Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών, επίδομα και αποδοχές αδείας, αμοιβή για εργασία κατά τα Σάββατα και προσαύξηση νυκτερινής εργασίας. Δεν αποδεικνύεται ότι οι παραπάνω αξιώσεις του εργαζόμενου ασκήθηκαν καταχρηστικά, καθόσον μόνο το γεγονός ότι ουδέποτε διατύπωσε διαμαρτυρία για τη μη καταβολή του συνόλου των δεδουλευμένων αποδοχών του, δεν αποδείχθηκε ότι συνιστά αναμφίβολα προϊόν ελεύθερης βούλησης του περί μη διεκδίκησης αυτών στο μέλλον, λαμβανομένου υπόψη του ευλόγου συμφέροντός του να μην διαταραχθεί η εργασιακή του σχέση. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 28.646,30 Ευρώ
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης
3098/2015
(Γενικός Αριθμός Κατάθεσης …./2015)
(Αριθμός Κατάθεσης …./2015)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών)
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη δικαστή Σοφία Φαρασοπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης και από τη Γραμματέα Μαρία Κουτουκάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, στις 10 Μαρτίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ- ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …… …… του ……, κατοίκου …… Αττικής (οδός …… αρ. …), ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Βλαχόπουλου.
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ- ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: …… …… του ……, κατοίκου …… (συνοικία ……), ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Παυλή.
Ο ΚΑΛΩΝ- ΕΝΑΓΩΝ ζητεί να γίνει δεκτή η από 21-8-2014 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης …../22-8-2014 και αριθμό κατάθεσης …./22-8-2014, προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 6ης Νοεμβρίου 2014 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 22ας Ιανουαρίου 2015, οπότε η συζήτησή της ματαιώθηκε λόγω των Εθνικών Βουλευτικών Εκλογών. Ήδη δε, με την από 30-1-2015 κλήση του ενάγοντας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης ……/30-1-2015 και αριθμό κατάθεσης ……/30-1-2015, επαναφέρεται με επιμέλεια του προς συζήτηση η παραπάνω αγωγή, η δε συζήτησή της προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 30-1-2015 και με γενικό αριθμό κατάθεσης ……/30-1-2015 και αριθμό κατάθεσης ……/30-1-2015 κλήση του καλούντος- ενάγοντος, η από 21-8-2014 αγωγή του σε βάρος του καθ’ ου η κλήση- εναγομένου, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης ……/22-8-2014 και αριθμό κατάθεσης ……/22-8-2014.
Με την κρινομένη αγωγή, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε για πρώτη φορά από τον εναγόμενο, στις 3-10-2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως πωλητής στο κατάστημα χονδρικής πώλησης νωπών ιχθύων που εκμεταλλευόταν αυτός στην ιχθυόσκαλα …………. Ότι μετά την καταγγελία της παραπάνω σύμβασής του, στις 31-5-2006, συνήψε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τον εναγόμενο, προκειμένου να παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες, κάθε έτος από το μήνα Οκτώβριο μέχρι και το μήνα Μάιο. Ότι μεταξύ των μερών είχε συμφωνηθεί να παρέχει την εργασία του επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, από Δευτέρα έως Παρασκευή και οκτώ ώρες ημερησίως, οι δε συμφωνημένες μηνιαίες μικτές αποδοχές του κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 30-4-2011 ανέρχονταν στο ποσό των 992 ευρώ και από 1-5-2011 μέχρι 28-5-2014 στο ποσό των 1.040 ευρώ. Ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του στον εναγόμενο, εργαζόταν επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, από Δευτέρα έως Παρασκευή, καθώς και τα Σάββατα, από τις 12 π.μ. μέχρι τις 9 π.μ., χωρίς ο εναγόμενος, παρά τις συνεχείς και επανειλημμένες οχλήσεις του να του καταβάλει το σύνολο των δεδουλευμένων μηνιαίων μισθών του, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2009 έως 2014, την αιτούμενη από αυτόν άδεια αναψυχής και το επίδομα αδείας των ετών 2009 έως 2013, οφείλοντας για το λόγο αυτό αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας των παραπάνω ετών, αμοιβή για υπερεργασία μιας ώρας καθημερινά κατά τα έτη 2009 έως 2011, και συγκεκριμένα από 1-1-2009 έως 30-5-2009, από 1-10-2010 έως 30-4-2011 και από 1-5-2011 έως 31-5-2011, αμοιβή για την εργασία του κατά την ημέρα του Σαββάτου επί οκτώ ώρες, καθώς και αμοιβή για παρεχόμενη κατ’ εξαίρεση υπερωριακή εργασία μιας ώρας κατά την ημέρα αυτή, με τις νόμιμες προσαυξήσεις, κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2011 έως 28-5-2014, προσαύξηση 25% επί του ωρομισθίου του για την απασχόλησή του κατά τις νυκτερινές ώρες, από 1-1-2009 έως 30-5-2009, από 1-10-2009 έως 31-5-2010, από 1-10-2010 έως 31-5-2011, από 1-10-2011 έως 31-5-2012 και από 1-10-2012 έως 31-5-2013, όπως κάθε επιμέρους αιτούμενο κονδύλιο, προσδιορίζεται κατ’ είδος, χρόνο παροχής εργασίας και οφειλόμενο ποσό. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, που συντελέστηκε στις 28-5-2014, ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και για το λόγο αυτό του οφείλονται μηνιαίες αποδοχές υπερημερίας από 29-5-2014 έως 28-11-2014. Ότι επικουρικά τα παραπάνω κονδύλια, σε περίπτωση που η σύμβαση εργασίας του κριθεί άκυρη, οφείλονται στον ενάγοντα σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος σε βάρος του, από τη μη καταβολή των αμοιβών αυτών, τις οποίες θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε με τα ίδια τυπικά προσόντα, υπό τις ίδιες συνθήκες και για το ίδιο χρονικό διάστημα, ο δε πλουτισμός του σώζεται. Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο ενάγων ζητεί: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της, από 28-5-2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 62.758,80 ευρώ, για τις παραπάνω αιτίες, όπως κάθε επιμέρους αιτούμενο κονδύλιο, προσδιορίζεται κατ’ είδος, χρόνο παροχής εργασίας και οφειλόμενο ποσό, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό μέχρι την πλήρη εξόφληση, άλλως από την επίδοση της κρινομένης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται την εργασία του, απειλουμένης κατ’ αυτού χρηματικής ποινής ύφους τουλάχιστον 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με τη σχετική διάταξη της απόφασης, δ) επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, (δα) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, πλέον των ανωτέρω αναφερόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του, το ποσό των 1.040 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας έτους 2014 και το ποσό των 520 ευρώ για επίδομα αδείας 2014, με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του μέχρι την πλήρη εξόφληση, άλλως από την επίδοση της κρινομένης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και (δβ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του, απειλουμένης κατ’ αυτού χρηματικής ποινής ύψους τουλάχιστον 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με τη σχετική διάταξη της απόφασης και ε) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή, να απειληθεί προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους σε βάρος του εναγόμενου, ως μέσο εκτέλεσης αυτής και να καταδικασθεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος. Επικουρικά δε, ζητεί τα ανωτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, όπως ήδη παραπάνω αναφέρθηκε. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτά, εντός της αυτεπάγγελτα λαμβανόμενης υπόψη από το Δικαστήριο τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, ως προς το κύριο αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της από 28-5-2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και επιδίκασης υπέρ αυτού μισθών υπερημερίας (βλ. ΑΠ 1261/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθόσον όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον ενάγοντα, με αριθμό ……/25-8-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κω Παναγιώτη Τριχά, η επίδοση αυτής στον εναγόμενο συντελέσθηκε εντός της παραπάνω προθεσμίας, ενώ ακολούθως, αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπον, εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 7, 9,10, 11 αρ. 7,14 παρ. 2,16 παρ. 2 και 664 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664-676 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η αγωγή κατά την κύρια βάση της τυγχάνει νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 192, 361, 648, 651, 652, 653, 655 ΑΚ, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 3, 6 της με αρ. 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1,4, 5 ΑΝ 539/1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε από το άρθρο 3 του Ν.Δ. 3755 της 14/17 Σεπτ. 1957 και το άρθρο 2 παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3302/2004, της από 26-2-1975 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1133/1975, σε συνδυασμό με τη με αριθμό 6/1979 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ Αθηνών, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 5 Ν. 1082/1980, άρθρου 6 της από 14-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με τη με αριθμό 11770/20-2-1984 (ΦΕΚ Β’81) απόφαση του Υπουργού Εργασίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 Ν. 1346/83, άρθρου 42 παρ. 4 Ν. 1892/1990, άρθρων 1 και 9 παρ. 1 του Ν.Δ. 1037/1971, άρθρου 4 του Ν. 2874/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005, και οι παρ. 1, 3 και 5 αυτού αντικαταστάθηκαν και πάλι, με την παρ.10 άρθρου 74 Ν.3863/2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010), 8 Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66/11-5-2010), ΥΑ 18310/1946, 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’. Κατά δε την επικουρική της βάση, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 και 904 επ. και 219 ΚΠολΔ. Ωστόσο, τα κύρια αιτήματα της αγωγής: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 28-5-2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 6.240 ευρώ για μηνιαίες αποδοχές υπερημερίας από 29-5-2014 έως 28-11- 2014 και γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται την εργασία του, πρέπει ν’ απορριφθούν ως μη νόμιμα, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική βάση της αγωγής. Ειδικότερα, ως προς την κύρια βάση της αγωγής, από τη σύμβαση εργασίας, σημειώνεται ότι ο ενάγων επικαλείται ότι εργαζόταν στον εναγόμενο με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κάθε έτος από Οκτώβριο έως Μάϊο, χωρίς να ισχυρίζεται από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου της αγωγής -τα αιτούμενα κονδύλια δεδουλευμένων αποδοχών κάθε σύμβασης περιορίζονται από το μήνα Οκτώβριο έως το μήνα Μάϊο- ότι αυτές συνιστούσαν μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, οπότε η επικαλούμενη από αυτόν ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του στις 28-5-2014, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου, να μην ερείδεται σε διάταξη νόμου, αφού η έκτακτη καταγγελία σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υπόκειται στον έγγραφο τύπο [βλ. σχετ. Βασ Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Γ’, Ημίτομος Β’, άρθρο 672, αρ. 12 σελ. 512 και Λεων. Ντάσιου, ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (Βόλος 1999), § 541 σελ. 883]. Επιπροσθέτως δε, τυχόν οφειλόμενοι μισθοί υπερημερίας και υποχρέωση του εργοδότη προς απασχόληση