Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αίτηση αναστολής της εκτέλεσης προσωρινά εκτελεστής απόφασης. Επίσχεση εργασίας. Εάν ο εργαζόμενος έχει κατά του εργοδότη ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή προς την εργασία του, δικαιούται να αρνηθεί την παροχή αυτής, έως ότου ο εργοδότης εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωσή του. Η εκ περιτροπής απασχόληση, η επιβαλλομένη από τον εργοδότη, έχει προϋπόθεση τον περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητος αυτού και την προηγουμένη ενημέρωση των εργαζομένων και την διαβούλευση μετά της πλέον αντιπροσωπευτικής εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης και ελλείψει αυτής μετά του συνόλου των εργαζομένων. Μεταβίβαση επιχείρησης. Πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα (“οικονομική οντότητα”), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης κατ’ άρθρο 479 ΑΚ. Προϋποθέσεις και ευθύνη αποκτώντος. Πιθανολογήθηκε ότι η δεύτερη των εναγομένων ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων και εγκαταστάσεων την επιχείρηση της πρώτης των εναγομένων, για την επίτευξη του ίδιου οικονομικού σκοπού. Απορρίπτει την αίτηση.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης
66/2020
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ
Συγκροτήθηκε από τη δικαστή Ουρανία Καλατζαντωνάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2020 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αιτούσας: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “….”, που εδρεύει στο Άργος, ….., με το διακριτικό τίτλο «….» και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικ. Βλασσιώτου
Του καθ’ ου η αίτηση: …. …. του …., κατοίκου Κορίνθου, οδός …. …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευγ. Προύντζου
Η αιτούσα ζητά να γίνει δεκτή η από 4-2-2020 αίτησή της περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων (αναστολή εκτέλεσης απόφασης άρθρου 912 ΚΠολΔ), που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΑΣΦ/…./4-2-2020 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 912 ΚΠολΔ «Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή ή έφεση κατά της απόφασης που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή σύμφωνα με το άρθρο 908 ή 910, μπορεί έως την συζήτηση στο ακροατήριο της ανακοπής ή της έφεσης, να διαταχθεί, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε, να ανασταλεί οριστικά ή εν μέρει η εκτέλεση ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάζει την αναστολή ή και χωρίς εγγύηση, εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής ή της έφεσης» (παρ. 1). «Την αναστολή της παρ. 1 διατάζει το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται. Η αίτηση συζητείται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ….» (παρ. 2). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι αν μια δικαστική απόφαση κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, ο διάδικος που ηττήθηκε δικαιούται να ζητήσει από το δικαστήριο που την εξέδωσε την αναστολή της εκτέλεσής της, είτε απειλείται είτε άρχισε η αναγκαστική εκτέλεση (βλ. Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. 3η, σελ. 464 – 468 παρ. 4 IV τέλος), με σχετική αίτηση του, αφού η ως άνω διάταξη δεν προϋποθέτει έναρξη εκτέλεσης, αλλά απλά εκτελεστότητα. Προϋπόθεση χορήγησης της αναστολής είναι να έχει ασκηθεί, από τον ηττηθέντα διάδικο, παραδεκτώς ανακοπή ή έφεση κατά της απόφασης και να πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου αυτών, οπότε τότε μόνο το δικαστήριο, για τη χορήγηση ή μη της αναστολές, ερευνά αθροιστικώς και τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης από την εκτέλεση της απόφασης στο πρόσωπο του αιτούντος, η οποία (βλάβη) άλλως (δηλ. αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε απαραδέκτως ή αν δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση του), δεν ερευνάται (βλ. ΕΑ 2/2012, ΠΠΘ 1288/2013 δημ. στη ΝΟΜΟΣ). Το επιλαμβανόμενο της αίτησης αναστολής δικαστήριο δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Για το λόγο αυτό απαιτείται, επιπροσθέτως, η πιθανολόγηση της συνδρομής επείγουσας περιπτώσεως ή της αποτροπής επικειμένου κινδύνου (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, υπό άρθρο 912 αρ. 7 και 8, σελ. 177 επ., Μπρίνια, Αναγκ.Εκτελ. έκδ. β’, άρθρο 912 παρ. 61, σελ. 165).
Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 940/2015, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1153/2009). Υπό την επίκληση όμως της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετωπίζει μία επιχείρηση και μάλιστα όταν αυτή διαρκεί για σημαντικό διάστημα, δεν μπορεί ν’ αξιωθεί από τον εργαζόμενο να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του επί σειρά μηνών, χωρίς να του καταβάλλονται οι αποδοχές του, που συνήθως αποτελούν το μοναδικό πόρο βιοπορισμού αυτού και της οικογένειάς του, αφού υπό την εκδοχή αυτή το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης θα μετακυλιόταν σε βάρος του εργαζόμενου. Ο εργοδότης οφείλει στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες προκειμένου να προβεί στη μείωση του κόστους λειτουργίας της επιχείρησής του και ειδικότερα του μισθολογικού, στην περίπτωση που αυτό είναι ο αποφασιστικός παράγων για διαδοχικές ζημιογόνες χρήσεις, περιλαμβανομένων, εφόσον τούτο ήθελε κριθεί αναγκαίο, και των μέτρων εφαρμογής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας ή, τέλος, καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού της επιχείρησης. Εξ άλλου η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού παύει α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, γ) με την καθοιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εργασίας, όπου περιλαμβάνεται και η λύση αυτής με καταγγελία, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της τήρησης των κατά νόμο διατυπώσεων και δ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1 ΑΚ και 7 εδ. α’ Ν. 2112/1920, κατά τις οποίες αντιστοίχως “Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό” και “Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ήν ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου”, προκύπτει ότι η καθυστέρηση των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, η οποία γίνεται δολίως, προκειμένου να εξαναγκασθεί ο μισθωτός να αποχωρήσει από την εργασία του, χωρίς να καταγγείλει ο εργοδότης την σύμβαση εργασίας αυτού και υποχρεωθεί στην καταβολή αποζημιώσεως, συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας παρέχουσα στον μισθωτό το δικαίωμα να θεωρήσει την εν λόγω μεταβολή ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και, εάν πρόκειται περί συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αξιώσει την καταβολή της νομίμου αποζημιώσεως. Μόνη όμως η καθυστέρηση των αποδοχών, χωρίς να συντρέχει και το στοιχείο της κακοβουλίας του εργοδότη, δεν θεμελιώνει μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Αφ’ ετέρου, από την διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, κατά την οποία “Αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής ωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει (Δικαίωμα επίσχεσης)”, εν συνδυασμώ προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 648 παρ. 1 ΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 353 και 656 εδ. α’ ιδίου Κώδικος, κατά τις οποίες αντιστοίχως “Αν ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση παροχής μόνο έναντι αντιπαροχής, ο δανειστής γίνεται υπερήμερος αν είναι πρόθυμος να δεχτεί την παροχή που του προσφέρεται αλλά δεν προσφέρει την αντιπαροχή που του ζητείται” και “Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε”, συνάγεται ότι, εάν ο εργαζόμενος έχει κατά του εργοδότη ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή προς την εργασία του, δικαιούται να αρνηθεί την παροχή αυτής, έως ότου ο εργοδότης εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωσή του, οπότε κατά το χρονικό διάστημα ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως, ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικώς της υποχρεώσεως παροχής της εργασίας, μη υποχρεούμενος μετά την άρση της επισχέσεως στην παροχή της εν λόγω εργασίας σε άλλον χρόνο, ενώ ο εργοδότης είναι υπερήμερος και οφείλει αποδοχές υπερημερίας. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. α’, 2α’ και 3 εδ. δ’ Ν. 1892/1990, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 2 Ν. 2639/1998, αντιστοίχως, “Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση)”, “Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται ως: α) “εργαζόμενος μερικής απασχόλησης”, κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση” και “Αν περιοριστούν οι δραστηριότητές του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 240/2006 και του ν. 1767/1988”, κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 2 Π.Δ. 240/2006 (Φ.Ε.Κ. Α’ 252/2006), το οποίο έχει εκδοθεί δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως των άρθρων 3, 4 και 5 Ν. 1338/1983, όπως έχουν τροποποιηθεί με τα άρθρα 6 παρ. 4 και 5 Ν. 1440/1984, 65 Ν. 1892/1990 και 22 Ν. 2789/2000, και 38 παρ. 4 Ν. 1892/1990, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 2 Ν. 3846/2010, αντιστοίχως, “…στ) ως “ενημέρωση” νοείται η διαβίβαση στοιχείων από τον εργοδότη στους εκπροσώπους των εργαζομένων προκειμένου να λάβουν γνώση του εκάστοτε θέματος και να το εξετάσουν ζ) ως “διαβούλευση” νοείται η ανταλλαγή απόψεων και η καθιέρωση διαλόγου μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και του εργοδότου” και “Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων, για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας:α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητά τους, β) οι εκπρόσωποι των υφιστάμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) το συμβούλιο εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων, η ενημέρωση και διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης.”. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι η εκ περιτροπής απασχόληση, η επιβαλλομένη από τον εργοδότη, προϋπόθεση έχει τον περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητος αυτού και την προηγουμένη ενημέρωση των εργαζομένων και την διαβούλευση μετά της πλέον αντιπροσωπευτικής εργατικής συνδικαλιστικής οργανώσεως και ελλείψει αυτής μετά του συνόλου των εργαζομένων, χωρίς να είναι αναγκαίο να καταλήξουν τα μέρη σε συμφωνία, εφαρμόζεται δε αντί της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και επί εργαζομένων τελούντων σε επίσχεση εργασίας και δεν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των συμβατικών όρων εργασίας, αφού γίνεται κατ’ ενάσκηση νομίμου δικαιώματος, ενώ, αντιθέτως, εάν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενοι όροι και προϋποθέσεις, συνιστά μονομερή μεταβολή δυναμένη να θεωρηθεί ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 εδ. α’ Ν. 2112/1920.
Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι “η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος”. Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-7- 1920. Περαιτέρω με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α’ 162/12-7-2002) λήφθηκαν “μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου”. Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α’ και γ’ ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως “μεταβίβαση” θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β’). Ως “μεταβιβάζων” (“εκχωρητής”, κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως “διάδοχος” (“εκδοχέας”, κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α’ και β’ ). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η “υπόστασή” τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το “περιεχόμενο” τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο δηλαδή που ευνοεί την κατάφαση της “μεταβίβασης” ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε ν’ αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια “οικονομική οντότητα”. Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα (“οικονομική οντότητα”), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 14/2012). Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.) (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1850/2006). Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θ’ αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών. Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (πρβλ. ΔΕΚ 12.2.2009 C – 466/07 Klarenberg). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 “περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ” (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955). Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Εξ άλλου ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιοσδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1369/2018). Επομένως ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 1378/2002, ΑΠ 1697/1998) Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 178/2002 συνιστούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αποσκοπώντας στην προστασία του περιεχόμενου της εργασιακής σχέσης, και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος και των εργαζομένων, βάσει της οποίας οι τελευταίοι παραιτούνται από συμβατικές τους αξιώσεις, όταν η συμφωνία αυτή έχει ως αιτία τη μεταβίβαση και στοχεύει στο ν’ αποτραπεί η υπεισέλευση του νέου φορέα στο σύνολο των υφισταμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι των εργαζομένων. Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ. β’). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι, των οποίων λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος, οφείλουν, κατ’ αρχήν, να συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του διαδόχου, στην οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας (που εκ των πραγμάτων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οικονομική δραστηριότητα που μεταβιβάζεται). Όπως αναφέρθηκε όμως, η μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας (ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017) και κατά συνέπεια, εάν η μεταβολή αυτή είναι βλαπτική των όρων εργασίας του εργαζομένου, ο τελευταίος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2112/1920 έχει όλα τα πλεονεκτήματα που θα είχε, εάν στην καταγγελία προέβαινε ο ίδιος ο εργοδότης.
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι της νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α’ και β’ ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν’ αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).
