Περίληψη: Εργαζόμενη σε μίνι μάρκετ. Εργασία κατά τις Κυριακές χωρίς να χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Εργασία κατά τις αργίες και τις νύχτες. Αποδοχές μη ληφθείσας άδειας. Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Δέχεται εν μέρει την αγωγή. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 3.752,67 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ – ΕΡΓΑΤΙΚΑ
Αριθμός Απόφασης
3347/2023
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελένη Σφήκα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τον Γραμματέα Αριστομένη Μερμίγκη.
Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, την 20-10-2022 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας: ………… του …………, κατοίκου ………… Αττικής (οδός …………, αρ. …), με Α.Φ.Μ. …………, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου (ΑΜ ΔΣΑ 29922).
Της εναγομένης: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………… Ο.Ε.» και δ.τ. «…………», που εδρεύει στη ………… Αττικής (οδός …………, αρ. …) κι εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. …………, Δ.Ο.Υ. …………, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Σιβίλια (ΑΜ ΔΣΠ 4043).
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 18-8-2022 (αρ. κατ. ……/……./18-8-2022) αγωγή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την παρούσα δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο απ’ όπου εκφωνήθηκε στη σειρά της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 678 του ΑΚ, κατά τη λήξη της σύμβασης, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη πιστοποιητικό για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας του. Μόνο αν το ζητήσει ειδικά ο εργαζόμενος, βεβαιώνεται και η ποιότητα της εργασίας του και η διαγωγή του. Σκοπός της υποχρέωσης του εργοδότη για χορήγηση στον εργαζόμενο πιστοποιητικού εργασίας είναι η διευκόλυνση του τελευταίου να βρει άλλη εργασία και γενικά να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί εκδήλωση των παρεπόμενων υποχρεώσεων προστασίας που πηγάζουν από την εργασιακή σχέση. Η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 678 του ΑΚ εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Το πιστοποιητικό εργασίας μπορεί να ζητηθεί με τη λήξη της εργασιακής σύμβασης, ήτοι είτε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, είτε με καταγγελία οποιοσδήποτε μορφής. Εκτός όμως από την περίπτωση αυτή, η προστατευτική τελολογία του άρθρου 678 του ΑΚ, επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση παροχής του πιστοποιητικού, ανεξάρτητα από τη λήξη της εργασιακής σύμβασης (ενδιάμεσο πιστοποιητικό), εφόσον ο εργαζόμενος έχει έννομο συμφέρον να το αξιώσει. Η υποχρέωση για έκδοση του πιστοποιητικού βαρύνει είτε τον εργοδότη αυτοπροσώπως είτε το νόμιμο εκπρόσωπό του. Η έκδοση του πιστοποιητικού προϋποθέτει την σχετική, γραπτή ή προφορική αίτηση του εργαζόμενου. Για την έκδοση του πιστοποιητικού του εδαφίου β του άρθρου 678 του ΑΚ (λεπτομερές πιστοποιητικό) απαιτείται ειδική αίτηση του εργαζόμενου. Το πιστοποιητικό μπορεί να ζητηθεί μέσα σε εύλογο χρόνο από τη λήξη της εργασιακής συμβάσεως. Ο δικαστικός έλεγχος είναι δυνατός όχι μόνο στην περίπτωση άρνησης χορήγησης του πιστοποιητικού, αλλά και όταν αμφισβητείται η αλήθεια του περιεχομένου του (ΕφΑθ 1138/1984, ΕΕργΔ 1985.403). Αν ο εργοδότης αρνηθεί να χορηγήσει το πιστοποιητικό εργασίας (απλό ή λεπτομερές) που του ζητήθηκε, ο εργαζόμενος μπορεί, μεταξύ άλλων, να ζητήσει με καταψηφιστική αγωγή την καταδίκη του εργοδότη στη σύνταξη και παράδοση του πιστοποιητικού εργασίας, απειλώντας χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση κατ’ άρθρο 946 ΚΠολΔ (ΜονΕφΑθ 2484/2021, ΝΟΜΟΣ, ΕφΚρ 173/1980, Λαναράς, σελ. 210 επ. με εκεί παραπομπές σε νομολογία).
