Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: – Υπερεργασία – Υπερωρία – Εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές – Πώς αμείβονται. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ή εβδόμη ημέρα υπό το σύστημα της πενθημέρου εργασίας, εφ’ όσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερησίας απασχολήσεως, δεν αποτελεί υπερεργασία, δηλαδή δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών ιδιορρύθμου υπερωριακής απασχολήσεως ή υπερωριακής εργασίας, ενώ, δοθέντος ότι η υπερωρία κρίνεται όχι μόνο επί εβδομαδιαίας, αλλά και επί ημερησίας βάσεως, είναι δυνατόν η εν λόγω εργασία, αυτοτελώς λαμβανομένη για κάθε μία από τις υπόλοιπες δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη και έβδομη) να συνιστά υπερωρία, μόνο εάν υπερβαίνει για κάθε μία από αυτές το γενικό νόμιμο ωράριο εργασίας, ήτοι το οκτάωρο. Η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος κατά παράβαση του πενθημέρου εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή οι απασχολούμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις. Επιδόματα εορτών. Για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αμοιβή για υπερεργασία ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή εργασία, πρέπει, για τον προσδιορισμό των ωρών αυτών, να αναφέρεται τόσο η ημερήσια, όσο και η εβδομαδιαία απασχόληση. Κρίση του Δικαστηρίου περί του χρόνου πρόσληψης της ενάγουσας. Ανυπόγραφα χειρόγραφα σημειώματα τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά από την εναγομένη, μπορούν να εκτιμηθούν ως δικαστικά τεκμήρια. Το γεγονός ότι για χρονικό διάστημα δύο ετών η ενάγουσα δεν κινητοποιήθηκε με αγωγή κατά της εναγομένης δεν μπορεί να αποβεί σε βάρος της πρώτης δεδομένου ότι οι συνθήκες εργασίας στην ελληνική αγορά κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ενώ είχε ήδη ξεκινήσει η οικονομική κρίση, η ζήτηση εργασίας από τους εργοδότες μειώθηκε και αυξήθηκε η προσφορά φθηνών εργατικών χεριών, με αποτέλεσμα η ενάγουσα από εύλογο φόβο μην τυχόν απολέσει τη θέση εργασίας της, αδράνησε για το χρονικό διάστημα των δύο ετών, προτού προβεί σε καταγγελία του εργοδότη της. Κατά την κοινή πείρα και λογική, είναι σύνηθες φαινόμενο η συνειδητή επιλογή από την εργοδοσία αλλοδαπού ανασφάλιστου και κατά συνέπεια φτηνού εργατικού δυναμικού με το οποίο μειώνεται το κόστος παραγωγής και αυξάνεται το κέρδος. Εφόσον από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά της πρόσληψης της ενάγουσας, του νομίμου ωραρίου της κατά την ειδικότερη αναφορά έναρξης και λήξης του, κατά τα συγκεκριμένα χρονικά επίδικα διαστήματα ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησής της, δεν είναι περαιτέρω αναγκαίο να εκτίθεται με την απόφαση γιατί αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά ούτε και τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του, αρκεί να γίνεται βέβαιο αδίστακτα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι . Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 14.976,02 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

3809/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Θεοδώρα Καρατσικάκη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και τον Γραμματέα Θεμιστοκλή Αλειφέρη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση :

Της καλούσας- εφεσίβλητης : ….. ….. του ….., κατοίκου Αθηνών, οδός ….. αρ. …, η οποία, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Δημήτριο Βλαχόπουλο.

Της καθ’ ής η κλήση – εκκαλούσας : Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «…..», που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Σκουτέρη, βάσει δηλώσεως.

Με την υπ’ αρ. 861/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η από 20.10.2011 (και με αριθμό κατάθεσης …/2011) αγωγή της καλούσας- εφεσίβλητης- ενάγουσας, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Ήδη κατά της απόφασης αυτής στρέφεται η καθ’ ής η κλήση-εκκαλούσα-εναγομένη με την από 14.6.2013 έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Αθηνών) με αριθμό …/14.6.2013 και στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης …/2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/2013, προσδιορίσθηκε δε για τη δικάσιμο της 16.5.2014 ότε και ματαιώθηκε λόγω εκλογών. Ήδη, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 28.5.2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/…/2014, κλήση της εφεσίβλητης-ενάγουσας για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξούσια δικηγόρος της καθ’ ής η κλήση – εκκαλούσας – εναγομένης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καλούσας – εφεσίβλητης – ενάγουσας, παραστάθηκε στο ακροατήριο και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’αριθ. 861/2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, και δίκασε την από 20.10.2011 (και με αριθμό κατάθεσης …/2011) αγωγή της καλούσας- εφεσίβλητης κατά της καθ’ ής η κλήση-εκκαλούσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 επ., 499, 511, 513 παρ. 1 περ. β’, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού η έκδοση της εκκαλουμένης έλαβε χώρα στις 23.5.2013 και το δικόγραφο της έφεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 14.06.2013 (βλ. την έκθεση κατάθεσης επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου αυτής), ενώ δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια ως άνω διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα).

Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 Ν 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέραν των επιτρεπομένων για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διαρκείας της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τοιαύτης απασχολήσεως, η οποία είναι ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, αυξημένο κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί, οι οποίοι παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν των απαιτήσεων τους εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 11770/2030/1984 (ΦΕΚ Β’ 81/1984), η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1.1.1984 σε σαράντα (40) ώρες, για την απασχόληση δε πέραν του συμβατικού (συλλογικού) εβδομαδιαίου ωραρίου έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της υπ’ αριθμ. 1 /1982 ΔΔΔΔ Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 11245/1982, δηλαδή με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, το οποίο κατά το άρθρο 5 της από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, η οποία κυρώθηκε με το Ν 133/1975, υπολογίζεται επί του καταβαλλομένου μισθού. Περαιτέρω με το άρθρο 13 της 12/1984 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984 ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες εβδομαδιαίως και με το άρθρο 6 της υπ’ αριθμ. 40/85 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ’ αριθμ. 19533/1985 ΥΑ καθιερώθηκε εβδομάδα των 5 εργασίμων ημερών για τους οδηγούς των φορτηγών αυτοκινήτων. Ειδικώς για τους εργαζομένους υπό το σύστημα της πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες πέντε ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των σαράντα (40) και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών εργασίας εβδομαδιαίως. Επομένως, για τους εργαζομένους υπό το σύστημα της πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας: α) η εργασία που παρέχεται πέραν του εβδομαδιαίου ωραρίου, το οποίο έχει καθορισθεί με ατομική συμφωνία ή με συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση για κάθε κατηγορία εργαζομένων, η οποία ανέρχεται γενικώς σε σαράντα (40) ώρες και μέχρι τη συμπλήρωση του ανωτάτου επιτρεπομένου νομίμου ωραρίου των σαράντα πέντε (45) ωρών, ήτοι οι τεσσαρακοστή πρώτη (41 η) έως τεσσαρακοστή πέμπτη (45η) ώρες την εβδομάδα αποτελούν υπερεργασία, η οποία αμείβεται με το ωρομίσθιο και προσαύξηση 25%, β) η εργασία που παρέχεται πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών, ήτοι οι τεσσαρακοστή έκτη (46η), τεσσαρακοστή εβδόμη (47η) και τεσσαρακοστή ογδόη (48η) ώρες αποτελούν ιδιόρρυθμη υπερωρία, η οποία αμείβεται με το ωρομίσθιο και προσαύξηση 25% (για την οποία δεν απαιτείται άδεια της αρχής) και γ) η εργασία που παρέχεται πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών εβδομαδιαίως αποτελεί υπερωρία, η οποία, όταν είναι νόμιμη, αμείβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν 435/1976, ήτοι οι εξήντα (60) πρώτες ώρες με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, οι επόμενες εξήντα (60) ώρες με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% και πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. Για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, το ποσόν που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές περιστάσεις του τελευταίου, όπως προϋπηρεσία, οικογενειακά επιδόματα κ.