Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022
Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης. Δεν έχει σημασία εάν μεταβιβάζεται η κυριότητα (ή το οικονομικό αγαθό που αφορά η επιχείρηση) της επιχείρησης. Οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις που ήταν ενεργές κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως συνεχίζονται με τον νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, άσχετα από τη συναίνεση των εργαζομένων. Αναγκαία πάντως προϋπόθεση είναι η συνέχιση της λειτουργίας της επιχειρήσεως από τον νέο εργοδότη, χωρίς πραγματική διακοπή, εκτός αν αυτός, μετά τη διακοπή, επαναλειτουργήσει την επιχείρηση ως την αυτή οικονομική μονάδα, δηλαδή με τη θέληση να είναι διάδοχος του αρχικού εργοδότη, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις επαναλειτουργίας επιχειρήσεων που μεταβιβάστηκαν ενώ η λειτουργία τους είχε προσωρινά διακοπεί λόγω εποχής ή λόγω ανασυγκροτήσεως τους. Στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται δηλαδή σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που «ως γενόμενο κατά τη συζήτηση» σημειώνεται στα πρακτικά. Από τον οφειλόμενο στον μισθωτό μισθό υπερημερίας, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει καθετί που ο μισθωτός ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού. Ως ωφέλεια του μισθωτού νοείται και εκείνη που αποκτήθηκε και από τη δραστηριότητα αυτού ως ελευθέρου επαγγελματία, εφόσον όμως η ωφέλεια αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτός δεν απασχολήθηκε στη υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα. Σε αιτιώδη συνάφεια τελεί η ωφέλεια που αποκομίζει ο εργαζόμενος με τη χρήση της εργασιακής του δύναμης την οποία και πρότερα είχε την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του εργοδότη, η δε ωφέλεια προκύπτει από τη χρησιμοποίηση του χρόνου που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και όχι εκείνου που θα μπορούσε ο εργαζόμενος να διαθέσει και όταν λειτουργούσε η σχέση εργασίας. Επομένως, δεν αφαιρείται η ωφέλεια που προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη, προερχομένη από την αξιοποίηση του εκτός ωραρίου εργασίας χρόνου του εργαζομένου. Ορισμένο ένστασης περί έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων. Θα πρέπει ειδικά να διαλαμβάνεται η συγκεκριμένη ωφέλεια την οποία και αποκόμισε ο εργαζόμενος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, πρέπει να προσδιορίζονται οι λοιπές επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά στις συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε από τις δραστηριότητές του και να αποδίδεται ειδικά αυτή σε υπερημερία του εργοδότη του, ήτοι να προσδιορίζεται σαφώς η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ωφέλειας και της ματαίωσης λόγω της υπερημερίας της προσφοράς των υπηρεσιών του εργαζομένου προς τον εργοδότη. Κακόβουλη παράλειψη ανεύρεσης εργασίας. Κακοβουλία του εργαζομένου δεν μπορεί να υπάρξει όταν η εργασία που του προσφέρεται δεν είναι ανάλογη με τα προσόντα, τις γνώσεις και την ειδικότητα που είχε ή όταν η τυχόν αποδοχή της δυσχεραίνει σημαντικά την επιστροφή του στην προηγούμενη θέση του σε περίπτωση που ο εργοδότης του διακόψει την υπερημερία του προσκαλώντας τον εργαζόμενο να αναλάβει εκ νέου εργασία. Κρίση ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση εν συνόλω της επίδικης επιχείρησης αφού έλαβε χώρα ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας του πρώτου των εναγομένων από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίστηκε από τη δεύτερη των εναγομένων ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της. Απορρίπτει ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Επί υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας, περίπτωση που συντρέχει μεταξύ άλλων και επί δικαστικής αναγνωρίσεως της ακυρότητας προηγηθείσας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ο εργαζόμενος αποκτά άμεσο δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική του απασχόληση, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει, εφόσον ασκεί το εν λόγω δικαίωμα δικαστικώς, πρόσθετα περιστατικά τα οποία σε συγκεκριμένη υπόθεση καθιστούν καταχρηστική ή προσβλητική την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του μετά την απαγγελία της ακυρότητας. Απορρίπτει ένσταση περί κακόβουλης παράλειψης ανεύρεσης εργασίας ως ουσιαστικά αβάσιμη. Απορρίπτει ένσταση περί μη πραγματικής και προσήκουσας παροχής εργασίας από πλευράς ενάγουσας, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται αυτονόητα και η δήλωση βούλησής του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες της ως απολυόμενης. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 40.282,80 Ευρώ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
[Τμήμα εργατικών διαφορών]
Αριθμός Απόφασης: 2094/2018
Αριθμ. καταθ. αγωγής: ……/……/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
ΠΕΙΡΑΙΩΣ
[διαδικασία περιουσιακών διαφορών – εργατικών διαφορών (614 παρ. 3 ΚΠολΔ, άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 ν. 4335/2015 και 621 επ. Κ.Πολ.Δ.)]
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ το Δικαστή Λεωνίδα Δ. Μπόμπολη, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ουρανία Γκίζα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ ΔΗΜΟΣΙΑ στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2018, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …… …… ……, κατοίκου …… του νομού Αττικής, οδός …… αριθμός …, με Α.Φ.Μ. ……, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου, Δημητρίου Βλαχόπουλου, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, μετά προσθήκης-αντίκρουσης.
Των ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: [1] …… …… ……, κατοίκου …… του νομού Αττικής, οδός …… αριθμός … και [2] της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας (Ι.Κ.Ε.) με την επωνυμία «……» με έδρα στον …… του νομού Αττικής, οδός …… αριθμός …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, οι οποίοι αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος διά του κοινού πληρεξουσίου τους δικηγόρου, Γρηγορίου Μπιτσικώκου, ο οποίος και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, μετά προσθήκης-αντίκρουσης.
Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ ΖΗΤΑ να γίνει δεκτή η από 1-11-2017 αγωγή της, η οποία και κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Νικαίας με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2017, η συζήτηση της οποίας (με σύνταξη πράξης ορισμού δικασίμου) προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 9-1-2018 και μετ’ αναβολής η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την ανωτέρω δικάσιμο [ήτοι, της 20-3-2018], όπου και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο υπό τον ειδικό αύξοντα αριθμό [……].
ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ στις υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας ανέπτυξε στις ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και της προτάσεις του.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, με οποιονδήποτε τρόπο και αν επέλθει, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των ευνοϊκών για τους υπαλλήλους διατάξεων του νόμου αυτού, που ρυθμίζει την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Το ίδιο ορίζεται και με το άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ. της 16/18.7.1920 αναφορικά με τους εργάτες και υπηρέτες, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 8 του κ.ν. 3514/1928, αν μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, οι υποχρεώσεις του, που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό για την περίπτωση στρατεύσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον νέο εργοδότη. Επίσης, το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3239/1955 για τις συλλογικές διαφορές εργασίας όριζε ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά στην εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τα δε δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από αυτή μεταβιβάζονται αυτοδικαίως για το μέλλον στους διαδόχους του. Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/Ε.Κ. του Συμβουλίου», κατά το άρθρο 4 του οποίου, διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Όσον αφορά την έκταση της ευθύνη του διάδοχου εργοδότη, η διάταξη του άρθρου 4 π.δ. 178/2002 καθιερώνει απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη και όχι μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων της επιχείρησης, γεγονός που αποτελεί παρέκκλιση από τον πρότερο κανόνα του άρθρου 479 ΑΚ. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου π.δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθεαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρούμενων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Το π.δ. 178/2002 (άρθρο 2 παρ.2) και η Οδηγία 2001/23 εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που η μεταβολή επέρχεται με τη μεταβίβαση ή συγχώνευση, συμβατικά ή εκ του νόμου (λ.χ. όταν η μεταβολή του φορέα είναι αποτέλεσμα συγχώνευσης ή διάσπασης, μετατροπής κλπ), επιχείρησης. Οι προστατευτικές διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και όταν η μεταβίβαση αυτή δεν αφορά όλη την επιχείρηση αλλά περιορίζεται σε τμήμα της, ήτοι σε μια επιμέρους οργανωτική ενότητα υλικών ή και άυλων μέσων, η οποία είναι ενταγμένη στη γενικότερη οργανωτική ενότητα που συνιστούν η επιχείρηση ή εκμετάλλευση, και επιδιώκει εξακολουθητικά έναν επιμέρους οικονομικό σκοπό. Η μεταβιβαζόμενη μονάδα, είτε πρόκειται για όλη την επιχείρηση ή για τμήμα της, θα πρέπει και μετά τη μεταβίβαση να διατηρεί την ταυτότητά της και ως προς τη μονάδα αυτή θα πρέπει να μεταβάλλεται ο φορέας της, ήτοι να υπάρχει αλλαγή του υπευθύνου για την εκμετάλλευση της επιχείρησης φυσικού ή νομικού προσώπου. Ήτοι ως φορέας της μονάδος νοείται όποιος διευθύνει και εκμεταλλεύεται στο δικό του όνομα τη συγκεκριμένη μονάδα και επομένως ασκεί έναντι των εργαζομένων στα αντίστοιχα εργοδοτικά καθήκοντα, χωρίς να ενδιαφέρει εάν έχει και την κυριότητα των επιμέρους στοιχείων τα οποία και συνθέτουν τη συγκεκριμένη οργανωτική μονάδα, αρκεί να του έχει δοθεί η εξουσία να διευθύνει ιδίω ονόματι τη μονάδα αυτή, καθώς και η εξουσία να οργανώνει και συντονίζει τα στοιχεία τα στοιχεία της μονάδας προς επίτευξη του επιδιωκομένου λειτουργικού της σκοπού [βλ. ΑΠ 1553/2002 ΔΕΝ 2003,10 και Δ. Ζερδελής, Εφαρμογές Εργατικού Δικαίου, εκδ. 2015, σελ.359]. Δεν έχει σημασία εάν μεταβιβάζεται η κυριότητα (ή το οικονομικό αγαθό που αφορά η επιχείρηση) της επιχείρησης [βλ. Δ. Ζερδελής Εφαρμογές Εργατικού Δικαίου, εκδ. 2015, σελ. 351]. Οι ιδιότητες του φορέα της επιχείρησης και του εργοδότη συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο και η εναλλαγή στο πρόσωπο του φορέα της επιχείρησης επιφέρει ταυτόχρονα και μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη. Υπό την ισχύ του π.δ. 178/2002 (όπως και του προγενέστερου π.δ. 572/1988, άρθρο 3 παρ. 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία Ε.Ο.Κ. 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών», Α.Π. 259/2006 ό.π.), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό, από το άρθρο 479 Α.Κ., και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση (για το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, του π.δ. 572/1988, [βλ. Δημ. Ζερδελή, Μεταβίβαση επιχειρήσεως και συνέπειες στις εργασιακές σχέσεις, ΔΕΕ 1996, 238 επ., Αλ. Καρακατσάνη/Στ. Γαρδίκα, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 1995, σ. 180, Εφ.ΑΘ. 3156/2002 ΔΕΕ 2003, 88, Εφ.ΑΘ. 5341/1999 ΕΕργΔ 59, 271, Εφ.Πειρ. 833/2001 ΔΕΕ 2002, 884). Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις που ήταν ενεργείς κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως (Α.Π. 318/1998 ΕΕργΔ 1999, 355) συνεχίζονται με τον νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, άσχετα από τη συναίνεση των εργαζομένων (Ολ.Α.Π. 5/1994 ό.π., Α.Π. 1222/1998 ΕΕργΔ 1999, 983, Α.Π. 1723/1995 ό.π.). Αναγκαία πάντως προϋπόθεση είναι η συνέχιση της λειτουργίας της επιχειρήσεως από τον νέο εργοδότη, χωρίς πραγματική διακοπή, εκτός αν αυτός, μετά τη διακοπή, επαναλειτουργήσει την επιχείρηση ως την αυτή οικονομική μονάδα, δηλαδή με τη θέληση να είναι διάδοχος του αρχικού εργοδότη, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις επαναλειτουργίας επιχειρήσεων που μεταβιβάστηκαν ενώ η λειτουργία τους είχε προσωρινά διακοπεί λόγω εποχής ή λόγω ανασυγκροτήσεως τους. Αντίθετα, δεν υπάρχει διαδοχή εργοδοτών, όταν η επαναλειτουργία της επιχειρήσεως από τον νέο φορέα της γίνεται κατά τρόπο ανεξάρτητο από εκείνον του προηγούμενου φορέα της, με μισθωτούς που προσλαμβάνει με νέες συμβάσεις εργασίας, είτε από το παλαιό προσωπικό είτε όχι [βλ. Μον.Πρ.Αθηνών 17/2011 Ε.Εργ.Δικ. 4(2011),216].