Με την ένδικη αίτηση, η αιτούσα ζητά να διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσης της 696/2019 οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε με την διαδικασία περιουσιακών – εργατικών διαφορών και κηρύχθηκε, εν μέρει, προσωρινώς εκτελεστή, κατά της οποίας άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την από 14-1-2020, με αυξ. αρ. κατ. …/15-1-2020 έφεση απευθυνθείσα στο Εφετείο Ναυπλίου, για το λόγο ότι η μη συζητηθείσα ακόμη έφεσή τους θα ευδοκιμήσει για όσους λόγους διαλαμβάνει στην αίτησή της, ενώ η εκτέλεση της προδιαληφθείσας απόφασης θα προκαλέσει σ’ αυτήν την παρατιθέμενη στην αίτηση ανεπανόρθωτη βλάβη, καθώς, επίσης, να καταδικασθεί ο καθ’ ου η αίτηση στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της. Η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προκειμένου να εκδικασθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 912 παρ. 2 σε συνδ. με 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις αμέσως ανωτέρω διαλαμβανόμενες νομικές σκέψεις, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 912 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 495 επ. και 511 επ. ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος να καταδικασθεί ο καθ’ ου η αίτηση στη δικαστική δαπάνη της αιτούσας, το οποίο είναι απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο, διότι, επί αιτήσεως αναστολής της εκτελεστότητας, τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου η αίτηση επιβάλλονται, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 84 παρ. 2 του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 τουν. 4236/2014, σε βάρος της αιτούσας. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκή και ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ. παρέχει μεν στον ενάγοντα την ευχέρεια να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι, όμως, και να αναπληρώσει εκείνους οι οποίοι λείπουν και αποτελούν στοιχεία τού αγωγικού δικαιώματος. Με βάση την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 του Κ.Πολ.Δ. ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις του να συμπληρώσει, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει την νομική αοριστία αυτής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση των περιστατικών που απαιτούνται κατά το νόμο για την γένεση του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1056/2002 ΕλλΔνη 45,84, ΑΠ 167/2002 ΕλλΔνη 43.1348, ΑΠ 1363/1998 ΕλλΔνη 39.325). Ειδικότερα, για το ορισμένο της αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων μισθών ή άλλων παροχών που οφείλονται από την έγκυρη σύμβαση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 648 του Α.Κ. και τις ισχύουσες εκάστοτε κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, όπως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αμοιβή για παρασχεθείσα υπερεργασία και νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή εργασία, είναι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, ο χρόνος της καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσης εργασίας, οι όροι της παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχολήσεως, και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 2016/2207 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 184/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 66/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τα στοιχεία αυτά δεν είναι ανάγκη να διατυπώνονται στο δικόγραφο της αγωγής με πανηγυρικό τρόπο και τυποποιημένες εκφράσεις, αλλά αρκεί λογικώς να συνάγονται από το όλο κείμενο της αγωγής, το οποίο ο ενάγων μπορεί, έως τη συζήτησή της να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει, εφόσον δεν μεταβάλλεται η βάση της (άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ.) με τις προτάσεις της συζητήσεως (ΑΠ 548/2000 ΕΕργΔ 2001.803, ΕφΘεσ 584/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 300/2001 ΕΕργΔ 2001.659). Αντιθέτως, για το ορισμένο της ανωτέρω αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρονται σε αυτή οι νόμιμες κρατήσεις που έγιναν ή πρέπει να γίνουν επί των αξιούμενών οικείων χρηματικών ποσών, διότι ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 του αναγκαστικού νόμου 1846/1951, 22 και 32 του νόμου, 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού, πλην όμως τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος τους δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους καθώς επίσης και τα καταβληθέντα έναντι των αγωγικών αξιώσεών χρηματικά ποσά, εφόσον το γεγονός τούτο πρέπει να επικαλεστεί κατ’ ένσταση (άρθρο 416 του Α.Κ.) ο εναγόμενος, κατά του οποίου προβάλλεται με την αγωγή η σχετική αξίωση, ο χρόνος από του οποίου αρχίζει η υπερεργασία και η υπερωρία κάθε ημέρα, αφού αυτός ορίζεται από το νόμο, ούτε η ανάγκη η οποία παρέστη για την εκτέλεση της και το πρόσωπο από το οποίο δόθηκε η σχετική εντολή (ΑΠ 2018/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 140/2000 ΕλλΔνη 41.966, ΕφΠειρ 994/2207 ΕΝαυτΔικ 2007.385, ΕφΠειρ 892/2002 ΕΝΔ 30.437, ΕφΠειρ 1239/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι το δικαίωμα να ζητήσει κάποιος χρηματική ικανοποίηση για προσβολή της προσωπικότητάς του υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις, που προσβάλλεται η προσωπικότητά του από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά άλλου προσώπου, η οποία του προκαλεί ηθική βλάβη. Σε περίπτωση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο μισθωτός έχει το παραπάνω δικαίωμα από τον εργοδότη του, όταν πρόκειται είτε για παράνομη πράξη του τελευταίου, δηλαδή για πράξη, που βρίσκεται έξω από τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος και είναι αντίθετη προς το νόμο, είτε πρόκειται για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. και επιπρόσθετα η πράξη να προσβάλλει την προσωπικότητα του εργαζομένου, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την επαγγελματική αξία και υπόληψή του (ΑΠ 542/1999 ΕλλΔνη 2000.92, ΑΠ 596/1999 ΕλλΔνη 2000.93 ΕφΑΘ 6259/2003 ΕλλΔνη 2004. 