λπ., αφού κατά το ποσόν αυτό, το οποίο δεν δύναται να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή απασχόληση του απασχοληθέντος μισθωτού, καθώς και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του ωρομισθίου. Όμως, με τις διατάξεις των παρ. 1-5 του άρθρου 4 Ν 2874/2000 «Προώθηση της απασχόλησης και άλλες διατάξεις» καταργήθηκε η υπερεργασία και ορίσθηκε ότι στις επιχειρήσεις, για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών εργασίας την εβδομάδα, ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχολήσεως του μισθωτού και ο μισθωτός αντιστοίχως υποχρεούται να παρέχει την εργασία του επί τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41 η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση). Από 1.4.2001 και εφεξής η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ. 1 του Νόμου αυτού θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες εγκρίσεως. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακώς δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιορρύθμου υπερωριακής απασχολήσεως και νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως μέχρι τη συμπλήρωση των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 Ν 435/1976. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως του δικαιούται αποζημίωση ίση προς το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νομίμου υπερωρίας. Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 4 Ν 2874/2000 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν 3385/2005 και ισχύει από την 1.10.2005 με το εξής περιεχόμενο: «1. Σε επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41 η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάζεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα. 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ. 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής ως κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%». Από την τελευταία αυτή διάταξη (τόσο υπό την αρχική, όσο και υπό την ισχύουσα διατύπωση) σαφώς συνάγεται ότι η αξίωση αμοιβής της «υπερεργασίας» ή της «ιδιορρύθμου υπερωριακής απασχολήσεως» και της παρανόμου υπερωρίας στηρίζεται ευθέως στο νόμο και όχι στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Εξάλλου, η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ή εβδόμη ημέρα υπό το σύστημα της πενθημέρου εργασίας, εφ’ όσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερησίας απασχολήσεως, δεν αποτελεί υπερεργασία, δηλαδή δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών ιδιορρύθμου υπερωριακής απασχολήσεως ή υπερωριακής εργασίας , ενώ, δοθέντος ότι η υπερωρία κρίνεται όχι μόνο επί εβδομαδιαίας, αλλά και επί ημερησίας βάσεως, είναι δυνατόν η εν λόγω εργασία, αυτοτελώς λαμβανομένη για κάθε μία από τις υπόλοιπες δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη και έβδομη) να συνιστά υπερωρία, μόνο εάν υπερβαίνει για κάθε μία από αυτές το γενικό νόμιμο ωράριο εργασίας, ήτοι το οκτάωρο (ΑΠ 418/2004 ΕλλΔνη 47,146, ΕφΠειρ 180/2010 ΠΕΙΡΝΟΜ 2011.33, ΕφΛαμ 28/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 353/2009 ΑΧΑΝΟΜ 2010.479, ΕΑ 5306/2008 ΕλλΔνη 2009.1098, ΕφΠατρ 268/2008 ΑΧΑΝΟΜ 2009.505, ΕφΘεσ. 2847/2007 ΑΡΜ 2008.1718, ΕφΔωδ 228/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

III. Από τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3385/2005 για την διευθέτηση του χρόνου εργασίας η οποία αντικατέστησε το άρθρο 41 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν.2639/1998 (ΦΕΚ 205 Α) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν.2874/ 2000 (ΦΕΚ 286 Α), ορίζεται ότι σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, επιτρέπεται για μία χρονική περίοδο (περίοδος αυξημένης απασχόλησης) ο εργαζόμενος να απασχολείται δύο (2) ώρες την ημέρα επιπλέον των οκτώ (8) ωρών, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιπλέον των σαράντα (40) (ή του μικρότερου συμβατικού ωραρίου) ώρες εργασίας την εβδομάδα αφαιρούνται από τις ώρες εργασίας μιας άλλης χρονικής περιόδου (περίοδος μειωμένης απασχόλησης). Αντί της παραπάνω μειώσεως των ωρών εργασίας, επιτρέπεται να χορηγείται στον εργαζόμενο ανάλογη ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) ή συνδυασμός μειωμένων ωρών και ημερών αναπαύσεως. Το χρονικό διάστημα των περιόδων αυξημένης και μειωμένης απασχόλησης δεν υπερβαίνει συνολικά τους τέσσερις (4) μήνες κατά ημερολογιακό έτος (περίοδος αναφοράς). Η σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια επιπλέον απασχόληση παρέχεται από τον εργαζόμενο υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6α, εφόσον η επιχείρηση εμφανίζει σώρευση εργασίας που οφείλεται είτε στη φύση, στο είδος ή στο αντικείμενο των εργασιών της είτε σε ασυνήθεις ή απρόβλεπτους λόγους. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή της επιπλέον αυτής εργασίας, αν δεν είναι σε θέση να την εκτελέσει και η άρνηση του δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη (659 ΑΚ). Η άρνηση του εργαζομένου να παράσχει την επιπλέον εργασία δεν συνιστά λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Οι κείμενες προστατευτικές διατάξεις για το χρόνο υποχρεωτικής ανάπαυσης των εργαζομένων έχουν πλήρη εφαρμογή και κατά την περίοδο της αυξημένης απασχόλησης. Κατά τη διευθέτηση ο μέσος όρος των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας κατά την περίοδο του τετραμήνου (περίοδος αναφοράς), μη συμπεριλαμβανομένης της υπερεργασίας και των νόμιμων υπερωριών της περιόδου μειωμένης απασχόλησης, παραμένει στις σαράντα (40) ώρες ή, εάν εφαρμόζεται μικρότερο συμβατικό ωράριο, παραμένει στον αριθμό ωρών του μικρότερου αυτού ωραρίου, ενώ, συμπεριλαμβανομένων των ανωτέρω ωρών υπερεργασίας και νόμιμων υπερωριών, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ (48) ώρες. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, εφόσον η επιχείρηση εμφανίζει σώρευση εργασίας που οφείλεται είτε στη φύση, στο είδος ή στο αντικείμενο των εργασιών της είτε σε ασυνήθεις ή απρόβλεπτους λόγους, επιτρέπεται, αντί της κατά την προηγούμενη παράγραφο διευθέτησης, να συμφωνείται, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6β, ότι μέχρι διακόσιες πενήντα έξι (256) ώρες εργασίας από το συνολικό χρόνο απασχόλησης εντός ενός (1) ημερολογιακού έτους, κατανέμονται με αυξημένο αριθμό ωρών σε ορισμένες χρονικές περιόδους, που δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις τριάντα δύο (32) εβδομάδες ετησίως και με αντιστοίχως μειωμένο αριθμό ωρών κατά το λοιπό διάστημα του ημερολογιακού έτους. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή της επιπλέον αυτής εργασίας, αν δεν είναι σε θέση να την εκτελέσει και η άρνηση του δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη (659 ΑΚ). Η άρνηση του εργαζομένου να παράσχει την επιπλέον εργασία δεν συνιστά λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Οι κείμενες προστατευτικές διατάξεις για το χρόνο υποχρεωτικής ανάπαυσης των εργαζομένων πρέπει να τηρούνται και κατά την περίοδο της αυξημένης απασχόλησης. Κατά τη διευθέτηση ο μέσος όρος των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας ετησίως (περίοδος αναφοράς), μη συμπεριλαμβανομένης της υπερεργασίας και των νόμιμων υπερωριών της περιόδου μειωμένης απασχόλησης, παραμένει στις σαράντα (40) ώρες ή, εάν εφαρμόζεται μικρότερο συμβατικό ωράριο, παραμένει στον αριθμό ωρών του μικρότερου αυτού ωραρίου, ενώ συμπεριλαμβανομένων των ανωτέρω ωρών υπερεργασίας και νόμιμων υπερωριών, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ (48) ώρες. Κατά τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας της προηγούμενης παραγράφου επιτρέπεται να χορηγείται στον εργαζόμενο, αντί μειώσεως των ωρών εργασίας, προς αντιστάθμιση των πρόσθετων ωρών που εργάσθηκε κατά την περίοδο αυξημένου ωραρίου, ανάλογη ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) ή ανάλογη προσαύξηση της ετήσιας άδειας με αποδοχές ή συνδυασμός μειωμένων ωρών και ημερών αναπαύσεως ή ημερών αδείας. Η καταβαλλόμενη αμοιβή κατά το χρονικό διάστημα της διευθέτησης των παραγράφων 1 και 2 είναι ίση με την αμοιβή για εργασία σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, εφόσον στην επιχείρηση ισχύει εβδομαδιαίο ωράριο σαράντα (40) ωρών. Αν στην επιχείρηση ισχύει εβδομαδιαίο ωράριο μικρότερο των σαράντα (40) ωρών, η καταβαλλομένη κατά το χρονικό διάστημα της διευθέτησης αμοιβή είναι ίση με την αμοιβή που προβλέπεται για το εβδομαδιαίο αυτό ωράριο. Κατά την περίοδο της αυξημένης απασχόλησης των παραγράφων 1 και 2 η ημερήσια απασχόληση του εργαζομένου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις δέκα (10) ώρες. Στις υπερβάσεις του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου μέχρι το ανώτατο όριο των δέκα (10) ωρών, καθώς και στις υπερβάσεις των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Κατά την περίοδο της μειωμένης απασχόλησης των παραγράφων 1 και 2, η υπέρβαση του συμφωνηθέντος μειωμένου εβδομαδιαίου ωραρίου, η οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, αντιμετωπίζεται ως εξής: Οι πρώτες πέντε (5) ώρες υπερβάσεως για τους απασχολουμένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και οι πρώτες οκτώ (8) ώρες υπερβάσεως για τους απασχολουμένους με το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας θεωρούνται υπερεργασία και αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Οι ώρες υπερβάσεως πέραν των πέντε (5) πρώτων ή των οκτώ (8) πρώτων, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, θεωρούνται ώρες υπερωρίας. Εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις νομιμότητας των υπερωριών, κάθε ώρα υπερβάσεως πέραν των πέντε (5) ή οκτώ (8) πρώτων ωρών αποτελεί νόμιμη υπερωρία και αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%, άλλως αποτελεί κατ’ εξαίρεση υπερωρία και αποζημιώνεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%.Σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3846 /2010 ΦΕΚ A ’ 66/11-5-2010, του οποίου η ισχύς αρχίζει από την ημέρα δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται ότι η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος κατά παράβαση του πενθημέρου εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή οι απασχολούμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 της ΚΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, δώρα εορτών καταβάλλονται ολόκληρα εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε χωρίς διακοπή καθ’ όλη τη χρονική περίοδο που ορίζεται για κάθε περίπτωση που είναι για το δώρο Πάσχα από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και για το δώρο Χριστουγέννων από 1η Μαΐου μέχρι 30 Δεκεμβρίου κάθε έτους, το δε δώρο Χριστουγέννων ισούται με ένα μισθό, για όσους αμείβονται με μισθό και με 25 ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο. Εάν όμως διήρκεσε η εργασιακή σχέση μικρότερο χρονικό διάστημα, μέσα στα χρονικά όρια που αναφέρθηκαν, τότε καταβάλλεται σαν δώρο Χριστουγέννων ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 19ημερο χρονικό διάστημα διαρκείας της εργασιακής σχέσεως και σαν δώρο Πάσχα ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού ή 1 ημερομίσθιο, ανάλογα με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 8ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσεως. Για κάθε χρονικό διάστημα μικρότερο του 19ημέρου ή του 8ημέρου αντίστοιχα δικαιούνται ανάλογο κλάσμα (ΑΠ 1425/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν 1346/1983, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 4 του άρθρου 5 ΑΝ 539/1945 “περί χορηγήσεως κατ’ έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ’ αποδοχών”, σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο ή λήξης της εποχιακής απασχόλησης προτού συμπληρωθεί δωδεκάμηνο στη σχέση εργασίας, οι μισθωτοί δικαιούνται από τον εργοδότη τους δύο (2) ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησής τους, ανεξάρτητα από τυχόν οφειλόμενη σε αυτούς αποζημίωση για άλλο λόγο. Για απασχόληση μικρότερη από ένα μήνα καταβάλλεται ανάλογο κλάσμα. Για την εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων, προκειμένου για μισθωτούς που παρέχουν εργασία εκ περιτροπής ή διαλείπουσα, ως μήνας λογίζονται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης. Κατά δε το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν 4504/1966 “οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ’ οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ’ έτος επιδόματος αδείας ίσου προς το σύνολο των αποδοχών των υπό του ΑΝ 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ’ αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15νθημέρου, δια τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβόμενους, των 13 δε εργασίμων ημερών, δια τους επί ημερομισθίω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ’ άλλον τρόπον αμειβόμενους μισθωτούς. Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού. Εις περίπτωσιν καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, άνευ πταίσματος του μισθωτού, πριν ούτος συμπληρώσει παρά τω αυτώ εργοδότη δωδεκάμηνον συνεχή απασχόλησιν, αφ’ ης προσελήφθη η αφ’ ης έλαβε το επίδομα του προηγουμένου έτους, δικαιούται μέρους του ως άνω επιδόματος αναλόγου προς τον χρόνον της εργασιακής σχέσεως, ήτις διέρευσεν από της προσλήψεως ή από της λήψεως του προηγουμένου επιδόματος μέχρι της ημέρας λύσεως της συμβάσεως εργασίας”. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι μισθωτοί των οποίων η σχέση εργασίας λύεται κατά οποιοδήποτε τρόπο ή η εποχιακή απασχόληση λήγει πριν από τη συμπλήρωση δωδεκαμήνου, δικαιούνται από τον εργοδότη λόγω αδείας δύο ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης και ισόποσο επίδομα αδείας, υπό τον περιορισμό ότι το τελευταίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός 15νθημέρου ή των 13 εργασίμων ημερών, αναλόγως αν ο μισθωτός αμείβεται με μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο (ΟλΑΠ 11/1991 ΑρχΝομ 1991.730, ΑΠ 1020/1995 ΔΕΕ 1995.1111).

IV. Περαιτέρω, η εργασία του μισθωτού εντός του νομίμου ωραρίου κατά τα Σάββατα ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας δε συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών υπερεργασίας, ο δε μισθωτός ως απασχοληθείς ακύρως σε ημέρα υποχρεωτικής αναπαύσεως δικαιούται να αξιώσει κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) την απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή της εργασίας αυτής, ήτοι το ποσό, που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την εργασία κατά τα Σάββατα του απασχοληθέντος μισθωτού (ΑΠ 1519/2008 ΕΕΔ 2009.978, ΑΠ 66/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1253/2002 ΕΕργΔ 2004.731). IV. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% επί του ημερομισθίου του, ήτοι επί των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων των αποδοχών του, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα, ενώ παράλληλα, πρέπει να του χορηγηθεί και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η οποία απαγορεύεται από τους ως άνω κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας, κατά τις παραπάνω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ’ αυτές εργασθέντα μισθωτό, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών. Στην αξίωση αυτή, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, περιλαμβάνονται και τα καταβαλλόμενα στο μισθωτό επιδόματα, μόνο εφόσον αυτά θα καταβάλλονταν και στο μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε άλλως ο εργοδότης, αφού διαφορετικά, ως προς αυτά δεν υπάρχει πλουτισμός του εργοδότη (ΑΠ 1108/2009 ΔΕΝ 2010.162, ΑΠ 925/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2128/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Διευκρινίζεται ότι η απαίτηση για τη αμοιβή στηρίζεται στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ η απαίτηση καταβολής της προσαύξησης 75% στηρίζεται απευθείας στο νόμο (άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 435/1976).

V. Σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010 (έναρξη ισχύος από 15.7.2010), οι παράγραφοι 1, 3 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3385/ 2005 (ΦΕΚ 210 Α’) αντικαθίστανται ως εξής: «1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%). Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%). Όταν οι μισθωτοί απασχολούνται επί πλέον από τα ανώτατα όρια υπερωριακής εργασίας που επιτρέπει ο νόμος, ή χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η κείμενη νομοθεσία, δηλαδή όταν πρόκειται για παράνομη (κατ’ εξαίρεση υπερωρία, δικαιούνται να λάβουν από την πρώτη ώρα της υπερωρίας, αδιάφορα με τον τρόπο πληρωμής τους και άσχετα αν πρόκειται για υπαλλήλους ή εργατοτεχνίτες τη βασική αμοιβή (αποζημίωση) για τις ώρες της παράνομης υπερωριακής εργασίας τους βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά το άρθρο 904 ΑΚ. Η εν λόγω αποζημίωση συνίσταται στο ποσό της δαπάνης (αμοιβής) την οποία θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο μισθωτό, απασχολούμενο με τις αυτές συνθήκες και βάσει έγκυρης σύμβασης εργασίας, δηλαδή της ίδιας ικανότητας και των προσόντων του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιπτώσεις του τελευταίου. Η αποζημίωση αυτή παγίως δέχεται η νομολογία ότι υπολογίζεται βάσει των συμφωνημένων αποδοχών ή αυτών που πραγματικά καταβάλλονται (ΑΠ66/2007, 795/2008, ΕΕΔ2008, σελ. 554). Επί πλέον δικαιούνται να λάβουν και προσαύξηση επί της ανωτέρω αμοιβής τους (ωρομίσθιο) ως αποζημίωση, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 80% και σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου, υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου και όχι επί του νόμιμου τοιούτου. Διευκρινίζεται δε ότι οι ανωτέρω εξιώσεις των μισθωτών, δηλαδή για την πληρωμή της βασικής αμοιβής της υπερωρίας τους και της σχετικής προσαύξησης, οφείλονται τόσο στις έγκυρες όσο και στις άκυρες εργασιακές συμβάσεις (ΑΠ1150/2007, ΕΕΔ2008, σελ. 611, Κωνσταντίνου Λαναρά, Εργατική και Ασφαλιστική Νομοθεσία, σελ. 550-2).

VI. Ενόψει των ανωτέρω, για το κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αμοιβή για υπερεργασία ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή εργασία, πρέπει, για τον προσδιορισμό των ωρών αυτών, να αναφέρεται τόσο η ημερήσια, όσο και η εβδομαδιαία απασχόληση (ΑΠ 1548/2011, ΑΠ 184/2007, ΑΠ 1556/2005, ΕΑ 3879/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 572/2009 ΠΕΙΡΝΟΜ 2010.141, ΕΑ 2459/2008 ΕλλΔνη 2009.1492, ΕΑ 3479/2007 ΔΕΕ 2008.236, ΕΑ 3150/2006 ΕλλΔνη 2006.1477), καθ’ όσον για τη συνδρομή υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση των μισθωτών, και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, ενώ για τη συνδρομή της υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 παρ. 1 Ν 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως (υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.7.1975 ΕΣΣΕ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντιθέτως, για να υπάρχει υπερεργασία, πρέπει να υπάρχει υπέρβαση του εβδομαδιαίου ωραρίου και δεν ενδιαφέρει η μεμονωμένη υπέρβαση του ημερησίου ωραρίου (ΑΠ 1673/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 804/2003 ΕλλΔνη 45.141,ΕφΘεσ. 2918/2005 ΑΡΜ 2006.422, ΕφΠειρ 933/2003 ΕλλΔνη 2004.544). III. Παραιτέρω, γίνεται δεκτό ότι η παράλειψη του ενάγοντος να αναφέρει στην αγωγή, με την οποία προβάλλει αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας, τα αναγκαία για το κύρος της συμβάσεως αυτής στοιχεία, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι έχει εφοδιαστεί με άδεια ικανότητας οδηγού και πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας εργασίας, όπου τα στοιχεία αυτά απαιτούνται κατά νόμο, δεν καθιστούν την αγωγή αόριστη και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εξετάσει τη συνδρομή των προϋποθέσεως αυτών, και μόνο αν προβληθεί σχετικός ισχυρισμός από τον εναγόμενο, οφείλει ο ενάγων να προτείνει και να αποδείξει ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 458/2012, ΑΠ 45/2006 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1710/2007 , ΕφΛαμ 100/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). V. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως αυτής από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο, διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος, κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσεως, επιβάλλεται όμως, με ποινή το απαράδεκτο, για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως (ΑΠ 390/2011 ΝοΒ 2012.57, ΑΠ 680/2011 ΕΠΟΛΔ 2012.96, ΑΠ 362/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΛαρ 102/2012 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2012.500, ΕφΠειρ 572/2009 ΠΕΙΡΝΟΜ 2010.141, ΕΑ 4410/2006 ΕλλΔνη 2007.286).

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, με την υπ’αρ. κατάθεσης …/2011 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη εταιρία περιορισμένης ευθύνης (εκκαλούσα) με την επωνυμία «….» διατηρεί επιχείρηση αργυροχρυσοχοΐας. Ότι την 13.4.2009 προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρία με άτυπη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως βοηθός τεχνίτη αργυροχρυσοχοΐας, επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, και αντί ημερομισθίου το οποίο καθορίστηκε από 13.4.2009 και έως 18.1.2011 σε 35,00 ευρώ και από τις 19.1.2011 έως τις 3.5.2011 σε 37,69 ευρώ ημερησίως. Ότι εργάσθηκε έως τις 3.5.2011, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Ότι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία πρόσληψής της έως τις 3.5.2011, η εναγομένη της κατέβαλε μισθό κατώτερο από τον προβλεπόμενο στις ΣΣΕ εργασίας που καθορίζουν τους όρους αμοιβής των απασχολουμένων άμεσα στην διαδικασία παραγωγής, επεξεργασίας και επισκευής προϊόντων αργυροχρυσοχοΐας και λοιπών πολυτίμων μετάλλων. Ότι επιπλέον δεν της κατέβαλε καθόλου επιδόματα εορτών κατά τα έτη 2009 και 2010 και της χορήγησε μειωμένο επίδομα Πάσχα κατά το έτος 2011. Επίσης δεν της κατέβαλε αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια, την οποία αν και ζητούσε η εναγομένη δεν της κατέβαλε και συνεπώς δικαιούται για το έτος 2009 επίδομα άδειας και αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια, για το έτος 2010. Επίσης ζητά αποζημίωση για την εργασία που αυτή παρείχε ακύρως κατά την ημέρα του Σαββάτου, με επιπλέον προσαύξηση κατά 100% και για το διάστημα από Μάιο και εντεύθεν κατά 30%, υπερωριακή εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου, το συνολικό ποσό των 19.384,84 ευρώ, όπως το ποσό αυτό αναλύεται ειδικότερα στην αγωγή, κυρίως με βάση τις διατάξεις της σύμβασης και επικουρικά με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ’ αρ. 862/2013 εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή του, δέχτηκε αυτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά την κύρια βάση της, στο σύνολό της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 19.384,84 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένης της επιδόσεως της αγωγής. Έτσι όμως που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και για το πλην των αγωγικών κονδυλίων και για την εργασία της κατά τα Σάββατα, καθώς το εν λόγω κονδύλιο έκανε δεκτό με βάση την έγκυρη σύμβαση εργασίας της, ενώ σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη η αμοιβή για εργασία κατά τις ημέρες αυτές (επί ισχύοντος 5θημέρου όπως εν προκειμένω) παρέχεται μόνο βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, έσφαλε, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του νομίμου της αγωγής, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, καθώς θα έπρεπε να απορριφθεί με την κύρια βάση της σύμβασης εργασίας και να κριθεί νόμιμο με την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατά της εκκαλουμένης απόφασης στρέφεται η εναγομένη παραπονούμενη για ελλιπή αιτιολογία, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή της αντιδίκου της.