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίσιν αγωγή της η ενάγουσα εκθέτει ότι: [Α] μετά από την άσκηση της υπ’αρ. έκθεσης κατάθεσης ……/2012 αγωγής της κατά του πρώτου εναγομένου, την επ’αυτής έκδοση της υπ’αρ. 3269/2013 οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (εκδικαζομένης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών), δυνάμει της οποίας η αγωγή της έγινε εν μέρει δεκτή και την άσκηση της από 23-7-2015 υπ’αρ. έκθεσης κατάθεσης ……/2015 έφεσης από την πλευρά του πρώτου των εναγομένων κατά της ως άνω εκκαλουμένης, εκδόθηκε η υπ’ αρ. 43/2017 (επί της ανωτέρω έφεσης εκδοθείσα) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας κατέστη τελεσίδικα δεκτό ότι η ενάγουσα προσελήφθη από τον πρώτο των εναγομένων στις 20-8-2001, προκειμένου να απασχοληθεί στην ατομική επιχείρησή του υπό εργασιακό καθεστώς μερικής απασχόλησης και υπό την ιδιότητα της πωλήτριας, και δη σε κατάστημα εμπορίας υποδημάτων και συναφών ειδών που διατηρούσε επί της οδού ……, αριθμ. … στον …… Αττικής, με την ονομασία «……», έως και τις 9 Δεκεμβρίου 2011, οπότε, κατ’ αξίωση του πρώτου των εναγομένων, τροποποιήθηκε το καθεστώς απασχόλησής της, προκειμένου έκτοτε να απασχολείται σε πενθήμερη βάση εβδομαδιαίως και κατά πλήρες ωράριο (κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή από τις 9.00 π.μ. έως τις 14.00 και από τις 17.00 έως τις 21.00 και κάθε Τετάρτη και Σάββατο από τις 8.30 π.μ. έως τις 15.00) στο ίδιο κατάστημα και με την ίδια ειδικότητα έως και τις 15-3-2012, ότε και καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της. Έτσι αφού αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της από την πλευρά του πρώτου των εναγόμενων ως καταχρηστική, της επιδικάστηκε το συνολικό ποσόν των 11.782,32 € ως αποδοχές υπερημερίας για το συνολικό χρονικό διάστημα από τις 16-3-2012 έως και τις 16-3-3013, το ποσόν των 230,09 € για δώρο Πάσχα, των 490,93 € για επίδομα αδείας έτους 2012, το ποσόν των 1.022,76 € για δώρο Χριστουγέννων έτους 2012, το ποσόν των 2.909,19 € για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και το ποσόν των 2.000 € για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντίστοιχα. [Β] Ότι στις 21-2-2017 ο πρώτος των εναγομένων συνέστησε τη δεύτερη των εναγομένων ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία η οποία ουσιαστικά φέρει την αυτή ως άνω εμπορική δραστηριότητα, αναλαμβάνοντας τη συνέχιση της δραστηριότητας της ατομικής επιχείρησης του πρώτου των εναγομένων, με αποτέλεσμα, κατά τους αντίστοιχους αγωγικούς της ισχυρισμούς να έχει λάβει χώρα μεταβίβαση εν συνόλω της επίδικης ως άνω επιχείρησης του πρώτου των εναγομένων από τις 16-3-2017 και εφεξής, από τον τελευταίο προς τη δεύτερη των εναγομένων αντίστοιχα, κύρια εταίρος της οποίας τυγχάνει η σύζυγος του πρώτου των εναγομένων, με αποτέλεσμα η υπερημερία να συνεχίζεται στο πρόσωπο της δεύτερης των εναγομένων για το χρονικό διάστημα μετά από τη μεταβίβαση της επιχείρησης αυτής, αρνουμένης όπως αποδεχθεί τις νομίμως και προσηκόντως παρασχεθείσες υπηρεσίες της ενάγουσας.
Ζητά με έκδοση προσωρινά εκτελεστής απόφασης και με απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά του πρώτου των εναγομένων διαρκείας ενός έτους για κάθε παράβαση του διατακτικού της εκδοθησομένης απόφασης: [α] να αναγνωριστεί ότι από τις 16-3-2017 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από τον πρώτο προς τη δεύτερη των εναγομένων, με την οποία η ενάγουσα συνδέεται ουσιαστικά με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, [β] να υποχρεωθεί η δεύτερη των εναγόμενων να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της ενάγουσας, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης, από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης και να καταδικαστεί στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 500 € για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησομένη υποχρέωσή της και να της καταβάλει, για τις στο ιστορικό αναλυθείσες αιτίες, το συνολικό άνω ποσό των ενενήντα χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι εννέα Ευρώ και είκοσι λεπτών (90.929,20), ήτοι: α) 86.020,01 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασής της, χρονικού διαστήματος από 16ης Μαρτίου 2012 έως τη 15η Ιουνίου 2018, β) 2.000,00 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γ) 755,60 Ευρώ για διαφορές μεταξύ καταβληθεισών και καταβλητέων κατά νόμο αποδοχών, δ) 960,47 Ευρώ για επιδόματα εορτών, ε) 942,48 Ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας και επίδομα αδείας και στ) 250,64 Ευρώ για αποζημίωση απασχόλησης κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας, κατά παράβαση του συμφωνηθέντος συστήματος πενθήμερης εργασίας και παράλληλα, [γ] ο πρώτος των εναγομένων να της καταβάλει, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη δεύτερη το συνολικό ποσόν των πενήντα πέντε χιλιάδων τριακοσίων τριάντα ενός Ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (55.331,77) για αποδοχές υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασής της εργασίας, χρονικού διαστήματος από 16 Μαρτίου 2013 έως τη 15 Μαρτίου 2017, αντίστοιχα.
Με το περιεχόμενο αυτό, η υπό κρίσιν αγωγή, εισάγουσα εργατική διαφορά κατά τις διατάξεις των άρθρων 614 παρ.3 Κ.Πολ,Δ. και άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015, αρμοδίως φέρεται, καθ’ ύλην, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 Κ.Πολ.Δ. (εξαιρετική αρμοδιότητα Μονομελούς Πρωτοδικείου -βλ. ΑΠ 182/2015 δημοσίευση Τρ.Νομ.Πλ. «ΝΟΜΟΣ» -) προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 10, 14 παρ.1, 16 παρ. 2, 25 παρ. 2, 591 και 621 επ. Κ.Πολ.Δ. -όπως οι διατάξεις των άρθρων 621 επ. αντικαταστάθηκαν από το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 ν. 4335/2015-), το οποίο είναι καθ’ ύλην (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2, 25 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) λόγω ποσού και εξαιρετικής αρμοδιότητας τούτου [βλ. I. Χαμηλοθώρης Αρμοδιότητα πολιτικών Δικαστηρίων, εκδ. 2017, σελ. 220, παρ. 349], και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρο 621 [παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου τετάρτου ν. 4335/2015) κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών -και πλέον μετά την εφαρμογή του ν. 4335/2015 (άρθρα 591, 614 παρ.3 και 621 επ. Κ.Πολ.Δ.) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών – δεδομένου ότι αφορά διαφορά που απορρέει από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (η ουσιαστική εγκυρότητα της οποίας στο παρόν διαδικαστικό στάδιο εξέτασης της καθύλην αρμοδιότητας τυγχάνει αλυσιτελής) μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων μερών [βλ. Καλλιόπη Μακρίδου Ειδικές διαδικασίες στον Κ.Πολ.Δ. μετά το ν. 4335/2015, εκδ. 2017, σελ. 146, υπος/ση30, με νομολογιακές παραπομπές στην Εφ.Πειρ. 1/2014 και Μ.Πρ.Πειρ. 3429/2013 Ε.Εργ.Δικ. 2015,485]. Σημειώνεται, επιπρόσθετα ότι: [α] το άρθρο 614 παρ.3 ΚΠολΔ περιλαμβάνει κατάλογο των εργατικών διαφορών, ενώ οι διατάξεις των άρθρων 621 και 622 Κ.Πολ.Δ. όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 περιέχουν ειδικές ρυθμίσεις για τις εργατικές διαφορές οι οποίες και αντιστοιχούν στις αντίστοιχες ρυθμίσεις των άρθρων 664,668,669 και 672 Κ.Πολ.Δ. προ της αντικατάστασης αυτών από το ν. 4335.2015 [βλ. X. Απαλλαγάκη Εφαρμογές Κ.Πολ.Δ. μετά το ν. 4335/2015, εκδ. 2017, σελ. 810, παρ. Β-4 και Μ. Μαργαρίτης Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. Ερμηνευτικό Συμπλήρωμα μετά το ν. 4335/2015, σελ. 83-84] και [β] στην περίπτωση όπου με την αγωγή ζητούνται αποδοχές υπερημερίας και η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, και συνεπώς η διατήρηση της ισχύος της έννομης σχέσης της σύμβασης μετά την καταγγελία αυτή, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς θα κριθεί από το δεκαπλάσιο της ετησίας παροχής και αν το δεκαπλάσιο των αποδοχών υπερημερίας του έτους υπερβαίνει τα 20.000 €, αρμόδιο τυγχάνει το Μονομελές Πρωτοδικείο [βλ. Ι. Χαμηλοθώρης Αρμοδιότητα πολιτικών Δικαστηρίων, εκδ. 2017, σελ. 221, παρ. 350].