870, ΕφΑΘ 767/2005 ΔΕΕ 2005.1329). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου μόνου του αναγκαστικού νόμου 690/1945, όπως αντιΚαταστάθηκε από το άρθρο 8 του νόμου 2336/1995, προκύπτει ότι η μη εμπρόθεσμη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών ή κάθε είδους αμοιβών για εργασία, που παρασχέθηκε, στοιχειοθετεί μεν ποινικό αδίκημα όχι όμως και αδικοπραξία με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., καθόσον με την παράλειψη αυτή ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αφού διατηρεί αντίστοιχη ενοχική αξίωση κατά του εργοδότη του και, κατά συνέπεια, δεν προκαλείται στον εργαζόμενο ισόποση με τις αποδοχές του ζημιά, που να έχει ως αιτία το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις του αναγκαστικού νόμου 690/1945 αδίκημα, (ΑΠ 1436/2002 ΕλλΔνη 2004.757, ΑΠ 1346/2002 ΕλλΔνη. 2003. 455). Συνακόλουθα, δεν υφίσταται παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του εργαζομένου από την παραπάνω μη έγκαιρη καταβολή των αποδοχών του, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, που να αφορούν στη συμπεριφορά του εργοδότη απέναντι του, η οποία να τον μειώνει ηθικά. Συνεπώς, ο εργαζόμενος δεν μπορεί να διεκδικήσει μόνο από την παραπάνω καθυστέρηση χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 670/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1114/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1707/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 106/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 325/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Με τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι “αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση η δε ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει… “, καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 1151/2014 δημ. στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1486/2014 δημ. στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 451/2012 δημ. στη ΝΟΜΟΣ). Συνέπεια τούτου, της δημιουργίας δηλαδή από το νόμο σωρευτικής αναδοχής των μέχρι της μεταβιβάσεως χρεών του μεταβιβάζοντος, μεταξύ αυτού και του αποκτώντος, είναι ότι με τις παραπάνω διατάξεις επεκτείνεται απλώς ο ενοχικός δεσμός και στο πρόσωπο του αποκτώντος την περιουσία, ο οποίος καθίσταται πρόσθετος οφειλέτης του ίδιου χρέους που περιέρχεται σ’ αυτόν στην κατάσταση που βρισκόταν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, χωρίς να μεταβάλλεται η φύση και το περιεχόμενο τούτου από το ότι μετά τη μεταβίβαση, η ενοχή κάθε συνοφειλέτη είναι αυτοτελής ως προς την ύπαρξη και την εξέλιξή της (ΑΠ 776/2003 ΕλλΔνη 2005.162, ΑΠ 829/2003 δημ. στη ΝΟΜΟΣ, ΕΔωδ 107/2006 δημ. στη ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 8257/2005 ΔΕΕ 2006.927, ΕΑ 1647/2002 ΕλλΔνη 2003.236). Εξάλλου, από τη λεκτική διατύπωση της ΑΚ 479 προκύπτει ότι για την εφαρμογή της απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) Μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης. Ως επιχείρηση, κατά την υπόψη διάταξη, νοείται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της οικονομικής επιστήμης, το σύνολο των πραγμάτων, δικαιωμάτων και πραγματικών καταστάσεων (φήμη, εμπορική πίστη, πελατεία κ.λπ.) που έχουν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα από τον φορέα τους, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για τον προσπορισμό κέρδους (ΑΠ 451/2012 ΝοΒ 2012. 2019, ΑΠ 14/2012 ΝοΒ 2012. 1.233, ΑΠ 737/2011 ΝοΒ 2011. 2.347, ΑΠ 5/2002 ΕλλΔνη 2003.182, ΑΠ 736/2002 Ελλ. Δνη 2003. 1663, ΕΑ 2.446/2006 ΔΕΕ 2006.915). Σε περίπτωση αμφιβολίας, μάλιστα, η μεταβίβαση της πελατείας θα σημαίνει και μεταβίβαση της επιχείρησης, πολύ περισσότερο όταν ο μεταβιβάζων την πελατεία κλείνει την επιχείρησή του, διότι η πελατεία συνιστά το κεντρικό συστατικό στοιχείο της επιχειρήσεως, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να λειτουργήσει (Βούτσης, Προστασία της επιχείρησης, 2η έκδ., σελ. 23 επ., 26 επ., Δελούκας, Η εμπορική επιχείρησις και η προστασία αυτής, 2η έκδ. 1980, σελ. 4, Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, έκδ. 2004, σελ. 1.488, σημ. 59). Για τη μεταβίβαση που αφορά μόνο στο ενεργητικό της επιχειρήσεως, αυτή λαμβάνεται ως ιδιαίτερη παραγωγική ενότητα, λόγω της αυξημένης υπεγγυότητας που προσφέρει στους δανειστές της από οικονομική άποψη, έστω και αν η υπόλοιπη περιουσία παραμένει στον μεταβιβάζοντα (Σταθόπουλος, ό.π., παρ. 28, αριθμ. 56, σελ. 1.488). Απαιτείται δε να γίνεται μεταβίβαση των κατ’ ιδίων περιουσιακών στοιχείων της με τις οικείες μεταβιβαστικές πράξεις, σύγχρονες ή διαδοχικές, αρκεί να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση μεταξύ τους, ώστε να αποτελούν ενότητα (ΑΠ 1.039/2010 ΕλλΔνη 2011.777, ΑΠ 909-910/2010 ΕλλΔνη 2010.999, ΕΑ 711/2011 ΔΕΕ 2011.939, ΕΘ 1.831/2008 Αρμ 2009.220, ΕΑ 2446/2006 ο.π., Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, Α.Κ. 479, αριθμ. 2, σελ. 658, Απ. Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, έκδ. 1999, παρ. 43, αριθμ. 57, σελ. 447), χωρίς να είναι απαραίτητη η μεταβίβαση όλων των στοιχείων, που συνθέτουν την επιχείρηση, αλλά μόνον τον πυρήνα εκείνου που είναι αναγκαίος, ώστε να είναι δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της (ΕΑ 4.679/1993 ΕλλΔνη 1996. 1.669, Βαθρακοκοίλης, Ερμ.Νομ.Α.Κ. 479, αριθμ. 