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων της μάρτυρος της ενάγουσας, …. …. και της μάρτυρος της εναγομένης, …. …., οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από τις με αρ. …/29.3.2012 ένορκη βεβαίωση του …. …. του …., …/29.3.2012 ένορκη βεβαίωση του …. …. του …., …/29.3.2012 ένορκη βεβαίωση του …. …. του …., …/29.3.2012 ένορκη βεβαίωση της …. …. του …., …/30.3.2012 ένορκη βεβαίωση του …. …. του …., που δόθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών …. …. …., κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της ενάγουσας-εφεσιβλήτου (βλ. την με αρ. …/23.3.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ευαγγέλου Φουντούκη), καθώς και τις με αρ. …/20.9.2012 ένορκη βεβαίωση του …. …. του …., την με αρ. …/20.9.2012 ένορκη βεβαίωση του …. …. του …., την με αρ. …./20.9.2012 ένορκη βεβαίωση της …. …. του ….., την με αρ. …/20.9.2012 ένορκη βεβαίωση του …. …. του …., που δόθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών …. …. ….., κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της ενάγουσας – εφεσιβλήτου (βλ. την με αρ. …/17.9.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Νικολάου Φουντούκη), νομίμως όλες νομίμως επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εναγομένη-εκκαλούσα, με εξαίρεση την με αρ. …/2012 ένορκη βεβαίωση της ενάγουσας που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία προσκομίζει η εκκαλούσα άλλα ουδόλως την επικαλείται, καθώς και των με αρ. …/14.3.2012, …/14.3.2012 και …/14.3.2012 ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των …. …., …. …., …. …., νομίμως επικαλούμενων από την εφεσίβλητη- ενάγουσα, αφού ο αριθμητικός περιορισμός των ενόρκων βεβαιώσεων σε τρεις δεν ισχύει στις ειδικές διαδικασίες, επομένως και στις εργατικές διαφορές (ΑΠ 1391/2008 ΤΝΠ και ΝοΒ 2009.421), καθώς και από όσα συνομολογούν εν γένει οι διάδικοι, όπως διατυπώνονται στα δικόγραφα που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, όπου αναφέρονται ειδικότερα παρακάτω (ΚΠολΔ 261, 352 §1, 591 §1), και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΚΠολΔ 336 §4), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (αν και για ορισμένα εκ των εγγράφων που προσκομίζουν οι διάδικοι γίνεται χωριστή μνεία με την απόφαση, σημειώνεται ωστόσο, ότι ουδόλως παρελείφθη η συνεκτίμηση όλων των εγγράφων για την ουσία της υπόθεσης) : η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι προσελήφθη ατύπως με ατομική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στις 13.4.2009 από την εναγομένη- εκκαλούσα προκειμένου να εργαστεί ως βοηθός τεχνίτη αργυροχρυσοχοΐας. Ωστόσο, η εναγομένη ερίζει ως προς το συγκεκριμένο χρόνο έναρξης της απασχόλησης της ενάγουσας στις 13.4.2009, στην επιχείρησή της και προς τούτο επικαλείται μεταξύ άλλων και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις πρώην και νυν εργαζομένων της στην επιχείρησή της. Το Δικαστήριο, σχημάτισε δικανική πεποίθηση, σταθμίζοντας την αξιοπιστία και το βαθμό γνώσης των ενόρκως βεβαιούντων σε αυτές, κρίνοντας ότι η κατάθεση του …. …. ο οποίος προσελήφθη και εργάζεται στην εναγομένη από τον Ιούλιο του 2011 και συνεπώς δεν έχει ίδια γνώση για την απασχόληση της ενάγουσας αφού δεν συνέπεσε ο χρόνος απασχόλησής τους, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Την ίδια άποψη σχημάτισε και για την κατάθεση του …. …. που παραιτήθηκε από την επιχείρηση της εναγομένης, ήδη από το 2004, ήτοι σε πολύ προγενέστερο χρόνο από αυτό της πρόσληψης της ενάγουσας. Το δικαστήριο κρίνει περισσότερο πειστικές τις καταθέσεις που ενόρκως έδωσαν οι …. …. και …. …., οι οποίοι εργάζονταν στην εναγομένη κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ενώ η δεύτερη εξ αυτών παραιτήθηκε μόλις το Μάρτιο του 2011. Εξάλλου, ο πρώτος συνεχίζει να εργάζεται στην επιχείρηση της εναγομένης. Οι ανωτέρω ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα προσελήφθη στην εναγομένη από τον Ιανουάριο του 2011 με σύμβαση εργασίας, χωρίς ωστόσο να αποκλείουν κατηγορηματικά και με σαφήνεια ότι η ενάγουσα δεν είχε ποτέ άλλοτε απασχοληθεί στην επιχείρηση. Αντίθετα και οι δύο ιστορούν ότι είχαν δει την ενάγουσα στην εταιρία και πριν το 2011, ο …. …. την είχε δει «να κάνει κάποια μεροκάματα αραιά και που, μία ή δύο μέρες τον μήνα όχι σταθερά και όχι κάθε μήνα», χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζει αν αυτό ήταν ημερομίσθια για την παροχή εργασίας εκ μέρους της ενάγουσας ως καθαρίστριας ή ως βοηθού τεχνίτη. Η …. …. επίσης εκθέτει ότι είχε δει την ενάγουσα να εργάζεται στην εναγομένη «μία ή δύο φορές το μήνα» και πριν το 2011, χωρίς ούτε και εκείνη να διευκρινίζει σε ποια θέση παρείχε η ενάγουσα την περιστασιακή αυτή εργασία. Σε κάθε περίπτωση, η εναγομένη ενώ ισχυρίζεται με την προσθήκη στις προτάσεις της πρωτοδίκως ότι η ενάγουσα εργάστηκε περιστασιακά από το τέλος του 2010, ακολούθως αναιρεί το χρόνο αυτό με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, εκθέτοντας ότι η ενάγουσα εργαζόταν από τα μέσα του 2010 έστω και περιστασιακά στην επιχείρηση. Εξάλλου, από την ενάγουσα προσκομίζονται ανυπόγραφα χειρόγραφα σημειώματα καταγραφής της παραγωγής του προσωπικού που εργαζόταν στις πρέσες του εργαστηρίου της εκκαλούσας (βλ. σχετ. με αρ. 10) τα οποία τηρούσε ο αρχιτεχνίτης της επιχείρησης της τελευταίας με χρονολογία 18, 20, 22, 25, 26 και 27 μηνός Οκτωβρίου του 2010 και ωράριο απασχόλησης της ενάγουσας 08.00 έως 17.00, που φέρουν το όνομα της ενάγουσας και τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά από την εναγομένη μπορούν επομένως να εκτιμηθούν ως δικαστικά τεκμήρια. Περαιτέρω, η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυριζόμενη ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν είναι δυνατό η ενάγουσα να εργάζεται με τα εκτιθέμενα στην αγωγή της ωράρια εργασίας, καθώς και ότι η τελευταία κατά το χρονικό διάστημα πριν το 2011 εργαζόταν σε κάποια άλλη επιχείρηση, χωρίς ωστόσο αυτό να έχει αποδειχθεί από κανένα αποδεικτικό μέσο. Το γεγονός ότι για χρονικό διάστημα δύο ετών η ενάγουσα δεν κινητοποιήθηκε με αγωγή κατά της εναγομένης, δεν μπορεί να αποβεί σε βάρος της πρώτης δεδομένου ότι οι συνθήκες εργασίας στην ελληνική αγορά κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ενώ είχε ήδη ξεκινήσει η οικονομική κρίση, η ζήτηση εργασίας από τους εργοδότες μειώθηκε και αυξήθηκε η προσφορά φτηνών εργατικών χεριών, με αποτέλεσμα η ενάγουσα από εύλογες αμφιβολίες μην τυχόν απωλέσει την θέση εργασίας της αδράνησε για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των δύο ετών, προτού προβεί σε καταγγελία του εργοδότη της, χωρίς τελικά να αποφύγει το απευχόμενο, καθώς, αμέσως μετά από καταγγελία που έκανε, στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η εναγομένη από λόγους εκδίκησης προέβη τελικώς σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε, παρά τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς της εναγομένης, ότι συνέτρεχαν εξαιρετικοί λόγοι πρόσληψης πέντε επιπλέον αλλοδαπών ατόμων -μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα-, στις 19 Ιανουαρίου του 2011. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι πριν την προαναφερόμενη μαζική πρόσληψη από την εναγομένη των αλλοδαπών εργαζομένων της, είχε προηγηθεί επιτόπιος έλεγχος αρμόδιου κλιμακίου του ΙΚΑ την ίδια ημέρα και κατά τον οποίο έλεγχο, ήταν ανασφάλιστοι μόνο οι αλλοδαποί όπως και η ενάγουσα που εργάζονταν στην επιχείρηση της εναγομένης, οι οποίοι για εύλογους λόγους-μη απώλειας της θέσης εργασίας τους- δήλωσαν ότι εργάζονται από 17.1.2011 (βλ. σχετ. 4 νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ενάγουσα). Ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι η ενάγουσα μόλις από 1.2.2011 ενεγράφη ως πολίτης κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι από 1.10.2010 της χορηγήθηκε ΑΜΚΑ και συνεπώς εκ μόνων των λόγων αυτών δεν θα ήταν δυνατό να απασχολείται από την εναγομένη ως ανασφάλιστη, δεν ευσταθεί κατά την κοινή πείρα και λογική, καθώς είναι σύνηθες φαινόμενο η συνειδητή επιλογή από την εργοδοσία αλλοδαπού ανασφάλιστου και κατά συνέπεια φτηνού εργατικού δυναμικού με το οποίο μειώνεται το κόστος παραγωγής και αυξάνεται το κέρδος. Ωστόσο αν και η με αρ. πρωτοκόλλου …/11.7.2012 ομόφωνη απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ΙΚΑ με την οποία απορρίφθηκε η με αρ. …/0-10-21 ένσταση της ενάγουσας κατά της με αρ. …/2011 απόφασης του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ, που δεν έκανε δεκτή τη δήλωση απασχόλησης της ενάγουσας στην εναγομένη για προγενέστερο του δηλωθέντος από την εναγομένη χρόνου της 19.1.2011, δεν έλαβε υπόψη της την υπ’ αρ. … πράξη επιβολής προστίμου ακαταχώριστων εργαζομένων σε βάρος της εναγομένης. Στην δε Επιθεώρηση Εργασίας όπου η ενάγουσα κατέφυγε με το από 12.5.2011 δελτίο εργατικής διαφοράς ο αρμόδιος Επιθεωρητής Εργασίας δεν απεφάνθη τελικά για την έναρξη απασχόλησης της ενάγουσας στην εναγομένη, αναφέροντας ότι εκκρεμεί η διεκδίκηση των αστικών αξιώσεων της ενάγουσας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην επιχείρηση της εναγομένης εργάστηκε καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ήτοι επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, ενώ ορίστηκε το οκτάωρο ως ωράριο εργασίας της και συγκεκριμένα από 08.00 το πρωί έως 21.30 για το χρονικό διάστημα από 13.4.2009 και έως τις 10.5.2010 (πρώτο χρονικό διάστημα) και από 08.00πμ έως τις 17.00 για το χρονικό διάστημα από τις 11.5.2010 και έως τις 3.5.2011 (δεύτερο χρονικό διάστημα). Περί της αλήθειας των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων, το Δικαστήριο σχημάτισε δικανική πεποίθηση από τη μάρτυρα της εναγομένης και τα εκτεθέντα κατά τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει η ενάγουσα, με εξαίρεση τα όσα εκθέτει ο …. …., καθώς αν και ο τελευταίος εργαζόταν στην επιχείρηση εναγομένης και πριν την πρόσληψη της ενάγουσας, ωστόσο έχει αντιδικία με την τελευταία και ενδεχομένως να προσδοκά συμφέρον από τη δίκη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν στην εναγομένη από 13.4.2009 με πενθήμερο σύστημα εβδομαδιαίας εργασίας και οκτάωρο ημερήσιο ωράριο και για χρονικό διάστημα (πρώτο) από τις 13.4.2009 έως 10.5.2010 εργαζόταν από τις 8.00 έως τις 21.30 ενώ για το χρονικό διάστημα (δεύτερο) της 11.5.2010 και έως 3.5.2011 εργαζόταν από τις 8.00 έως τις 17.00. Περαιτέρω, ως αμοιβή της ορίστηκε η καταβολή ημερομισθίου που καθορίστηκε από 13.4.2009 και έως 18.1.2011 σε 35,00 ευρώ και από τις 19.1.2011 έως τις 3.5.2011 σε 37,69 ευρώ ημερησίως. Αποδείχθηκε δε ότι στις 3.5.2011, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Επειδή με την από 17.5.2008 ΣΣΕ βοηθών τεχνιτών και τεχνιτών επιχειρήσεων αργυροχρυσοχοΐας- πολύτιμων μετάλλων και ωρολογοποιίας, καθορίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας των απασχολουμένων άμεσα στην διαδικασία παραγωγής, επεξεργασίας και επισκευής προϊόντων αργυροχρυσοχοΐας, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 87823/4629 (ΦΕΚ Β’64/21.1.2009) από τις 26.6.2008, με την οποία ορίζεται ότι οι απασχολούμενοι στις επιχειρήσεις με το αντικείμενο της εναγομένης όπως και η ενάγουσα θα πρέπει να αμείβονται αν είναι έγγαμοι και με χρόνο προϋπηρεσίας έως και τα 3 έτη από 1.1.2009 και έως 31.8.2009 με 40,06 ευρώ το ημερομίσθιο και από 1.9.2009 έως 31.12.2009 με 41,46 ευρώ το ημερομίσθιο. Αναφορικά με τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της, η ενάγουσα δικαιούται σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, όπως αυτή προαναφέρθηκε και έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική με απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης, τα κάτωθι ποσά : α) για τη χρονική περίοδο από 13.4.2009 έως και 31.8.2009, με 40,06 ευρώ που ήταν το νόμιμο ημερομίσθιό της ως απασχολούμενη που δεν συμπλήρωσε 1 χρόνο προϋπηρεσίας, έγγαμη, και για 5 ημερομίσθια λόγω του συστήματος του πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας, οι νόμιμες αποδοχές της ανήλθαν στο ποσό των (40,06 χ 5 ημερομίσθια χ 20 εβδομάδες) 4.006,00 ευρώ. β) για τη χρονική περίοδο από 1.9.2009 και έως 18.1.2011, με 41,46 ευρώ που ήταν το νόμιμο ημερομίσθιο ως απασχολούμενη με 0- δύο έτη προϋπηρεσίας, έγγαμη και για 5 ημερομίσθια λόγω του συστήματος της πενθημέρου εργασίας οι νόμιμες αποδοχές της ανήλθαν στο ποσό των (41,46 ευρώ χ 5 ημερομίσθια χ 72 εβδομάδες) 14.925 ευρώ, γ) για τη χρονική περίοδο από 19.1.2011 και έως 3.5.2011, με 41,46 ευρώ που ήταν το νόμιμο ημερομίσθιο ως απασχολούμενη με 0-2 έτη προϋπηρεσίας και έγγαμη οι νόμιμες αποδοχές της ανήλθαν στο ποσό των (41,46 ευρώ χ 15 εβδομάδες χ 5 ημερομίσθια) 3.109,5 ευρώ. Η εναγομένη αντί των ως άνω ποσών της κατέβαλε το ποσό των 3.500 ευρώ για το πρώτο χρονικό διάστημα, το ποσό των 12.600 ευρώ για το δεύτερο χρονικό διάστημα και το ποσό των 2.826,75 ευρώ για το τρίτο χρονικό διάστημα τα οποία είναι κατώτερα του νομίμου και συνεπώς η εναγομένη της οφείλει ακόμη ποσό (4.006-3500= ) 506 ευρώ, (14.925 – 12.600=) 2.325 και (3.109,5 – 2.826,75 =) 282,75 (506 + 2.325 + 282,75=) 3.113,75 ευρώ. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτό το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο για ποσό 7.522, 57 ευρώ υπολογίζοντας για την αμοιβή της ενάγουσας 6 ημερομίσθια αντί 5 ημερομισθίων, ως όφειλε επί τη βάση του πενθημέρου συστήματος εβδομαδιαίας εργασίας σύμφωνα με το οποίο έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα παρείχε την εργασία της, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένου δεκτού του τρίτου λόγου της έφεσης. Για Δώρο Πάσχα του έτους 2009 δικαιούται για χρονικό διάστημα από 13.4.2009 έως 30.4.2009 και για 14 ημέρες εργασίας δικαιούται 1 ημερομίσθιο για κάθε 8ήμερο εργασίας ήτοι 40,06 χ 1,75 = 70,105 και το γινόμενο προσαυξημένο με την αναλογία του επιδόματος αδείας, 70,105 χ0,04166 = 2,92 ευρώ και συνολικά 73,02 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επεδίκασε το ποσό των 93,89 ευρώ. Για Δώρο Χριστουγέννων 2009 δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1.5.2009 έως 31.12.2009 δικαιούται για 25 ημερομίσθια 41,46 ευρώ χ 25 χ 0,04166 = 1036,5 ευρώ πλέον 43,18 ευρώ και συνολικά ποσό 1079,68 ευρώ, ως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Για δώρο Πάσχα 2010 για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 30.4.2010, δικαιούται 15 ημερομίσθια εκ 41,46 ευρώ έκαστο και συνολικά 15 χ 41,46 ευρώ χ 0,04166 = (621,9 + 25,90 =) 647,81 ευρώ. Για επίδομα Χριστουγέννων 2010, και για χρονικό διάστημα από 1.5.2010 έως 31.12.2010 που η ενάγουσα εργάστηκε δικαιούται 25 ημερομίσθια πλέον της αναλογίας επιδόματος, ήτοι 25 χ 41,46 χ 0,04166 = 1079,68 ευρώ, ως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση. Για επίδομα Πάσχα 2011 και για χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 30.4.2011 που εργάστηκε η ενάγουσα δικαιούται 15 ημερομίσθια εκ 41,46 ευρώ προσαυξημένα με την αναλογία επιδόματος ήτοι 647,81 ευρώ. Από την εναγομένη εισέπραξε για τους ανωτέρω λόγους το ποσό των 512,35 ευρώ το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί και συνεπώς δικαιούται το ποσό των (93,89 + 1079,68 + 647,81 + 1079,68 + 647,81 – 512,35 =) 3.036,52 ευρώ. Περαιτέρω, η ενάγουσα για μη ληφθείσα άδεια δικαιούται εφόσον δεν συμπλήρωσε το έτος 2009 δεκάμηνη συνεχή απασχόληση στην ως άνω εργασία, αποδοχές που αντιστοιχούν σε δύο ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης στην εναγομένη και συνεπώς 2 ημερομίσθια χ 8 μήνες χ 41,46 ευρώ = 663,36 ευρώ προσαυξημένο κατά 100% και συνολικά 1326,72 ευρώ, ως ορθά έκρινε και το πρωτόδικο δικαστήριο. Εξάλλου, δικαιούται και το επίδομα άδειας το οποίο αντιστοιχεί σε 13 ημερομίσθια για συμπλήρωση 7 μηνών προϋπηρεσίας στην εναγομένη και συνεπώς δικαιούται το ποσό των 13 χ 41,46 ευρώ 538,98 ευρώ. Για το έτος 2010 δικαιούται 22 ημερομίσθια αντ’ αυτού, σύμφωνα με την αρχή της διαθέσεως ζητά 21 χ 41,46 ευρώ χ 100% προσαύξηση λόγω στέρησης της άδειας = 1741,32 ευρώ. Για επίδομα άδειας δικαιούται 13 ημερομίσθια χ 41,46 ευρώ 538,98 ευρώ. Επομένως, συνολικά για την αιτία αυτή της οφείλεται το ποσό των (1326,72 ευρώ + 538,98 + 1741,32 + 538,98 =) 4.146 ευρώ. Η εκκαλουμένη δεν πλήττεται με λόγο έφεσης για την κρίση της αυτή.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργάστηκε όλα τα Σάββατα ακύρως, παρέχοντας έτσι εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο). Για την απασχόληση της αυτή δικαιούται αμοιβή κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (αρθρ. 904 επ. του Α.Κ.), ήτοι έχει απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή τέτοιας εργασίας, η οποία συνίσταται στις αποδοχές, τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό (των ίδιων προσόντων) που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά την ίδια ημέρα υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας με της ενάγουσας που εργάστηκε άκυρα (Α.Π. 45/2006 Ε.Εργ.Δ. 2006-925, Α.Π. 659/2003 Ελ.Δ/νη 2004-1640, Α.Π. 1449/2002 Ελ.Δ/νη 2004-756, Εφ.Λαρ. 345/2003 Δικογραφία 2003-400), χωρίς να υπολογίζονται τα χρονοεπιδόματα και οικογενειακά επιδόματα, δηλαδή επιδόματα που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο εκείνου που μπορεί να απασχοληθεί εγκύρως (βλ. ΑΠ 760/2003 ΔΕΝ 59.1591, ΑΠ 1608 και 1525/2002 ΕλλΔνη 45.145 και ΕλλΔνη 44.163). Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται: α) για τη χρονική περίοδο από 13.4.2009 έως 31.8.2009 κατά την οποία εργάστηκε 20 Σάββατα το ποσό των 40,06 ευρώ για κάθε Σάββατο και συνολικά το ποσό των [(40,06 X 20=801,2) – 700 ευρώ που της κατέβαλε η εναγομένη=] 101,2 ευρώ. β) Για τη χρονική περίοδο από 1.9.2009 έως 10.5.2010 εργάστηκε 36 Σάββατα το ποσό των 41,46 ευρώ για κάθε Σάββατο και συνολικά το ποσό των [(41,46 χ 36 ) – 1260 ευρώ που της κατέβαλε η εναγομένη =] 232,56 ευρώ. γ) Για τη χρονική περίοδο από 11.5.2010 έως 14.7.2010 που το νόμιμο ημερομίσθιο ήταν 41,46 ευρώ που εργάστηκε για 9 Σάββατα, το ποσό των 41,46 ευρώ για κάθε Σάββατο και συνολικά το ποσό των [[(41,46 χ 9 ) + 30% προσαύξηση λόγω παροχής εργασίας την έκτη ημέρα]- 315 ευρώ καταβληθέντα ημερομίσθια =] 170,08 ευρώ. δ) Για τη χρονική περίοδο από τις 15.7.2010 έως τις 3.5.2011 που το νόμιμο ημερομίσθιο ήταν 41,46 ευρώ για 42 Σάββατα που εργάστηκε και συνολικά το ποσό των [[(41,46 χ 42) + 30% προσαύξηση] – 1510,35 ευρώ καταβληθέντα ημερομίσθια =] 753,37 ευρώ. Κατά συνέπεια για την ανωτέρω αιτία δικαιούται αυτή το συνολικό ποσό των (101,2 + 232,56 + 170,08 + 753,37=) 1257,21 ευρώ. Η ενάγουσα επίσης κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο) εργάστηκε για τη χρονική περίοδο από 13.4.2009 έως 31.8.2009 από τις 8.00 έως τις 21.30, ήτοι 5,5 ώρες επιπλέον του νομίμου οκταώρου και κατά συνέπεια δικαιούται για την παροχή της παράνομης υπερωρίας αμοιβή ισούμενη με το νόμιμο ωρομίσθιό της ύψους (40,06 ευρώ χ 6/40) προσαυξημένο κατά ποσοστό 100% και συγκεκριμένα δικαιούται για τις 5,5 ώρες επιπλέον εργασίας που παρείχε το κάθε Σάββατο που εργάσθηκε το ποσό των (6,01 χ 100%) χ 5,5ώρες=) 66,11 ευρώ και για τα 20 Σάββατα της προαναφερόμενης περιόδου σύμφωνα με τα προαναφερόμενα το συνολικό ποσό των 1322,2 ευρώ. Η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 400 ευρώ και συνεπώς απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο 922,20 ευρώ. Για τη χρονική περίοδο από 1.9.2009 έως και 10.5.2010, που εργάστηκε από τις 8.00 έως τις 21.30, ήτοι 5,5 ώρες επιπλέον του νομίμου οκταώρου και κατά συνέπεια δικαιούται για την παροχή της παράνομης υπερωρίας αμοιβή ισούμενη με το ωρομίσθιό της ύψους (41,46 ευρώ χ 6/40) προσαυξημένο κατά