του μισθωτού, σε περίπτωση άκυρης καταγγελίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, ανάγονται μέχρι το συμφωνημένο χρόνο της εργασιακής σύμβασης, δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση θα υπήρχε σχετική υποχρέωση του εναγόμενου μέχρι τις 31-5-2014, εφόσον υπήρχε επίκληση κάποιου νόμιμου λόγου ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος κατ’ άρθρο 672 ΑΚ, προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα (πρβλ. ΑΠ 806/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ενώ, κατά την επικουρική βάση της αγωγής, δηλαδή εκείνη του αδικαιολογήτου πλουτισμού, σε περίπτωση που οι συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος κριθούν άκυρες, ομοίως τα παραπάνω αιτήματα καθίστανται μη νόμιμα, δεδομένου ότι όταν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη από την αρχή ή καθίσταται εκ των υστέρων άκυρη για οποιοδήποτε λόγο, ο εργοδότης αρνούμενος να εξακολουθήσει να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού ή καταγγέλλοντας άκυρα την υπάρχουσα εργασιακή σχέση, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν ευθύνεται στην πληρωμή μισθών υπερημερίας, ούτε έχει υποχρέωση να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΕφΛαμ 47/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4410/2006 ΕλλΔνη 2007.286, ΕφΘεσ 152/2004 Αρμ 2004.394 και ΕφΠειρ 320/2003 ΔΕΕ 2003.1359, βλ. επίσης Λεων. Ντάσιου, ο.π., § 308, σελ. 476, Στυλιανός Γερμ. Βλαστός, ο.π., § 238, σελ. 548). Κατά τα λοιπά, ως προς τα επικουρικώς υποβαλλόμενα αιτήματα, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η λύση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, πλέον των ανωτέρω αναφερόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του, το ποσό των 1.040 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας έτους 2014 και το ποσό των 520 ευρώ για επίδομα αδείας 2014, με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του μέχρι την πλήρη εξόφληση, άλλως από την επίδοση της κρινομένης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του χορηγήσει λεπτομερειακό πιστοποιητικό εργασίας, κατ’ άρθρο 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ, απειλουμένης κατ’ αυτού χρηματικής ποινής ύφους τουλάχιστον 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με τη σχετική διάταξη της απόφασης, σημειώνεται ότι το πρώτο από αυτά είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 και. 5 παρ. 1,4, 5 ΑΝ 539/1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε από το άρθρο 3 του Ν.Δ. 3755 της 14/17 Σεπτ. 1957 και το άρθρο 2 παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3302/2004, αλλά το δεύτερο από αυτά είναι απαράδεκτο λόγω αοριστίας, καθόσον ο ενάγων δεν επικαλείται ότι υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση του πιστοποιητικού εργασίας στον εναγόμενο, εργοδότη του και ο τελευταίος αρνήθηκε να το χορηγήσει (βλ. σχετ. Βασ Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, ο.π., άρθρο 678, αρ. 20 σελ. 545, Λεων. Ντάσιου, ο.π., § 136 σελ. 230 και ΕφΠατρ 996/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 987/1995 ΔΕΝ 1997.1197, ΕφΑθ 4375/1990 ΑρχΝ 1991.124 και ΕφΘεσ 626/1986 ΕΕργΔ 1988.518). Τέλος, το παρεπόμενο αίτημα να διαταχθεί προσωπική κράτηση διάρκειας σε βάρος του εναγόμενου, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, κατ’ άρθρο 1047 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 62 Ν. 3994/2011, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον η μη καταβολή στον εργαζόμενο των δεδουλευμένων αποδοχών του, λαμβανομένου υπόψη ότι η παράλειψη του υπόχρεου προς πληρωμή αυτών, δεν οδηγεί στην απώλεια τους και άρα δεν υφίσταται εξαιτίας της ζημία, δεν συνιστά αδικοπραξία, αποκαθιστάμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 και 914 επ. ΑΚ, ούτε βρίσκει, νόμιμο έρεισμα η σχετική αξίωση στις διατάξεις για την αδικοπραξία από το λόγο ότι κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του Α.Ν. 690/1945 και το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν. 3996/2011 ανάγεται σε ποινικό αδίκημα η παράλειψη του εργοδότη να εκπληρώσει την υποχρέωση του από τη σχέση εργασίας προς πληρωμή του μισθού, κατά τρόπο ώστε σε περίπτωση μη καταβολής αυτών, να μην παρέχεται στον εργαζόμενο αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία, αλλά ευθεία αγωγή από το νόμο για την πληρωμή τους (πρβλ. ΑΠ 1707/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, επίσης βλ. ΕφΛαρ 26/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 353/2009). Επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο, για το αντικείμενό της, τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις, κατά το μέρος που υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, σύμφωνα με το αρθρ. 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το αρθρ. 14 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το αρθρ. 2 του Ν. 3994/2011 (βλ. το με αριθμό ……/11-3-2015, Σειρά VI- Τύπου Β’διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ……, με τα επικολληθέντα υπέρ τρίτων ένσημα), ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8β’ Ν. 4205/2013 και ισχύει από 1-11-2013 σύμφωνα με τα άρθρα 165 παρ. 11 Ν. 4194/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 13δ’Ν. 4205/2013, προσκομίστηκαν από τους διαδίκους τα οικεία γραμμάτια προκαταβολής εισφορών (βλ. το με αριθμό ……/10-3-2015 γραμμάτιο του ΔΣΠ για τον ενάγοντα και το με αριθμό ……/10-3-2015 γραμμάτιο του ΔΣΠ για τον εναγόμενο).