Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Απαγορεύεται στον εργοδότη να απολύσει τον εργαζόμενο κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής και επομένως η σχετική καταγγελία της σύμβασης είναι άκυρη και αν ακόμα έχουν τηρηθεί όλες οι νόμιμες διατυπώσεις. Η απαγόρευση αφορά μόνον την άδεια αναψυχής και δεν ισχύει για άλλες άδειες π.χ. αναρρωτική, συμβατική. Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη αλλά υπόκειται στον από την ΑΚ 281 τιθέμενο περιορισμό, κατά τον οποίο δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Υπάρχει δε τέτοιας μορφής υπέρβαση όταν η καταγγελία έγινε από τον εργοδότη για εκδίκηση σε βάρος του μισθωτού λόγω της συμπεριφοράς του, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του αλλά απαρέσκει στον εργοδότη γιατί εμφανίζεται αντίθετη με τα συμφέροντά του καθώς και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, τα οποία δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος του αλλά ικανοποιούν τις εγωιστικές του διαθέσεις απέναντι στους εργαζομένους, όπως συμβαίνει όταν η απόλυση οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή γίνεται προς εκδίκηση του εργαζομένου εργοδότη για λόγους εκδικήσεως και εχθρότητας ως συνέπεια προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου μη αρεστής στον εργοδότη γιατί αυτός διεκδίκησε δικαιώματά του. Ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει να του επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας και για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα. Ένσταση έκπτωσης ωφελείας. Η ωφέλεια του εργαζομένου πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την υπερημερία του εργοδότη. Για να είναι ορισμένη η παραπάνω ένσταση του εργοδότη, πρέπει να διαλαμβάνεται σ’ αυτήν ο εργοδότης στον οποίο απασχολήθηκε ο εργαζόμενος, η εργασία που προσέφερε και οι αποδοχές που έλαβε για να εκπέσουν αυτές από τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας. Περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για καταβολή μισθών υπερημερίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος, για να λάβει από τον υπερήμερο εργοδότη του τον μισθό του χωρίς να εργασθεί, παραμένει με την θέλησή του από κακοβουλία άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και εκ προθέσεως να επιδιώξει την ανεύρεση άλλης εργασίας, την οποία θα μπορούσε διαφορετικά με ευκολία να ανεύρει και να παράσχει σε άλλο εργοδότη. Καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας την πρώτη ημέρα αδείας του ενάγοντος. Η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας πραγματοποιήθηκε από την εναγόμενη, ενόψει των συνεχών διαμαρτυριών του ενάγοντος για τη μη καταβολή από την τελευταία οφειλομένων αποδοχών από υπερωριακή εργασία. Απορρίπτει ισχυρισμό της εναγόμενης ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος για να διαφυλάξει την εργασιακή ειρήνη στην επιχείρησή της. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η επιχείρηση της εναγόμενης αντιμετώπισε πραγματικό πρόβλημα εξαιτίας της διεκδικητικής συμπεριφοράς του ενάγοντος. Μόνο δε το γεγονός ότι ο ενάγων διεκδικούσε, ενδεχομένως και με δυναμικό τρόπο, την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών ή ότι προέτρεπε και τους λοιπούς εργαζόμενους να διεκδικήσουν αντίστοιχες αξιώσεις, δεν αποτελούσε λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του. Η επίδικη καταγγελία είναι άκυρη (174 ΑΚ), προεχόντως επειδή προσκρούει στον νόμο αφού έγινε κατά την διάρκεια της άδειας του ενάγοντος, σε κάθε δε περίπτωση διότι υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Απορρίπτει ένσταση κακόβουλης παράλειψης ανεύρεσης εργασίας, μη αποδειχθείσας οιασδήποτε δυνατότητας ευχερούς ανευρέσεως εργασίας εκ μέρους του εργαζόμενου. Δέχεται ένσταση έκπτωσης ωφελείας για το διάστημα κατά το οποίο ο ενάγων ωφελήθηκε με ακριβώς αντίστοιχο κατά μήνα ποσό από την εργασία του σε άλλους εργοδότες. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 3.600,00 Ευρώ.