Τυγχάνει δε ορισμένη, απορριπτομένου κατά το αντίστοιχο τμήμα και του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων και νόμιμη ως προς τα κυρία της αιτήματα, εειδομένη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 656, 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 176, 191 αρ. 2, 907, 908 και 946 ΚΠολΔ. Όμως, μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο είναι το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής περί επιβολής χρηματικής ποινής σε βάρος της δεύτερης εναγομένης για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς η επιβολή τέτοιας ποινής ως μέσο έμμεσης εκτέλεσης, προβλέπεται από το άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει υλική πράξη, η επιχείρηση της οποίας εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, μη δυνάμενης εκ της φύσεώς της, να εκτελεσθεί από τρίτον (βλ. Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 946 παρ. 1, σελ. 1819), κάτι όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον από την πλευρά της ενάγουσας διώκεται η ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης και η αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίησή της χωρεί μόνο με τους προβλεπόμενους από το άρθρο 951 ΚΠολΔ, τρόπους έμμεσης εκτέλεσης, ήτοι κατάσχεση περιουσίας, αναγκαστική διαχείριση ή προσωπική κράτηση.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν.ΓΠΟΗ/1912 (Α’ 3) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο (παράγραφος ΙΓ περίπτωση 6) του Ν.4093/2012 (Φ.Ε.Κ. Α’ 222/ 12-11-2012), το άρθρο 16 παρ.16 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Φ.Ε.Κ. Α’ 237 /5-12-2012) και το άρθρο 40 παρ.16 του Ν.4111/2013 (Φ.Ε.Κ. Α’ 18 /25-1-2013) έχει πλέον ως εξής: «…..1.Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8ο/οο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό 10 τοις εκατό (10%) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό 5 τοις εκατό (5%) υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% τα οποία ανωτέρω ποσοστά υπολογίζονται επί του ποσού του δικαστικού ενσήμου.». Εξάλλου, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 71 Εις.Ν.Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 34 ν. 4446/2016, [ΦΕΚ A 240/22-12-2016] ορίζει ότι στις περιπτώσεις εργατικών διαφορών για τις οποίες καταβάλλεται δικαστικό ένσημο (δηλ. για τις διαφορές που εισάγουν αίτημα επιδίκασης χρηματικής απαίτησης πλέον του ποσού της εκάστοτε καθ’ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου), αυτό καταβάλλεται για το επιπλέον αντικείμενο της διαφοράς και όχι για το σύνολο του αιτουμένου ποσού [βλ. ΑΠ 291/2015 ΕΕργ.Δικ. 2015,610] και αυτό πλέον καθορίζεται σε ποσοστό της τάξης των 4 τοις χιλίοις επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, η δε ως άνω διάταξη εφαρμόζεται για τις κατατεθείσες αγωγές μετά την πάροδο ενός μηνός από τη δημοσίευση του ν. 4446/2016 (άρθρο 45), ενώ σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 44 ν. 4446/2016, όπως αυτό ισχύει μετά από την αντικατάστασή του με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ.5 ν. 4465/2017 (ΦΕΚ A 47/4.4.2017), τα δικαστικά τέλη και παράβολα καταβάλλονται για «……..τα δικόγραφα……..» που κατατίθενται μετά την έναρξη της ισχύος του, εκτός εάν σε ειδικότερες διατάξεις του ορίζεται διαφορετικά. Σε περίπτωση δε που απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου και αυτό δεν καταβληθεί, τότε η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί κατ’ουσίαν λόγω πλασματικής ερημοδικίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 175 και 272 παρ. 1 ΚΠολΔ (μη επερχομένου απαραδέκτου της αγωγής ή της συζήτησης) και παράλληλα δημιουργείται δεδικασμένο από την τελεσιδικία της απόφασης [βλ. X Απαλλαγάκη Εφαρμογές Κ.Πολ.Δ. μετά το ν. 4335/2015, εκδ. 2017, σελ. 347, Κεφ. Δ παρ. 9 και 817, παρ. 3 σημ. 23]. Στη δε προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει συνεπώς, η ένδικη αγωγή, δεδομένου ότι ασκείται ενώπιον του καθ’ύλην αρμοδίου Δικαστηρίου και ορισμένα, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι η ενάγουσα λόγω (του συνολικώς καταψηφιστικώς αιτουμένου διά της κρινομένης αγωγής) ποσού υποχρεούται σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και προσαυξήσεων υπέρ τρίτων, καθόσον το συνολικό καταψηφιστικώς αιτούμενο αγωγικό του αίτημα υπερβαίνει το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή δικαστικού ενσήμου (ήτοι το ποσό των 20.000 €, βλ. άρθρ. 71 Εις.Ν.Κ.ΠολΔ), και ως εκ τούτου προσκομίζει μετ’ επικλήσεως το υπ’αρ. ……. e- παράβολο, ποσού της τάξης των 375,64 €, μετά του συνημμένου από 20-3-2018 αποδεικτικού πληρωμής προς την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…….», ενώ εξάλλου και για το αναγνωριστικό της αντικείμενο δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου [άρθρο 7 παρ. 3 του ν.δ. 1544/1942 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α’51/12-3-2012)].
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 591 § 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 19 του ν. 2915/2001, συνάγεται σαφώς ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται δηλονότι σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που «ως γενόμενο κατά τη συζήτηση» σημειώνεται στα πρακτικά. Από την διάταξη του άρθρου 256 § 1 περ. δ’ συνάγεται ότι κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων στα πρακτικά μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλόμενων εγγράφων προτάσεων [ΟλΑΠ 2/2005 ΕλΔ 46(2005).689=ΕΕργΔ 65(2006).610], Δηλαδή, η καταχώριση στα πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οποιασδήποτε ενστάσεως, την οποία προβάλλει ο εναγόμενος, αποκρούων την εργατική εναντίον του αγωγή, τότε μόνο επιβάλλεται επί ποινή απαραδέκτου, όταν ο εναγόμενος εργοδότης δεν καταθέσει προτάσεις. Στην αντίθετη περίπτωση (δηλαδή όταν ο εναγόμενος εργοδότης καταθέτει προτάσεις, στις οποίες περιέχει αναλυτικώς τις προτεινόμενες ενστάσεις του), αρκεί η απλή προφορική αναφορά τους κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και η περαιτέρω παραπομπή στις περιέχουσες αυτές (τις ανωτέρω ενστάσεις) προτάσεις του. Από δε τη διάταξη του άρθρου 656 εδάφιο (β) Ακ προκύπτει ότι από τον οφειλόμενο στο μισθωτό μισθό υπερημερίας ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει κάθετί που ο μισθωτός ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού. Ως ωφέλεια του μισθωτού νοείται και εκείνη που αποκτήθηκε και από τη δραστηριότητα αυτού ως ελευθέρου επαγγελματία, εφόσον όμως η ωφέλεια αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτός δεν απασχολήθηκε στη υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα [βλ. επ αυτού ΑΠ 1004/2004 ΔΕΝ 61/2005,185 και ΕΕργΔικ.64/2005,996 και Ληξουριώτη Ενστάσεις Εργατικού Δικαίου εκδ. 2010, σελ. 74, σημ. 4 με παραπομπή σε νομολογία υπ αρ.4]. Σε αιτιώδη συνάφεια τελεί η ωφέλεια που αποκομίζει ο εργαζόμενος με τη χρήση της εργασιακής του δύναμης την οποία και πρότερα είχε την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του εργοδότη, η δε ως άνω ωφέλεια προκύπτει από τη χρησιμοποίηση του χρόνου που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και όχι εκείνου που θα μπορούσε ο εργαζόμενος να διαθέσει και όταν λειτουργούσε η σχέση εργασίας. Επομένως, δεν αφαιρείται η ωφέλεια που προυπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη προερχομένη από την αξιοποίηση του εκτός ωραρίου εργασίας χρόνου του εργαζομένου. Για την πληρότητα και το ορισμένο της αντίστοιχης ένστασης του εργοδότη θα πρέπει ειδικά να διαλαμβάνεται η συγκεκριμένη ωφέλεια την οποία και αποκόμισε ο εργαζόμενος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, πρέπει να προσδιορίζονται οι λοιπές επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά στις συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητές του και να αποδίδεται ειδικά αυτή σε υπερημερία του εργοδότη του, ήτοι να προσδιορίζεται σαφώς η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ωφέλειας και της ματαίωσης λόγω της υπερημερίας της προσφοράς των υπηρεσιών του εργαζομένου προς τον εργοδότη [βλ. ΑΠ 1165/2007 ΔΕΝ2008, 545]. Η παράλειψη της δυνατότητα ανεύρεσης εργασίας από την πλευρά του μισθωτού σε τρίτον συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος αξίωσης για μισθούς υπερημερίας όταν η παράλειψη αυτή είναι κακόβουλη (και συνεπώς όχι όταν υπάρχει απλή αμέλεια), ήτοι όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος αποφεύγοντας αδικαιολόγητα ην ανεύρεση άλλης εργασίας, την οποία ευχερώς μπορούσε να ανεύρει και παράσχει, ή όταν δεν αποδέχθηκε προσφερθείσα από άλλο εργοδότη εργασία χωρίς να έχει σοβαρούς λόγους που να δικαιολογούν τη μη αποδοχή ή αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία που βρήκε και η οποία δεν υπολείπεται εκείνης που ο ίδιος παρείχε προηγουμένως, με σκοπό να εισπράττει στο μέλλον από τον προηγούμενο εργοδότη του αποδοχές υπερημερίας. Το γεγονός δε και μόνο της (κατά τον αντίστοιχο χρόνο της υπερημερίας του εργοδότη) απασχόλησης για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε άλλον εργοδότη δεν αποκλείει την καταχρηστική άσκηση της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας ως προς το υπόλοιπο χρονικό διάστημα. Κακοβουλία όμως του εργαζομένου δεν μπορεί να χωρήσει όταν η εργασία που του προσφέρεται δεν είναι ανάλογη με τα προσόντα, τις γνώσεις και την ειδικότητα που είχε ή όταν η τυχόν αποδοχή της δυσχεραίνει σημαντικά την επιστροφή του στην προηγούμενη θέση του σε περίπτωση που ο εργοδότης του διακόψει την υπερημερία του προσκαλώντας τον εργαζόμενο να αναλάβει εκ νέου εργασία στην προτέρα θέση του [βλ. Δ. Ζερδελής, Εφαρμογές Εργατικού Δικαίου, εκδ. 2015, σελ. 218]. Επομένως, το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει αποδοχές υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής τους σχέσης, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όπως όταν ο εργαζόμενος θεληματικά παραμένει άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την ανεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, προκειμένου να εισπράττει από αυτόν τους μισθούς υπερημερίας χωρίς και να εργάζεται ο ίδιος [βλ. Ληξουριώτη Ενστάσεις Εργατικού Δικαίου εκδ. 2010, σελ. 74, σημ. 1 με παραπομπή σε νομολογία υπ αρ.1 -ΑΠ 1370/2007 ΝοΒ 56,1/2008,179-]. Στη δε προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι παραδεκτά με δήλωση επ ακροατηρίω του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, η οποία καταχωρήθηκε στα οικεία (ταυτάριθμα με την παρούσα) πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, όπως και με σχετική μνεία που αναλυτικά εξειδικεύεται στις έγγραφες προτάσεις τους υπέβαλαν διττής ουσιαστικής φύσεως ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ και συγκεκριμένα περί έκπτωσης της ωφέλειας την οποία αποκόμισε η ενάγουσα κατά το χρόνο υπερημερίας του πρώτου των εναγομένων σε έτερο εργοδότη και – επικουρικά- περί κακόβουλης παράλειψής της να ανεύρει εργασία σε άλλον εργοδότη, καθώς και αντίστοιχη ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου ως άνω δικαιώματος της ενάγουσας, ερειδομένη στη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ σε συνδυασμό με την αντίστοιχη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά τους ειδικότερους όρους και πραγματικές προϋποθέσεις που αναπτύσσονται επαρκώς στις εγγράφως κατατεθείσες προτάσεις της, οι οποίες (ενστάσεις) αμφότερες τυγχάνουν παραδεκτές και νόμιμές και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω και δη ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.
Σημειώνεται ότι στις ειδικές διαδικασίες, μετά την εφαρμογή του ν. 4335/2015, καθόσον δεν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη στη γενική εισαγωγική διάταξη του άρθρου 591 Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζονται για τις ασκηθείσες μετά τις 1-1-2016 αγωγές ως προς το διαδικαστικό τύπο και το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων οι διατάξεις των άρθρων 421 επ. Κ.Πολ.Δ., ενώ η αδιάστικτη διατύπωση του άρθρου 424 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία ένορκη βεβαίωση που δίδεται κατά παράβασιν των προηγουμένων διατάξεων δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψιν και μάλιστα ούτε και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σημαίνει ότι όλες οι επιμέρους διατυπώσεις των διατάξεων των άρθρων 421-423 ΚΠολΔ τάσσονται με ποινή την ακυρότητα των ενόρκων βεβαιώσεων [βλ. X. Απαλλαγάκη Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας μετά το ν. 4335/2015, εκδ. 2017, σελ. 316, παρ. 37 και σελ. 858 παρ. 8 σημ. 44 και Κ. Καλαβρός Πολιτική Δικονομία εκδ. 2016, σελ. 382, παρ. 99]. Στη δε προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, χωρίς και να παραλείπεται η αποδεικτική αξιοποίηση τινός εξ αυτών, ειδικότερα δε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης (…… …… του ……) και ανταπόδειξης (….. ……. του ……), οι οποίοι και εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στη δικάσιμο της 20ης-3-2018, όπως η κατάθεσή τους εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, εκτιμώμενες εκάστη καθ’ εαυτή, σε συνδυασμό κατά το λόγο της γνώσεως και της αξιοπιστίας των ανωτέρω μαρτύρων, από το σύνολο των εγγράφων, που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι [άρθρα 106, 335, 339, 341, 432, 670 και 674 του ΚΠολΔ, τα οποία έχουν εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, βλ. σχετ. ΑΠ 1351/2003 ΕλΔ 45(2004).1037, ΑΠ 1150/2003 ΕλΔ 46(2005).405], από τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία λαμβάνονται υπόψιν αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), λαμβανομένων, επιπρόσθετα των ανωτέρω υπόψιν και: [Α] της υπ.αρ. ……/2018 ενόρκου βεβαιώσεως του μάρτυρος απόδειξης της ενάγουσας, …… …… ……, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία λήφθηκε νομίμως προ 24ώρου κλητεύσεως της ενάγουσας προς τους εναγομένους, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζομένη μετ’ επικλήσεως από την πλευρά της ενάγουσας με ημερομηνία 20-3-2018 κλήση της, σε συνδυασμό με τις υπ. αρ. ……/20-3-2018 και ……/20-3-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη, καθώς και των υπ’αρ. ……/2012, ……/2012, ……/2012 και ……/2012 ενόρκων βεβαιώσεων που ελήφθησαν ενόψει πρότερης της παρούσης δίκης και επομένως χρησιμοποιούνται ως δικαστικά τεκμήρια, όπως και [Β] των υπ.αρ. ……/19-3-2018, ……/19-3-2018, ……/19-3-2018, ……/19-3-2018, ……/19-3-2018 και ……/19- 3-2018 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ανταπόδειξης των εναγομένων, ήτοι των …… …… του ……, …… …… του ……, …… …… του ……, …… …… του ……, της …… …… του …… και της …… …… του …… αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, …… …… του ……, οι οποίες λήφθηκαν νομίμως προ 24ώρου κλητεύσεως της ενάγουσας από τους εναγομένους, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζομένη μετ’ επικλήσεως με ημερομηνία 14-3-2018 κλήση αυτών, σε συνδυασμό με την υπ. αρ. ……/14-3-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ελίζας Γ.Τριγιάρ, (δεδομένου ότι με βάση τη διάταξη του άρθρου 422 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου δευτέρου του άρθρου 1 ν. 4335/2015, προς επίρρωσιν των ισχυρισμών των διαδίκων μπορούν να προσκομιστούν έως πέντε -5- ένορκες βεβαιώσεις για έκαστο των διαδίκων, οπότε και οι έξι -6- συνολικά προσκομισθείσες από την πλευρά αμφοτέρων των εναγομένων εντάσσονται δικονομικά και καλύπτονται αριθμητικά ενόψει του αριθμού τους στο ανωτέρω δικονομικό πλαίσιο, χωρίς να προκύπτει απαράδεκτο περί της λήψης και προσκόμισής τους, απορριπτομένης της περί του αντιθέτου ένστασης της ενάγουσας ως μη νόμιμης) αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι μετά από την άσκηση της υπ’αρ. έκθεσης κατάθεσης ……./2012 αγωγή της ενάγουσας κατά του πρώτου εναγομένου, με κύριο αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της από 15-3-2013 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της αορίστου χρόνου από την πλευρά του πρώτου των εναγομένων, την επ’αυτής έκδοση της υπ’αρ. 3269/2013 οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (εκδικαζομένης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών), δυνάμει της οποίας η αγωγή της έγινε εν μέρει δεκτή και την άσκηση της από 23-7-2015 υπ’αρ. έκθεσης κατάθεσης ……./2015 έφεσης από την πλευρά του πρώτου των εναγομένων, δυνάμει της υπ’ αρ. 43/2017 (επί της ανωτέρω έφεσης εκδοθείσης) απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς έγινε τελεσίδικα δεκτό ότι: [i] ότι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος διατηρεί εμπορική επιχείρηση πώλησης υποδημάτων στον ……. Αττικής (επί της οδού ……. αρ. …), με το διακριτικό τίτλο «…….», στις 20 Αυγούστου 2011 προσέλαβε άτυπα και δη προφορικά την ενάγουσα, προκειμένου να εργαστεί στο προαναφερόμενο κατάστημά του, ως πωλήτρια, με εργασιακό καθεστώς μερικής απασχόλησης και συγκεκριμένα τεσσάρων (4) συνολικά ημερών την εβδομάδα, (ήτοι Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο), επί 4 ώρες τις καθημερινές (από 21.00) και 6 ώρες τα Σάββατα (09.00-15.00), με τη συμφωνία ότι θα αμείβεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση εμπορίας υποδημάτων και συναφών ειδών και πράγματι (ότι) η ενάγουσα από την ανωτέρω ημεροχρονολογία πρόσληψής της προσέφερε τις υπηρεσίες της, για τις οποίες είχε προσληφθεί, συνεχώς έως τις 09.12.2011, που με νεότερη, προφορική συμφωνία των διαδίκων, η απασχόληση της ενάγουσας μετατράπηκε από μερική σε πλήρης, με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία (από Τρίτη έως και Σάββατο και Δευτέρα ρεπό) και ωράριο ημερήσιας απασχόλησης αυτό των εμπορικών καταστημάτων (08.30-15.00 Τετάρτη και Σάββατο και 09.00 π.μ.- 14.00 και 17.00-21.00 Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή), [ii] ότι η ενάγουσα υπό το προαναφερόμενο καθεστώς αυτό απασχόλησης εργάστηκε στην, ως άνω, επιχείρηση του εναγόμενου, με την παραπάνω ειδικότητά της, μέχρι την 13-3-2012, που ανακοίνωσε στον εναγόμενο ότι κυοφορούσε το πρώτο της παιδί, γεγονός που δυσαρέστησε τον τελευταίο, ο οποίος δυο μέρες μετά, ήτοι την 15η-3-2012 την απέλυσε προφορικά, δηλώνοντας της ότι δε θα αποδέχεται στο μέλλον τις προσφερόμενες υπηρεσίες της, [iii] ότι ενόψει της απόλυσής της, η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας (Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης …….), όπου και συζητήθηκε ή υπόθεσή της, την 29η-3-2012 (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. …/…/29.03.2012 δελτίο εργατικής διαφοράς), παρόντος του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι, προσέλαβε την ενάγουσα στις 09.12.11 και όχι την 20η-8-2011, όπως ισχυρίζεται η ίδια και ότι, ουδέποτε απέλυσε την ενάγουσα, η οποία αποχώρησε οικειοθελώς από τη θέση εργασίας της στο κατάστημά του, την 25η-2-2012, οπότε και υπέγραψε το έγγραφο της οικειοθελούς αποχώρησής της, αφού πρώτα, την 15η-2-2012, του είχε ανακοινώσει ότι, προτίθεται να αποχωρήσει, προκειμένου να εργαστεί σε άλλη επιχείρηση και ότι, ενώ είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από τη θέση εργασία της, από την 25η-2-2012, κατά τα προαναφερόμενα, στην συνέχεια, την 15η-3-2012, επειδή στο μεταξύ είχε πληροφορηθεί ότι ήταν έγκυος, επανήλθε στην εργασία της γνωστοποιώντας στον εναγόμενο το γεγονός της εγκυμοσύνης της και δηλώνοντας ότι θα συνεχίσει να εργάζεται στο κατάστημα του, αρνούμενη ότι ουδέποτε αποχώρησε οικειοθελώς. Ότι προς απόδειξη των ισχυρισμών του, ο εναγόμενος προσκόμισε ενώπιον του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, αντίγραφο της αναγγελίας πρόσληψης της ενάγουσας, μέσω προγράμματος του ΟΑΕΔ, το έγγραφο της αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησής της, τον πίνακα προσωπικού του καταστήματος του και την ατομική σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, καθώς επίσης και αποδείξεις πληρωμής της και το βιβλίο αδειών, από τα οποία προκύπτει ο επικαλούμενος από τον εναγόμενο χρόνος πρόσληψης της ενάγουσας, ότι η ενάγουσα έχει εξοφληθεί ως προς τις εργατικές της αξιώσεις, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα εργασίας της στην επιχείρησή του (09.12.11-25.02.2012) και ότι αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, την 25η-2-2012. Ότι τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του, που υποστήριξε ενώπιον του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας επανέλαβε ο πρώτος εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ότι οι ισχυρισμού του αυτοί ουδόλως αποδείχτηκαν από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, [iv] ότι ο ισχυρισμός του τελευταίου και δη ως προς την ημερομηνία πρόσληψης της ενάγουσας, το πρώτον, την 9η-12-2011 και όχι την 20η-8- 2011 τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος. Το καθεστώς μερικής απασχόλησης με το οποίο εργάστηκε η ενάγουσα στην, ως άνω, επιχείρηση του εναγομένου, από την 20η-8-2011 έως την 9-12-2011, οπότε και τροποποιήθηκαν οι όροι της σύμβασης εργασίας της, η οποία εφεξής συμφωνήθηκε πλήρους απασχόλησης, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, οδηγήθηκε το ανωτέρω Δικαστήριο, εκτιμώντας τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, οι οποίοι εκτός του ……. ……., είναι όλοι υπάλληλοι 11 ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, που βρίσκονται πλησίον του καταστήματος του εναγομένου και όλοι βεβαίωσαν ενόρκως υπέρ της ενάγουσας, εξ ιδίας αντίληψης, ότι, έβλεπαν την ενάγουσα να εργάζεται από τον Αύγουστο του 2011 στο, ως άνω, κατάστημα του εναγομένου ως πωλήτρια, με καθεστώς μερικής απασχόλησης και ότι από το Δεκέμβριο του 2011 την έβλεπαν να εργάζεται με πλήρη απασχόληση όλες τις ημέρες της εβδομάδας, κατά τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων, εκτός από ορισμένες Δευτέρες, γεγονός που επιβεβαίωσε η ενόρκως εξετασθείσα στο ακροατήριο του προρηθέντος Δικαστηρίου κατά την δικάσιμο της 28ης-2-2013 μάρτυρας απόδειξης και συνάδελφος της ενάγουσας στην ίδια επιχείρηση του εναγόμενου, ……. ……., η οποία, χαρακτηριστικά και επί λέξει καταθέτει στο κρίσιμο σημείο της: «Είμαι πρώην συνάδελφός της. Το Αύγουστο του 2011, προσλήφθηκε παρτ τάϊμ, απόγευμα και Σάββατα…», η δε, ως άνω, κατάθεση, συμπεριλαμβανομένων των ενόρκων βεβαιώσεων, κρίνονται ειλικρινείς, καθόσον δεν προσδοκούν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, [ν] ότι σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το ανωτέρω Δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Πειραιώς), από την εκτίμηση της κατάθεσης της μάρτυρα, ……. ……., συζύγου του εναγομένου (η οποία και τυγχάνει επίσης μάρτυρας ανταπόδειξης και στην παρούσα δίκη), που ελέγχεται ως προς την αξιοπιστία της και η οποία ενόρκως βεβαίωσε υπέρ αυτού, ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από τον πρώτο εναγόμενο, το πρώτον, την 9η-12-2011, όταν αποχώρησε η υπάλληλος που εργαζόταν ως τότε ως πωλήτρια στο κατάστημα του συζύγου της, ……. ……., διότι, η εν λόγω μάρτυρας συνδέεται με δεσμούς συγγένειας με τον εναγόμενο και τα όσα βεβαιώνει έρχονται σε αντίθεση με τα όσα καταθέτουν οι μάρτυρες της ενάγουσας, οι οποίοι εξ ιδίας αντίληψης και μετά λόγου γνώσης κατέθεσαν τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, επιπλέον, σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από την εκτίμηση της ένορκης επ’ ακροατηρίω κατάθεσης της μάρτυρα ανταπόδειξης του εναγομένου, ……. ……., που περιέχεται στο υπ’ αριθμόν 3269/2013 πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία είναι ιδιοκτήτρια επιχείρησης πλησίον της επιχείρησης του εναγόμενου και μόνη αυτή, σε αντίθεση με όλους τους παραπάνω μάρτυρες της ενάγουσας, οι οποίοι όπως προαναφέρθηκε, είναι επίσης ιδιοκτήτες ή εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις πλησίον του καταστήματος του εναγόμενου, κατέθεσε ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από τον εναγόμενο το Δεκέμβριο του 2011, οι δε καταθέσεις των, ως άνω, μαρτύρων του εναγομένου δεν επιβεβαιώνονται από κανένα αποδεικτικό μέσο της δικογραφίας και, ειδικότερα, δεν επιβεβαιώνονται, ούτε από το έγγραφο της από 09.12.2011 γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, αλλά ούτε και από το από 09.12.11 έγγραφο αναγγελίας πρόσληψης της ενάγουσας στον Ο.Α.Ε.Δ., τα οποία προσκόμισε ο εναγόμενος στην Επιθεώρηση Εργασίας κατά τη συζήτηση της διαφοράς του με την ενάγουσα, στις 29.03.12, αλλά δεν τα επικαλείται ούτε τα προσκομίζει στο παρόν δικαστήριο, αντίθετα τα προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι είναι πλαστά ως προς τη φερόμενη ως τεθείσα υπογραφή της και στα οποία φέρεται ως ημερομηνία πρόσληψης της ενάγουσας με σύμβαση εργασίας, πλήρους απασχόλησης, αορίστου χρόνου, η 9η-12-2011, καθόσον, όπως αποδείχτηκε από την από 1η-9-2014 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που κατέθεσε στην γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο διορισθείς με την υπ’ αριθμόν 3269/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, πραγματογνώμονας-ειδικός δικαστικός γραφολόγος, ……. ……., η υπογραφή που αποτυπώνεται στη θέση του εργαζομένου, στο, ως άνω, έγγραφο της αναγγελίας των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας.Έτσι, αφού με βάση τα ανωτέρω επιμέρους διαλαμβανόμενα, αναγνωρίστηκε τελεσίδικα πλέον δυνάμει της ανωτέρω απόφασης η λόγω καταχρηστικότητας ακυρότητα της από 15-3-2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας, οπότε και της επιδικάστηκε δε το συνολικό ποσόν των 11.782,32 € ως αποδοχές υπερημερίας για το συνολικό χρονικό διάστημα από τις 16-3-2012 έως και τις 16-3-3013, το ποσόν των 230,09 € για δώρο Πάσχα, των 490,93 € για επίδομα αδείας έτους 2012, το ποσόν των 1.022,76 € για δώρο Χριστουγέννων έτους 2012, το ποσόν των 2.909,19 € για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και το ποσόν των 2.000 € για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντίστοιχα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ατομική επιχείρηση του πρώτου των εναγομένων διέθετε άλλες τρεις εκμεταλλεύσεις – καταστήματα λιανικής, ένα στο ……. Αττικής επί της οδού ……., αριθμ. ……., ένα στο ……. ……., επί της οδού ……., αριθμ. … και ένα στην ……. ……., επί της οδού ……., αριθμ. …, που λειτουργούσαν ως αλυσίδα καταστημάτων με την υπό την ονομασία «…….». Για τη δε ως άνω εργασία της ενάγουσας συμφωνήθηκε όπως μετά τη μετατροπή από μερικής σε αντίστοιχη πλήρους απασχόλησης [και δη μετά τις 9-12-2011 έως τις 15-3-2012] αμείβεται με μηνιαίο μισθό, με βάση το εκάστοτε ισχύον συλλογικό καθεστώς για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας, πλην όμως ο πρώτος των εναγομένων, καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα της κατέβαλλε αποδοχές υπολειπόμενες του νομίμων και συμφωνηθεισών, δεδομένου ότι από 9/12/2011 και εφεξής της κατέβαλλε το ποσό των 918,13 Ευρώ μηνιαίως (μικτά), ενώ, με βάση την προϋπηρεσία της (τεσσάρων ετών ως πωλήτρια σε εμπορικές επιχειρήσεις, την οποία και είχε γνωστοποιήσει στον πρώτο των εναγομένων, όπως τελεσίδικα αναγνωρίστηκε τούτο εκ του ανωτέρω προκύπτοντος δεδικασμένου, καθόσον η ύπαρξη προϋπηρεσίας στο πρόσωπό της ήταν στοιχείο και καθοριστικός παράγοντας πρόσληψής της από τον πρώτο των εναγομένων, ο οποίος και αναζητούσε έμπειρες πωλήτριες για την επιχείρησή του) όφειλε να της καταβάλλει μηνιαίο μισθό ύψους 981,86 €, ήτοι το ποσόν των 63,73 € μηνιαίως. Δεν αποδείχθηκε όμως ο ισχυρισμός της ότι ο πρώτος των εναγομένων παρέλειψε να την ασφαλίσει στο ΙΚΑ για το διάστημα από την πρόσληψή της έως τις 8/12/2011. Όπως άλλωστε έγινε τελεσίδικα δεκτό από την υπ’ αρ. 43/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (δικονομικώς έτσι παραγομένου εξ αυτού και του αντιστοίχου ουσιαστικού δεδικασμένου) η ένδικη σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, ρυθμίζεται από τις διατάξεις της ΑΚ 656, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει, καθόσον μετά την ισχύ του Ν. 4139/13 και επομένως, καταλαμβάνει και την ένδικη αξίωση της ενάγουσας περί επαναπασχόλησης, που τυγχάνει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, νόμιμη, αφού είναι εκκρεμής υπόθεση. Επί του ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου ότι η επιχείρησή του, επί της οδού ……. αρ…. ουσιαστικά έχει κλείσει, πράγματι αποδεικνύεται από την υπ’ αριθμόν ……./11-7-2012 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Πειραιά, ότι το κατάστημα του πρώτου των εναγομένων στην ανωτέρω διεύθυνση έκλεισε, λόγω οφειλής μισθωμάτων, όπως έγινε δεκτό δυνάμει της υπ’ αριθμόν ……./2012 διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Όμως, ο πρώτος εναγόμενος παράλληλα κατά το αυτό ως άνω χρονικό διάστημα εκμεταλλευόταν τα ανωτέρω ομοειδή εμπορικά καταστήματα και δη: α) ένα κατάστημα εμπορίας ενδυμάτων και υποδημάτων, επί της οδού ……. αρ…., στο ……. Αττικής (βλ. την από 3-9-2015 απόδειξη λιανικής πώλησης ταμειακής μηχανής καθώς και την καταχώρισή του στον επαγγελματικό οδηγό, από την οποία προκύπτει ότι πρόκειται για κατάστημα της αλυσίδας «…….»), β) ένα κατάστημα εμπορίας ενδυμάτων και υποδημάτων επί της οδού ……. αρ…., στην ……. και γ) ένα κατάστημα εμπορίας ενδυμάτων και υποδημάτων στο ……. ……., επί της οδού ……. αρ…., οπότε η επιχειρηματική δραστηριότητα του πρώτου εναγομένου συνεχίστηκε μετά το κλείσιμο του καταστήματος της επιχείρησής του στην οδό ……. αριθμό … και μπορούσε ευχερώς να επαναπασχολεί την ενάγουσα σε έτερο των ανωτέρω καταστημάτων. Ενώ η ανωτέρω τελεσίδικη υπ’ αρ. 43/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς δημοσιεύθηκε στις 26-1-2017, άμεσα μετά τη δημοσίευσή της και συγκεκριμένα στις 21-2-2017 ο πρώτος των εναγομένων συνέστησε με τη σύζυγό του [και ήδη μάρτυρα ανταπόδειξης, (…… …….. του …….)] τη δεύτερη των εναγομένων ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία, στην οποία και ο ίδιος τυγχάνει εταίρος σε ποσοστό της τάξης του 15% και παράλληλα μοναδικός διαχειριστής αυτής [(βλ. άρθρο 6 του καταστατικού της σύστασης της ανωτέρω Ι.Κ.Ε.) «ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ-ΟΡΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ»], ενώ η ……. ……. κατέχει το υπόλοιπο ποσοστό, της τάξης του 85%, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά και από τους εναγομένους [βλ. και υπ ‘αρ. ……. ένορκη βεβαίωση του εναγομένου]. Η προκύπτουσα ως άνω Ι.Κ.Ε. ουσιαστικά φέρει την αυτή ως άνω εμπορική – οικονομική δραστηριότητα με την αντίστοιχη ατομική επιχείρηση που έως τότε διατηρούσε ο πρώτος εναγόμενος, αναλαμβάνοντας στην ουσία τη συνέχιση της δραστηριότητας της ατομικής επιχείρησης του πρώτου των εναγομένων, με αποτέλεσμα να έχει λάβει χώρα πλήρης μεταβίβαση εν συνόλω της επίδικης ως άνω επιχείρησης από τις 21-2-2017 και εφεξής, από τον πρώτο προς τη δεύτερη των εναγομένων αντίστοιχα, αφού έλαβε χώρα ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας του πρώτου των εναγομένων από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίστηκε από τη δεύτερη των εναγομένων ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή, με την επισήμανση ότι ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει, αφού αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης (πρώτος εναγόμενος) απώλεσε την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχος του (δεύτερη εναγόμενη) αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Έτσι, μεταβιβάστηκαν τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση της δεύτερης εναγομένης ως νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη (πρώτου των εναγομένων) για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτων, η δεύτερη εναγομένη ως νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό. Συγκεκριμένα και επιπρόσθετα των ανωτέρω, ως μεταβιβαζόμενη μονάδα, αποδεικνύεται ότι: [α] η νέα επιχείρηση της δεύτερης των εναγομένων φέρει κύριο κατάστημα άσκησης της εν γένει εμπορικής της δραστηριότητας στον ……. του νομού Αττικής και επί της δημοτικής οδού ……., αριθμός … [(βλ. άρθρο 2 του καταστατικού της σύστασης της ανωτέρω Ι.Κ.Ε.) με τίτλο «ΕΔΡΑ»], καθώς και το υποκατάστημα στο ……. (οδός ……. αριθμός …) και στην πόλη της ……. (οδός ……. αριθμός …) καθώς και το υποκατάστημα στον Πειραιά επί της δημοτικής οδού ……., επί της οποίας φέρει τον ειδικό αύξοντα αριθμό ….-…., [β] φέρει ουσιαστικά τον αυτό διακριτικό τίτλο και δη τον για τις ανάγκες της νέας προκύπτουσας επιχείρησης τίτλο «…….», [γ] φέρει τους αυτούς τηλεφωνικούς αριθμούς και συγκεκριμένα τον αριθμό ……. στο κατάστημα του ……., τον αριθμό ……. στο κατάστημα του ……., τον αριθμό ……. στο κατάστημα της ……. και τον αριθμός ……. αντίστοιχα στο κατάστημα του Πειραιά, [δ] μεταβιβάστηκε από τον πρώτο προς τη δεύτερη των εναγομένων το σύνολο της βασικής υλικοτεχνικής υποδομής της επιχείρησής του, την οποία η δεύτερη των εναγομένων τελειοποίησε με την προσθήκη και νέας, καθώς και η πλειονότητα των εργαζομένων του απασχολούνται πλέον από τη δεύτερη των εναγομένων, [ε] και μετά τη μεταβίβαση, η εμπορική επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης διατηρεί αυτοτελώς την ταυτότητά της ως εμπορική-οικονομική ενότητα (οικονομική μονάδα), ενώ ως προς τη μονάδα αυτή μετεβλήθη μόνο ο φορέας της, ήτοι υπάρχει πλέον μεταβολή του εργοδότη και δη του υπευθύνου για την εκμετάλλευση της επιχείρησης φυσικού προσώπου, ο οποίος μετά τις 21-2-2017 και είναι η δεύτερη των εναγομένων και μάλιστα χωρίς την πρότερη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης του πρώτου των εναγομένων, αφού ως φορέας της μονάδος νοείται όποιος διευθύνει και εκμεταλλεύεται στο δικό του όνομα τη συγκεκριμένη μονάδα και επομένως ασκεί έναντι των εργαζομένων στα αντίστοιχα εργοδοτικά καθήκοντα, χωρίς να ενδιαφέρει εάν έχει και την κυριότητα των επιμέρους στοιχείων τα οποία και συνθέτουν τη συγκεκριμένη οργανωτική μονάδα, αρκεί να του έχει δοθεί η εξουσία να διευθύνει ιδίω ονόματι τη μονάδα αυτή, καθώς και η εξουσία να οργανώνει και συντονίζει τα στοιχεία τα στοιχεία της μονάδας προς επίτευξη του επιδιωκομένου λειτουργικού της σκοπού, ενώ παράλληλα δεν έχει σημασία εάν μεταβιβάζεται η κυριότητα (ή το οικονομικό αγαθό που αφορά η επιχείρηση) της επιχείρησης. Έτσι, ενόψει των ανωτέρω, του είδους της επιχείρησης, της απασχόλησης εργατικού δυναμικού του πρώτου εναγομένου στην νέα επιχείρηση καθώς και του βαθμού ομοιότητας των εμπορικών δραστηριοτήτων των δύο ως άνω επιχειρήσεων και δη του πρώτου εναγομένου και της διάδοχης εργοδότριας – δεύτερης των εναγομένων, κρίνεται ότι στην ουσία στις 21-2-2017 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από τον πρώτο προς τη δεύτερη εναγομένη, η οποία αποτελεί και τη διάδοχο επιχείρησης της ατομικής αντίστοιχης του πρώτου των εναγομένων, αναλαμβάνοντας ως γενικό οργανωμένο σύνολο οικονομικής και εμπορικής επιχείρησης – ενότητας- την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας που έως τις 21-2-2017 ασκούσε η ατομική επιχείρηση του πρώτου των εναγομένων. Με βάση επομένως τα ανωτέρω επιμέρους διαλαμβανόμενα και δη στη μείζονα σκέψη της παρούσης, η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ουδέποτε είχε λυθεί προ της 21-2-2017 έναντι του αρχικού εργοδότη της (πρώτου εναγομένου), ενώ μετά από τις 21-2-2017 η υπερημερία περί της αποδοχής της εργασίας της συνεχίστηκε πλέον στο πρόσωπο της δεύτερης των εναγομένων, όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείται, για το χρονικό διάστημα μετά από τη μεταβίβαση της επιχείρησης αυτής, αρνουμένης της τελευταίας όπως αποδεχθεί τις νομίμως και προσηκόντως παρασχεθείσες υπηρεσίες της εναγομένης. Αφού δε σημειωθεί ότι σε όλες τις περιπτώσεις, οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις που ήταν ενεργείς κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως (Α.Π. 318/1998 ΕΕργΔ 1999, 355) συνεχίζονται με τον νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, άσχετα από τη συναίνεση των εργαζομένων, οπότε και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας μετά του πρώτου των εναγομένων ήταν εισέτι ενεργή κατά το χρόνο μεταβίβασης, ήτοι στις 21-2-2017, για την ανωτέρω αιτία, ο πρώτος εναγόμενος [ως μεταβιβάζων, οποίος και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος] και η δεύτερη των εναγομένων [ως νέος εργοδότης, ο οποίος και ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό, από το άρθρο 479 Α.Κ., και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση], εξακολουθούν να οφείλουν στην ενάγουσα τα εξής επιμέρους ποσά: [Α] ο πρώτος των εναγομένων, εις ολόκληρον μετά της δεύτερης των εναγομένων, για το χρονικό διάστημα από τις 16 Μαρτίου 2013 μέχρι τις 21-2-2017 (χρονικό σημείο υλοποίησης της μεταβίβασης επιχείρησης), το ποσό των 46.147,42 € (981,86 Ευρώ χ 47 μήνες) καθώς και: α) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2013: 235,21 €, β) για επίδομα αδείας 2013: 490,93 €, γ) για επίδομα Χριστουγέννων 2013: 1.022,76 € δ) για επίδομα Πάσχα 2014: 511,38 €, ε) για επίδομα αδείας 2014: 490,93 € στ) για επίδομα Χριστουγέννων 2014: 1.022,76 €, ζ) για επίδομα Πάσχα 2015: 511,38 € η) για επίδομα αδείας 2015: 490,93 €, θ) για επίδομα Χριστουγέννων 2015: 1.022,76 €, ι) για επίδομα Πάσχα 2016: 511,38 €, ια) για επίδομα αδείας 2016: 490,93 €,, ιβ) για επίδομα Χριστουγέννων 2016: 1.022,76 €, ιγ) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2017: 378,38 € και συνολικά ο ποσό των 54.349,21 € (46.147,428 +235,21 + 490,93 + 1.022,76 + 511,38 + 490,93 + 1.022,76 + 511,38 + 490,93 +1.022,76 + 511,38 + 490,93 + 1.022,76 +378,38). [Β] ειδικά η δεύτερη εναγομένη (ως διάδοχος εργοδότης): [Α] για αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα [Α1] από 15-3-2012 έως 16-3-2013 το ποσόν των 11.785,32 €, [Α2] από τις 16-3-2013 έως τις 21 -2-2017 (χρονικό σημείο υλοποίησης της μεταβίβασης επιχείρησης), το ποσό των 46.147,42 € (981,86 Ευρώ χ 47 μήνες) καθώς και: α) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2013: 235,21 €, β) για επίδομα αδείας 2013: 490,93 €, γ) για επίδομα Χριστουγέννων 2013: 1.022,76 € δ) για επίδομα Πάσχα 2014: 511,38 €, ε) για επίδομα αδείας 2014: 490,93 € στ) για επίδομα Χριστουγέννων 2014: 1.022,76 €, ζ) για επίδομα Πάσχα 2015: 511,38 € η) για επίδομα αδείας 2015: 490,93 €, θ0) για επίδομα Χριστουγέννων 2015: 1.022,76 €, ι) για επίδομα Πάσχα 2016: 511,38 €, ια) για επίδομα αδείας 2016: 490,93 €,, ιβ) για επίδομα Χριστουγέννων 2016: 1.022,76 €, ιγ) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2017: 378,38 € και συνολικά ο ποσό των 54.349,21 € (46.147,428 +235,21 + 490,93 + 1022,76 + 511,38 + 490,93 + 1.022,76 + 511,38 + 490,93 +1022,76 + 511,38 + 490,93 + 1.022,76 +378,38) και [Γ] από 21-2-2017 έως 16-4-2018 τo συνολικό ποσόν των 13.255,11 € [ήτοι 981,86 €* 13 και ½ μήνες], για επίδομα αδείας 2017 το ποσόν των 490,93 € και για επίδομα Χριστουγέννων έτους 2017 το ποσόν των 1022,76 € και γι επίδομα Πάσχα του έτους 2018 το ποσόν των 511,38 € αντίστοιχα, ήτοι το συνολικό ποσόν των 81.414,7 €. Και τούτο καθόσον, εφόσον η καταγγελία κρίθηκε άκυρη, η σύμβαση εργασίας δεν λύθηκε και οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των διαδίκων μερών που απορρέουν από αυτή εξακολουθούν να υφίστανται στο πρόσωπο του πρώτου των εναγομένων και μετά τις 21-2-2017 και ως προς τη δεύτερη των εναγομένων αντίστοιχα, οπότε και η ενάγουσα έναντι της δεύτερης πλέον εναγομένης ως εργοδότριάς της διατηρεί και αξίωση για πραγματική απασχόληση και αντίστοιχη υποχρέωση της δεύτερης εναγόμενης για αποδοχή της εργασίας της από τις 21-2-2017 και έως και το χρόνο άσκησης της υπό κρίσιν αγωγής. [Β] για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας από την πλευρά του πρώτου των εναγομένων λόγω της τελεσίδικα κριθείσας ήδη και δη με ισχύ ουσιαστικού δεδικασμένου καταχρηστικότητας και της εντεύθεν ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασής της, το ποσόν των 2.000 €, δεδομένου ότι επί μεταβίβασης επιχείρησης, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιοσδήποτε φύσης, είτε εκ σύμβασης είτε εξ αδικοπραξίας, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (βλ. ΑΠ 909/2010, ΤΝΠ Νόμος), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα, [Γ] για τα λοιπά επιμέρους αγωγικά κονδύλια: [α] για διαφορές αποδοχών κατά το συνολικό χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2011 έως και τις Μάρτιο του 2012 το συνολικό ποσόν των 755,60 €, [β] για επιδόματα εορτών και δη αναλογία δώρου Χριστουγέννων έτος 2011, το ποσόν των 576,77 €, για αναλογία επιδόματος Πάσχα έτους 212 το ποσόν των 383,70 €, ήτοι το συνολικό ποσόν των 960,47 €, [γ] για αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας έτους 2011 (628,32 €) και για επίδομα αδείας 2011 (314,16 €) το συνολικό ποσόν των 942,48 €. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι παρά το γεγονός ότι, κατά την συμφωνία των διαδίκων μερών, από 9/12/2011 και εφεξής θα παρείχε την εργασία της σε πενθήμερη βάση εβδομαδιαίως, κατά τα ανωτέρω, εντούτοις ο πρώτος των εναγομένων της επέβαλε, κατά παράβαση του συμφωνηθέντος συστήματος πενθήμερης εργασίας, να εργάζεται κάθε δεύτερη εβδομάδα του χρονικού διαστήματος από 9/12/2011 έως 15/3/2012, επιπλέον και τις Δευτέρες, δηλαδή κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας, από τις 8.30 π.μ. έως τις 15.00 αποδείχθηκε, ενόψει και του προκύπτοντος ως άνω ουσιαστικού δεδικασμένου περί του χρονικού καθεστώτος της ένδικης εργασίας της στην επιχείρηση του πρώτου των εναγομένων από την υπ’ αρ. 43/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, στην οποία έγινε τελεσίδικα δεκτός αντίστοιχος ισχυρισμός, επιδικάζοντας στην ενάγουσα για την αιτία αυτή το συνολικό ποσόν των 250,64 €, το οποίο και πλέον οφείλεται στην ενάγουσα εις ολόκληρον και από τη δεύτερη των εναγομένων. Κατά τον ανωτέρω χρόνο της υπερημερίας του πρώτου των εναγομένων, η οποία και διατηρήθηκε στην πλήρη της έκταση λόγω της τελεσίδικης κρίσης του Δικαστηρίου περί της ακυρότητας της από 15-3-2013 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας, η ενάγουσα δεν προκύπτει ότι τακτικώς απασχολήθηκε σε έτερο εργοδότη και δη κατάστημα πώλησης ειδών ένδυσης ή κομμωτήριο, διότι η εναγομένη δεν ανταπέδειξε το συγκεκριμένο συνολικό χρόνο απασχόλησης της ενάγουσας στους ανωτέρω τρίτους εργοδότες, ώστε να καταστεί δυνατή η έκπτωση μετά από σχετικό λογιστικό υπολογισμό των ληφθεισών για την αιτία δεδουλευμένων της αποδοχών. Όμως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μετά από την από 15-3-2013 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της από την πλευρά του πρώτου των εναγομένων ασχολήθηκε με την άσκηση ελευθερίου (ατομικού) επαγγέλματος και δη την εν γένει παροχή υπηρεσιών αισθητικής [ονυχοπλαστικής, περιποίηση άκρων, αποτριχώσεις κ.λ.π.] στην οικία της, στην οποία και έχει διαμορφώσει δωμάτιο σε studio ονυχοπλαστικής [επί της δημοτικής οδού ………… αριθμός …, περιοχή ………… του νομού Αττικής] κατά το συνολικό χρονικό διάστημα το οποίο και εκτιμάται χρονικά από την 1-1-2015 έως και τις 31-1-2018 και από το Φεβρουάριο του 2018 έως και το μήνα Μάρτιο του 2018 σε έτερη και δη αυτοτελή επαγγελματική στέγη στην ………… του νομού Αττικής, επί της δημοτικής οδού ………… αριθμός …, ήτοι για 38 μήνες, αποκερδαίνοντας μηνιαίως το συνολικό ποσόν των 950 € και συνολικά το ποσόν των 36.100 €. Ο υπολογισμός και αντίστοιχη βάση της ανωτέρω ένστασης, όπως διατυπώθηκε από την πλευρά των εναγομένων περί λήψης ποσού της τάξης των χιλίων πεντακοσίων ευρώ [1500 €] μηνιαίως από την ενάγουσα λόγω της άσκησης της ως άνω επαγγελματικής δραστηριότητας δεν μπορεί να απορριφθεί ως αόριστος και η ως άνω ένσταση από το άρθρο 656 εδ. β του Α.Κ. ως απαράδεκτη διότι, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας δεν προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, τα οποία αυτή κέρδισε απασχοληθείς σε συγκεκριμένους πελάτες, δεδομένου ότι: [α] η απασχόλησή της προκύπτει από τα κατωτέρω εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα και [β] το οικονομικό μηναίο κέρδος από την εκτέλεση το αντιστοίχου ελευθερίου επαγγέλματος από την πλευρά της ενάγουσας προκύπτει με εκτίμηση με βάση τα δεδομένα της κοινής πείρας και τις περιστάσεις και εν γένει συνθήκες της αγοράς τις οποίες εκτιμά το Δικαστήριο, αφού είναι πρακτικώς αδύνατο να γνωρίζει ο ενιστάμενος το ακριβές ποσόν που εισπράττει ο καθού η αντίστοιχη ένσταση από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλαμτος, την αυτή στιγμή μάλιστα που οι εναγόμενοι ρητά προβάλλουν την αιτίαση ότι η παροχή υπηρεσιών της ενάγουσας προς τρίτους λάμβανε χώρα άνευ τήρησης και χορήγησης παραστατικών (αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, τήρησης βιβλίων θεωρημένων αρμοδίως κλπ.). Κάθε επομένως περί αυτού αιτίαση – αντένσταση της ενάγουσας τυγχάνει απορριπτέα στην ουσία της. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι και η ίδια η ενάγουσα στην ουσία δεν αμφισβητεί την εν γένει απασχόλησή της από 1-1-2016 και εφεξής, δεδομένου ότι στις έγγραφες προτάσεις της (σελ. 36 αυτών) ρητά διαλαμβάνει μνεία ότι «…σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτει απασχόλησή μου πριν από το έτος 2016……..», ενώ ανταποδεικνύοντας ως προς τις προσκομιζόμενες από την πλευρά των εναγομένων φωτογραφίες (προς επίρρωσιν της ως άνω προβληθείσας εκ μέρους τους ένστασης εκ του άρθρου 656 β ΑΚ), δεν αμφισβητεί τούτες, αλλά πιστοποιεί τη λήψη τους εν όψει ένταξής τους στην εν γένει προσπάθειά της όπως «………ξεκινήσω μια νέα δραστηριότητα προς συμπλήρωση του οικογενειακού εισοδήματος……..». Αυτό προκύπτει επιπρόσθετα και από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την πλευρά των εναγομένων: [Α] υπ’ αρ. ………… /2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος απόδειξης, …………, [Β] από την υπ’ αρ. ………… /2018 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος απόδειξης, …………, η οποία επικαλούμενη άμεση και δη προσωπική του γνώση και άμεση αντίληψη καταθέτει ότι η ενάγουσα: «…….όπως η ίδια σε συζητήσεις μας έχει εκμυστηρευτεί, εργάζεται στο σπίτι της πάνω από 3,5 χρόνια στον τομέα της περιποίησης νυχιών………το σπίτι της όπου και προσφέρει με άκρα μυστικότητα τις υπηρεσίες της, βρίσκεται ……………και ένα επιπλέον δωμάτιο το οποίο και έχει διαμορφώσει σε studio ονυχοπλαστικής……….ο χώρος αυτός έχει όλη την αναγκαία εξάρτηση ενός studio ονυχοπλαστικής……..», [Γ] από την υπ’ αρ. ………… /2018 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος απόδειξης, ………… η οποία μετά λόγου αμέσου αντίληψης καταθέτει ότι η ενάγουσα παρείχε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα υπηρεσίες αισθητικής στην ανωτέρω διεύθυνση, την οποία και η ίδια επισκέφτηκε [βλ. κατάθεσή της, κατά την οποία «…….εκείνη με οδήγησε προς το πίσω μέρος του σπιτιού, όπου διατηρούσε ένα δωμάτιο δαιμορφωμένο σε studio ονυχοπλαστικής……….ο εξοπλισμός της φαινόταν ακριβός και άκρως επαγγελματικός, όπως και τα προϊόντα που χρησιμοποιούσε είναι από τα κορυφαία του χώρου της ονυχοπλαστικής………………η εξυπηρέτηση ήταν επαγγελματική και φαινόταν να έχει εμπειρία στη δουλειά της, πράγμα που η ίδια μοιυ επιβεβαίωση κατά τη διάρκεια του ραντεβού μας λέγοντας μου ότι κάνει αυτή τη δουλειά πάνω από 3 χρόνια………..», [Δ] από την υπ’ αρ. ………… /2018 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος απόδειξης, …………, η οποία μετά λόγου αμέσου αντίληψης καταθέτει ότι η ενάγουσα παρείχε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα υπηρεσίες αισθητικής στην ανωτέρω διεύθυνση, την οποία και η ίδια επισκέφτηκε [βλ. κατάθεσή της, κατά την οποία «……… προσφέρει ποικίλες υπηρεσίες , σε ποικίλες τιμές… τις οποίες όλο και διευρύνει και φυσικά ουδέποτε δίνει απόδειξη γι’ αυτές……………….»]. [Ε] αντίθετα, και για τους ανωτέρω λόγους, ενόψει και της ρητής συνομολόγησης της ιδίας της ενάγουσας σχετικά με την απασχόλησή της μετά την ως άνω τελεσιδικία, μη πειστική κρίνεται ως προς το στοιχείο αυτό η επ’ ακροατηρίω ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, ο οποίος και διατείνεται ότι η ενάγουσα «…ακόμα και σήμερα αναζητεί εργασία…..». Έτσι, από τον οφειλόμενο στο μισθωτό μισθό υπερημερίας ο εργοδότης [πρώτος εναγόμενος έως τις 21-2-2017 και η δεύτερη εναγομένη από τις 21-2-2017 και έως τις 31-3-2018] έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει το ανωτέρω ποσόν, κατά το οποίο η ενάγουσα ως μισθωτός ωφελήθηκε από την παροχή της αλλού και η οποία αποκτήθηκε και από τη δραστηριότητα αυτού ως ελευθέρου επαγγελματία, εφόσον όμως η ωφέλεια αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτή κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα δεν απασχολήθηκε στη υπηρεσία του εργοδότη της (ήδη εναγομένων) και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική της δραστηριότητα, η ωφέλεια δεν προυπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη προερχομένη από την αξιοποίηση του εκτός ωραρίου εργασίας χρόνου του εργαζομένου, και η οποία (απασχόλησή της) τελεί σε άμεση και δη αιιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ωφέλειας και της ματαίωσης λόγω της υπερημερίας της προσφοράς των υπηρεσιών του εργαζομένου προς τον εργοδότη, γενομένης δεκτής της αντίστοιχης ένστασης των εναγομένων, ερειδομένης στη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ ως εν μέρει βάσιμη και στην ουσία της. Παράλληλα θα πρέπει να απορριφθεί: [α] η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ως ουσιαστικά αναπόδεικτη και δη στο μέτρο που συνδέεται με την διατήρηση της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας μετά της δεύτερης πλέον εναγόμενης, λόγω της ήδη τελεσίδικα ως άνω κριθείσας καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας από την πλευρά του πρώτου των εναγομένων, επιπρόσθετα δε διότι από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 του Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 23 παρ. 2 του Νόμου 1264/1982, με την οποίαν καθιερώθηκε το πρώτον η υποχρέωση του εργοδότη να επαναπροσλάβει και να απασχολήσει πραγματικά τον μισθωτό, μη εξαντλούμενης της υποχρεώσεώς του έναντι του μισθωτού, τον οποίο ακύρως απέλυσε, στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, προκύπτει ότι εκ μόνου του λόγου ότι ο μισθωτός κατ ακολουθίαν της αρνήσεως του εργοδότη να τον δεχθεί στην εργασία, παρέχει αλλαχού τις υπηρεσίες του με τις αυτές ή καλύτερες αποδοχές, δεν καθίσταται, η αξίωσή του για την επάνοδο στην εργασία από όπου ακύρως απολύθηκε καθώς και η αξίωσή του για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, καταχρηστική, κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. Σημειώνεται δε στο σημείο τούτο ότι ειδικώς κατά τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. α Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 61 ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20-3-2013) και σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του αυτού νόμου (διόρθωση σφαλμάτων ΦΕΚ Α 92/19-4-2013) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις “Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε’’. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε αντίθεση με τα μέχρι τότε κρατούντα [βλ. Ολ.ΑΠ 9/2011, ΑΠ 770/2016, ΑΠ 772/2016, δημοσιευθείσες στην Τρ.Νομ.Πλ. «ΝΟΜΟΣ»] επί υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας, περίπτωση που συντρέχει μεταξύ άλλων και επί δικαστικής αναγνωρίσεως της ακυρότητας προηγηθείσας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ο εργαζόμενος αποκτά άμεσο δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική του απασχόληση, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει, εφόσον ασκεί το εν λόγω δικαίωμα δικαστικώς, πρόσθετα περιστατικά τα οποία σε συγκεκριμένη υπόθεση καθιστούν καταχρηστική ή προσβλητική την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του μετά την απαγγελία της ακυρότητας βλ. ΑΠ 770/2016 και ΑΠ 772/2016, αμφότερες δημοσιευθείσες Τρ.Νομ.Πλ. «ΝΟΜΟΣ»], [β] Η επικουρικώς σωρευομένη από την πλευρά των εναγομένων ένσταση περί παράλειψης της δυνατότητα ανεύρεσης εργασίας από την πλευρά της ενάγουσας ως μισθωτού σε τρίτονη οποία και δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος αξίωσης για μισθούς υπερημερίας, διότι δεν προέκυψε τοιούτη παράλειψη, πολλώ δε μάλλον ότι τοιούτη παράλειψη τυγχάνει κακόβουλη, ότι η ενάγουσα παρέμεινε θεληματικά άνεργη αποφεύγοντας αδικαιολόγητα ην ανεύρεση άλλης εργασίας, την οποία ευχερώς μπορούσε να ανεύρει και παράσχει, ή όταν δεν αποδέχθηκε προσφερθείσα από άλλο εργοδότη εργασία χωρίς να έχει σοβαρούς λόγους που να δικαιολογούν τη μη αποδοχή ή αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία που βρήκε και η οποία δεν υπολείπεται εκείνης που η ίδια παρείχε προηγουμένως, με σκοπό να εισπράττει στο μέλλον από τον προηγούμενο εργοδότη του αποδοχές υπερημερίας και [β] η ένσταση περί μη πραγματικής και προσήκουσας παροχής εργασίας από την πλευρά της ενάγουσας, δεδομένου ότι λόγω της ήδη τελεσίδικα ως άνω κριθείσας καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας από την πλευρά του πρώτου των εναγομένων, ο τελευταίος ως υπερήμερος εργοδότης όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα μισθωτό του τις πλήρεις αποδοχές, ως πλέον αποδοχές υπερημερίας και όχι ως δεδουλευμένα, η οποία (ενάγουσα) για την αιτία αυτή δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών της κατά τα αντίστοιχο χρονικό διάστημα, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται αυτονόητα και η δήλωση βούλησής του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες της ως απολυομένης [βλ. Μιχ.Μαργαρίτης Ερμ ΚΠολΔ, αρ. 656, σελ. 566, σημ. 4, με νομολογιακές παραπομπές στην ΑΠ 1848/2013, δημοσίευση Τρ.Νομ.Πλ. «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»] Επομένως, κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίσιν αγωγής εξακολουθεί να οφείλεται στην ενάγουσα τα εξής ποσά: [α] από τη δεύτερη εναγομένη το συνολικό ποσόν των 86.324,5 € εκ του οποίου αλληλεγγύως οφείλεται [β] από τον πρώτο εναγόμενο το συνολικό ποσόν των 54.349,21 €. Από τα ανωτέρω ποσά θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσόν των 4.284,61 € (βλ. δελ. 8 προτάσεων της ενάγουσας) το οποίο και της καταβλήθηκε από τον πρώτο των εναγομένων στις 8-1-2018 ως φερομένη αποζημίωση λόγω της από 8-1-2018 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της από την πλευρά του τελευταίου χωρίς όμως η καταγγελία αυτή να γίνεται για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης και υπό την ιδιότητα του πρώτου εναγομένου ως διαχειριστή της δεύτερης εναγομένης, η οποία όμως (καταγγελία) ουσιαστικά έγινε από πρόσωπο παθητικώς μη νομιμοποιούμενο [δεδομένου ότι στο άρθρο 6 του καταστατικού της σύστασης της ανωτέρω Ι.Κ.Ε.) «ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ-ΟΡΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ» ορίζεται ρητά ότι ο ανωτέρω διαχειριστής εκπροσωπεί την δεύτερη εναγόμενη εταιρεία και ενεργεί -αποκλειστικά και μόνο- στο όνομά της κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και την εν γένει επιδίωξη του εταιρικού της σκοπού] και συνεπώς δεν ασκεί ουδεμία ουσιώδη επιρροή στην ενεργό κατά τα λοιπά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνδέει την ενάγουσα μετά της δεύτερης πλέον εναγομένης, καθόσον κατά τον ανωτέρω χρόνο πραγματικός και δη ουσιαστικός της εργοδότης (ως διάδοχος του πρώτου εναγομένου) ήταν πλέον μόνο η δεύτερη εναγομένη. Σημειώνεται ότι προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως από την πλευρά της ενάγουσας και η από 8-1-2018 απόδειξη είσπραξης του ισόποσου ως άνω, στην οποία η ίδια ρητά δηλώνει ότι εισέπραξε το ανωτέρω ποσόν ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της από την πλευρά του πρώτου των εναγομένων, με αμφισβήτηση όμως της ιδιότητας του πρώτου των εναγομένων ως εργοδότη στις 8-1-2018 και με σχετική της ρητή επιφύλαξη ότι «……χωρίς η υπογραφή μου να υποδηλώνει αποδοχή ή συνομολόγηση της ιδιότητας του καταβάλλοντος ή της αιτίας της καταβολής……». Για το λόγο αυτό η ενάγουσα απέστειλε προς τον πρώτο των εναγομένων στις 16-1-2018 την από 10-1-2018 εξώδικη δήλωσή της (βλ. υπ’αρ. ………… /16-1-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη), στην οποία ρητά διαλαμβάνει την άρνησή της ως προς το περιεχόμενο της από 8-1-2018 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, την ιδιότητα του πρώτου εναγομένου ως φερομένου εργοδότη της στις 8-1-2018 και την αιτία της αντίστοιχης καταβολής του ισόποσου ως άνω. Επιπλέον, θα πρέπει να αφαιρεθεί και το ποσόν των 5.657,08 € που η ενάγουσα συνομολογεί ότι εισέπραξε από τον πρώτο εναγόμενο κατόπιν διενέργειας από την πλευρά της κατάσχεση εις χείρας τρίτου για τις απορρέουσες με ισχύ ουσιαστικού του ως άνω δεδικασμένου επιμέρους ήδη ένδικες αξιώσεις της και [γ] το συνολικό ποσόν των 36.100 €, αντίστοιχα ως προς τη δεύτερη εναγομένη, αφού η ίδια «αναδέχθηκε» διά της ως άνω μεταβίβασης επιχείρησης το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πρώτου των εναγομένων ως προς την ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως και το συνολικό ποσόν των 24.462,5 € (ποσό το οποίο αποκέρδισε η ενάγουσα για την απασχόλησή της σε άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος από τις 1-1-2015 έως και τις 21-2-2017, ήτοι για 25 μήνες και 21 ημέρες συνολικά * 950 € μηνιαίως).
Επομένως με βάση τα ανωτέρω επιμέρους διαλαμβανόμενα θα πρέπει η υπό κρίσιν αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της και ως εκ τούτου: [α] να αναγνωριστεί ότι από τις 21-2-2017 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από τον πρώτο προς τη δεύτερη των εναγομένων, με την οποία η ενάγουσα συνδέεται ουσιαστικά με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, [β] να υποχρεωθεί η δεύτερη των εναγόμενων να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της ενάγουσας, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης, από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης και να της καταβάλει, για τις στο ιστορικό αναλυθείσες αιτίες, το συνολικό άνω ποσό των σαράντα χιλιάδων διακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και ογδόντα λεπτών του ευρώ [40.282,8 €], και [γ] ο πρώτος των εναγομένων να της καταβάλει, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη δεύτερη, μέρος του ποσού αυτού και συγκεκριμένα το συνολικό ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και είκοσι λεπτών του ευρώ [19.945,02 €], αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο τους ως προς το ποσόν των διαφορών περί δεδουλευμένων αποδοχών και υπερημερίς από το τέλος εκάστου μηνός κατά τον οποίο έκαστο αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ως προς τα δώρα Χριστουγέννων, αποδοχές και επιδόματα αδείας από τις 31-12 εκάστου έτους, δώρα Πάσχα από 1-5 εκάστου έτους. Το αίτημα περί προσωποκράτησης τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο, ενώ το αντίστοιχο αίτημα περί κηρύξεως της παρούσας απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό βάσιμο κατ’ ουσίαν καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν προς τούτο εξαιρετικοί λόγοι καθώς και ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσής της να προξενηθεί σημαντική ζημία στην ενάγουσα, δεδομένου ότι η με την παρούσα επιδίκαση αφορά χρηματικές οφειλές που προέρχονται από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, έχουν δε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες και ως εκ τούτου απαιτητές στο σύνολό τους. Τέλος, το σύνολο των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν σχετικού αιτήματος της, σε βάρος των εναγομένων και εις ολόκληρον, λόγω της ήττας τους (179 και 191 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
-ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την αγωγή και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
-ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι στις 21-2-2017 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης ως ενιαία οργανωτική και εμπορική – οικονομική ενότητα από τον πρώτο προς τη δεύτερη των εναγομένων, με την οποία η ενάγουσα συνδέεται ουσιαστικά με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το χρονικό αυτό σημείο και εφεξής.
-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ να αποδέχεται τις συμφωνημένες συμβατικώς υπηρεσίες της ενάγουσας, κατά τους όρους της ένδικης εργασιακής σύμβασης, από την επίδοση της εκδοθείσης απόφασης.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των σαράντα χιλιάδων διακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και ογδόντα λεπτών του ευρώ [40.282,8 €], με το νόμιμο τόκο τους ως προς το ποσόν των διαφορών περί δεδουλευμένων αποδοχών και υπερημερίας από το τέλος εκάστου μηνός κατά τον οποίο έκαστο αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ως προς τα δώρα Χριστουγέννων, αποδοχές και επιδόματα αδείας από τις 31-12 εκάστου έτους, δώρα Πάσχα από 1-5 εκάστου έτους, εντός του οποίου κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και όλα τα ανωτέρω ποσά μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ ΕΙΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ ΜΕ τη δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα [από το ανωτέρω ποσόν των 40.282,8 €] το συνολικό άνω ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και είκοσι λεπτών του ευρώ [19.945,02 €], αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο τους ως προς το ποσόν των διαφορών περί δεδουλευμένων αποδοχών και υπερημερίας από το τέλος εκάστου μηνός κατά τον οποίο έκαστο αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ως προς τα δώρα Χριστουγέννων, αποδοχές και επιδόματα αδείας από τις 31-12 εκάστου έτους, δώρα Πάσχα από 1-5 εκάστου έτους, εντός του οποίου κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και όλα τα ανωτέρω ποσά μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
-ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ ως προς την καταψηφιστική της διάταξη και έως του ποσού των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ [15.000 €].
-ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΕΙΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας σε βάρος των εναγομένων, το ποσόν των οποίων ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων εκατό ευρώ [2.100 €].
-ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, στις 2 Μαίου 2018.