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ενός για κάθε διάδικο μέρος), στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον ενάγοντα με αριθμούς ……/8-9-2014 και ……/8-9-2014 ένορκες βεβαιώσεις των …… …… και …… ……, που λήφθηκαν με πρωτοβουλία του, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νόμιμη πριν από 24 ώρες κλήτευση του εναγομένου, κατ’ άρθρο 671 παρ.1 εδ τελευταίο ΚΠολΔ (βλ. το δικόγραφο της ασκηθείσας αγωγής σε συνδυασμό με την με αριθμό ……/25-8-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κω Παναγιώτη Τριχά), από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον εναγόμενο με αριθμούς ……/9-3-2015, ……/9-3-2015 και ……/9-3-2015 ένορκες βεβαιώσεις των …… ……, …… …… και …… ……, που λήφθηκαν με πρωτοβουλία του, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά οι δύο πρώτες και του συμβολαιογράφου Λέρου …… …… η τρίτη, μετά από νόμιμη πριν από 24 ώρες κλήτευση του ενάγοντος, κατ’ άρθρο 671 παρ.1 εδ τελευταίο ΚΠολΔ (βλ. τη με αριθμό ……/5-3-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Θεόδωρου Λυκοτραφίτη), καθώς και από όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, χωρίς να παραλείπεται κανένα από αυτά κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, ακόμη και αν δεν μνημονεύονται ρητά παρακάτω, μη λαμβανομένων ωστόσο υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων των απαραδέκτως προσκομιζόμενων με επίκληση από τον ενάγοντα με αριθμούς ……/13-3-2015 και ……/13-3-2015 ενόρκων βεβαιώσεων των …… …… και …… ……, που λήφθηκαν με πρωτοβουλία του, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νόμιμη πριν από 24 ώρες κλήτευση του εναγομένου, κατ’ άρθρο 671 παρ.1 εδ τελευταίο ΚΠολΔ, εντός της προθεσμίας προσθήκης- αντίκρουσης (βλ. τη με αριθμό ……/12-3-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), καθόσον από την επισκόπησή τους προκύπτει ότι δεν αναφέρονται σε αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τον εναγόμενο το πρώτον στο ακροατήριο, αλλά σε απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του ενάγοντος (πρβλ. ΑΠ 543/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 411/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 66/2007 ΔΕΕ 2007.1230 και ΕφΘεσ 2076/2011 Αρμ2012.592), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης ανεμότρατας με το όνομα «……», με την οποία αλιεύει στη θαλάσσια περιοχή της …….. και γενικότερα της Δωδεκανήσου. Για τη διάθεση των εμπορευμάτων του σε λιανέμπορους, διαθέτει χώρο 20 τ.μ., «πόστο», στην ιχθυόσκαλα ……. Ο ενάγων από το έτος 2005, κατόπιν διαδοχικών, ατύπων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, προσλήφθηκε από τον εναγόμενο, προκειμένου να εργαστεί ως πωλητής- υπάλληλος στο «πόστο» της ιχθυόσκαλας …… και όχι ως αλιεργάτης, αφού από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε απασχόλησή του επί του προαναφερόμενου αλιευτικού σκάφους. Ειδικότερα, ο ενάγων προσλαμβανόταν περί τις αρχές Οκτωβρίου κάθε έτους και η σύμβαση εργασίας του έληγε περί τα τέλη Μαΐου του επόμενου έτους, δηλαδή με τη λήξη της αλιευτικής περιόδου για τα επαγγελματικά σκάφη που αλιεύουν με δίχτυ τράτας βυθού, όπως αυτό του εναγομένου. Δηλαδή, είχε εξ αρχής καταστεί σαφές μεταξύ των διαδίκων ότι η διάρκεια κάθε συναπτόμενης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ήταν ορισμένου χρόνου, αφορώντας την εκάστοτε τρέχουσα αλιευτική περίοδο. Επρόκειτο λοιπόν για εγκύρως συναφθείσες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εποχικής εργασίας [βλ. ΜΙΛΤΙΑΔΗ Κ. ΛΕΟΝΤΑΡΗ, Εργατικό Δίκαιο, (Έκδοση 22η 2014), § 24 σελ. 63 και Βασ Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, Τόμος Γ’- Ημίτομος Β’ (Αθήνα 2005), άρθρο 648, αρ. 72 σελ. 119 και ΕφΠειρ 99/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ], μη δυνάμενων αυτών να θεωρηθούν ως μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων στις προτάσεις του, αφού η οκτάμηνη διάρκειά τους δεν καθοριζόταν με σκοπό καταστρατήγησης των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, αλλά λόγω της ιδιαιτερότητας της επαγγελματικής δραστηριότητας του εναγομένου, η οποία ασκείτο αποκλειστικά και μόνο εντός του προαναφερόμενου οκταμήνου, το δε «πόστο» εξυπηρετούσε την πώληση των αλιευμάτων του ιδίου χρονικού διαστήματος (πρβλ. ΑΠ 286/2013 ΔΕΕ 2014.180 και ΑΠ 1576/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί ν’ ανατραπεί ούτε από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον ενάγοντα, με ημερομηνία 11-10-2013, γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης, όπου ως είδος σύμβασης αναφέρεται η αορίστου χρόνου, αφού από τις καταθέσεις των μαρτύρων και από τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων αμφοτέρων των διαδίκων εναργώς συνάγεται ο εποχικός χαρακτήρας της εργασίας του. Κατά το κρίσιμο δε για την αγωγή χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-2009 έως 28-5-2014, ο ενάγων καθ’ όλη τη διάρκεια των διαδοχικών εποχικών συμβάσεων εργασίας του, εργαζόταν επί έξι ημέρες την εβδομάδα, ήτοι από Δευτέρα έως και Σάββατο, επί οκτώ ώρες ημερησίως, ήτοι από ώρα 01.00 έως ώρα 09.00, δηλαδή προσερχόμενος μια ώρα πριν το άνοιγμα της ιχθυόσκαλας για τους λιανέμπορους και τελειώνοντας την εργασία του μια ώρα μετά το πέρας των εργασιών πώλησης αλιευμάτων και προς τους καταστηματάρχες εστιατορίων και ψαροταβερνών, οι οποίοι προσέρχονταν το αργότερο μέχρι τις 08.00 το πρωί. Τα όσα διατείνεται ο εναγόμενος, περί μερικής απασχόλησης του ενάγοντος, ήτοι κάθε Τρίτη, Παρασκευή και Σάββατο, από ώρα 01.00 έως 07.00, δεν κρίνονται πειστικά, αφού πέραν των πανομοιότυπων ενόρκων βεβαιώσεων των …… …… και …… …… και των καταθέσεων της μάρτυρος συζύγου του και του ενόρκως βεβαιώσαντος γαμβρού του …… ……, οι οποίοι απασχολούνται στην ίδια οικογενειακή επιχείρηση, δεν ενισχύονται