18, σελ. 677). Γίνεται, ωστόσο, δεκτό στη θεωρία και στη νομολογία ότι, σύμφωνα με τον σκοπό της ΑΚ 479 (δηλαδή την προστασία των δανειστών), η διάταξη εφαρμόζεται και αν ακόμη δεν καταρτίσθηκε καμία ενοχική σύμβαση ή εκείνη που καταρτίσθηκε, είναι άκυρη. Αρκεί ότι πράγματι επακολούθησε μεταβίβαση της επιχείρησης με την εκτέλεση των μεταβιβαστικών πράξεων, δηλαδή να έλαβε χώρα η εμπράγματη μεταβίβαση της περιουσίας ή της επιχείρησης και, ειδικότερα, των κατ’ ιδίων στοιχείων που απαρτίζουν την περιουσία, για τα οποία πρέπει να τηρηθεί ο τρόπος που αρμόζει σε καθένα, δηλαδή παράδοση για τα κινητά, μεταγραφή για τα ακίνητα και εκχώρηση και αναγγελία για τις απαιτήσεις (ΕΘ 1831/2008 ο.π., ΕΠατρ. 798/2004 ΑχΝομ 2005.103, ΕΑ 5235/1990 ΕλλΔνη 1990. 1.532, Κρητικός σε Α.Κ. Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρο 479, αριθμ. 3, Φίλιος, σελ. 185, Απ. Γεωργιάδης, ό.π., παρ. 43, αριθμ. 58, σελ. 447, Βαθρακοκοίλης, Ερμ.Νομ.Α.Κ. 479, αριθμ. 7, σελ. 674). Στα πλαίσια δε της ίδιας σκέψης γίνεται, περαιτέρω, δεκτό ότι, παρά το γράμμα της ΑΚ 479 παρ. 1, εδάφ. α’, η διάταξη εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση που έλαβε χώρα ειδική διαδοχή στην επιχείρηση με πράξη εν ζωή, ακόμη και αν η μεταβίβαση δεν στηρίζεται σε σύμβαση αλλά σε μονομερή δικαιοπραξία, διάταξη νόμου ή δικαστική απόφαση (ΑΠ 652/1997 ΕλλΔνη 1997.1801, Κρητικός, σε Α.Κ. Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρ. 479, αριθμ. 7, Γεωργιάδης, ό.π., παρ. 43, αριθμ. 58, σελ. 448). Η ΑΚ 479, όμως, δεν εφαρμόζεται στην εκποίηση με αναγκαστικό πλειστηριασμό (ΕΘ 1.831/2008 ό.π., Γεωργιάδης, ό.π., παρ. 43, σημ. 60, σελ. 448, Βαθρακοκοίλης, Ερμ.Νομ.Α.Κ. 479, αριθμ. 8, σελ. 674). β) Γνώση του αποκτώντος. Για την εφαρμογή της υπόψη διάταξης απαιτείται αυτός που απέκτησε, να γνώριζε ότι η μεταβίβαση αφορά το σύνολο ή το πλέον σημαντικό τμήμα της περιουσίας ή της επιχείρησης. Η γνώση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν από τις ειδικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες χώρησε η μεταβίβαση, ο αποκτών γνώριζε την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η περιουσία αποτελούσε το σύνολο ή το σημαντικότερο τμήμα αυτής (ΑΠ 451/2012 ο.π., ΑΠ 909-910/2010 ο.π., ΕΑ 711/2011 ο.π., ΕΘ 1.831/2008 ο.π., ΕΛαρ 19/2004 ΝοΒ 2005.501). Σε περίπτωση δε μεταβίβασης επιχείρησης ή άλλης περιουσιακής ομάδας, ως τέτοιας, η γνώση του αποκτώντος προκύπτει από αυτήν την ίδια την σύμβαση και, ως εκ τούτου, δεν παρίσταται ανάγκη να γίνει ιδιαίτερη επίκληση και απόδειξη αυτής (ΑΠ 571/1972 ΝοΒ 19. 1.478, ΕΘ 1831/2008 ο.ττ., ΕΠ 176/1999 ΕΕΔ 1999.786, ΕΑ 5.235/1990 ΕλλΔνη 1990. 1.532, Βαθρακοκοίλης, ό.π., παρ. 21α, σελ. 678). Εξάλλου, γνώση εκ μέρους του αποκτώντος των χρεών που βαρύνουν την περιουσία ή την επιχείρηση, δεν απαιτείται (ΑΠ 377/1987 ΕΕΝ1988.115, ΕΘ 1.831/2008 ο.π., ΕΑ 2.446/2006 ό.π., ΕΑ 6.246/1998 ΕλλΔνη 1999. 1143, ΕΚρήτ 441/1997 Επ. Εμπ. Δικ. 1997.70), γ) Χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή την επιχείρηση. Ως χρέη που εντάσσονται στην επιχείρηση, νοούνται μόνο εκείνα που προκύπτουν από την άσκηση της επιχείρησης και, γενικώς, τη δραστηριότητα αυτής προς επίτευξη του σκοπού της (ΕΘ 1831/2008 ο.π., ΕΑ 2545/2003 ΕλλΔνη 2004.590, ΕΑιγ 116/1974 ΝοΒ 1975.363). Το χρέος πρέπει να υπήρχε κατά το χρόνο μεταβίβασης της επιχείρησης και να μη γεννήθηκε αργότερα, εκτός αν αυτό προέρχεται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, που υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 377/1987 ο.π., ΕΘ 1831/2008 ο.π., ΕΑ 2.545/2003 ο.π., ΕΑ 6.246/1998 ο.π.). Θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από την μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεσθεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενεστέρως (ΑΠ 1154/1998 ΕλλΔνη 1998. 1572). Έννομη συνέπεια της συνδρομής των παραπάνω προϋποθέσεων είναι η γέννηση ευθύνης αυτού που αποκτά την περιουσία ή την επιχείρηση απέναντι στους δανειστές αυτού που μεταβιβάζει για εξόφληση χρεών της περιουσίας ή της επιχειρήσεως. Η ευθύνη του αποκτώντος περιορίζεται έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων και αρχίζει από τότε που καταρτίζεται η ενοχική σύμβαση για τη μεταβίβαση, ενώ, αν η σύμβαση αυτή είναι άκυρη ή δεν καταρτίσθηκε καθόλου, η ευθύνη αρχίζει από τότε που πράγματι επήλθε η μεταβίβαση (ΕΘ 1.831/2008 ο.π., ΕΑ 5235/1990 ΕλλΔνη 1990. 1532, Μιχαηλίδης – Νουάρος, Ερμ. Α.Κ. 479, αριθμ. 20, Ζέπος, 648, Γεωργιάδης, ό.π., αριθμ. 64 – 65, σελ. 449 – 450).
Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που προσκομίζουν οι διάδικοι, πιθανολογούνται τα εξής: Με την από 10-12-2017 αγωγή του καθ’ου, με αριθμ. κατ. ΕΓ/…/27-12-2017, αγωγή που δικάστηκε κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών από το Δικαστήριο τούτου, ο ενάγων, ήδη καθ’ ου η αίτηση, στρεφόμενος κατά της εναγομένης εξέθετε ότι προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αιτούσα, στις 20-7-1994 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος με την ειδικότητα του αποθηκάριου και παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη επί πενθημέρου εβδομαδιαίως με πλήρες ωράριο εργασίας έναντι συμφωνημένων μηνιαίων μικτών αποδοχών, οι οποίες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανέρχονταν στο ποσό των 1.924,99 ευρώ. Ότι εργαζόταν από τις 08.00 έως τις 17.00 χωρίς η εναγόμενη να του καταβάλλει τις προβλεπόμενες για την υπερεργασία του αμοιβές. Ότι από τον Ιανουάριο 2012, η εναγόμενη και ήδη αιτούσα άρχισε να καθυστερεί λόγω οικονομικών προβλημάτων να καταβάλλει τις αποδοχές του, ενώ δεν του είχε καταβάλλει και το επίδομα αδείας του έτους 2010. Ότι από την 1-7-2010 έως την 30-9-2011 τον έθεσε μονομερώς σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας με αποτέλεσμα να εργάζεται μόνο τέσσερις ημέρες την εβδομάδα, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, ότι από την 