Αριθμός 1479/2010
(Αριθ. καταθ. …../2009)
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
(Εργατικές Διαφορές)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από το Δικαστή Γεώργιο Ξυνόπουλο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Ευθυμία Φακιόλα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………….. του ………., κατοίκου ………., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Βασιλειάδου.
Ο ενάγων κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού την από 26-10-2009 και υπ’ αριθ. καταθέσεως ……./2009 αγωγή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των, διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 5 § 6 ΑΝ 539/45 απαγορεύεται στον εργοδότη να απολύσει τον εργαζόμενο κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής και επομένως η σχετική καταγγελία της σύμβασης είναι άκυρη (174, 180 ΑΚ) και αν ακόμα έχουν τηρηθεί όλες οι νόμιμες διατυπώσεις, χωρίς να απαιτείται να υποβληθεί αίτηση του μισθωτού ως προϋπόθεση για τη χορήγηση της άδειας από την ισχύ της §15 του άρθρου 3 του Ν. 4504/66, με την οποία συμπληρώθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 4 ΑΝ 539/45 (ΑΠ 1013/87 ΔΕΝ 44.585). Στην περίπτωση αυτή είναι υποχρεωμένος ο εργοδότης να καταβάλλει στο μισθωτό κατ’ άρθρο 656 ΑΚ μισθούς υπερημερίας δηλαδή όλες τις αποδοχές, που θα έπαιρνε αν η σύμβαση συνεχιζόταν κανονικά και ο εργοδότης αποδεχόταν τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ 1305/2008 ΔΕΝ 2008.1444, ΕφΘεσ 45/1995 ΕΕΔ 1996.308, ΕφΑθ 3362/89 ΔΕΝ 46.305, ΕφΑθ. 5257/87 Δ 19.339), ενώ η απαγόρευση αφορά μόνον την άδεια αναψυχής που χορηγείται βάσει του πιο πάνω νόμου και δεν ισχύει για άλλες άδειες π.χ. αναρρωτική, συμβατική (ΑΠ 542/93 ΔΕΝ 53.88, ΑΠ 770/89 ΔΕΝ 46.300, ΑΠ 1998/86 ΔΕΝ 43.1005). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 §2 του ΑΚ, 1 και 5 §1 του ν. 2112/1920 και 5, 7 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της, και γίνεται ελεύθερα, εκτός αν περιορίστηκε με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου και αποτελεί δικαίωμα μισθωτού και του εργοδότη. Επομένως ο εργοδότης δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την καταγγελία επικαλούμενος συγκεκριμένο λόγο που επηρεάζει αρνητικά την ομαλή λειτουργία της σύμβασης. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη αλλά υπόκειται στον από την ΑΚ 281 τιθέμενο περιορισμό, κατά τον οποίο δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η καταγγελία, εφόσον υπάρχει τοιαύτης μορφής υπέρβαση, καθίσταται άκυρη, ο δε εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του απολυθέντος μισθωτού περιέρχεται σε υπερημερία και συνακόλουθα είναι υποχρεωμένος στην καταβολή μισθών υπερημερίας (ΑΠ 805/95 ΕΕΔ 55.789). Υπάρχει δε τέτοιας μορφής υπέρβαση όταν η καταγγελία έγινε για εκδίκηση σε βάρος του μισθωτού λόγω της συμπεριφοράς του η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του αλλά απαρέσκει στον εργοδότη γιατί εμφανίζεται αντίθετη με τα συμφέροντά του καθώς και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, τα οποία δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος του αλλά ικανοποιούν τις εγωϊστικές του διαθέσεις απέναντι στους εργαζομένους, όπως συμβαίνει όταν η απόλυση οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή γίνεται προς εκδίκηση του εργαζομένου εργοδότη για λόγους εκδικήσεως και εχθρότητας ως συνέπεια προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου μη αρεστής στον εργοδότη γιατί αυτός διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του (ΑΠ 652/1990 ΕΕΔ 50/152, ΑΠ 711/80 ΕΕΔ 40.20, ΕφΝαυπλ 545/89 ΕΕΔ 49.123, ΕφΠατρ 331/88 ΕΕΔ 47.702, ΜΠΘεσ 4002/96 ΕΕΔ 57.254). Αντίθετα δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία μεταξύ άλλων, όταν η καταγγελία επιβλήθηκε από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του εργοδότη, όπως π.