από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, αποστερώντας της σχετικής αξιοπιστίας τις παραπάνω καταθέσεις. Ειδικότερα, καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του ενάγοντος, από το έτος 2005 έως το έτος 2014, ουδέποτε συνήφθη έστω μια έγγραφη σύμβαση μερικής απασχόλησης, τη στιγμή μάλιστα που από τον Απρίλιο του έτους 2009, ο ενάγων φέρεται στα οικεία μητρώα του ΙΚΑ ότι απασχολείται επί 25 ημέρες ανά μήνα και οι συμφωνημένες μικτές μηνιαίες αποδοχές του, συνάδουν εκείνων του εργαζόμενου υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ανερχόμενες από 1-1-2009 έως 30-4-2011 στο ποσό των 992 ευρώ μηνιαίως και από 1-5-2011 έως 28-5-2014 στο ποσό των 1.040 ευρώ μηνιαίως. Σε κάθε περίπτωση δε, ο εναγόμενος δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο περί πώλησης των αλιευμάτων μόνο Τρίτες, Παρασκευές και Σάββατα, μολονότι ευχερώς θα μπορούσε να το πράξει δια των οικείων παραστατικών των πωλήσεών του (πρβλ. ΑΠ 811/2012 και ΑΠ 1680/2010, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Όμως ούτε και η απασχόληση του ενάγοντος επί εννέα ώρες ημερησίως αποδείχθηκε, μη κρινομένων πειστικών προς τούτο της κατάθεσης του μάρτυρα γιου του και της ένορκης βεβαίωσης του …… ……, δεδομένου ότι η προσέλευσή του μια ώρα πριν το ωράριο έναρξης των πελατών της ιχθυόσκαλας, κρίνεται επαρκής για τη μεταφορά των ψαριών από τους ψυκτικούς θαλάμους στο «πόστο» και την προετοιμασία αυτού. Επομένως, τα επιμέρους αιτούμενα κονδύλια αμοιβής για υπερεργασία μιας ώρας, από Δευτέρα έως Παρασκευή, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-5-2011, καθώς και αμοιβής για μια ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας κατά την ημέρα του Σαββάτου, κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2011 έως 28-5-2014, πρέπει ν’ απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του έτους 2012 έως τον Δεκέμβριο του έτους 2013, ο ενάγων λάμβανε τις συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές του δια εβδομαδιαίων τμηματικών καταβολών σε μετρητά, κυμαινόμενων από το ποσό των 200 ευρώ μέχρι το ποσό των 300 ευρώ, χωρίς να υπογράφονται αποδείξεις καταβολής των ποσών αυτών. Από δε το έτος 2014, οι παραπάνω καταβολές γίνονταν με σχετικές εβδομαδιαίες καταθέσεις σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος. Ειδικότερα: α) για την απασχόλησή του ενάγοντος κατά τους μήνες Φεβρουάριο 2012, Μάρτιο 2012, Απρίλιο 2012, Μάιο 2012, Οκτώβριο 2012, Νοέμβριο 2012 και Δεκέμβριο 2012, ο τελευταίος έπρεπε να λάβει για μηνιαίες δεδουλευμένες αποδοχές το συνολικό ποσό των 7.280 ευρώ (1.040 € X 7 μήνες), ωστόσο έναντι του ποσού αυτού έλαβε το ποσό των 5.230,94 ευρώ (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον ίδιο εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2013- χρήση 1-1-2012 έως 31-12-2012- σύμφωνα με το οποίο το δηλωθέν από τον ίδιο ετήσιο εισόδημά του ανέρχεται σε 6.270,94 ευρώ, από το οποίο αφαιρουμένου του ποσού των 1.040 ευρώ που αντιστοιχεί στις αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2012, εναπομένει το παραπάνω υπόλοιπο), εναπομείναντος οφειλόμενου υπολοίπου 2.049,06 ευρώ, β) κατά τους μήνες Ιανουάριο 2013, Φεβρουάριο 2013, Μάρτιο 2013, Απρίλιο 2013, Μάιο 2013, Οκτώβριο 2013, Νοέμβριο 2013 και Δεκέμβριο 2013, ο ενάγων έπρεπε να λάβει για μηνιαίες δεδουλευμένες αποδοχές το συνολικό ποσό των 8.320 ευρώ (1.040 € X 8 μήνες), το οποίο του έχει καταβληθεί ολοσχερώς, αφού όπως δηλώνει στο προσκομιζόμενο με επίκληση από τον ίδιο εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2014- χρήση 1-1-2013 έως 31-12-2013- το ετήσιο εισόδημά του ανήλθε σε 8.371,37 ευρώ και γ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 28-5-2014, ο ενάγων έπρεπε να λάβει για μηνιαίες δεδουλευμένες αποδοχές το συνολικό ποσό των 5.200 ευρώ (1.040 € X 5 μήνες), το οποίο του έχει καταβληθεί ολοσχερώς, αφού όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον εναγόμενο αποδείξεις κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό του ιδίου από 11-2-2014 έως 28-5-2014 του έχει καταβληθεί το συνολικό ποσό των 3.450 ευρώ, πλέον των ασφαλιστικών εισφορών, συνολικού ύφους 1.828,72 ευρώ, που καταβλήθηκαν στο ΙΚΑ (βλ. τον προσκομιζόμενο με επίκληση από τον ενάγοντα λογαριασμό ασφαλισμένου στο ΙΚΑ). Επομένως, για διαφορές δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών στον ενάγοντα οφείλεται μόνο το ποσό των 2.049,06 ευρώ, που αφορά τους μήνες Φεβρουάριο 2012, Μάρτιο 2012, Απρίλιο 2012, Μάιο 2012, Οκτώβριο 2012, Νοέμβριο 2012 και Δεκέμβριο 2012. Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μνεία ότι το αίτημα του εναγομένου κατ’ άρθρο 450 παρ. 2 ΚΠολΔ, περί επίδειξης εγγράφων και συγκεκριμένα των εκκαθαριστικών σημειωμάτων και των φορολογικών δηλώσεων του ενάγοντος κατά τα έτη 2009 έως 2015, παρά το γεγονός ότι ο ενάγων προσκόμισε με επίκληση τα έγγραφα αυτά, κρίνεται απαράδεκτο λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του για την απαιτούμενη επίδειξη, δηλαδή δεν προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο ένσταση εξόφλησης, για την απόδειξη της οποίας ζητεί τα έγγραφα αυτά (πρβλ. ΑΠ 1067/2010, ΑΠ 1068/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1045/2004, ΕφΛαρ 446/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3239/2001 ΔΕΕ 2002.87). Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 28-5-2014, ο ενάγων ουδέποτε κατά τη διάρκεια των επιμέρους εποχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας του, δεν έλαβε επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, με αποτέλεσμα να δικαιούται τα κάτωθι ποσά: α) για επίδομα εορτής Πάσχα 2009, με βάση υπολογισμού τις τακτικές αποδοχές του κατά την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα του οικείου έτους, το ποσό των 516,66 ευρώ [(992 € μηνιαίες αποδοχές X 1/2 συντελεστής δώρου Πάσχα, καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος διήρκησε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 30-4-2009) = 496 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 20,66 € (496 € X 0,04166) = 516,66 € (βλ. σχετ. ΚΩΝ. Δ. ΛΑΝΑΡΑ, ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ, έκδοση 2011, σελ. 612- 615), β) για αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων έτους 2009, με βάση υπολογισμού τις τακτικές αποδοχές του κατά την 10η Δεκεμβρίου 2009, το ποσό των 530,72 ευρώ [992 € μηνιαίες αποδοχές X 12,84/25 (συντελεστής δώρου Χριστουγέννων καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος από 1-5-2009 έως 30-5-2009 και από 1-10-2009 έως 31-12-2009, διήρκησε 122 ημέρες) = 509,49 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 21,23 € (509,49 X 0,04166) = 530,72 € (βλ. σχετ. ΚΩΝ. Δ. ΛΑΝΑΡΑ, ο.π., σελ. 612- 615)), γ) για επίδομα εορτής Πάσχα 2010, με βάση υπολογισμού τις τακτικές αποδοχές του κατά την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα του οικείου έτους, το ποσό των 516,66 ευρώ [(992 € μηνιαίες αποδοχές X 1/2 συντελεστής δώρου Πάσχα, καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος διήρκησε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 30-4-2010) = 496 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 20,66 € (496 € X 0,04166) = 516,66 €], δ) για αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων έτους 2010, με βάση υπολογισμού τις τακτικές αποδοχές του κατά την 10η Δεκεμβρίου 2010, το ποσό των 534,85 ευρώ [992 € μηνιαίες αποδοχές X 12,94/25 (συντελεστής δώρου Χριστουγέννων καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος από 1-5-2010 έως 31-5-2010 και από 1-10-2010 έως 31-12-2010, διήρκησε 123 ημέρες) = 513,46 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 21,39 € (513,46 X 0,04166) = 534,85 €], ε) για επίδομα εορτής Πάσχα 2011, με βάση υπολογισμού τις τακτικές αποδοχές του κατά την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα του οικείου έτους, το ποσό των 516,66 ευρώ [(992 € μηνιαίες αποδοχές X 1/2 συντελεστής δώρου Πάσχα, καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος διήρκησε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1-1- 2011 έως 30-4-2011) = 496 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 20,66 € (496 € X 0,04166) = 516,66 €], στ) για αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων έτους 2011, με βάση υπολογισμού τις τακτικές αποδοχές του κατά την 10η Δεκεμβρίου 2011, το ποσό των 560,73 ευρώ [1.040 € μηνιαίες αποδοχές X 12,94/25 (συντελεστής δώρου Χριστουγέννων καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος από 1-5-2011 έως 31-5-2011 και από 1-10-2011 έως 31-12-2011, διήρκησε 123 ημέρες) = 538,30 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 22,43 € (538,30 X 0,04166) = 560,73 €], ζ) για επίδομα εορτής Πάσχα 2012, με βάση υπολογισμού τις τακτικές αποδοχές του κατά την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα του οικείου έτους, το ποσό των 541,66 ευρώ [(1.040 € μηνιαίες αποδοχές X 1/2 συντελεστής δώρου Πάσχα, καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος διήρκησε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 30-4-2012) = 520 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 21,66 € (520 € X 0,04166) = 541,66 €], η) για αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων έτους 2012, με βάση υπολογισμού τις τακτικές αποδοχές του κατά την 10η Δεκεμβρίου 2012, το ποσό των 560,73 ευρώ [1.040 € μηνιαίες αποδοχές X 12,94/25 (συντελεστής δώρου Χριστουγέννων καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος από 1-5-2012 έως 31-5-2012 και από 1-10-2012 έως 31-12-2012, διήρκησε 123 ημέρες) = 538,30 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 22,43 € (538,30 X 0,04166) = 560,73 €], θ) για επίδομα εορτής Πάσχα 2013, με βάση υπολογισμού τις τακτικές αποδοχές του κατά την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα του οικείου έτους, το ποσό των 541,66 ευρώ [(1.040 € μηνιαίες αποδοχές X 1/2 συντελεστής δώρου Πάσχα, καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος διήρκησε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-4-2013) = 520 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 21,66 € (520 € X 0,04166) = 541,66 €], ι) για αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων έτους 2013, με βάση υπολογισμού τις τακτικές αποδοχές του κατά την 10η Δεκεμβρίου 2013, το ποσό των 560,73 ευρώ [1.040 € μηνιαίες αποδοχές X 12,94/25 (συντελεστής δώρου Χριστουγέννων καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος από 1-5-2013 έως 31-5-2013 και από 1-10-2013 έως 31-12-2013, διήρκησε 123 ημέρες) = 538,30 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 22,43 € (538,30 X 0,04166) = 560,73 €], ια) για επίδομα εορτής Πάσχα 2014, με βάση υπολογισμού τις τακτικές αποδοχές του κατά την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα του οικείου έτους, το ποσό των 541,66 ευρώ [(1.040 € μηνιαίες αποδοχές X 1/2 συντελεστής δώρου Πάσχα, καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος διήρκησε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 30-4-2014) = 520 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 21,66 € (520 € X 0,04166) = 541,66 €], ια) για αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων έτους 2014, με βάση υπολογισμού τις τακτικές αποδοχές του κατά την ημέρα λήξης της τελευταίας σύμβασης εργασίας του στις 28-5-2014, το ποσό των 127,40 ευρώ [1.040 € μηνιαίες αποδοχές Χ 2,94/25 (συντελεστής δώρου Χριστουγέννων καθόσον η σχέση εργασίας του ενάγοντος από 1-5-2013 έως 28-5-2014, διήρκησε 28 ημέρες) = 122,30 € + προσαύξηση 0,04166 συντελεστής συνυπολογισμού επιδόματος αδείας, ποσού 5,10 € (122,30 X 0,04166) = 127,40 €]. Δηλαδή συνολικά για την παραπάνω αιτία, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 6.050,12 ευρώ (516,66 € + 530,72 € + 516,66 € + 534,85 € + 516,66 € + 560,73 € + 541,66 € + 560,73 € +541,66 € + 560,73 € + 541,66 € +127,40 €), το οποίο δεν του έχει καταβληθεί μέχρι τη συζήτηση της κρινομένης αγωγής. Επιπροσθέτως, ουδέποτε χορηγήθηκε στον ενάγοντα άδεια αναψυχής, για το λόγο ότι η επιχείρηση του εναγομένου διέκοπτε την εργασία της επί τέσσερις μήνες, από Ιούνιο μέχρι και Σεπτέμβριο κάθε έτους, χωρίς όμως συγχρόνως να αποδεικνύεται ότι ο ενάγων ζητούσε να λάβει άδεια αναψυχής, κατά τη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας του. Επομένως, ο τελευταίος ναι μεν δικαιούται για τα έτη 2009, 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014 τις αναλογούσες αποδοχές αδείας από κάθε σύμβαση εργασίας του, καθόσον πριν από το έτος 2009 είχε συμπληρώσει απασχόληση τουλάχιστον 12 μηνών επί δύο συναπτά ημερολογιακά έτη στην επιχείρηση του εναγόμενου, με ένα τουλάχιστον τμήμα συνεχούς απασχόλησης διάρκειας έξι μηνών (βλ. ΜΙΛΤΙΑΔΗ Κ. ΛΕΟΝΤΑΡΗ, ο.π., § 99 σελ. 306), αλλά όχι προσαυξημένες κατά ποσοστό 100% (βλ. ΜΙΛΤΙΑΔΗ Κ. ΛΕΟΝΤΑΡΗ, ο.π., § 101, σελ. 310), καθώς και το αντίστοιχο επίδομα αδείας των παραπάνω ετών, το οποίο ομοίως ποτέ δεν του καταβλήθηκε, ώστε να οφείλονται σε αυτόν: α) για το έτος 2009, το ποσό των 634,88 ευρώ (992 € : 25 ημ. = 39,68 € αξία ημερομισθίου X 2 ημέρες άδειας ανά μήνα X 8 μήνες) για αποδοχές αδείας και το ποσό των 496 ευρώ για επίδομα αδείας (βλ. ΜΙΛΤΙΑΔΗ Κ. ΛΕΟΝΤΑΡΗ, ο.π., § 102, σελ. 311), β) για το έτος 2010, το ποσό των 634,88 ευρώ (992 € : 25 ημ. = 39,68 € αξία ημερομισθίου X 2 ημέρες άδειας ανά μήνα X 8 μήνες) για αποδοχές αδείας και το ποσό των 496 ευρώ για επίδομα αδείας, γ) για το έτος 2011, το ποσό των 665,60 ευρώ (1.040 € : 25 ημ. = 41,60 € αξία ημερομισθίου X 2 ημέρες άδειας ανά μήνα X 8 μήνες) για αποδοχές αδείας και το ποσό των 520 ευρώ για επίδομα αδείας, δ) για το έτος 2012 το ποσό των 665,60 ευρώ (1.040 € : 25 ημ. = 41,60 € αξία ημερομισθίου X 2 ημέρες άδειας ανά μήνα X 8 μήνες) για αποδοχές αδείας και το ποσό των 520 ευρώ για επίδομα αδείας, ε) για το έτος 2013, το ποσό των 665,60 ευρώ (1.040 € : 25 ημ. = 41,60 € αξία ημερομισθίου X 2 ημέρες άδειας ανά μήνα X 8 μήνες) για αποδοχές αδείας και το ποσό των 520 ευρώ για επίδομα αδείας και κατά το επικουρικό αίτημα της αγωγής στ) για το έτος 2014 το ποσό των 665,60 ευρώ (1.040 € : 25 ημ. = 41,60 € αξία ημερομισθίου X 2 ημέρες άδειας ανά μήνα Χ 8 μήνες) για αποδοχές αδείας και το ποσό των 520 ευρώ για επίδομα αδείας. Δηλαδή συνολικά για την παραπάνω αιτία, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 7.004,16 ευρώ (634,88 € + 496 € + 634,88 € + 496 € + 665,60 € + 520 € + 665,60 € + 520 € + 665,60 € + 520 € + 665,60 € + 520 €), το οποίο δεν του έχει καταβληθεί μέχρι τη συζήτηση της κρινομένης αγωγής. Επίσης, για την απασχόλησή του επί οκτώ ώρες ημερησίως, καθ’ όλες τις ημέρες του Σαββάτου, κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2011 έως 28-5-2014, ο ενάγων έπρεπε να λάβει το ποσό των 5.786,56 ευρώ (41,60 € αξία καταβαλλόμενου ημερομισθίου + προσαύξηση 30% (12,48 €) =54,08 € X 107 Σάββατα), το οποίο δεν του έχει καταβληθεί μέχρι τη συζήτηση της κρινομένης αγωγής. Για δε την απασχόλησή του κατά πέντε ώρες, κατά τις νυκτερινές ώρες, ήτοι από ώρα 01.00 έως 06.00, ο ενάγων δικαιούται προσαύξηση 25% επί του νομίμου ωρομισθίου του, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του, όπως οικογενειακή κατάσταση και προϋπηρεσία (ΑΠ 1485/2007 ΔΕΝ 2008.357) και συγκεκριμένα: α) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 30-5-2009, δικαιούται το ποσό των 825,60 ευρώ [5,16 € νόμιμο ωρομίσθιο σύμφωνα με την από 30-7-2008 συλλογικής σύμβασης εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας, που κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική από 5-8-2008, με την ΥΑ 69041/3230/6-10-2008 (ΦΕΚ Β 2137/15-10-2008), ήτοι 860,64 € μηνιαίος μισθός πωλητή άγαμου και χωρίς προϋπηρεσία :25 ημέρες X 6 ημέρες: 40 ώρες εβδομαδιαίως = 5,16 € X 25% = 1,29 € X 128 ημέρες απασχόλησης του παραπάνω χρονικού διαστήματος, από Δευτέρα έως Σάββατο X 5 ώρες ημερησίως], β) για το χρονικό διάστημα από 1-10-2009 έως 31-5-2010 και από 1-10-2010 έως 31-5-2011, δικαιούται το ποσό των 2.818,40 ευρώ [5,42 € νόμιμο ωρομίσθιο σύμφωνα με την από 30-7-2008 συλλογικής σύμβασης εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας, που κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική από 5-8-2008, με την ΥΑ 69041/3230/6-10-2008 (ΦΕΚ Β 2137/15-10-2008), ήτοι 903,67 € μηνιαίος μισθός πωλητή άγαμου και χωρίς προϋπηρεσία :25 ημέρες X 6 ημέρες: 40 ώρες εβδομαδιαίως = 5,42 € X 25% = 1,355 € X 416 ημέρες απασχόλησης του παραπάνω χρονικού διαστήματος, από Δευτέρα έως Σάββατο X 5 ώρες ημερησίως], γ) για το χρονικό διάστημα από 1-10-2011 έως 31-5-2012, δικαιούται το ποσό των 1.442,10 ευρώ [5,51 € νόμιμο ωρομίσθιο σύμφωνα με την από 4-3-2011 συλλογικής σύμβασης εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας, την εφαρμογή της οποίας και στην ατομική του επιχείρηση δεν αμφισβητεί ειδικά ο εναγόμενος (πρβλ. ΑΠ 127/2013 ΔΕΕ 2013.863 και ΑΠ 311/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ήτοι 918,13 € μηνιαίος μισθός πωλητή άγαμου και χωρίς προϋπηρεσία :25 ημέρες X 6 ημέρες: 40 ώρες εβδομαδιαίως = 5,51 € X 25% = 1,38 € X 209 ημέρες απασχόλησης του παραπάνω χρονικού διαστήματος, από Δευτέρα έως Σάββατο X 5 ώρες ημερησίως] και δ) για το χρονικό διάστημα από 1-10-2012 έως 31-5-2013 και από 1-10-2013 έως 28-5-2014, δικαιούται το ποσό των 2.670,30 ευρώ [5,16 € νόμιμο ωρομίσθιο σύμφωνα με την από 4-3-2011 συλλογικής σύμβασης εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας, την εφαρμογή της οποίας και στην ατομική του επιχείρηση δεν αμφισβητεί ειδικά ο εναγόμενος (πρβλ. ΑΠ 127/2013 ΔΕΕ 2013.863 και ΑΠ 311/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ήτοι 860 € μηνιαίος μισθός πωλητή άγαμου και χωρίς προϋπηρεσία :25 ημέρες X 6 ημέρες: 40 ώρες εβδομαδιαίως = 5,16 € X 25% = 1,29 € X 414 ημέρες απασχόλησης του παραπάνω χρονικού διαστήματος, από Δευτέρα έως Σάββατο X 5 ώρες ημερησίως]. Δηλαδή συνολικά για την παραπάνω αιτία, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 7.756,40 ευρώ (825,60 € + 2.818,40 € + 1.442,10 € + 2.670,30 €), το οποίο δεν του έχει καταβληθεί μέχρι τη συζήτηση της κρινομένης αγωγής. Επομένως, ο εναγόμενος για οφείλει στον ενάγοντα για μικτές δεδουλευμένες αποδοχές, όπως αυτές εξειδικεύθηκαν παραπάνω κατά χρονικό διάστημα, είδος και ποσό, το συνολικό ποσό των 28.646,30 ευρώ (2.049,06 € + 6.050,12 € + 7.004,16 € + 5.786,56 € + 7.756,40 €). Οι παραπάνω δε αξιώσεις του ενάγοντος, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν ασκούνται κατά κατάχρηση δικαιώματος, απορριπτομένης της ένστασης που υπέβαλε παραδεκτά ο εναγόμενος, κατά τα άρθρα 262, 269 παρ. 1 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης, καθόσον μόνο το γεγονός ότι ουδέποτε διατύπωσε διαμαρτυρία για τη μη καταβολή του συνόλου των δεδουλευμένων αποδοχών του (συνόλου μηνιαίων μισθών, επιδομάτων εορτών, αποδοχών και επιδόματος αδείας, αμοιβή για την εργασία του κατά τα Σάββατα και προσαύξηση νυκτερινής εργασίας), δεν αποδείχθηκε ότι συνιστά αναμφίβολα προϊόν ελεύθερης βούλησης του περί μη διεκδίκησης αυτών στο μέλλον, λαμβανομένου υπόψη του ευλόγου συμφέροντός του να μην διαταραχθεί η εργασιακή του σχέση (ΑΠ 646/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 139/2010 ΔΕΕ 2011.109, ΕφΠειρ 572/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 6363/2007 ΕΕργΔ 2008.761). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινομένη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και ο εναγόμενος να υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αναφερόμενες αιτίες, το συνολικό ποσό των 28.646,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο: α) για μέρος αυτού που αντιστοιχεί στις διαφορές δεδουλευμένων μηνιαίων μισθών των μηνών Φεβρουαρίου 2012, Μαρτίου 2012, Απριλίου 2012, Μαΐου 2012, Οκτωβρίου 2012, Νοεμβρίου 2012 και Δεκεμβρίου 2012, από την επομένη της επίδοσης της κρινομένης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση (άρθρο 346 ΑΚ), καθόσον δεν προέκυψε έναντι ποιων ακριβώς μηνιαίων μισθών είχαν γίνει οι αναφερόμενες ανωτέρω καταλογισθείσες καταβολές, β) για τα επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας, καθώς και για τις αποδοχές αδείας, από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μέχρι την πλήρη εξόφληση, δηλαδή από την επομένη της τελευταίας ημέρας του οικείου έτους για την αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων των ετών 2009 έως 2013, το επίδομα και τις αποδοχές αδείας των ετών 2009 έως 2013, καθώς και από την επομένη της 30ης Απριλίου του οικείου έτους για το επίδομα εορτής Πάσχα των ετών 2009 έως 2014, γ) για αμοιβή για απασχόληση κατά την ημέρα του Σαββάτου και την αντίστοιχη προσαύξηση νυκτερινής εργασίας επί του νόμιμου ωρομισθίου για την ημέρα αυτή, από την επομένη της επίδοσης της κρινομένης αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, δ) για το επιδικασθέν ποσό που αντιστοιχεί στην προσαύξηση νυκτερινής εργασίας από Δευτέρα έως Παρασκευή, από την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής του, που συμπίπτει με την τελευταία μέρα κάθε μήνα, κατά τον οποίο ο ενάγων παρείχε την εργασία του, σύμφωνα με τα άρθρα 341 παρ. 1 και 655 ΑΚ και ε) για την αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων 2014, τις αποδοχές αδείας 2014 και το επίδομα αδείας 2014, από την επομένη της λύσης της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, στις 28-5-2014 (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1477, ΑΠ 1649/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 201/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 643/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 235/2004 ΝοΒ 2005.255, ΕφΛαρ 49/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως προς το παρεπόμενο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, γιατί η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατό να προξενήσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, οι απαιτήσεις του οποίου απορρέουν από παροχή εξαρτημένης εργασίας (907, 908 παρ.1 ε’ΚΠολΔ). Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου, λόγω της μερικής ήττας του (άρθρα 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων εξακοσίων σαράντα έξι ευρώ και τριάντα λεπτών (28.646,30 €), με το νόμιμο τόκο όπως ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας για κάθε επιμέρους κονδύλιο, μέχρι την πλήρη εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου, το οποίο προσδιορίζει στο ποσό των εννιακοσίων πενήντα (950) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 30 Ιουλίου 2015, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
