιτέρω αναγκαίο να εκτίθεται με την απόφαση γιατί αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά ούτε και τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου(ΑΠ1547/1995) και να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του, αρκεί να γίνεται βέβαιο αδίστακτα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (ΑΠ538/2014). Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.
Συνακόλουθα, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέταση, θα πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει τυπικά δεκτή, κατόπιν δε αυτεπάγγελτης έρευνας της νομιμότητας των αγωγικών κονδυλίων της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να γίνει η έφεση δεκτή και κατ’ ουσίαν, και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικαστεί κατ’ ουσίαν (άρθρ. 535 § 1 ΚΠολΔ), να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις ως και ουσιαστικά βάσιμη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 19.359,61 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σε βάρος της εναγομένης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 178, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 4.7.2013 ( με αριθμό κατάθεσης ενώπιον Ειρηνοδικείου Αθηνών ……./8.7.2013 και με γενικό αριθμό κατάθεσης ……./2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……./2013) έφεση και την από 28.5.2014 (με γενικό αριθμό κατάθεσης και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……./ ……./2014), κλήση.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 862/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της αγωγής.
ΔΕΧΕΤΑΙ κατά ένα μέρος την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων τριακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (19.359,61), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 26 Ιουνίου 2015.