Με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 5-7-2021 για να απασχοληθεί με την ειδικότητα της πωλήτριας στην επιχείρηση μίνι μάρκετ που διατηρεί αυτή, υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως (Δευτέρα, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο) και πεντάωρο ημερησίως, με ωράριο 18:00 – 23:00, έναντι μηνιαίου μικτού μισθού 567,65 ευρώ. Ότι, παρά τα συμφωνηθέντα, η εναγομένη την υποχρέωνε εξ αρχής να εργάζεται καθ’ υπέρβαση του συμβατικού και νομίμου ωραρίου της, επί εξαήμερο εβδομαδιαίως, με ημέρα ανάπαυσης κάθε Τρίτη, και οκτάωρο ημερησίως, με ωράριο 16:00 – 24:00, εκτός από έξι Κυριακές που εργάστηκε επί δεκαεξάωρο την κάθε μία από ώρα 08:00 έως 24:00, ενώ απασχολήθηκε και όλες τις αργίες. Ότι για την πέραν του συμβατικού ωραρίου της απασχόλησή της -από την 26η έως την 40η ώρα κάθε εβδομάδας- ελάμβανε μεν αμοιβή και δη το καθαρό ποσό των 780 ευρώ μηνιαίως (908,24 ευρώ μικτά) για 40 ώρες εργασίας, χωρίς όμως την προβλεπόμενη προσαύξηση ποσοστού 12%. Ότι για τις Κυριακές και τις αργίες που εργάστηκε ουδέποτε έλαβε την προβλεπόμενη προσαύξηση, ούτε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, αλλά ούτε και αποζημίωση για την παράνομη υπερωριακή απασχόλησή της κατά τις Κυριακές. Ότι, ακόμη, δεν της καταβλήθηκε η προβλεπόμενη προσαύξηση για τη νυχτερινή της απασχόληση, ενώ της οφείλεται η διαφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας, που της καταβλήθηκαν μειωμένα. Ότι η εναγομένη δεν της χορήγησε 12 ημέρες άδειας που δικαιούται για το έτος 2021 -παρότι της το ζήτησε-, αλλά μόνο 6 ημέρες, χωρίς να της καταβάλει τις αποδοχές μη ληφθείσας αδείας. Ότι για την ανωτέρω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης διαμαρτυρόταν διαρκώς και την οχλούσε για την καταβολή των οφειλομένων και την ασφαλιστική της τακτοποίηση. Ότι, ενώ η εργασιακή τους σχέση είχε διαταραχθεί, στις 24-5-2022 η εναγομένη κατήγγειλε προφορικά τη σύμβαση εργασίας της, επειδή αιτήθηκε τη χορήγηση άδειας μίας ημέρας για ιατρικούς λόγους, εμμένοντας στην αποδοχή του αιτήματος της, το οποίο απορρίφθηκε από τη διαχειρίστρια της εναγομένης. Ότι η καταγγελία αυτή, που της κοινοποιήθηκε εγγράφως την 1-6-2022, είναι άκυρη ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 66 περ. β του ν. 4808/2021, επειδή δηλαδή έγινε ως αντίδραση στην ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της, επιπλέον δε έγινε από εκδίκηση εξαιτίας των προηγούμενων διαμαρτυριών της για τη μη καταβολή των οφειλομένων και την ασφαλιστική της τακτοποίηση. Με βάση τα περιστατικά αυτά, η ενάγουσα ζητεί: i] να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 24-5-2022 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ii] να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, κατά τους όρους της σύμβασης και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, iii] να υποχρεωθεί η εναγομένη -κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού- να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 31.023,42 ευρώ, αναλυόμενο ως εξής: α) 214,80 ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2021 και επίδομα Πάσχα 2022, β) 777,27 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας, προσαυξημένες κατά 100% λόγω της κατά τα ανωτέρω άρνησης της εναγόμενης και για διαφορά επιδόματος αδείας έτους 2021, γ) 441,45 ευρώ για αμοιβή της καθ’ υπέρβαση των συμφωνηθέντων χρονικών ορίων απασχόλησης, δ) 3.467,49 ευρώ για προσαύξηση αμοιβής και για αποζημίωση απασχόλησης τις Κυριακές, ε) 118,56 ευρώ για προσαύξηση αμοιβής για απασχόληση κατά τις αργίες, στ) 321,72 ευρώ για αμοιβή νυχτερινής εργασίας, ζ) 20.682,14 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την επομένη της καταγγελίας (24-5-2022) έως τον πιθανολογούμενο χρόνο συζήτησης της αγωγής (31-12-2023), συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων εορτών και αδείας και η) 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη για την απόλυσή της από λόγους εκδίκησης, όλα δε τα ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τα υπό στοιχεία α, β, γ, δ, ε και στ κονδύλια, που αφορούν τις δεδουλευμένες αποδοχές της και να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας με το περιεχόμενο που εκθέτει και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο η ενάγουσα, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και επανέλαβε στις προτάσεις της, παραδεκτά περιόρισε (άρθρ. 223 ΚΠολΔ) το καταψηφιστικό αίτημα σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό για α) μέρος του κονδυλίου των αποδοχών υπερημερίας και δη κατά το ποσό των 8.666,12 ευρώ, που αντιστοιχεί στους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από Μάιο 2023 έως Δεκέμβριο 2023, στο επίδομα Χριστουγέννων 2021 και στο επίδομα αδείας 2021 και β) για το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης κατά το ποσό των 2,500 ευρώ. Επιπλέον, με τον ίδιο ως άνω τρόπο, περιόρισε το κονδύλι της προσαύξησης απασχόλησης κατά τις αργίες μόνο στο ποσό των 59,28 ευρώ, που αφορά τις αργίες της 28.10.2021, 06.01.2021 και 25.03.2022, το οποίο διατήρησε καταψηφιστικό.
Η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρ. 7, 8, 9,10,12,13,14 παρ. 2,16 περ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) για την εκδίκασή της κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (αρ. 614, 621, 622 ΚΠολΔ). Για το παραδεκτό της συζήτησής της -λαμβανομένου υπόψη του χρόνου κατάθεσής της (18-8-2022)- προσκομίζεται υπογεγραμμένο από την ενάγουσα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της το με ημερομηνία 2-8-2022 έντυπο ενημέρωσης για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση [(παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 4640/2019 [(ΦΕΚ τ. Α’ 190/30.11.2019, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του Ν. 4647/2019 (ΦΕΚ τ. Α’ 204/16.12.2019)]. Έχει, δε, ασκηθεί παραδεκτά εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρ. 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και συγκεκριμένα στις 22-8-2022 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/22-8-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), με χρόνο έναρξης της προθεσμίας την 25-5-2022, επομένη της επικαλούμενης καταγγελίας. Η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης, πλην του επικουρικού αιτήματος περί χορήγησης πιστοποιητικού εργασίας, που κρίνεται απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, επειδή η ενάγουσα παραλείπει να αναφέρει ότι το ζήτησε από τον εργοδότη και ότι ο τελευταίος αρνήθηκε. Η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 180, 281, 299, 340, 341, 345, 343, 361, 648, 652, 653, 655, 656, 914 ΑΚ, αρ. 1 του ν. 2112/1920, αρ. 6 ν. 3198/1955,66 περ. β του ν. 4898/2021, 38 §11 του ν.1892/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 59 του Ν. 4635/2019 (προσαύξηση 12% επί της συμφωνηθείσας αμοιβής για κάθε επιπλέον ώρα εργασίας του συμφωνηθέντος ωραρίου), 2 §1 ν.δ. 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με άρθρ. 2 του ν. 435/1976, υπ’ αριθμ. 8900/1946 κοινή απόφαση Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, όπως συμπληρώθηκε και ερμηνεύθηκε από την 25825/1951 όμοια (αμοιβή για εργασία τις Κυριακές και αργίες), υπ’ αριθμ. 18310/1946 Υ.Α. Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (αμοιβή για νυχτερινή απασχόληση), 1 §1 του ν. 1082/1980 και α.ν. 1777/1951 σε συνδυασμό με ΥΑ 19040/1981 (επιδόματα εορτών), 3 §16 Ν. 4504/1966,1 §3 Ν. 4547/1966 (επίδομα αδείας), 5 §§4 και 5 του α.ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 §3 του ν. 1346/1983 (αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας), 3 του ν.δ. 3755/1957 (προσαύξηση αποδοχών αδείας κατά 100% για μη χορηγηθείσα άδεια) 68, 69 α, 70, 176, 907, 908, 910 αρ. 4 και 946 § 1 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, χωρίς να απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, δεδομένου ότι, μετά τον κατά τα άνω γενόμενο περιορισμό, το καταψηφιστικό της αίτημα, ανερχόμενο σε 19.798,02 ευρώ, δεν υπερβαίνει την καθ’ ύλην, λόγω ποσού, αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου (άρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρ. 14 ΚΠολΔ).
Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα, που εξετάσθηκε με την επιμέλεια της ενάγουσας στο ακροατήριο και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου -η εναγομένη δεν επιμελήθηκε την εξέταση μάρτυρα-, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, όπως και η προσκομιζόμενη από την εναγόμενη από 23-3-2022 υπεύθυνη δήλωση της ενάγουσας, που ελήφθη σε ανύποπτο χρόνο και όχι με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων -χωρίς να λαμβάνεται υπόψη, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης που προέβαλε η ενάγουσα, κατ’ άρθρ. 423 ΚΠολΔ, με τις έγγραφες προτάσεις της, η προσκομιζόμενη από την εναγομένη υπ’ αριθμ. ……/2022 ένορκη βεβαίωση της ………… ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, καθόσον η προαναφερόμενη ενόρκως βεβαιούσα είναι ομόρρυθμο μέλος και διαχειρίστρια της εναγομένης και ως εκ τούτου φέρει την ιδιότητα του διαδίκου και δεν δύναται να καταθέτει ως μάρτυρας στο Δικαστήριο ούτε για την ταυτότητα του λόγου να δίδει ένορκη βεβαίωση (ΑΠ 1335/2008, ΑΠ 745/2007)-, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 5-7-2021 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί με την ειδικότητα της πωλήτριας στην επιχείρηση μίνι μάρκετ που διατηρεί αυτή και δη στο υποκατάστημα που βρίσκεται επί της οδού …………. αρ. ….. στη …………., με καθεστώς μερικής απασχόλησης, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως (Δευτέρα, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο) και πεντάωρο ημερησίως, με ωράριο 18:00 – 23:00, έναντι μικτού μηνιαίου μισθού 406,25 ευρώ και ωρομισθίου 3,90 ευρώ. Πλην όμως, με προφορική συμφωνία των διαδίκων, που ακολούθησε σε σύντομο χρόνο μετά τη σύναψη της σύμβασης, συμφωνήθηκε η ενάγουσα, προκειμένου να λαμβάνει υψηλότερες αποδοχές, να εργάζεται επί εξαήμερο εβδομαδιαίως, με ημέρα ανάπαυσης κάθε Τρίτη, και οκτάωρο ημερησίως, με ωράριο 16:00 – 24:00, έναντι μηνιαίου μισθού ανερχόμενου στο καθαρό ποσό των 780 ευρώ (908,24 ευρώ μικτά). Πράγματι, η ενάγουσα παρείχε την εργασία της κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα έξι ημέρες την εβδομάδα, πλην Τρίτης, επί οκτάωρο ημερησίως, λαμβάνοντας μηνιαίως τις ως άνω υψηλότερες αποδοχές των 780 ευρώ καθαρά (908,24 ευρώ μικτά). Ο παραπάνω συμφωνηθείς μισθός κάλυπτε την οχτάωρη απασχόλησή της και για το λόγο αυτό δεν δικαιούται την προσαύξηση της αμοιβής ποσοστού 12% για την πέραν του επικαλούμενου συμβατικού ωραρίου της απασχόληση από την 26η έως την 40η ώρα κάθε εβδομάδας, απορριπτομένου του οικείου αγωγικού κονδυλίου ως ουσιαστικά αβάσιμου. Πλην όμως, για όσο χρόνο εργάστηκε στην εναγομένη, η ενάγουσα δεν έλαβε την προσαύξηση αμοιβής για εργασία τις Κυριακές και για νυχτερινή απασχόληση, που δεν περιλαμβάνονταν στον ανωτέρω συμφωνηθέντα μισθό της, παρά τα όσα αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη με τις προτάσεις της. Εξάλλου, η τελευταία συνομολόγησε την οφειλή της προς την ενάγουσα για τη νυκτερινή απασχόλησή της κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς ενώπιον της Επιθεωρήτριας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, όπου είχε προσφύγει η εργαζόμενη. Επομένως, η ενάγουσα, που εργάστηκε όλες τις Κυριακές του ένδικου χρονικού διαστήματος χωρίς να της χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, δικαιούται να λάβει: α) για το χρονικό διάστημα από 05.07.2021 έως 31.12.2021, κατά το οποίο εργάστηκε 23 Κυριακές επί οκτάωρο και δεδομένου ότι το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου ήταν 26 ευρώ, το νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν σε 3,90 ευρώ και το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ανερχόταν σε 36,33 ευρώ, δικαιούται i] το ποσό των 448,50 ευρώ (1/25 του νόμιμου μισθού 650 ευρώ X 75% = 19,50 ευρώ X 23 Κυριακές) εκ του νόμου για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις Κυριακές, ii] το ποσό των 835,59 ευρώ (1/25 του καταβαλλόμενου μισθού 908,24 ευρώ = 36,33 ευρώ X 23 ημερομίσθια) ως αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, β) κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2022 έως 30.04.2022, κατά το οποίο εργάστηκε 17 Κυριακές επί οκτάωρο κάθε μία και δεδομένου ότι το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου, ήταν 26,52 ευρώ, το δε ωρομίσθιο ανερχόταν σε 3,98 ευρώ και το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ανερχόταν σε 36,33 ευρώ δικαιούται i] το ποσό των 338,13 ευρώ (1/25 του νόμιμου μισθού 663 ευρώ X 75% = 19,89 ευρώ X 17 Κυριακές) για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις Κυριακές, ii] το ποσό των 617,61 ευρώ (1/25 του καταβαλλόμενου μισθού 908,24 ευρώ = 36,33 ευρώ X17 ημερομίσθια) ως αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, γ) κατά το χρονικό διάστημα από 01.05.2022 έως 24.05.2022, κατά το οποίο εργάστηκε 4 Κυριακές επί οκτάωρο κάθε μία και δεδομένου ότι το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου ήταν 28,52 ευρώ, το δε ωρομίσθιο ανερχόταν σε 4,28 ευρώ και το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ανερχόταν σε 36,33 ευρώ δικαιούται i] το ποσό των 85,56 ευρώ (1/25 του νόμιμου μισθού 713 ευρώ X 75% = 21,39 ευρώ X 4 Κυριακές) για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις Κυριακές, ii] το ποσό των 145,32 ευρώ (1/25 του καταβαλλόμενου μισθού 908,24 ευρώ = 36,33 ευρώ X 4 ημερομίσθια) ως αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επομένως, για τις ως άνω αιτίες της οφείλεται το συνολικό ποσό των 2.470,71 ευρώ [448,50 ευρώ + 835,59 ευρώ + 338,13 ευρώ + 617,61 ευρώ + 85,56 ευρώ + 145,32 ευρώ]. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργάστηκε κατά τις Κυριακές 26.09,2021, 03.10.2021, 24.10.2021, 31.10.2021, 07.11.2021 και 14.11.2021 καθ’ υπέρβαση του οκταώρου, απορριπτομένου του αγωγικού κονδυλίου για παράνομη υπερωριακή απασχόληση έξι συνολικά Κυριακές ως αβάσιμου κατ’ ουσίαν. Αποδείχθηκε, όμως, καθώς δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγομένη, ότι η ενάγουσα εργάστηκε κατά τις ημέρες αργιών της 28.10.2021, της 06.01.2022 και της 25.03.2022, χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη προσαύξηση, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 75% επί του νόμιμου ημερομισθίου. Επομένως, για μεν την αργία της 28.10.2021 δικαιούται το ποσό των 19,50 ευρώ (650 ευρώ : 25 = 26 ευρώ X 75% = 19,50 ευρώ), για δε τις αργίες της 06.01.2022 και της 25.03.2022 δικαιούται το ποσό των 39,78 ευρώ (663 ευρώ : 25 = 26,52 ευρώ X 75% = 19,89 ευρώ X 2 αργίες) και συνολικά το ποσό των 59,28 ευρώ. Περαιτέρω, για την εργασία που παρείχε τις νυχτερινές ώρες, με βάση το ωράριο εργασίας της (16:00 – 24:00), και ειδικότερα από ώρα 22:00 έως 24:00, η ενάγουσα δεν έλαβε τη νόμιμη προσαύξηση, όπως άλλωστε συνομολόγησε και η εναγομένη. Συνεπώς, δικαιούται α) για το χρονικό διάστημα από 05.07.2021 έως 31.12.2021, κατά το οποίο παρείχε 296 ώρες νυχτερινής εργασίας (24 εβδομάδες και 4 ημέρες = 148 ημέρες X 2 ώρες ημερησίως) και δεδομένου ότι ο νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν σε 3,90 ευρώ δικαιούται το ποσό των 288,60 ευρώ (3,90 ευρώ X 25% προσαύξηση για παροχή νυχτερινής εργασίας = 0,975 ευρώ X 296 ώρες νυχτερινής εργασίας), έναντι του οποίου έλαβε, καθ’ ομολογίαν της, το ποσό των 126,75 ευρώ, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 161,85 ευρώ (288,60 ευρώ – 126,75 ευρώ), β) κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2022 01.01.2022 έως 30.04.2022, κατά το οποίο παρείχε 204 ώρες νυχτερινής εργασίας (17 εβδομάδες X 6 ημέρες = 102 ημέρες X 2 ώρες ημερησίως) και δεδομένου ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν σε 3,98 ευρώ έπρεπε να λάβει το ποσό των 202,98 ευρώ (3,98 ευρώ X 25% προσαύξηση για παροχή νυχτερινής εργασίας = 0,995 ευρώ X 204 ώρες νυχτερινής εργασίας), έναντι του οποίου έλαβε, καθ’ ομολογίαν της, το ποσό των 85,53 ευρώ, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 117,45 ευρώ (290,55 ευρώ – 126,75 ευρώ), γ) κατά το χρονικό διάστημα από 01.05.2022 έως 24.05.2022, κατά το οποίο παρείχε 36 ώρες νυχτερινής εργασίας (3 εβδομάδες X 6 ημέρες = 18 ημέρες X 2 ώρες ημερησίως) και δεδομένου ότι το νόμιμο ωρομίσθιο ανερχόταν σε 4,28 ευρώ έπρεπε να λάβει το ποσό των 38,52 ευρώ (4,28 ευρώ X 25% προσαύξηση για παροχή νυχτερινής εργασίας = 1,07 ευρώ X 36 ώρες νυχτερινής εργασίας). Επομένως, για προσαύξηση αμοιβής νυχτερινής απασχόλησης η ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 317,82 ευρώ [161,85 ευρώ + 117,45 ευρώ + 38,52 ευρώ]. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα τα επιδόματα εορτών και αδείας υπολογιζόμενα με βάση τον πραγματικά συμφωνηθέντα και καταβαλλόμενο μισθό των 908,24 ευρώ, ως όφειλε, καταβάλλοντας σ’ αυτή ποσά που υπολείπονταν των νομίμων. Για το λόγο αυτό, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει την προκύπτουσα διαφορά, η οποία ανέρχεται α) για μεν την αναλογία του δώρου Χριστουγέννων έτους 2021 στο ποσό των 66,76 ευρώ, καθώς δικαιούτο να λάβει 2 καταβαλλόμενα ημερομίσθια για κάθε 19ήμερο απασχόλησης, ήτοι 716,75 ευρώ (2 X 36,33 ευρώ X 9,47 19ήμερα = 688,09 ευρώ X 0,04166 προσαύξηση αναλογίας επιδόματος αδείας = 716,75 ευρώ), ενώ, καθ’ ομολογίαν της, έλαβε το ποσό των 650 ευρώ και της οφείλεται η ως άνω διαφορά, β) για δε το επίδομα Πάσχα έτους 2022 στο ποσό των 148,04 ευρώ, καθώς έπρεπε να λάβει το ήμισυ του μηνιαίου μισθού της προσαυξημένο κατά την ανολογία του επιδόματος αδείας, ήτοι ποσό 473,04 ευρώ (908,24 ευρώ : 2 X 0,04166 = 473,04 ευρώ), πλην όμως έλαβε, ως συνομολογεί, το ποσό των 325 ευρώ, οφειλομένης σ’ αυτήν της ως άνω διαφοράς (473,04 ευρώ – 325 ευρώ) και γ) για το επίδομα αδείας στο ποσό των 254,12 ευρώ, αφού έπρεπε να λάβει το ήμισυ του μηνιαίου μισθού της 454,12 ευρώ (908,24 ευρώ: 2), πλην όμως, όπως η ίδια συνομολογεί, της καταβλήθηκε μόνο το ποσό των 200 ευρώ. Επιπλέον, η ενάγουσα δεν έλαβε και τις 12 ημέρες άδειας που δικαιούται, αλλά μόνο έξι από αυτές, τις δε υπόλοιπες ημέρες η εναγομένη αρνήθηκε να της τις χορηγήσει λόγω έλλειψης προσωπικού που θα κάλυπτε τη βάρδια της ενάγουσας κατά την απουσία της, όπως σαφώς κατέθεσε η μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλεια της ενάγουσας, απασχοληθείσα στην εναγομένη από το Νοέμβριο έτους 2021 έως και Μάρτιο έτους 2022. Επομένως, για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας της οφείλεται το ποσό των 217,97 ευρώ [6 ημέρες X (2/25 του μηνιαίου μισθού)] προσαυξημένο κατά 100% λόγω άρνησης του εργοδότη, ήτοι της οφείλεται το ποσό των 435,94 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 24.05.2022 η εναγομένη προέβη σε προφορική καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, την οποία της κοινοποίησε εγγράφως, δια δικαστικού επιμελητή, την 01.06.2022. Ωστόσο, δεν μπορεί να καταφασθεί ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η καταγγελία αυτή έγινε ως αντίδραση στην ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της ενάγουσας, επειδή ζήτησε άδεια μίας ημέρας. Είναι μεν αληθές ότι την 17.05.2022 η ενάγουσα απευθύνθηκε με γραπτό μήνυμα μέσω κινητού τηλεφώνου στην υπεύθυνη του προσωπικού της εναγομένης ζητώντας μονοήμερη άδεια για την 20.05.2022, ημέρα Παρασκευή, προκειμένου να υποβληθεί σε καρδιολογική εξέταση, αίτημα που δεν έγινε αποδεκτό από την πλευρά της εναγόμενης λόγω έλλειψης προσωπικού. Μετά την απόρριψη του αιτήματος της, η ενάγουσα εξακολούθησε να παρέχει κανονικά την εργασία της, ακόμα και κατά την ημέρα που είχε ζητήσει να απουσιάσει, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι συνέχισε να διεκδικεί τη χορήγηση της άδειας, παρά τη ρητή άρνηση της εναγομένης. Όσα, δε, κατέθεσε ακροθιγώς στο ακροατήριο σχετικά με την καταγγελία η μάρτυρας απόδειξης, πρώην συνάδελφος της ενάγουσας, ήταν όσα είχε πληροφορηθεί από εκείνη, χωρίς να έχει ιδία γνώση, αφού η δική της εργασιακή σχέση είχε λυθεί ήδη από το Μάρτιο του έτους 2022. Υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα κρίνεται ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος για την εναγομένη να προβεί στην απόλυση της εργαζομένης της, αφού εκείνη είχε συμμορφωθεί πλήρως με την απόφασή της. Το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν άσκησε τελικά, κατ’ ουσίαν, το δικαίωμά της για λήψη άδειας υπό τις ανωτέρω συνθήκες αποκλείει και το ενδεχόμενο η απόλυσή της να έλαβε χώρα ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της, όπως αβασίμως υποστηρίζει η ενάγουσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η παραπάνω άρνηση της εναγομένης κρίνεται δικαιολογημένη και έγινε προς εξυπηρέτηση των αναγκών της επιχείρησής της, δεδομένου ότι η ενάγουσα υπέβαλε το σχετικό αίτημα μόλις δύο ημέρες πριν από την ημέρα που επιθυμούσε να απουσιάσει, ώστε δεν υπήρχε ο αναγκαίος χρόνος να προβεί η εργοδότριά της σε επανακαθορισμό των βαρδιών ενόψει της επικείμενης απουσίας της. Τούτο καθίσταται σαφές από τη γραπτή, μέσω μηνυμάτων, επικοινωνία της ενάγουσας με την ως άνω υπεύθυνη προσωπικού, την οποία προσκομίζει η επιτιθέμενη διάδικος, από την οποία, μάλιστα, προκύπτει η διαλλακτική στάση της ως άνω προστηθείσας της εναγομένης, καθώς δήλωσε μεν αδυναμία χορήγησης άδειας την ημέρα που ζητήθηκε, αιτιολογώντας επαρκώς τη θέση της, αφήνοντας επιπλέον να εννοηθεί ότι θα ήταν δυνατή η χορήγηση άδειας σε άλλη ημέρα («Αυτήν την Παρασκευή;» «Όχι δεν γίνεται μεθαύριο. Την άλλη Παρασκευή νόμιζα. Δεν έχω άτομο για μεθαύριο κανένα όλοι δουλεύουν. Ούτε δύο ώρες δεν έχω άτομο να πεταχτεί. Την άλλη Παρασκευή νόμιζα»). Σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να προγραμματίσει την ιατρική επίσκεψη και εξέταση σε μεταγενέστερο χρόνο, καθώς δεν αποδείχθηκε ο κατεπείγων χαρακτήρας της ούτε κάτι τέτοιο τέθηκε υπόψη της εναγομένης. Επομένως, δεν πιθανολογείται ότι η απόλυση της ενάγουσας έλαβε χώρα ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματός της και ότι τυγχάνει άκυρη ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 66 περ. β του ν. 4808/2021, απορριπτομένης της οικείας αγωγικής βάσης ως ουσιαστικά αβάσιμης. Πέραν τούτου, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διαμαρτυρόταν επανειλημμένως για τη μη καταβολή των οφειλομένων και την ασφαλιστική της τακτοποίηση, με τρόπο που να προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και τελικά να οδήγησε στην απόλυσή της για λόγους εκδίκησης, καθώς η μάρτυρας απόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο δεν ανέφερε κανένα περιστατικό ενδεικτικό των επικαλούμενων διεκδικήσεων της ενάγουσας. Ως εκ τούτου, και ο έτερος, υποστηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, επικαλούμενος λόγος ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Συνακόλουθα, απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο τυγχάνει και το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και Α] να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των 3.431,79 ευρώ [2.470,71 ευρώ για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις Κυριακές και αποζημίωση για τη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης + 59,28 ευρώ για προσαύξηση αμοιβής απασχόλησης κατά τις αργίες + 317,82 ευρώ για προσαύξηση αμοιβής νυχτερινής απασχόλησης + 148,04 ευρώ για διαφορά επιδόματος Πάσχα έτους 2022 + 435,94 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας], νομιμοτόκως για έκαστο επιμέρους ποσό από τα χρονικά σημεία που ο νόμος προβλέπει ως δήλη ημέρα καταβολής τους (άρθρ. 341 ΑΚ) και έκτοτε ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος (άρθρ. 340 ΑΚ) οφείλοντας τόκους υπερημερίας (άρθρ. 345 εδάφ. α ΑΚ) και δη για την παρασχεθείσα οκτάωρη εργασία της Κυριακής και την αποζημίωση για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 2004.856), για την προσαύξηση αμοιβής των αργιών και τη νυχτερινή απασχόληση από την 1η του επόμενου μηνός που αυτές αφορούν (ΑΠ 69/2012 ΔΕΝ 2013.736, ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 2004.856), για το επίδομα Πάσχα από την 01.05.2022 και για την αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας από 01.01.2022, καθώς και να Β] αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 320,88 ευρώ [66,76 ευρώ για διαφορά αναλογίας επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2021 + 254,12 ευρώ για διαφορά επιδόματος αδείας έτους 2021], νομιμοτόκως από την 01.01.2022 και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Το αίτημα για κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει δεκτό ως και ουσιαστικά βάσιμο ως προς την καταψηφιστική διάταξη, στο σύνολό της, επειδή πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις και κρίνεται ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα που νίκησε, καθώς είναι μισθοσυντήρητη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η εναγομένη, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας της (άρθρα 178, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα ενός ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (3.431,79 ευρώ), νομιμοτόκως για έκαστο επιμέρους ποσό που συναπαρτίζει το συνολικό κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των τριακοσίων είκοσι ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτών (320,88 ευρώ), νομιμοτόκως από την 01.01.2022 και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη.
Καταδικάζει την εναγομένη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, που ορίζει στο ποσό των εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στον Πειραιά την 10.11.2023.