1-1-2012 έως τις 31-7-2012 τον έθεσε μονομερώς σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας με αποτέλεσμα να εργάζεται σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας μόνο τρείς ημέρες την εβδομάδα με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, ενώ από 1-2-2013 έως τις 31-10-2013 τον έθεσε μονομερώς σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας με αποτέλεσμα να εργάζεται μόνο μία φορά την εβδομάδα με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, γεγονός που επαναλήφθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 30-9-2014, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή του για τα οποία διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα. Ότι την 6-2-2014 προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας και η εναγόμενη και αιτούσα παραδέχθηκε ότι του οφείλει το συνολικό ποσό των 7.674,22 ευρώ, το οποίο υποσχέθηκε να του καταβάλλει με δόσεις, υπόσχεση την οποία δεν τήρησε. Ότι την 6-10-2014 τον μετέθεσε αιφνιδίως στο κατάστημα της στο …. Αργολίδας, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή απασχολούνταν στο κατάστημά της στην Κόρινθο, με σκοπό να τον εξαναγκάσει σε παραίτηση. Ότι στις 13-10-2014 προέβη σε επίσχεση εργασίας μέχρι την καταβολή των ληξιπρόθεσμων αξιώσεών του και στις 23-3-2015 η εναγόμενη του ζήτησε με εξώδικο να επιστρέψει στην εργασία του, δηλώνοντάς του ότι σε διαφορετική περίπτωση θα θεωρήσει την απουσία του ως οικειοθελή αποχώρηση. Επίσης ότι στο προαναφερόμενο εξώδικο διέλαβε φράσεις που προσέβαλαν την προσωπικότητά του, καθόσον κατέλειπε υπόνοιες για την τέλεση από μέρους του παράνομων πράξεων για την παροχή των υπηρεσιών του, όπως αναλυτικά ανέπτυξε στην αγωγή του. Ότι η άσκηση από την εναγόμενη του δικαιώματος της μονομερής επιβολής της εκ περιτροπής εργασίας μιας ημέρας, έγινε κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος και με σκοπό τον εξαναγκασμό του σε οικειοθελή αποχώρηση προς αποφυγή καταβολής αποζημίωσης απόλυσης και αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, προσέβαλε δε την προσωπικότητά του, για το λόγο αυτό διαμαρτυρήθηκε άμεσα στην διοίκηση της αιτούσας, δηλώνοντας ότι δεν αποδέχεται την μεταβολή αυτή, ζητώντας την απασχόλησή του με πλήρες ωράριο, σύμφωνα με την σύμβαση εργασίας του. Ότι στις 8-1-2013 ο βασικός μέτοχος της εναγόμενης …. …. μεταβίβασε το ποσοστό του, ήτοι το 90% της πρώτης εναγομένης στην σύζυγό του …. …. – …., η οποία απέκτησε το ποσοστό του …. …. και τροποποιήθηκε η επωνυμία της πρώτης εναγομένης και ορίσθηκε σε «……..» και το διακριτικό τίτλο «…….», που αποτελεί την δεύτερη εναγόμενη της αγωγής. Ότι την 2-1-2015 ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρησιακή δραστηριότητα της πρώτης εναγόμενης η προαναφερόμενη δεύτερη εναγόμενη, της οποίας αποκλειστική διαχειρίστρια, νόμιμη εκπρόσωπος και μοναδική μέτοχος είναι η …. …. – …., ενώ η πρώτη εναγόμενη διέκοψε τη λειτουργία της. Ότι η πρώτη εναγόμενη επιθυμούσε να τον ωθήσει σε παραίτηση ενόψει της ως άνω μεταβίβασης, με σκοπό να αποφύγει την εκ του νόμου μεταβίβαση των υποχρεώσεών της στην ιδίων συμφερόντων διάδοχό της – δεύτερη εναγομένη. Με το εν λόγω ιστορικό ζητούσε να υποχρεωθούν όλοι οι εναγόμενοι και να αναγνωριστεί η ακυρότητα της μονομερούς επιβολής εκ περιτροπής εργασίας του που έλαβε χώρα από 1-2-2013 και τη 1-1-2014 και να αναγνωριστεί ότι νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, να αναγνωριστεί η μεταβίβαση της επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη στην δεύτερη και ότι συνδέεται με την δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επίσης , να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ευθυνόμενες , το συνολικό ποσό των 56.009,67 ευρώ που του οφείλουν από τις ανωτέρω αιτίες για δεδουλευμένα, επιδόματα και υπερεργασία και η δεύτερη εναγόμενη το ποσό των 84.472,21 ευρώ ευθυνόμενη εις ολόκληρον για το ποσό των 56.009,67 ενώ το υπόλοιπο αφορά αποδοχές υπερημερίας, επιδόματα από την μεταβίβαση της εταιρίας έως και 31-12-2015. Επιπρόσθετα να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλλουν, ευθυνόμενες εις ολόκληρον έκαστη αυτών, το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία της πρώτης εναγομένης και αιτούσας και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να του καταβάλλει το ποσό των 73.391,78 ευρώ που αντιστοιχεί στις αποδοχές υπερημερίας των ετών 2016, 2017 και 2018, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωσή του κατέστη απαιτητή άλλως από την από την επίδοση της από 4-12-2015 αγωγής του, ήτοι από 7-1-2016 άλλως από την επίδοση της εκκαλούμενης αγωγής του και μέχρι την εξόφληση. Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή ύψους 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης του, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή. Το Δικαστήριο τούτο, με την ήδη εκκαλουμένη 696/2019 απόφασή του, δικάζοντας κατά την διαδικασία εργατικών διαφορών, ερήμην της πρώτης των εναγομένων, αφού έκρινε ως παραδεκτή ορισμένη και νόμιμη την αγωγή (στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 3, 57, 59, 71, 174, 180, 281, 288, 299, 325, 330, 340, 341, 345, 346, 353, 361, 479, 481, 482, 648, 651, 652, 653, 655, 656, 914, 932 ΑΚ. 68, 69 παρ. 1 εδ.Α, 70, 74, 218, 218, 907, 908 παρ. 1ε, 946 παρ. 1, 176, 191 ΚΠολΔ, 1, 2παρ. 1, 3παρ. 1, 4 και 2 Π.Δ. 178/2002, 1παρ. 2 Ν1082/1980 σε συνδυασμό με 1, 3, 6 της 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1, 3, 8 ΑΝ 539/1945), τη δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την αιτούσα, ευθυνόμενους εις ολόκληρον με την δεύτερη εναγομένη, να καταβάλουν το ποσό των 56.009,67 ευρώ στον καθ’ ου η αίτηση, κηρύσσοντας εν μέρει την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των 8.000 ευρώ.