ποσοστό 100% και συγκεκριμένα δικαιούται για τις 5,5 ώρες επιπλέον εργασίας που παρείχε το κάθε Σάββατο που εργάσθηκε το ποσό των (6,22 χ 100%) χ 5,5ώρες=) 68,42 ευρώ και για τα 36 Σάββατα της προαναφερόμενης περιόδου σύμφωνα με τα προαναφερόμενα το συνολικό ποσό των 2.463,12 ευρώ. Η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 720 ευρώ και συνεπώς απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο 1.743,12 ευρώ. Για τη χρονική περίοδο από 11.5.2010 έως 14.7.2010 και για 9 Σάββατα που εργάστηκε από τις 8.00 έως τις 17.00 και για 1 επιπλέον ώρα του νομίμου οκταώρου, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε λάβει την απαιτούμενη άδεια από την αρμόδια αρχή και επομένως για κάθε ώρα παράνομης υπερωριακής απασχόλησης δικαιούται το νόμιμο ωρομίσθιό της προσαυξημένο κατά 30% και αυτό προσαυξημένο κατά 100% (100% για την υπερωρία που υπολογίζεται επί των τυχόν αυξημένων αποδοχών + 30 % προσαύξηση επί του νομίμου ωρομισθίου για την εργασία της κατά το Σάββατο), δηλαδή δικαιούται το ποσό των (41,46 ευρώ χ 6/40=) 6,22 ευρώ πλέον 30%, ήτοι 1,86 ευρώ. Στο τελευταίο αυτό ποσό των 1,86 ευρώ προστίθεται προσαύξηση 100% επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου της, η οποία υπολογίζεται αυτοτελώς με βάση το νόμιμο ωρομίσθιο (12,44 + 1,86) 14,3 ευρώ(η παράνομη υπερωριακή εργασία κατά τα Σάββατα υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου του εργαζομένου (ΑΠ889/1998, ΔΕΝ 2000, σελ. 378, ΑΠ238/1963 ΔΕΝ 20, σελ. 94, ΑΠ107.1960 ΔΕΝ 16,200)). Επομένως, για τις 9 ώρες παράνομης υπερωριακής της απασχόλησης κατά τα Σάββατα, δικαιούται να λάβει η ενάγουσα το ποσό των 128,7 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη της επεδίκασε το ποσό των 145,62 ευρώ, έσφαλε αφού η προσαύξηση των 80% της παράνομης υπερωριακής εργασίας δεν υπολογίζεται επί του ήδη προσαυξημένου νομίμου ωρομισθίου, αλλά αυτοτελώς επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου του εργαζομένου, χωρίς η κρίση του αυτή να προσβάλλεται με λόγο έφεσης. Για τη χρονική περίοδο από 15.7.2010 έως 3.5.2011 και για 42 Σάββατα που εργάστηκε από τις 8.00 έως τις 17.00 και για 1 επιπλέον ώρα του νομίμου οκταώρου δικαιούται για την παροχή της παράνομης υπερωρίας αμοιβή ισούμενη με το ωρομίσθιό της (41,46 ευρώ χ 6/40 ) προσαυξημένο κατά ποσοστό 30% και περαιτέρω προσαυξημένο κατά 80%. Δικαιούται το νόμιμο ωρομίσθιό της προσαυξημένο κατά 30% και αυτό προσαυξημένο κατά 80% (80% για την υπερωρία που υπολογίζεται επί των τυχόν αυξημένων αποδοχών + 30 % προσαύξηση επί του νομίμου ωρομισθίου για την εργασία της κατά το Σάββατο), δηλαδή δικαιούται το ποσό των (41,46 ευρώ χ 6/40=) 6,22 ευρώ πλέον 30%, ήτοι 1,86 ευρώ. Στο τελευταίο αυτό ποσό των 1,86 ευρώ προστίθεται προσαύξηση 80% επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου της (6,22 χ 80% = 4,97 ευρώ), η οποία υπολογίζεται αυτοτελώς με βάση το νόμιμο ωρομίσθιο (6,22 + 4,97 + 1,86) 13,05 ευρώ. Επομένως, για τις 42 ώρες παράνομης υπερωριακής της απασχόλησης κατά τα Σάββατα, δικαιούται να λάβει η ενάγουσα το ποσό των 548,35 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της επεδίκασε το ποσό των 611,6 ευρώ, χωρίς η κρίση του αυτή να προσβάλλεται με λόγο έφεσης. Συνεπώς συνολικά δικαιούται για την παράνομη υπερωριακή της εργασία κατά τα Σάββατα, το ποσό των (1257, 21 + 922,20 + 1.743,12 ευρώ + 145,62 + 611,6) 4.679,75 ευρώ.

Συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες δικαιούται το ποσό των (3.113,75 + 3.036,52 + 4.146 + 4.679,75 ) 14.976,02 ευρώ, αντί του ποσού των 19.384,84 ευρώ που εσφαλμένα επεδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους. Περαιτέρω, με την έφεση η εκκαλούσα παραπονείται για ελλιπή αιτιολογία της αποφάσεως δεδομένου ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και συγκεκριμένα από ποια αποδεικτικά μέσα ή πραγματικά περιστατικά δέχθηκε ότι η ενάγουσα προσελήφθη στις 13.4.2009 και όχι στις 19.1.2011 όπως η εκκαλούσα ισχυρίζεται, καθώς και ότι πραγματοποίησε τις συγκεκριμένες ώρες υπερεργασίας, υπερωρίας και εργασίας κατά τις Κυριακές κατά τα συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα. Ωστόσο, δεν είναι υποχρεωτική η ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από τις αποδείξεις, εφ’ όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Ελλιπής αιτιολογία υφίσταται όταν η αντίφαση εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ νομικών συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης (ΑΠ 1353/2001, ΑΠ1915/2011). Επομένως, εφόσον από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά της πρόσληψής της ενάγουσας, του νομίμου ωραρίου της κατά την ειδικότερη αναφορά έναρξης και λήξης του, κατά τα συγκεκριμένα χρονικά επίδικα διαστήματα ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησής της, δεν είναι περαιτέρω αναγκαίο να εκτίθεται με την απόφαση γιατί αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά ούτε και τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου(ΑΠ1547/1995) και να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’αυτά, κατ’αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του, αρκεί να γίνεται βέβαιο αδίστακτα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (ΑΠ538/2014). Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Συνακόλουθα, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέταση, θα πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να γίνει αυτή δεκτή και κατ’ ουσίαν κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της έφεσης, και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικαστεί κατ’ ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) , πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις ως και ουσιαστικά βάσιμη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 14.976,02 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σε βάρος της εναγομένης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 178, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 14.6.2013 έφεση (με αριθμό κατάθεσης …/14.6.2013 και …/…/2013), και την από 28.5.2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/…/2014, κλήση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 861/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της αγωγής.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατά ένα μέρος την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και δύο λεπτών (14.976,02), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 26 Ιουνίου 2015.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies