Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Δεδικασμένο. Καλύπτει ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το Δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Έκπτωση ωφέλειας. Ως ωφέλεια του μισθωτού νοείται και εκείνη που αποκτήθηκε και από τη δραστηριότητα αυτού ως ελευθέρου επαγγελματία, εφόσον όμως η ωφέλεια αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτός δεν απασχολήθηκε στη υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε τον χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα. Συμψηφισμός. Με την πρότασή του επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο που καλύπτονται μεταξύ τους, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνονται. Η χρήση των λέξεων «συμψηφίζω-συμψηφισμός» δεν είναι αναγκαία, αρκεί όμως από τη δήλωση ή από τη συμπεριφορά του έχοντος την πρωτοβουλία του συμψηφισμού να προκύπτει σαφής η περί του συμψηφισμού βούλησή του. Ο νόμος δεν απαιτεί ως όρο του συμψηφισμού ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας αυτών, αλλά ούτε επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη. Απορρίπτει ως μη νόμιμη ένσταση συμψηφισμού της απαίτησης των εναγόντων με όσα αυτοί ωφελήθηκαν από το επίδομα επίσχεσης, καθόσον ελλείπει το «ομοειδές» της ως άνω ανταπαίτησης της εναγομένης. Ο προβαλλόμενος από την εναγομένη ισχυρισμός περί της μη νομιμότητας και σε κάθε περίπτωση της καταχρηστικής άσκησης του ασκηθέντος δικαιώματος επίσχεσης των εναγόντων τυγχάνει απορριπτέος λόγω δεδικασμένου για προδικαστικό ζήτημα της παρούσης δίκης. Για να θεωρηθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 656 εδ. β’ και 281 ΑΚ, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή ανεύρεσης και παροχής εργασίας και δεν αρκεί ότι ο ακύρως απολυθείς δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Στοιχεία για το ορισμένο της ένστασης αυτής του εργοδότη. Επίδειξη εγγράφων. Το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επί αιτήσεως επιδείξεως εγγράφων, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, τουτέστιν να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και να εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του. Επιδικάζει στους εργαζόμενους το συνολικό ποσό των 27.658,04 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
[ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών]
Αριθμός Απόφασης: 2883/2015
Αριθμ. καταθ. αγωγής: …./…./2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
ΠΕΙΡΑΙΩΣ
[ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών]
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ το Δικαστή Λεωνίδα Δ. Μπόμπολη, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ουρανία Γκιζα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ ΔΗΜΟΣΙΑ στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, στις 4 Μαίου 2015, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: [1] …. …. …., κατοίκου Πειραιώς, οδός …. …. αριθμός …. και [2] …. …. …. , κατοίκου …. του νομού Αττικής, οδός …. αριθμός …, οι οποίοι αμφότεροι παραστάθηκαν στο ακροατήριο μετά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, Δημητρίου Βλαχόπουλου, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, με προσθήκη αντίκρουση.
Της ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «….» και με το διακριτικό τίτλο «…..», με έδρα τον Πειραιά, οδός …. …. αριθμός …, όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Βασίλειο Κατσούλη, ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, μετά προσθήκης αντίκρουσης.
ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΖΗΤΟΥΝ να γίνει δεκτή η από 5-12-2014 αγωγή τους, η οποία και κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./2014, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 10-2-2015 και μετ’ αναβολής για την ανωτέρω δικάσιμο [ήτοι, της 5-5-2015], όπου και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο υπό τον ειδικό αύξοντα αριθμό …..
ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ στις υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων ανέπτυξε τους ισχυρισμούς τους και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και της προτάσεις τους και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης την απόρριψη της αγωγής για τους λόγους που αναφέρει στις προτάσεις του.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322§1, 324, 325, 330, 331 και 332 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από την τελεσιδικία της αποφάσεως παράγεται δεδικασμένο, ήτοι δέσμευση εκ της αναγνωριζομένης στην απόφαση έννομης συνεπείας εξεταστέα και αυτεπαγγέλτως [βλ. Εφ. Θες 103/2005 Αρμ. 2006,1213] εκτεινομένη δε πρωτίστως στο κριθέν ουσιαστικό ζήτημα, εφόσον η απόφαση έκρινε οριστικώς για έννομη σχέση προβληθείσα με αγωγή κλπ, η οποία (δέσμευση) εμποδίζει την εκ νέου διάγνωση του κριθέντος ζητήματος υπό την προϋπόθεση της ταυτότητος των προσώπων που εμπλέκονται στην έννομη σχέση με την ίδια ιδιότητα, του αντικειμένου της διαφοράς και της ιστορικής και της νομικής αιτίας [βλ. ΑΠ 692/2004, δημοσίευση Τρ.Ν. Πλ. «ΝΟΜΟΣ»), ήτοι εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε κατά την προηγουμένη δίκη ήταν αναγκαία κατά το νόμο για την κατάφαση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας συγκροτούν τα ίδια ενόλω ή εν μέρει το πραγματικό της νομικής διάταξης που θα πρέπει να εφαρμοστεί στη νέα δίκη [βλ. ΑΠ 61/2006 Δ. 2006,680 – Συνήγορος 56/2006, 19]. Η δε συνδρομή του, εμποδίζει την ουσιαστική διερεύνηση της αυτής υπόθεσης, ήτοι αποκλείεται η σε μεταγενέστερη δίκη αμφισβήτηση της έννομης σχέσης που αποτελεί και τη βάση της αξίωσης [βλ. Εφ.Δυτ.Μ. 47/2006 Αρμ. 2006,1469].Το εκ των ανωτέρω δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το Δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Συγκεκριμένα καλύπτει όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα, αλλά και την ιστορική αιτία η οποία έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών, τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της σχέσεως, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το Δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου [βλ. ΑΠ 1695/2007 ΕΕργΑ 67(2008).1509].
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίσιν αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι με την, από 27 Ιουνίου 2013, με αριθμό κατάθεσης ……/2013, αγωγή, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει για α) στον πρώτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 20.284,72 €, ήτοι: αα) 10,052,33 € για δεδουλευμένες αποδοχές και ββ) 10.232,39 € για αποδοχές υπερημερίας συνεπεία σύννομης άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας και β) στον δεύτερο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 21.257,58 €, ήτοι: αα) 10.664,60 € για δεδουλευμένες αποδοχές και ββ) 10.592,98 € για αποδοχές υπερημερίας συνεπεία σύννομης άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, χρονικού διαστήματος από 19 Απριλίου 2013 έως 18 Νοεμβρίου 2013 έως 18 Νοεμβρίου 2013, με επιφύλαξη για το περαιτέρω χρονικό διάστημα, εκδόθηκε η, υπ’ αριθμ. 6402/2013 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως εκ τούτου αναγνώρισε τη νομιμότητα της επίσχεσης εργασίας την οποία αμφότεροι οι ενάγοντες είχαν ασκήσει και αντίστοιχα αιτηθεί την αναγνώριση της νομιμότητας του ασκηθέντος δικαιώματος, υποχρέωσε δε την εναγομένη να καταβάλει: α) στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.853,56 € (10.052,33 € για δεδουλευμένες αποδοχές + 7.801,23 € για αποδοχές υπερημερίας, χρονικού διαστήματος από 19 Απριλίου 2013 έως 26 Σεπτεμβρίου 2013) και β) στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 18.707,65 € (10.664,60 € για δεδουλευμένες αποδοχές + 8.043,05 € για αποδοχές υπερημερίας, χρονικού διαστήματος από 19 Απριλίου 2013 έως 26 Σεπτεμβρίου 2013), η δε ως άνω απόφαση έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη. Δεδομένου δε ότι η ως άνω υπερημερία της εναγομένης δεν έχει εισέτι αρθεί, με την υπό κρίσιν αγωγή τους αιτούνται την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας λόγω επίσχεσης για το συνολικό χρονικό διάστημα από τις 19-11-2013 έως και τις 18 Μαίου 2015, ήτοι ζητούν με έκδοση προσωρινά εκτελεστής απόφασης όπως υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσόν των 25.442,17 € και στο δεύτερο το συνολικό ποσόν των 26.338,74 €, με το νόμιμο τόκο τους από το χρόνο όπου και κάθε επιμέρους αγωγική αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως και δη επικουρικώς από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίσιν αγωγής και έως την πλήρη τους εξόφληση, καθώς και να καταδικαστεί η εναγομένη στην ολοσχερή καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης.
Εξάλλου, ο ενάγων μπορεί κατ’εξαίρεση με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής, ο οποίος (περιορισμός) θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ.1 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και μπορεί να γίνει, όχι μόνο με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 223 του εν λόγω Κώδικα, αλλά κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 297 ΚΠολΔ, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ιδίως όταν πρόκειται για υπόθεση που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία, όπως είναι και εκείνη των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, δεδομένου ότι εφαρμόζεται η ειδική ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 223 ΚΠολΔ, με βάση την οποία ο περιορισμός αυτός μπορεί να γίνει και με τις προτάσεις ωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό και επομένως και με την προσθήκη στις προτάσεις αυτές, που γίνεται μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά μέσα στη νόμιμη προθεσμία, εφόσον μέχρι τότε δεν έχει περατωθεί η δίκη στον εν λόγω βαθμό. [βλ. ΑΠ 315/2010 ΕΠολΔ 2010,734]. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες παραδεκτώς και δη με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, η οποία και καταχωρήθηκε (και ως εκ τούτου εμπεριέχεται) στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και με σχετική μνεία στις εγγράφως κατατεθείσες προτάσεις, περιόρισαν το αρχικό αγωγικό αίτημά τους(άρθρα 223 εδ. β’, 295 αρ. 1, 591 αρ. 1 ΚΠολΔ) διατηρώντας την καταψηφιστική του διάσταση έως του συνολικού ποσού των 11.363,28 € για τον πρώτο των εναγόντων και των 16.294,76 € για το δεύτερο εξ αυτών αντίστοιχα, δεδομένου ότι αφαίρεσαν από το αρχικώς αιτούμενο το ποσόν των 13.347,76 € και τον 731,13 € ο πρώτος και το ποσόν των 9.287,09 € και των 756,89 € ο δεύτερος εξ αυτών αντίστοιχα, τα οποία όπως οι ίδιοι συνομολογούν αποτελούν αποδοχές από την παροχή εργασίας αυτών σε έτερο της εναγομένης εργοδότη για την εν γένει απασχόλησή τους σε αυτόν από τις 19 Νοεμβρίου 2013 έως και το χρόνο άσκησης της υπό κρίσιν αγωγής, καθώς και αποδοχές υπερημερίας που τους καταβλήθηκαν από την εναγομένη για το χρόνο μετά την άσκηση της υπό κρίσιν αγωγής και έως τις 18 Μαίου 2015, αντίστοιχα, ενώ τέλος, επανέφεραν το αγωγικό αίτημα όπως επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης και τα δικαστικά έξοδά τους. Πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα [και μετά τον ανωτέρω μερικό περιορισμό -παραίτηση- του αγωγικού αιτήματος], εξακολουθούν να οφείλονται τόκοι υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, καθόσον, με τον περιορισμό αυτό, καταλύθηκαν μεν αναδρομικά τα αποτελέσματα της επίδοσης της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, έτσι ώστε να μην οφείλονται εξαιτίας της τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, διατηρήθηκαν όμως τα αποτελέσματα της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, δημιουργικής υπερημερίας του οφειλέτη, κατά το άρθρο 345 ΑΚ (ΟλΑΠ 13/1994 ΕλλΔνη 35, 1260, ΑΠ 488/2002 ΝοΒ 2002, 872, ΑΠ 1122/2000 ΕλλΔνη 41,1665]. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή αρμοδίως φέρεται, καθ’ ύλην και κατά τόπον, ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2, 25 παρ. 2, 664 ΚΠολΔ), το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2, 25 αρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664-676 ΚΠολΔ) και είναι κατά την κυρία βάση της ορισμένη, απορριπτομένου και του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 656, 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 176, 191 αρ. 2, 907, 908 και 946 ΚΠολΔ.
Κατά δε τη ρητή διάταξη του άρθρου 6 παρ. 17 ν. 2479/1997: Το άρθρο 71 του Εισ.Ν.Κωδ.Πολ.Δικ. αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Στις εργατικές διαφορές δεν καταβάλλεται το κατά το νόμο ΓΠΟΗ’/1912 (ΦΕΚ 3 Α’), όπως ήδη ισχύει, δικαστικό ένσημο, για το μέχρι του ποσού της εκάστοτε και καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου αίτημα της αγωγής», ενώ με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 ΚΠολΔ, «Στην Αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται: 1. α) όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ………… 2. Στην Αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους είναι πάνω από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, δεν υπερβαίνει όμως τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ.» [όπως το άρθρο 14 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 2 Ν.3994/2011- ΦΕΚ Α 165/25.7.2011]. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 70 ν. 3994/2011, η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 144/1942 (Α’ 189) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού», ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 14 ν. 3994/2011, η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του νομοθετικού διατάγματος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 ν. 4055/2012, η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942(Α’ 189) που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α’ 165) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού.» 2. Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 (Α’ 165) δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού……». Εξάλλου, η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν.ΓΠΟΗ/1912 (Α’ 3) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ περίπτωση 6) του Ν.4093/2012 (Φ.Ε.Κ. Α’ 222/ 12-11-2012), το άρθρο 16 παρ.16 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Φ.Ε.Κ. Α’ 237 /5-12-2012) και το άρθρο 40 παρ.16 του Ν.4111/2013 (Φ.Ε.Κ. Α’ 18 /25-1-2013) έχει πλέον ως εξής: «…………..1.Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8ο/οο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό 10 τοις εκατό (10%) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό 5 τοις εκατό (5%) υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% τα οποία ανωτέρω ποσοστά υπολογίζονται επί του ποσού του δικαστικού ενσήμου.». Πρέπει, συνεπώς, η ένδικη αγωγή, δεδομένου ότι ασκείται ενώπιον του καθ’ύλην αρμοδίου Δικαστηρίου και ορισμένα, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι οι ενάγοντες, μετά τον ως άνω (παραδεκτά προβαλλόμενο και νόμιμα ασκούμενο) μερικό περιορισμό – παραίτηση- του αγωγικού της αιτήματος δεν υποχρεούνται σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και προσαυξήσεων υπέρ τρίτων, καθόσον το συνολικό καταψηφιστικώς αιτούμενο αγωγικό τους αίτημα δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή δικαστικού ενσήμου (ήτοι το ποσό των 20.000 Ευρώ, βλ. άρθρ. 71 Εις.Ν.Κ.Πολ.Δ), ενώ εξάλλου θα πρέπει να σημειωθεί ότι για το αναγνωριστικό αντικείμενο δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου [άρθρο 7 παρ. 3 του ν.δ. 1544/1942 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α’51/12-3-2012)].
Από τη διάταξη του άρθρου 656 εδάφιο(β) ΑΚ προκύπτει ότι από τον οφειλόμενο στο μισθωτό μισθό υπερημερίας ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει κάθετί που ο μισθωτός ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού. Ως ωφέλεια του μισθωτού νοείται και εκείνη που αποκτήθηκε και από τη δραστηριότητα αυτού ως ελευθέρου επαγγελματία, εφόσον όμως η ωφέλεια αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτός δεν απασχολήθηκε στη υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα [βλ. επ αυτού ΑΠ 1004/2004 ΔΕΝ 61/2005,185 και ΕΕργΔικ. 64/2005,996 και Ληξουριώτη Ενστάσεις Εργατικού Δικαίου εκδ. 2010, σελ. 74, σημ. 4 με παραπομπή σε νομολογία υπ αρ.4]. Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη με τις προτάσεις της και με αντίστοιχη δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου προβάλλει την (εμπεριέχουσα κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου αντίστοιχη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος) ένσταση έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων από την πλευρά των εναγόντων λόγω της απασχόλησής τους κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα σε έτερο εργοδότη με παράλληλο προσδιορισμό των αντιστοίχων λοιπών επαγγελματικών δραστηριοτήτων των μισθωτών της εναγομένης, με ειδική αναφορά επιπρόσθετα και στις συγκεκριμένες αμοιβές τις οποίες και οι ίδιοι εισέπραξαν από τις δραστηριότητες αυτές, [οι οποίες και προσδιορίζονται ως ίδιες με τις αντίστοιχες τις οποίες έκαστος ενάγων λάμβανε από την εναγομένη, κατά τον χρόνο της σε αυτήν απασχόλησής του], καίτοι η απασχόλησή τους ήταν σε εταιρία, και ως εκ τούτου και μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση η ένσταση δεν είναι αόριστη ακόμη και εάν δεν προσδιορίζονται οι αμοιβές που θα λάμβανε από εταιρία ο εργαζόμενος στην οποία θα μπορούσε να εργαστεί [βλ. Ληξουριώτης ο.π. σελ. 75, σημ. 4], η οποία τυγχάνει νόμιμη και ως εκ τούτου θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και δη ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι τοιούτη απασχόληση σε έτερο εργοδότη συνομολογείται και από την πλευρά αμφοτέρων των εναγόντων, αιτία για την οποία και έλαβε χώρα η ως άνω μερική παραίτηση από το αγωγικό δικόγραφο, αναφορικά με τις ήδη εισπραχθείσες από αυτούς αποδοχές από την παροχή της εργασίας τους σε τρίτο εργοδότη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Εξάλλου, τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ ορίζουν το μεν πρώτο ότι ο συμψηφισμός επιφέρει την απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενό τους και ληξιπρόθεσμες, το δε δεύτερο ότι συμψηφισμός επέρχεται εάν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλον. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που αυτές συνυπήρξαν. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του προτείνοντας τη δική του ανταπαίτηση σε συμψηφισμό. Με την πρότασή του επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο που καλύπτονται μεταξύ τους, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνονται. Η χρήση των λέξεων «συμψηφίζω- συμψηφισμός» δεν είναι αναγκαία, αρκεί όμως από τη δήλωση ή από τη συμπεριφορά του έχοντος την πρωτοβουλία του συμψηφισμού να προκύπτει σαφής η περί του συμψηφισμού βούλησή του [βλ. Γεωργιάδη-Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ αρ. 441 αριθμός 2 και 7 – ΑΠ 851/2001 Ελ.Δνη 43,455- Εφ.Αθ. 4725/2001 Ελ.Δνη 44,253]. Ο νόμος δεν απαιτεί ως όρο του συμψηφισμού ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας αυτών, αλλά ούτε επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη [βλ. Εφ.Πειρ. 878/2004 Ελ.Δνη 46,283, με παραπομπή στην ΑΠ 844/1999 Ελ.Δνη 41,440]. Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη με τις προτάσεις της και με αντίστοιχη δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου [καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου] προβάλλει διά της τυπικά προβληθείσας από αυτήν ένστασης του άρθρου 665 εδ(β)ΑΚ (έκπτωση αλλαχού κερδηθέντων) και την κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου εμπεριεχομένη σε αυτήν ένσταση του συμψηφισμού της απαίτησης των εναγόντων από την επιδότησή τους με ειδικό βοήθηκε από την επίσχεση εργασίας τους, η οποία ένσταση (ΑΚ 656) θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη καθόσον ελλείπει το «ομοειδές» της ως άνω ανταπαίτησης της εναγομένης, καθόσον η ταυτοποίηση των εναγόντων μισθωτών με το δικαιούχο απόληψης επιδόματος ανεργίας δεν αίρει την επιδίκαση και αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης στην καταβολή μισθών υπερημερίας στο σύνολό τους, διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 20, 22 § 1 εδ. α’, 30, 32 του ΝΔ 2961/1954 και 36 § 9 του ΑΝ 1846/1951 συνάγεται αφενός ότι το επίδομα ανεργίας χορηγείται από τον ΟΑΕΔ στον άνεργο μισθωτό για την περίθαλψή του κατά το διάστημα της ανεργίας, ανεξάρτητα από την εγκυρότητα ή ακυρότητα της σύμβασης εργασίας και αφετέρου ότι στην περίπτωση που ο επιδοτούμενος άνεργος επιτύχει την ακύρωση της απόλυσής του, ο εργοδότης, ο οποίος οφείλει να καταβάλλει τους μισθούς υπερημερίας, υποχρεούται να παρακρατήσει από αυτούς τα επιδόματα ανεργίας που έχει εισπράξει ο άνεργος, τα οποία ακολούθως οφείλει να αποδώσει στον Ο.Α.Ε.Δ. (ΕΑ 1255/1992 ΕΕΔ 52.885). Μόνο δε, κατά την εκτέλεση της απόφασης που επιδικάζει μισθούς υπερημερίας ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατήσει από τους οφειλόμενους μισθούς τα επιδόματα ανεργίας που εισέπραξε ο άνεργος και να τα αποδώσει στον ΟΑΕΔ εντός 15 ημερών κατά τη διάταξη του άρθρου 31 ν.δ. 2698/1953 [βλ. Ι. Ληξουριώτη Ενστάσεις Εργατικού Δικαίου σελ. 75, σημ.5]. Κατ’ ακολουθίαν οι ενάγοντες δεν υποχρεούνται όπως αφαιρέσουν από τους επιδικασθέντες μισθούς υπερημερίας το ποσό που θα εισέπρατταν από τον ΟΑΕΔ αφού κατά τα προεκτεθέντα, το ποσό αυτό θα μπορεί να παρακρατηθεί από την εναγομένη εργοδότρια κατά την πληρωμή των μισθών υπερημερίας και στη συνέχεια θα αποδοθεί από αυτή στον δικαιούχο Ο.Α.Ε.Δ. [βλ. ΕφΑθ 8967/2002 ΕλΔ 45(2004).554]. Εάν, επομένως, κατά το αυτό επίδικο χρονικό διάστημα έλαβαν το ανωτέρω επίδομα από την επίσχεση εργασίας τους, τότε η εναγομένη διατηρεί το δικαίωμά της όπως προβεί σε έκπτωση και παρακράτηση αυτού από τους επιδικασθέντες μισθούς υπερημερίας και απόδοσής του στο δικαιούχο Ο.Α.Ε.Δ κατόπιν της επιδίκασης του συνόλου των μισθών υπερημερίας και όχι διαδικαστικά στο παρόν δικονομικό στάδιο της εκκρεμοδικίας.
Κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, έως και τη θέση σε ισχύ του ν. 3994/2011, οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες χρησιμεύουν για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δεν ενέπιπταν ούτε στην έννοια των εγγράφων, αλλά ούτε κι στην έννοια των μαρτύρων, ήτοι δεν αποτελούσαν επώνυμο αποδεικτικό μέσο από τα απαριθούμενα στον κατάλογο του άρθρου 339 ΚΠοΛΔ, αλλά συνιστούσαν ιδιώνυμο αποδεικτικό μέσο, (βλ. ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 822/2009, δημοσίευση Τρ.Νομ.Πλ. Δ.Σ.Α.), το οποίο είχε ιδιαίτερη σημασία σε επίπεδο αναιρετικής δίκης, διότι απαιτείτο στις δικαστικές αποφάσεις ιδιαίτερη σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αναφορά σε αυτές, αλλιώς η απόφαση ήταν αναιρετέα από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 99/2010, ΑΠ 2061/2009 και ΑΠ 1901/2009, δημοσίευση Τρ.Νομ.Πλ. Δ.Σ.Α.). Με την κατάταξη πλέον των ενόρκων βεβαιώσεων στον κατάλογο του άρθρου 339 ΚΠολΔ και την μεταλλαγή τους από ιδιώνυμο σε επώνυμο αποδεικτικό μέσο, παύει να υφίσταται πλέον υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξαίρει τη λήψη υπόψη των προσκομιζομένων ενόρκων βεβαιώσεων, – κατά συνέπεια, στη γενική αναφορά της αποφάσεως ότι ελήφθησαν υπόψιν όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα εμπεριέχεται και η αντίστοιχη βεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψιν και οι προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, [βλ. Γ. Νικολόπουλος Δίκαιο Αποδείξεως, εκδ. 2011, σελ. 379 παρ. 21, με νομολογιακές παραπομπές]. Επομένως, δεν απαιτείται πλέον να γίνεται ειδική μνεία σε οποιοδήποτε σημείο του αιτιολογικού της απόφασης ότι αυτές λήφθηκαν υπόψιν [βλ. ΑΠ 571/2007, δημοσίευση Τρ.Νομ.Πλ. «ΝΟΜΟΣ»- Δαβερώνας Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, εκδ. 2012, σελ. 139, Κεφ. ΣΤ, υπος/σεις 103, 108, 110-111, 110,113 και 114 με νομολογιακές παραπομπές]. Από δε το σύνολο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, ειδικότερα δε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης …….. …….. του …….. και του μάρτυρα ανταπόδειξης, …….. …….. του …….., οι οποίοι και εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, όπως η κατάθεσή τους εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, εκτιμώμενες και σε συνδυασμό κατά το λόγο της γνώσεως και της αξιοπιστίας τους, από το σύνολο των εγγράφων, που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι [άρθρα 106, 335, 339, 341, 432, 670 και 674 του ΚΠολΔ, τα οποία έχουν εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, βλ. σχετ. ΑΠ 1351/2003 ΕλΔ 45(2004).1037, ΑΠ 1150/2003 ΕλΔ 46(2005).405], από τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία λαμβάνονται υπόψιν αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚπολΔ), αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ότι με την, από 27 Ιουνίου 2013, με Αριθμό Κατάθεσης ……/2013, αγωγή, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει για στον πρώτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 20.284,72 €, ήτοι: αα) 10.052,33 € για δεδουλευμένες αποδοχές και ββ) 10.232,39 € για αποδοχές υπερημερίας συνεπεία σύννομης άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας και στον δεύτερο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 21.257,58 €, ήτοι: αα) 10.664,60 € για δεδουλευμένες αποδοχές και ββ) 10.592,98 € για αποδοχές υπερημερίας συνεπεία σύννομης άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, χρονικού διαστήματος από 19 Απριλίου 2013 έως 18 Νοεμβρίου 2013, με επιφύλαξη για το περαιτέρω χρονικό διάστημα. Επί της αγωγής τους αυτής εκδόθηκε η, υπ’ αριθμ. 6402/2013 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγομένη με πορεία δικαστικού επιμελητή [βλ. την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την πλευρά των εναγόντων υπ’ αρ. ……/14-1-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφερείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη] και η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως εκ τούτου αναγνώρισε τη νομιμότητα της επίσχεσης εργασίας την οποία αμφότεροι οι ενάγοντες είχαν ασκήσει και αντίστοιχα αιτηθεί την αναγνώριση της νομιμότητας του ασκηθέντος δικαιώματος, υποχρέωσε δε την εναγομένη να καταβάλει: α) στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.853,56 € (10.052,33 € για δεδουλευμένες αποδοχές + 7.801,23 € για αποδοχές υπερημερίας, χρονικού διαστήματος από 19 Απριλίου 2013 έως 26 Σεπτεμβρίου 2013) και β) στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 18.707,65 € (10.664,60 € για δεδουλευμένες αποδοχές + 8.043,05 € για αποδοχές υπερημερίας, χρονικού διαστήματος από 19 Απριλίου 2013 έως 26 Σεπτεμβρίου 2013), η δε ως άνω απόφαση έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από την πλευρά των εναγόντων υπ’ αρ. ……/5-12-2014 πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης ενδίκων μέσων του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς για το συνολικό χρονικό διάστημα από 5-12-2013 έως και τις 4-1-20214, γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητεί και η εναγομένη εταιρεία. Επομένως, από την ανωτέρω υπ. αρ. 6402/2013 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα έχει καταστεί αμετάκλητη και την οποία αμφότερα τα διάδικα μέρη αποδέχθηκαν [βλ. το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από τους ενάγοντες από 23-1-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάργησης δίκης- απόδειξη καταβολής και είσπραξης], προκύπτει δεδικασμένο ως προς το ανωτέρω κριθέν ουσιαστικό (και ήδη προδικαστικό στην παρούσα δίκη) ζήτημα, εφόσον η ως άνω απόφαση έκρινε ήδη οριστικώς για έννομη σχέση προβληθείσα με την υπό κρίσιν αγωγή (νομιμότητα δικαιώματος επίσχεσης και εξ αυτού επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας-επίσχεσης), με αποτέλεσμα να εμποδίζεται πλέον η εκ νέου διάγνωση του κριθέντος ζητήματος, δεδομένης της διά της παρούσας υπό κρίσιν αγωγής ταυτότητος των προσώπων που εμπλέκονται στην έννομη σχέση με την ίδια ιδιότητα, του αντικειμένου της διαφοράς και της ιστορικής και της νομικής αιτίας και καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε κατά την προηγουμένη δίκη ήταν αναγκαία κατά το νόμο για την κατάφαση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας συγκροτούν τα ίδια ενόλω ή εν μέρει το πραγματικό της νομικής διάταξης που θα πρέπει να εφαρμοστεί στη νέα δίκη. Για το λόγο αυτό κάθε περί του αντιθέτου προβαλλόμενος από την εναγομένη ισχυρισμός περί της ουσίας και δη της μη νομιμότητας και σε κάθε περίπτωση της καταχρηστικής άσκησης του ασκηθέντος δικαιώματος επίσχεσης των εναγόντων τυγχάνει απορριπτέος λόγω δεδικασμένου για προδικαστικό ζήτημα της παρούσης δίκης. Το εκ των ανωτέρω δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το Δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως και ειδικότερα καλύπτει τις επιμέρους αγωγικές αξιώσεις που απορρέουν από την επικαλουμένη από την πλευρά των εναγόντων νομιμότητα του ασκηθέντος δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, ήτοι την ιστορική αιτία η οποία έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών, τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της σχέσεως, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το Δικαστήριο τούτο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμά τους περί επίσχεσης με δήλωση προς τον εργοδότη, ότι παύουν να του παρέχουν την εργασία τους, μέχρι να τους πληρώσει τις καθυστερούμενες αποδοχές του [σημειώνεται ότι το δικαίωμα επισχέσεως παρέχεται στον οφειλέτη επί συμβατικών κατά κανόνα σχέσεων, από τις οποίες γεννώνται αμοιβαίες υποχρεώσεις των μερών προς παροχή, βλ. Εφ.Αθ. 220/2011 αδημ.]. Αν και οι εργαζόμενοι έπαυσαν να παρέχουν την εργασία του, δεν είναι, στην περίπτωση αυτή, υπερήμεροι αυτοί αλλά η εναγομένη εργοδότης τους, η οποία φέρει την εκ του νόμου υποχρέωση, όσο διαρκεί η υπερημερία της, εφόσον δηλαδή δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες αποδοχές και δεν εκπλήρωσε άλλο, ουσιώδη πάντως, όρο της σύμβασης (δεδομένου ότι ούτε και προέβη σε νόμιμη και μη παραβιάζουσα τα αξιολογικά όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ καταγγελία της εργασιακής σύμβασης αμφοτέρων των εναγόντων, βλ. ΑΠ 1412/1986, ΕΕργΔ 1987.817), να πληρώνει στον εργαζόμενο (που έχει ασκήσει νομίμως το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του) και δη στη συγκεκριμένη περίπτωση στους ενάγοντες τις αποδοχές τους, σαν να εργάζονταν κανονικά (άρθρο 656 ΑΚ, βλ. ΑΠ 1209/1999, ό.