Με τον πρώτο, δεύτερο και όγδοο λόγο της έφεσής τους η αιτούσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκτίμησε λανθασμένα τις αποδείξεις καθώς ουδέποτε έγινε μεταβίβαση της επιχείρησης της αιτούσας στην δεύτερη ενάγουσα, ο εφεσίβλητος είναι εργαζόμενός της αιτούσας και δεν το συνδέει οποιαδήποτε σχέση εργασίας με την δεύτερη εκκαλούσα και ενάγουσα. Ο κρινόμενος λόγος πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί δοθέντος ότι ορθά έκρινε η πρωτόδικη απόφαση, όπως άλλωστε προκύπτει από το από 8-1-2013 τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο βασικός μέτοχος και πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της αιτούσας μεταβίβασε ολόκληρο το ποσοστό του στη σύζυγό του …. …. – …., η οποία από τις 2 Ιανουαρίου 2015 ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρησιακή δραστηριότητα της πρώτης των εναγομένων. Άλλωστε από τα σύνολο των εγγράφων που προσκομίστηκαν πιθανολογήθηκε ότι υπάρχει κοινότητα συμφερόντων, λόγω και της συζυγικής σχέσης των προαναφερόμενων, καθώς επίσης ότι η δεύτερη των εναγομένων ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων και εγκαταστάσεων την επιχείρηση της πρώτης των εναγομένων, για την επίτευξη του ίδιου οικονομικού σκοπού. Εξάλλου πιθανολογείται ότι η μεταβίβαση επήλθε, ανεξαρτήτως της σχέσεις που προαναφέρεται από την μεταβίβαση των μετοχών του βασικού μετόχου της αιτούσας στην σύζυγό του η οποία είναι εταίρος και νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης των εναγομένων. Επίσης από τα πρακτικά της απόφασης προκύπτει ότι η αιτούσα εταιρία είναι αδρανής, χωρίς να έχει λυθεί. Όσον δε αφορά στη μεταβολή του προσώπου του εργοδότη λόγω της προαναφερόμενης μεταβίβασης, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία, επέρχεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα, όπως αναφέρεται και στην μείζονα της παρούσας. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της αιτούσας ότι επήλθε μεταβίβαση των τεχνικών μέσων και άυλων αγαθών της αιτούσας στην εταιρία «…. Α.Ε.» , δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει καθώς προέκυψε ότι το μόνο που απέκτησε η εταιρία «….. Α.Ε.» είναι το κτίριο της αιτούσας, καθώς το μίσθωσε για την δική της λειτουργία, το οποίο δεν χρησιμοποιούνταν από την αιτούσα, η οποία όπως προαναφέρθηκε ήταν αδρανής. Το προσωπικό δε της εταιρία «….. Α.Ε.», όπως και το πελατολόγιο και ο εξοπλισμός ανήκει στην τελευταία και εν μεταβιβάστηκε από την αιτούσα.
Με το τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο πέμπτο, και εικοστό τρίτο λόγο της έφεσής της η αιτούσα, ισχυρίζεται ότι η αγωγή του καθ’ου έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, πιθανολογείται ότι οι ανωτέρω λόγοι έφεσης δεν θα ευδοκιμήσουν καθώς η αγωγή τυγχάνει ορισμένη και τούτο διότι ο ενάγων που δεν θέτει καταρχήν ως βάση των μισθολογικών του αξιώσεων συγκεκριμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας, αλλά την ατομική του σύμβαση εργασίας και τις αμοιβές που απορρέουν από αυτήν, άλλωστε ουδέποτε η αιτούσα και η πρώτη εναγόμενη της αγωγής προέβαλλαν σχετική ειδική αμφισβήτηση, ως προς την εφαρμογή οποιοσδήποτε Σ.Σ.Ε., ώστε να δύναται κατ’ επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του, ο ενάγων και ήδη καθ’ου να επικαλεσθεί (και να αποδείξει) το στοιχείο αυτό (βλ. ΑΠ 176/2001, ΕΕργΔ 2002/728, ΕφΘεσ 1042/2008, Αρμ 2008/1074, ΕφΘεσ 1067/2002, Αρμ 2003/976, ΕφΑθ 8042/2002, ΕλλΔ/νη 2004/544). Αντιθέτως ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του σε συμβατική δέσμευση της εκκαλούσας (κατ’ άρθρο 361 ΑΚ) απορρέουσα από ειδική συμφωνία των διαδίκων. Επίσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής του καθ’ου, αυτή έχοντας το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αιτήματα, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει σαφή και επαρκή έκθεση όλων των αναγκαίων στοιχείων και περιστατικών, που απαιτούνται για την, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες αντίστοιχες οικείες νομικές διατάξεις, νομική πληρότητα του δικογράφου της και συγκεκριμένα στην ένδικη αγωγή μνημονεύεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, η ειδικότητα και ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος, η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχόλησής του, με ακριβή καθορισμό των ωρών της ημερήσιας και της εβδομαδιαίας εργασίας του κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (χωρίς να είναι απαραίτητος, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα για τη θεμελίωση των αξιώσεων αυτών, ο ακριβής και πανηγυρικός προσδιορισμός του ημερήσιου και εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας ή ο χρόνος των διαλειμμάτων και διακοπών), ενώ περαιτέρω αναφέρεται με επάρκεια η παροχή υπερεργασίας και οι ώρες που εργάστηκε παραπάνω, ενώ δεν είναι απαραίτητος, σύμφωνα με τα αμέσως προαναφερόμενα, ο προσδιορισμός με ακριβείς ημεροχρονολογίες. Επίσης για να είναι ορισμένο το αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, απαιτείται να αναφέρονται οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η προσβολή και το ότι οι συνθήκες αυτές επέφεραν την προσβολή της προσωπικότητας του αιτούντος τη χρηματική ικανοποίηση (ΑΠ 59/2019 Νόμος). Άλλωστε, δεν απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή, όταν γίνεται επίκληση σε αυτήν μεταβίβασης επιχείρησης, αν έλαβε χώρα μεταβίβαση υλικών ή άυλων αγαθών, η αξία αυτών, αν μεταβιβάστηκε πελατεία. Εξάλλου αντικείμενο της αγωγής ήταν οι ακαθάριστες αποδοχές του ενάγοντος – καθ’ου η αίτηση, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται οι κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών και κρατήσεις τις οποίες ο εργοδότης παρακρατεί από της αποδοχές του μισθωτού και ουδόλως απαιτείται να αναφέρει ο ενάγων για το ορισμένο της αγωγής του. Αν δεν υποβληθεί ένσταση καταβολής κρατήσεων από τον εργοδότη, η απόφαση επιδικάζει τις μεικτές αποδοχές. Επίσης στην αγωγή αναφέρεται ρητά ως επικουρική βάση ο πλουτισμός των εναγομένων, στην περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και τυγχάνει ομοίως πλήρως ορισμένη η επικουρική βάση της αγωγής. Τα λοιπά κονδύλια που αναφέρει η αιτούσα ότι όφειλε ο ενάγων να αναφέρει για το ορισμένο της αγωγής του αφορούν θέματα απόδειξης και δεν υπάρχει καμία υποχρέωση του ενάγοντος να αναφέρει αναλυτικά το ποιος τον προσέλαβε από την εργοδοτική πλευρά, ποια χρονική στιγμή από την επικαλούμενη μεταβίβαση της επιχείρησης έγινε η πρόσληψή του και με ποιους όρους εργασίας, καθώς σύμφωνα με την μείζονα της παρούσας, στην περίπτωση που μεταβιβάζεται μια επιχείρηση, μεταβιβάζεται και η εργασιακή σχέση στο σύνολό της με τους ίδιους όρους. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν έσφαλε και επομένως οι λόγοι έφεση πιθανολογείται ότι κατά το μέρος του αυτό, θα απορριφθούν.
Με το εντέκατο, δέκατο έκτο και εικοστό λόγο της έφεσής της η αιτούσα, ισχυρίζεται ότι η αγωγή του καθ’ου έπρεπε να απορριφθεί ως καταχρηστική κατόπιν νομότυπης ένστασης που υπέβαλε. Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι δεν θα γίνει δεκτός καθώς καταχρηστικά ασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη ( βλ. ΑΠ 114/2017, ΑΠ 680/2017, ΑΠ 1114/2017, ΑΠ 1287/2017, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 1248/2015, ΑΠ 790/2014, ΑΠ 1342/2014, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής, κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους. Συνεκτιμάται, επίσης, το μέγεθος της ζημίας που υφίσταται ο εργοδότης από την άσκηση του πιο πάνω εργασιακού δικαιώματος, καθώς και ο χρόνος που αυτό ασκείται (βλ. I. Καποδίστρια Ερμ.ΑΚ, άρθρο 652, αριθμ. 63, ΑΠ 1114/2017, ΕΘ 1460/2014, ΕΑ 5940/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων πιθανολογήθηκε ότι ο λόγος έφεσης δεν θα ευδοκιμήσει καθώς για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος πρέπει να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του η πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, κάτι που δε προέκυψε στην συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς ο ενάγων προσέφυγε αρχικά, αφού παραπονέθηκε στην πρώτη εναγομένη, στην επιθεώρηση εργασίας, όπου η πρώτη εναγόμενη αποδέχθηκε τις οφειλές της προς τον ενάγοντα, υποσχόμενη ότι θα τις καταβάλλει με δόσεις, πράξη στην οποία δεν προέβη. Αντ’αυτού προχώρησε σε εκ περιτροπής εργασία, δίχως να τηρήσει τις τυπικές προϋποθέσεις και παρά την αντίθεση του ενάγοντος – καθ’ου. Άλλωστε ακόμα και αν κριθεί ότι ήταν αναγκαία η εκ περιτροπής εργασία, λόγω της άσχημης οικονομικής της κατάστασης της ενάγουσας, ο οποίος δεν αμφισβητείται και ότι ο καθ’ου συμφώνησε σε αυτού του είδους την εργασία, ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι θ’ απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, καθόσον δεν προέκυψε ότι τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία που αναφέρεται στη μείζονα της παρούσας όπως η ενημέρωση των εργαζομένων και η διαβούλευση. Ωσαύτως, ορθώς, έκρινε η πρωτοβάθμια απόφαση η οποία έκρινε, ότι ανεξαρτήτως της αναγνώρισης της οφειλής από πλευράς της εναγομένης – αιτούσας, ότι δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις, οι οποίες αναφέρονται στην μείζονα της παρούσας, όπως η γνωστοποίηση στην επιθεώρηση εργασίας και η διαβούλευση με το σύνολο, ή αντιπροσωπεία των εργαζομένων της επιχείρησης. Συνεπώς η θέση του καθ’ου σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας δεν ήταν νόμιμη, παρότι υπήρχαν οι οικονομικοί και ουσιαστικοί λόγοι, δεν τηρήθηκε όμως η νόμιμη διαδικασία. Άρα, η επίσχεση εργασίας από τον καθ’ου, σε συνδυασμό με τις οφειλές της αιτούσας προς αυτόν, ήταν νόμιμη και ουδόλως καταχρηστική, συμπέρασμα στο οποίο ορθά κατέληξε και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η δε απόφαση αυτού, κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των 8.000 ευρώ, εις ολόκληρον από κοινού με την πρώτη εναγόμενη και για το ποσό τω 4.000 ευρώ για την αιτούσα, αφού πράγματι πιθανολογήθηκε ότι συντρέχει κατεπείγουσα περίπτωση ενόψει του είδους του χρέους (εργατικές αμοιβές), του ύψους αυτού και του χρόνου για το οποίο οφείλεται, συνεκτιμώντας την οικονομική κατάσταση του ενάγοντος και ήδη καθ’ου. Επίσης άσκησε αγωγή σε βάρος της αιτούσας μόλις πληροφορήθηκε την μεταβίβαση της επιχείρησης από την πρώτη εναγομένη στην δεύτερη και ήδη αιτούσα. Άλλωστε με τον δέκατο όγδοο και δέκατο ένατο λόγο έφεσης, οι οποίοι ομοίως πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσουν, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι καταχρηστικά παρέλειψε να ανεύρει εργασία ο καθ’ου, καθώς δεν πιθανολογείται ότι κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας από τον καθ’ου, υπήρχε δυνατότητα ανεύρεσης άλλης εργασίας συνεκτιμώντας την ανεργία που μάστιζε την χώρα την συγκεκριμένη περίοδο σε συνδυασμό με την ηλικία του καθ’ου. Άλλωστε δεν αποδείχθηκε ότι εργάστηκε η θα μπορούσε να εργαστεί σε άλλη εργασία, ούτε ισχυρίζεται ή επικαλείται η αιτούσα, επιχειρήσεις οι οποίες αναζητούσαν εργαζομένους με τα προσόντα του καθ’ου σε συνδυασμό με την ηλικία του. Ομοίως όπως προαναφέρθηκε δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει ο δέκατος έβδομος και εικοστός πρώτος λόγος της έφεσης της αιτούσας, καθώς πιθανολογείται όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι έχει πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση των μετοχών της πρώτης εναγομένης στην αιτούσα καθώς ο βασικός μέτοχος και πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης μεταβίβασε ολόκληρο το ποσοστό του στη σύζυγό του …. …. – …., η οποία από τις 2 Ιανουαρίου 2015 ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρησιακή δραστηριότητα της πρώτης των εναγομένων. Όσον δε αφορά τον εικοστό δεύτερο και τελευταίο λόγο της έφεσης, πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει καθώς η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση το αντικείμενο αυτής και σε ποσοστό 2%, συνυπολογίζοντας επίσης και τα τυχόν έξοδα από την επίδοση δικογράφων και άλλων διαδικαστικών πράξεων και δικηγορικής αμοιβής και αμοιβής δικαστικών επιμελητών.
Συνακόλουθα, δοθέντος ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι θα γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση, πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστεί η αιτούσα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του καθ’ ου λόγω της ήττας της (άρθρα 176 εδ. α’ και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρο 84 παρ. 2 του ν. 4194/2013 όπως τροπ. με άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 4236/2014), σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση.
Καταδικάζει την αιτούσα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του καθ’ ου η αίτηση, που ορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στο Ναύπλιο στις 19 Μαρτίου 2020 παρουσία και του γραμματέα Νικολάου Λέντζου