χ. για την αποκατάσταση της αρμονικής συνεργασίας και της εμπέδωσης της πειθαρχίας μεταξύ των υπαλλήλων και αυτών με τον εργοδότη (ΑΠ 1888 87 ΔΕΝ 44.1194 ΕφΑΘ 6213/96 ΔΕΝ 54.602).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που κατήρτισε στις 12-7-2002 με τον ………….., ο οποίος διατηρούσε ατομική επιχείρηση οδικών μεταφορών, ότι προσέφερε στην εναγόμενη, η οποία υπεισήλθε από τον Ιούλιο του έτους 2007 στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ως άνω εργοδότη, τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγού Α’ κατηγορίας, κατά τους όρους της σύμβασης, μέχρι και την 1-8-2009, όποτε η εναγόμενη κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση εργασίας, κατά τη διάρκεια της αδείας αναψυχής του. Ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη ενόψει του γεγονότος ότι καταγγέλθηκε κατά τη διάρκεια της προγραμματισμένης κανονικής αδείας που είχε λάβει, επικουρικώς δε τυγχάνει άκυρη ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ, αφού πραγματοποιήθηκε από αίσθημα εκδίκησης και εχθρότητας των εκπροσώπων της εναγόμενης προς το πρόσωπο του συνεπεία των διαμαρτυριών του και της διεκδίκησης οφειλομένων σε αυτόν επιδομάτων και αποδοχών λόγω υπερωριακής εργασίας, σύμφωνα με τα ειδικώς διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας η εναγόμενη, μη αποδεχόμενη την προσηκόντως προσφερθείσα εργασία του, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας με αποτέλεσμα να του οφείλει τις αποδοχές του, για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας. Με βάση δε τα παραπάνω, ζητεί, κατόπιν παραδεκτού (άρθρα 223, 294, 295 και 297 ΚΠολΔ) περιορισμού του αγωγικού αιτήματος επιδικάσεως μισθών υπερημερίας: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 10.552,44 ΕΥΡΩ ως μισθούς υπερημερίας και αναλογία δώρου Χριστουγέννων για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εργασίας μέχρι και τις 31-12-2009, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την εξόφληση και γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, απειλουμένης χρηματικής ποινής εις βάρος της εναγόμενης σε περίπτωση μη συμμορφώσεως με το διατακτικό της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή κατά τις καταψηφιστικές της διατάξεις και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, που έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 6 §1 του ν. 3198/1955, και για το αντικείμενο της οποίας έχει καταβληθεί το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου με τις σχετικές προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. τα υπ’ αριθ. …….. και ……….. αγωγόσημα μετά των επ’ αυτών επικολληθέντων ενσήμων υπέρ ΤΝ και ΤΠΔΠ), αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρ. 14 §2, 16 §2, 25 §2 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ, τυγχάνει δε αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281, 288, 648, 656, 669 §2, 349, 350, 341, 345 ΑΚ, 5 §6 ΑΝ 539/45, 1, 5, ν. 2112/1990, 5 και 7 του ν. 3198/1955, 23 §2 του ν. 1264/1982, 69, 70, 907, 910 αριθ. 4, 946 §1 και 176 ΚΠολΔ (σημειωτέον ότι ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει να του επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας και για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα, αφού αυτά μεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας του, την οποία ο εργοδότης απέκρουσε με την άκυρη καταγγελία της σύμβασης – ΑΠ 952/2007 α’ δημ. ΤρΝομΠληρΝΟΜΟΣ, ΑΠ 536/1976 ΝοΒ 1976/1065, ΕφΑθ 6849/1992 ΕλλΔνη 1993.195). Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Ο εργοδότης, στην αξίωση του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, μπορεί να προβάλει την ένσταση του άρθρου 656 εδαφ. β’ ΑΚ (ΑΠ 1093/2003 ΕΕργΔ 2004.12, ΑΠ 1207/90 EEΝ 1991.485) για έκπτωση από τους μισθούς υπερημερίας ωφέλειας που αυτός (εργαζόμενος) αποκόμισε κατά το διάστημα της υπερημερίας από την παροχή της εργασίας του σε άλλον εργοδότη (ΑΠ 1093/2003 ό.π., ΑΠ 52/97 ΝοΒ 46.771, ΑΠ 745/92 ΔΕΝ 49.419, ΕφΑθ 6867/2001 ΕλλΔνη 2004.224). Η ωφέλεια, βέβαια, του εργαζομένου πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την υπερημερία του εργοδότη (ΑΠ 302/84 ΕΕργΔ 44.336, ΑΠ 150/84 ΕΕργΔ 44.258). Για να είναι ορισμένη η παραπάνω ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού που διώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να διαλαμβάνεται σ’ αυτήν ο εργοδότης στον οποίο απασχολήθηκε ο εργαζόμενος, η εργασία που προσέφερε και οι αποδοχές που έλαβε για να εκπέσουν αυτές από τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 1287/1984 ΕΕργΔ 44/780, ΕφΑθ 3239/2001 ΔΕΕ 2002/87 ΕφΑθ 12910/1988 ΕλλΔνη 31/161). Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγόμενη ισχυρίζεται παραδεκτώς και σε επικουρική βάση, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, η οποία καταχωρήθηκε στο οικείο πρακτικό συνεδριάσεως αλλά και με τις προτάσεις της (άρθρο 591 §1 γ’ ΚΠολΔ), ότι από τους επιδικασθέντες στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας πρέπει να εκπέσει η ωφέλεια που ο τελευταίος αποκόμισε από την απασχόλησή του καθ’ όλο το (επίδικο) χρονικό διάστημα υπερημερίας, ως οδηγός σε φορτηγό όχημα δημοσίας χρήσεως με το ίδιο ακριβώς ωράριο και υπό τις ίδιες συνθήκες σε άλλη μεταφορική εταιρία, προσδιορίζοντας το νέο εργοδότη που ο ενάγων απασχολήθηκε αλλά και την αμοιβή που έλαβε από αυτόν, η οποία είναι ίση με την αμοιβή που θα ελάμβανε από την εναγόμενη εάν η σύμβαση δεν καταγγελλόταν. Η ανωτέρω ένσταση τυγχάνει αρκούντως ορισμένη (βλ. ad hoc ΕφΔωδ 267/2007 α’ δημ. ΤρΝομΠληρΝΟΜΟΣ) και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β’ του ΑΚ, πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 656 §1 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα του εργαζόμενου, να απαιτήσει και να λάβει τον μισθό του από τον εργοδότη που έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας του, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος αυτού, όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Αποτέλεσμα εφαρμογής της τελευταίας αυτής διατάξεως είναι η απόρριψη του αιτήματος του μισθωτού για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας. Τέτοια περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για καταβολή μισθών υπερημερίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος, για να λάβει από τον υπερήμερο εργοδότη του τον μισθό του χωρίς να εργασθεί, παραμένει με την θέλησή του από κακοβουλία άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και εκ προθέσεως να επιδιώξει την ανεύρεση άλλης εργασίας, την οποία θα μπορούσε διαφορετικά με ευκολία να ανεύρει και να παράσχει σε άλλο εργοδότη (ΑΠ 1264/1986 ΝοΒ 35.915, ΑΠ 574/1986 ΝοΒ 35.362, ΑΠ 883/1982 ΝοΒ 31.972, ΑΠ 1085/1985 ΝοΒ 34.849, ΑΠ 184/1981 ΕΕργΔ 40.546, ΑΠ 1052/1980 ΝοΒ 29.494, ΑΠ 1465/1977 ΝοΒ 26.1188). Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγόμενη ισχυρίζεται παραδεκτώς και σε επικουρική βάση, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως καθώς και με τις προτάσεις της, ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικώς την αξίωσή του για καταβολή μισθών υπερημερίας, αντιστοιχούντων στο επίδικο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι από κακοβουλία δεν απασχολήθηκε σε άλλη εργασία, καίτοι είχε τη δυνατότητα να εργασθεί ως οδηγός σε άλλη μεταφορική εταιρία, υπό τις ίδιες συνθήκες παροχής εργασίας και με τις ίδιες αποδοχές.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που νομίμως εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, από την υπ’ αριθμ. ……../2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία ελήφθη με πρωτοβουλία του ενάγοντος κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης (άρθρο 671 §1 ΚΠολΔ) κλητεύσεως της εναγόμενης (βλ. την υπ’ αριθ. ………/3-12-2009 έκεθση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη), πλην των υπ’ αριθ. ……../2009 και ……./2009 ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη δεδομένου ότι εδόθησαν μισή ώρα μετά την προκαθορισμένη και αναφερόμενη στην από 3-12-2009 κλήση-γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων ώρα, ήτοι καθ’ υπέρβαση των εύλογων ορίων αναμονής των δέκα πέντε λεπτών (ΟλΑΠ 20/2004 ΑρχΝομ 2004.568, ΑΠ 1709/2005 α’ δημ. ΤρΝομΠληρΝΟΜΟΣ), χωρίς να γίνεται μνεία στις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις περί απρόβλεπτης υπηρεσιακής απασχόλησης της Ειρηνοδίκου εξαιτίας της οποία έπρεπε να περιμένει ο ενάγων, αλλά και των ………../2009 και ……./2009 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πειραιώς, οι οποίες ελήφθησαν μετά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, με πρωτοβουλία της εναγόμενης, και προσκομίζονται απαραδέκτως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεων της τελευταίας και ως εκ τούτου δεν λαμβάνονται υπόψη, αφ’ ης στιγμής δεν χρησιμοποιούνται από την εναγόμενη προς απόκρουση (αυτοτελούς) ισχυρισμού που προτάθηκε από τον ενάγοντα, κατά τη συζήτηση της ανακοπής, κατ’ άρθρο 591 §1 εδ. δ’ ΚΠολΔ (ΑΠ 659/2007 ΝοΒ 2007.1823), καθώς από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αριθ. 3, 448 §2 και 457 §4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος προσελήφθη από τον …………., δυνάμει της από 4-7-2005 συναφθείσας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγού οχήματος Α’ κατηγορίας, στην (ατομική) επιχείρηση μεταφορών εμπορευματοκιβωτίων που διατηρούσε ο τελευταίας στο ……….. Αττικής. Τον Ιούλιο του 2007 υπεισήλθε στα δικαιώματα και της υποχρεώσεις του ως άνω εργοδότη εκ της επίδικης συμβάσεως εργασίας, η εναγόμενη εταιρία, η οποία συνέχισε τη μεταφορική δραστηριότητα της προαναφερθείσας ατομικής επιχειρήσεως. Ο δε ενάγων εργάσθηκε ανελλιπώς στην ως άνω επιχείρηση μέχρι και την 1-8-2009, οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε την ως άνω συναφθείσας σύμβαση εργασίας. Κατά το χρόνο της καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εργασίας, ο ενάγων τελούσε σε (προγραμματισμένη) κανονική άδεια αναψυχής, η οποία θα διαρκούσε από την 1-8-2009 μέχρι και τις 17-8-2009. Από κανένα εξάλλου, αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψαν οι ισχυρισμοί της εναγόμενης εταιρίας ότι η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας πραγματοποιήθηκε στις 31-7-2009, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο ο ενάγων δεν είχε λάβει τακτική άδεια. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η άδεια που έλαβε ο τελευταίος και η οποία ξεκινούσε την ημέρα που πραγματοποιήθηκε η επίδικη καταγγελία, είχε προγραμματισθεί στα πλαίσια της συνεννοήσεως που προηγήθηκε μεταξύ των οδηγών της επιχειρήσεως τουλάχιστον ένα μήνα πριν. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου περί καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας την πρώτη ημέρα αδείας του ενάγοντος, ενισχύεται κατ’ αρχήν από την κατάθεση του ιδίου του μάρτυρος ανταπόδειξης, ο οποίος με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα κατέθεσε ότι οι άδεια του προσωπικού της εναγόμενης κανονίζονταν τουλάχιστον ένα μήνα, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι ο ενάγων είχε ήδη κανονίσει να λάβει την ετήσια κανονική του άδεια τον Αύγουστο. Περαιτέρω, η ακριβής ημερομηνία απολύσεως προκύπτει και από την από 1-8-2009 έγγραφη καταγγελία συμβάσεως εργασίας, η οποία έχει κατατεθεί νομίμως στον Ο.Α.Ε.Δ. Καλλιθέας και φέρει τις υπογραφές του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης εταιρίας αλλά και του ενάγοντος, ο οποίος καίτοι τελούσε σε κανονική άδεια, εντούτοις εκλήθη στην επιχείρηση την ανωτέρω ημερομηνία, προκειμένου να του γνωστοποιηθεί η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την προσκομιζόμενη από την εναγόμενη εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας του ενάγοντος, η οποία αποτελεί εσωτερικό έγγραφο από το λογιστήριο της εναγόμενης, φέρει ημερομηνία 31-7-2009 και υπογραφή του τελευταίου, δεδομένου ότι είχε εκτυπωθεί από το μηχανογραφημένο σύστημα την προηγούμενη ημέρα και υπεγράφη από τον ενάγοντα κατά την (επομένη) ημέρα της απολύσεώς του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας πραγματοποιήθηκε από την εναγόμενη, ενόψει των συνεχών διαμαρτυριών του ενάγοντος για τη μη καταβολή από την τελευταία οφειλομένων αποδοχών από υπερωριακή εργασία η οποία πραγματοποιούνταν από τον ενάγοντα αλλά και από άλλους οδηγούς, δεδομένου ότι το καθημερινό ωράριο οδήγησης αυτού υπερέβαινε τις οκτώ ώρες ημερησίως. Για το λόγο δε αυτό, ο ενάγων είχε επανειλημμένως διαμαρτυρηθεί στους νομίμους εκπροσώπους της εναγόμενης, ενώ είχε θέσει το ζήτημα της υπερωριακής απασχόλησης και στους υπόλοιπους οδηγούς της επιχείρησης. Η διεκδίκηση δε των νομίμων αξιώσεων του ενάγοντος είχε δημιουργήσει τεταμένο κλίμα στις σχέσεις του με την εργοδοσία, γεγονός που έγινε αντιληπτό και από το λοιπό προσωπικό της επιχειρήσεως. Εξάλλου, η εναγόμενη ισχυρίσθηκε, στα πλαίσια αρνήσεως της ιστορικής βάσεως της κρινόμενης αγωγής, ότι αναγκάσθηκε να προβεί στην καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας, προκειμένου να διαφυλάξει την εργασιακή ειρήνη και το ομαλό κλίμα στον κύκλο των εργαζομένων της, ενόψει και της απρεπούς συμπεριφοράς του ενάγοντος προς τους συναδέλφους του. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η επιχείρηση της εναγόμενης αντιμετώπισε πραγματικό πρόβλημα εξαιτίας της διεκδικητικής συμπεριφοράς του ενάγοντος. Ειδικότερα, η εναγόμενη δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι επήλθε δυσλειτουργία στην εκτέλεση των δρομολογίων μεταφορών που είχε αναλάβει, ούτε μείωση αυτών. Μόνο δε το γεγονός ότι ο ενάγων διεκδικούσε, ενδεχομένως και με δυναμικό τρόπο, την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών ή ότι προέτρεπε και τους λοιπούς εργαζόμενους να διεκδικήσουν αντίστοιχες αξιώσεις, δεν αποτελούσε λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του. Τα ανωτέρω δεν μπορούν να αναιρεθούν από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος σημειωτέον τυγχάνει εργαζόμενος στην επιχείρηση της εναγόμενης, και ο οποίος δεν παρείχε επαρκείς και σαφείς εξηγήσεις όσον αφορά τη δυσλειτουργία της επιχειρήσεως εξαιτίας της συμπεριφοράς του ενάγοντος αλλά και συγκριμένων επιπτώσεων που είχε αυτή, στην εκτέλεση των δρομολογίων εκ μέρους των λοιπών οδηγών. Πέραν δε αυτού και σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι οι λοιποί εργαζόμενοι οδηγοί ξεκίνησαν να διαμαρτύρονται στην εργοδοσία για το ζήτημα της υπερωριακής τους απασχόλησης, έστω και υπό την καθοδήγηση του ενάγοντος, καταδεικνύει το βάσιμο των προαναφερθεισών αξιώσεων του ενάγοντος αλλά και του λοιπού προσωπικού της εναγόμενης. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η επίδικη καταγγελία είναι άκυρη (174 ΑΚ), επειδή προεχόντως προσκρούει στο νόμο (άρθρο 5 §6 Ν.539/1945), αφού έγινε κατά την διάρκεια της άδειας του ενάγοντος, σε κάθε δε περίπτωση τυγχάνει άκυρη, διότι υπερβαίνει προφανώς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, τα επιβαλλόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Επομένως η εναγόμενη κατέστη έκτοτε (1-8-2009) υπερήμερη και οφείλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα. Όσον αφορά όμως το σχετικό αγωγικό κονδύλιο αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μετά την απόλυση του επεδίωξε να βρει σε άλλον εργοδότη εργασία. Κατά τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ανηύρε εργασία ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ………, ιδιοκτησίας του …………. και ……….. (βλ. τις προσκομιζόμενες από την εναγόμενη φωτογραφίες του εν λόγω φορτηγού κατά τη διάρκεια της οδήγησής του από τον ενάγοντα), απασχολούμενος σε σταθερή βάση κατά το λοιπό επίδικο χρονικό διάστημα αντί μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.800 ΕΥΡΩ. Η ως άνω δε απασχόλησή του κατετέθη με σαφήνεια από το μάρτυρα αποδείξεως, ο οποίος είχε προσωπική αντίληψη γι’ αυτήν, έχοντας δει τον ενάγοντα να οδηγεί το ανωτέρω φορτηγό επανειλημμένως στο χώρο του λιμένος ……… αλλά και σε διάφορους άλλους προορισμούς, μη αναιρούμενης της ανωτέρω κρίσεως από την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως περί περιστασιακής και άνευ αμοιβής συνδρομής των ιδιοκτητών του ως άνω φορτηγού από τον ενάγοντα. Ενόψει δε του γεγονότος ότι οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά το χρόνο της επίδικης καταγγελίας ανέρχονταν στο ποσό των 1.800 ΕΥΡΩ (βλ σχετ. την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης περί μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, οι οποίες υπερέβαιναν το ποσό των 1.600 ΕΥΡΩ), ο τελευταίος δικαιούται για τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 2009, μισθούς υπερημερίας που ανέρχονται στο ποσό των (1.800 ΕΥΡΩ x 2 μήνες), απορριπτομένου του ισχυρισμού της εναγόμενης περί κακόβουλης παράλειψης, όσον αφορά στο προαναφερθέν δίμηνο, ανεύρεσης εργασίας από τον ενάγοντα, ως κατ’ ουσίαν αβασίμου, μη αποδειχθείσας οιασδήποτε δυνατότητας ευχερούς ανευρέσεως εργασίας εκ μέρους του τελευταίου. Για το υπόλοιπο όμως επίδικο διάστημα μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας, κατά την εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη οικεία ένσταση της εναγομένης, διότι κατά το διάστημα αυτό ο ενάγων ωφελήθηκε με ακριβώς αντίστοιχο κατά μήνα ποσό από την εργασία του στους ως άνω εργοδότες, σύμφωνα με τα ως άνω αναφερόμενα.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της, να αναγνωρισθεί η αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ανωτέρω καταγγελίας, εκ μέρους της εναγόμενης, της επίδικης συμβάσεως εργασίας και να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 3.600 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται την πραγματική απασχόληση του ενάγοντος, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης, καταδικαζόμενη σε περίπτωση σχετικής εναντιώσεως σε χρηματική ποινή 300 Ευρώ για κάθε ημέρα μη απασχόλησής του. Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, δεδομένου ότι η καθυστέρηση της εκτελέσεως της αποφάσεως είναι δυνατόν να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα (άρθρα 907 και 910 αριθ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος (άρθρο 178 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
-ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
-ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας που πραγματοποιήθηκε την 1-8-2009, είναι άκυρη.
-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων εξακοσίων (3.600) ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
-ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή και
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, στις 8-3-2010.