π., ΑΠ 197/1995, ό.π., ΑΠ 1412/1986, ΕΕργΔ 1987.817, ΕφΘεσ 611/1995, ό.π.) και δεν έχει (η εναγομένη με την ιδιότητα του εργοδότη) το δικαίωμα, να θεωρήσει λυμένη τη σύμβαση εργασίας ως εκ της μη παροχής των υπηρεσιών των εργαζομένων και ενόψει και της παράλληλης επιγενομένης της επίσχεσης εργασίας απασχόλησής τους σε έτερο εργοδότη (βλ. ΑΠ 1412/1986, ό.π.). Η δήλωση αυτή περί επίσχεσης που συνιστά άτυπη μονομερή δικαιοπραξία, κρίθηκε σε κάθε περίπτωση αμετακλήτως νόμιμη και σαφής ως προς τη βούληση της άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης, αναφέροντας την ληξιπρόθεσμη απαίτηση και την αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη, στην εκπλήρωση της οποίας στοχεύει, χωρίς και να αρκεί απλή άρνηση παροχής της εργασίας [βλ. ΑΠ 245/1983 ΕΕργΔικ. 42,722] Η υπερημερία δε της εναγομένης ως εργοδότη δεν έπαυσε, δεδομένου ότι δεν έχει λάβει χώρα έως και το χρόνο άσκησης της υπό κρίσιν αγωγής προσήκουσα καταβολή των οφειλομένων ή εκπλήρωση του ουσιώδους όρου της σύμβασης, είτε ύστερα από συμφωνία με τον εργαζόμενο (βλ. ΕφΘεσ 611/1995, ό.π.), αλλά ούτε και έγινε από την εναγόμενη νόμιμη καταγγελία της εργασιακής σχέσεως των εναγόντων εκ μέρους της ως εργοδότη, [με την ρητή επισήμανση ότι ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση βέβαια η καταγγελία ελέγχεται εάν προκλήθηκε από την επίσχεση εργασίας και γίνεται από λόγους εκδίκησης του εργοδότη λόγω της ασκήσεώς της, οπότε και είναι άκυρη ως προφανώς καταχρηστική (βλ. ΕφΑθ 11510/1989, ΝοΒ 38.651)]. Αυτό σημαίνει ότι το γεγονός ότι ο μισθωτός άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας δεν εμποδίζει τον εργοδότη να ασκήσει το δικαίωμά του για την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ασκούντος την επίσχεση, πλην όμως άλλο βεβαίως είναι το ζήτημα εάν θεωρηθεί ότι η καταγγελία αυτή για άλλους λόγους είναι παράνομη ή έχει τα χαρακτηριστικά της καταχρηστικής απόλυσης, οπότε και στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, η υπερημερία του εργοδότη συνεχίζεται [βλ. Εφ.Αθ. 11510/1989 ΝΟΒ 38,651 και Ι. Ληξουριώτης ο.π.]. Επομένως, με βάση τα ως άνω επιμέρους διαλαμβανόμενα, η ήδη κριθείσα αμετακλήτως υπερημερία της εναγομένης ως προς την επιδίκαση αποδοχών επίσχεσης προς τους ενάγοντες δεν έχει παντί τρόπω αρθεί έως και το χρόνο άσκησης της υπό κρίσιν αγωγής, αλυσιτελώς προβαλλομένης για την εκτίμηση του νομικού ζητήματος της άρσης της υπερημερίας, της προταθείσας ένστασης περί αλλαχού κερδηθέντων από την πλευρά της εναγομένης, η οποία (κατάφαση της ένστασης) δεν αίρει εκ του νόμου την υπερημερία του εργοδότη, αλλά απαιτείται θετική ενέργεια του εργοδότη, με αποτέλεσμα κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίσιν αγωγής η εργασιακή σχέση των διαδίκων μερών να είναι ενεργή, αφού λύση της σύμβασης εργασίας αμφοτέρων μετά της εναγομένης εργοδότριας δεν προκύπτει ούτε και κατά συναγομένη παράσταση. Αυτό άλλωστε (και δη η διατήρηση της ενεργούς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων μερών και μετά το μήνα Νοέμβριο του 2014) προκύπτει και από το προσκομιζόμενο μετ’ επικλήσεως από τους ενάγοντες από 23-1-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάργησης δίκης- απόδειξη καταβολής και είσπραξης, στο οποίο και συγκεκριμένα στην παράγραφο «δ» ρητά ορίζεται ότι «……..δηλώνει ότι διατηρεί το δικαίωμα να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας των αφετέρου συμβαλλομένων, καταβάλλοντας τις προβλεπόμενες αποζημιώσεις απόλυσης και στην περίπτωση αυτή οι αφετέρου συμβαλλόμενοι αναγνωρίζουν αυτές ως έγκυρες και νόμιμες» .Επομένως η εναγομένη εξακολουθεί για την ανωτέρω αιτία να οφείλει το συνολικό ποσόν των 11.363,28 € στον πρώτο των εναγόντων και των 16.294,76 € στο δεύτερο εξ αυτών αντίστοιχα, δεδομένου ότι από το συνολικό ποσόν των οφειλομένων αποδοχών επίσχεσης- αποδοχών υπερημερίας λόγω επίσχεσης για το συνολικό χρονικό διάστημα από τις 19-11-2013 έως και τις 18 Μαίου 2015, το οποίο και προσδιορίζεται στο συνολικό ποσόν των 25.442,17 € για τον πρώτο ενάγοντα και για το δεύτερο στο συνολικό ποσόν των 26.338,74 €, θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσόν των 13.347,76 € και των 731,13 € ως προς τον πρώτο των εναγόντων και το ποσόν των 9.287,09 € και των 756,89 € ως προς το δεύτερο εξ αυτών αντίστοιχα, τα οποία όπως οι ίδιοι συνομολογούν αποτελούν αποδοχές από την παροχή εργασίας αυτών σε έτερο της εναγομένης εργοδότη για την εν γένει απασχόλησή τους σε αυτόν από τις 19 Νοεμβρίου 2013 έως και το χρόνο άσκησης της υπό κρίσιν αγωγής, καθώς και αποδοχές υπερημερίας που τους καταβλήθηκαν από την εναγομένη για το χρόνο μετά την άσκηση της υπό κρίσιν αγωγής και έως τις 18 Μαίου 2015. Και τούτο καθόσον συγκεκριμένα οι ίδιοι έλαβαν: [α] ο πρώτος των εναγόντων από τη νέα του εργοδότρια και δη την εταιρεία με την επωνυμία «………….» από το χρόνο πρόσληψής του σε αυτήν, ήτοι από το Φεβρουάριο του 2014: το ποσόν των 332,5 € για αποδοχές Φεβρουαρίου 2014, το ποσόν των 760 € για αποδοχές Μαρτίου 2014, το ποσόν των 760 € για αποδοχές μηνάς Απριλίου 2014 + 313,03 Ευρώ για δώρο Πάσχα 2014 + 773,54 € για αποδοχές Μαίου 2014 + 763,06 € για αποδοχές μηνάς Ιουνίου 2014 + 522,88 € για επίδομα αδείας 2014 + 765,13 € για αποδοχές Ιουλίου 2014 + 760€ για αποδοχές μηνάς Αυγούστου 2014 + 796,80 € για αποδοχές Σεπτεμβρίου 2014 + 760 € για αποδοχές Οκτωβρίου 2014 + 763,29 € για αποδοχές Νοεμβρίου 2014 + 760 € για αποδοχές Δεκεμβρίου 2014 + 1.063,28 € για δώρο Χριστουγέννων 2014 + 765,79 Ευρώ για αποδοχές Ιανουάριου 2015 + 772,63 € για αποδοχές Φεβρουάριου 2015 + 760 € για αποδοχές Μαρτίου 2015 + 760 € για αποδοχές Απριλίου 2015 + 395,83 Ευρώ για δώρο Πάσχα 2015), καθώς και το συνολικό ποσόν των 731,13 € που αντιστοιχεί στις αιτηθείσες αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά την ημεροχρονολογία άσκησης της υπό κρίσιν αγωγής και τις 18 Μάίου 2015 {13 ημερομίσθια χ 48,81 € έκαστο [1.220,20 / 25] για αποδοχές μηνάς Μαίου 2015 + 96,60 € για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2015) και [β] ο δεύτερος των εναγόντων: το ποσό των 9.287,09 €, το οποίο έλαβε από την εργασία του σε άλλον εργοδότη [επιχείρηση «…………»] κατά το χρονικό διάστημα από 19 Νοεμβρίου 2013 και εφεξής και από το χρόνο πρόσληψής του σε αυτήν, ήτοι από τον Ιούλιο του 2014, ήτοι: 920,00 € για αποδοχές Ιουλίου 2014 + 760 € για αποδοχές Αυγούστου 2014 + 760,00 Ευρώ για αποδοχές Σεπτεμβρίου 2014 + 760,00 € για αποδοχές Οκτωβρίου 2014 + 760 € για αποδοχές Νοεμβρίου 2014 + 760 € € για αποδοχές Δεκεμβρίου 2014 + 756,31 € για δώρο Χριστουγέννων 2014 + 374,95 € για επίδομα αδείας 2014 + 760,00 € για αποδοχές Ιανουάριου 2015 + 760,00 Ευρώ για αποδοχές Φεβρουάριου 2015 +760 € για αποδοχές Μαρτίου 2015 + 760,00 € για αποδοχές Απριλίου 2015 + 395,83 € για δώρο Πάσχα 2015), καθώς και το συνολικό ποσόν των 756,89 € που αντιστοιχεί σε αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά την ημεροχρονολογία άσκησης της υπό κρίσιν αγωγής και έως τις 18 Μάίου 2015 (13 ημερομίσθια χ 50,53 € έκαστο [1.263,20 7 25] για αποδοχές μηνάς Μαίου 2015 + 100,00 € για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2015). Σημειώνεται ότι ο ανωτέρω καταλογισμός (κατά μερική παραδοχή της ένστασης έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων από την πλευρά της εναγομένης) αφορά τις αντίστοιχες αποδοχές που έλαβε έκαστος των εναγόντων από τρίτο εργοδότη και συγκεκριμένα από την εταιρεία με την επωνυμία «……» ο πρώτος ενάγων και από την επιχείρηση «……» ο δεύτερος εξ αυτών αντίστοιχα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και με βάση την πρότερη εν γένει του απασχόληση στην εναγομένη για τέσσερις (4) ημέρες εβδομαδιαίως κατά το εφαρμοζόμενο στην επιχείρηση της εναγομένης σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, καθόσον σύμφωνα με τα ως άνω διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως ωφέλεια του μισθωτού νοείται και εκείνη που αποκτήθηκε και από τη δραστηριότητα αυτού, εφόσον όμως η ωφέλεια αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτός δεν απασχολήθηκε στη υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα [βλ. επ αυτού ΑΠ 1004/2004 ΔΕΝ 61/2005,185 και ΕΕργΔικ.64/2005,996 και Ληξουριώτη Ενστάσεις Εργατικού Δικαίου εκδ. 2010, σελ. 74, σημ. 4 με παραπομπή σε νομολογία υπ αρ.4]. Και τούτο καθόσον στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη αμετάκλητα κρίθηκε δυνάμει της υπ’ αρ. 6402/2013 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, από το Νοέμβριο του 2011 η εναγομένη υποχρέωσε τους ενάγοντες προκειμένου να μην καταγγελθούν οι συμβάσεις εργασίας τους να συναινέσουν στην τροποποίηση των όρων τους και να καταρτίσουν συμβάσεις εργασίας εκ περιτροπής απασχόλησης, ώστε εφεξής να απασχολούνται επί τέσσερις (4) ημέρες εβδομαδιαίως και οκτώ (8) ώρες ημερησίως, έναντι συμφωνηθείσης αμοιβής της τάξης των 1.220,20 € για τον πρώτο ενάγοντα και των 1.263,20 € για το δεύτερο των εναγόντων αντίστοιχα, οπότε και η ωφέλεια των εναγόντων από τη «ματαίωση της εργασίας» τους στην εναγομένη που αξιώνει η διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ αφορά την εβδομαδιαία απασχόληση τεσσάρων (4) και όχι την αντίστοιχη των (5) πέντε ημερών. Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί επιπρόσθετα στο σημείο τούτο ότι για να θεωρηθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 656 εδ. β’ και 281 ΑΚ καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή ανεύρεσης και παροχής εργασίας και δεν αρκεί ότι ο ακύρως απολυθείς δεν άνευρε άλλη εργασία από αμέλεια. Ειδικότερα απαιτείται, για την ευδοκίμηση της ως άνω ενστάσεως του εργοδότη, όπως ο τελευταίος επικαλεσθεί και αποδείξει, α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, β) τους λόγους για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος ,δηλαδή από το γεγονός ότι δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα [βλ. ΑΠ 223/2014 Επιθ.Εργ.Δικ. 73(9) 1744,611], στη δε προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος από την παράλειψη ανεύρεσης εργασίας από την πλευρά των εναγόντων για το πρότερο ως άνω χρονικό διάστημα της συνομολογουμένης απασχόλησής τους στους προαναφερομένους τρίτους εργοδότες και η εναγομένη δεν ανταπέδειξε πειστικά το αντίθετο. Κατά δε το άρθρο 450 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να επιδείξει τα έγγραφα που χρησιμοποίησε ή επικαλέστηκε στη δίκη (§1). Κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, που δικαιολογεί τη μη επίδειξή τους. Σπουδαίος λόγος συντρέχει ιδίως στις περιπτώσεις που επιτρέπεται να αρνηθεί κανείς να μαρτυρήσει (§ 2). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του επόμενου άρθρου 451 § 1 του ιδίου Κώδικα, η επίδειξη, εφόσον υπόχρεος είναι διάδικος, μπορεί να ζητηθεί και με τις προτάσεις. Το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επί αιτήσεως επιδείξεως εγγράφων, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, τουτέστιν να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και να εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του [βλ. ενδεικτικό, για τα ανωτέρω, ΑΠ 1857/2005 ΕλΔ 47(2006).469, ΑΠ 1045/2004 ΕλΔ 48(2007).162, ΑΠ 953/2002 ΕλΔ 44(2003).1310, ΑΠ 1565/1998 ΔΕΕ 1999.491, ΑΠ 508/1993 ΕλΔ 35(1994).1299]. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, το δικαστήριο διατάζει υποχρεωτικώς την επίδειξη. Αν ο διάδικος από τον οποίο ζητείται η επίδειξη, συνομολογεί την κατοχή του εγγράφου διατάζεται η επίδειξή του, αλλιώς διεξάγεται ή διατάσσεται απόδειξη, εάν συντρέχει περίπτωση έκδοσης προδικαστικής απόφασης, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, λόγω της φύσεως του αποδεικτέου θέματος. Η παράγραφος II του άρθρου 452 ΚΠολΔ παραπέμποντας στη διάταξη του άρθρου 366 ΚΠολΔ, παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα σε περίπτωση άρνησης επίδειξης του υποχρέου προς επίδειξιν εγγράφου,, να κρίνει ελεύθερα αν το αποδεικτέο γεγονός με το οποίο σχετίζεται το έγγραφο πρέπει να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ή μη, καθόσον από μόνο το γεγονός αρνήσεως επίδειξης δεν τεκμαίρεται ότι το αντικείμενο της απόδειξης αποδείχθηκε, αλλά το ίδιο το Δικαστήριο κρίνει ελεύθερα αν πρέπει αυτό να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ή μη [βλ. Ερμ.ΚΠολΔ Κεραμεύς Κονδύλης Νίκας αρ.451-452, σελ. 810 σημ.4 και 811 σελ. 2]. Σημειωτέον, ότι το υποβληθέν με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης αίτημα περί επίδειξης εγγράφων που αφορούν καρτέλες ασφαλίσεων (καρτέλες ενσήμων) του Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ. από τις οποίες και προκύπτει (κατά τον αντίστοιχο ισχυρισμό της) η ωφέλεια που έκαστος των εναγόντων αποκόμισε από την εργασία του σε τρίτο εργοδότη και για το επίδικο αγωγικό διάστημα, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, προβάλλεται παραδεκτά, δεδομένου ότι κατά την ανωτέρω δήλωση, αλλά και με τις προτάσεις της εναγομένης προσδιορίσθηκε ειδικά από αυτήν ότι τα έγγραφα αυτά βρίσκονται στην κατοχή των εναγόντων, καθώς όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 450 και 451 ΚΠολΔ, για να είναι η αίτηση επίδειξης εγγράφου παραδεκτή και σύννομη, πρέπει να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, χωρίς παράλληλα και να απαιτείται και ο ειδικότερος προσδιορισμός του περιεχομένου εκάστου των εγγράφων αυτών [βλ. ΑΠ 1045/2004 Δημοσίευση σε Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 575/2004 ΕΕργΔ 2005, 725, ΕφΛαρ 191/2006 ΑρχΝ 2007, 755], εάν πρόκειται για δημόσια έγγραφα τα οποία φέρουν σαφές και συγκεκριμένο περιεχόμενο. Παράλληλα δε προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του [βλ. Β, Τσούμα Το δικαίωμα πληροφόρησης και επίδειξης εγγράφων, εκδ. 2014, σελ. 41, σημ.19(δδ)], ήτοι εξατομικεύεται το έγγραφο χωρίς και να είναι απαραίτητος και ο ειδικότερος προσδιορισμός του περιεχομένου του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος (δηλ. το έννομο συμφέρον υπάρχει αποκλειστικά όταν το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί είτε ότασν πιστοποιεί ορισμένη έννομη σχέση που τον αφορά- βλ. Β,Τσούμα Το δικαίωμα πληροφόρησης και επίδειξης εγγράφων, εκδ. 2014, σελ. 23, σημ13α(γγ)-) ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του [βλ. ενδεικτικά για τα ανωτέρω, ΑΠ 1857/2005 ΕλΔ 47(2006).469, ΑΠ 1045/2004 ΕλΔ 48(2007).162, ΑΠ 953/2002 ΕλΔ 44(2003).1310, ΑΠ 1565/1998 ΔΕΕ 1999.491, ΑΠ 508/1993 ΕλΔ 35(1994).1299]. Το υπό κρίσιν δε αίτημα επίδειξης, εισάγεται με τη μορφή παρεμπίπτουσας αγωγής προϋποθέτοντας (και ως εκ τούτου δικονομικά συνεπαγόμενη) την ταυτότητα της διαδικασίας [βλ. Μακρίδου Δικονομία Εργατικών Διαφορών σελ. 49, σημ. 25 και υπος/ση 98 και Ερμ.ΚΠολΔ ο.π. αρ. 285 σελ. 575, σημ.1], πλην όμως προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι ως προς τούτο οι ενάγοντες προσκόμισαν ήδη μετ’ επικλήσεως με τις εγγράφως κατατεθείσες προτάσεις τους, τους από 29-4-2015 και 27-4-2015 λογαριασμούς ασφαλισμένου Ι.Κ.Α. του πρώτου και του δευτέρου εξ αυτών αντίστοιχα.
Συνεπώς, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, απορριπτομένου κάθε περί του αντιθέτου ανταποδεικτικού ισχυρισμού της εναγομένης ως αναπόδεικτου στην ουσία του, η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρεία-εργοδότης να καταβάλει στον πρώτο των εναγόντων το συνολικό ποσόν των έντεκα χιλιάδων τριακοσίων εξήντα τριών ευρώ και είκοσιοκτώ λεπτών του ευρώ [11.363,28 €] και των δεκαέξι χιλιάδων διακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών του ευρώ [16,294,76 €] στο δεύτερο εξ αυτών αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της παρούσας, κατά το σύστημα της διαθέσεως του επιδίκου αντικειμένου της δίκης και σύμφωνα με το αντίστοιχο αίτημα των εναγόντων, ενώ το αίτημα περί κηρύξεως της παρούσας απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό βάσιμο κατ’ ουσίαν καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν προς τούτο εξαιρετικοί λόγοι καθώς και ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσής της να προξενηθεί σημαντική ζημία στους ενάγοντες, δεδομένου ότι η με την παρούσα επιδίκαση αφορά χρηματικές οφειλές που προέρχονται από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (αποδοχές υπερημερίας λόγω νομίμως ασκουμένου δικαιώματος επίσχεσης εργασίας), έχουν δε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες και ως εκ τούτου απαιτητές στο σύνολό τους. Τέλος, το σύνολο των δικαστικών εξόδων των εναγόντων πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, σε βάρος της εναγομένης λόγω της ήττας της (179 και 191 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ΑΝΤΙΜΩΛΙΑ των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο των εναγόντων το συνολικό ποσόν των έντεκα χιλιάδων τριακοσίων εξήντα τριών ευρώ και είκοσιοκτώ λεπτών του ευρώ [11.363,28 €] και στο δεύτερο εξ αυτών το συνολικό ποσόν των δεκαέξι χιλιάδων διακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών του ευρώ [16.294,76 €] αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο τους από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίσιν αγωγής, και όλα τα ανωτέρω ποσά μέχρι και την ολοσχερή τους εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη και συγκεκριμένα για τον πρώτο των εναγόντων ως προς το συνολικό ποσόν των πέντε χιλιάδων ευρώ [5.000 €] και για το δεύτερο των εναγόντων ως προς το ποσόν των επτά χιλιάδων ευρώ [7.000 €] αντίστοιχα.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων σε βάρος της εναγομένης, το ποσόν των οποίων ορίζει στα εννιακόσια είκοσι ευρώ [920 €].
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, στις 14 Ιουλίου 2015.
