Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Μονομερής βλαπτική μεταβολή. Μείωση μισθού. Απαιτείται ρητή και κατηγορηματική δήλωση του εργαζόμενου με την οποία εναντιώνεται στη μείωση του μισθού του. Στην αντίθετη περίπτωση, ακόμα και αν η ανωτέρω μείωση του μισθού του αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αυτή έχει παύσει να είναι μονομερής, έχει καταρτιστεί εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δεν δύναται να αξιώσει τον μισθό που του καταβαλλόταν πριν από τη μείωση. Μεταβίβαση επιχείρησης. Μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη. Κριτήρια. Ευθύνη μεταβιβάζοντος και διαδόχου εργοδότη. Επιδίκαση μικτών αποδοχών. Οι ασφαλιστικές και λοιπές εισφορές που τυχόν καταβληθούν στον εργαζόμενο θα παρακρατηθούν κατά την εκτέλεση της απόφασης. Απορριπτέα η ένσταση καταβολής του εργοδότη κατά το άρθρο 416 ΑΚ καθώς δεν προσκομίζει έγγραφο από το οποίο να προκύπτει σχετική καταβολή σε φόρο ή ασφαλιστική εισφορά. Η εκ μέρους του ενάγοντα επίσχεση εργασίας έγινε εντός των ορίων που διαγράφονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει της σημαντικής καθυστέρησης στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, οι οποίες ήταν αναγκαίες για τη διαβίωσή του, απορριπτομένης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος επίσχεσης εργασίας του ενάγοντα, που προέβαλε νόμιμα η δεύτερη των εναγομένων. Καταγγελία σύμβασης εργασίας για λόγους εκδίκησης λόγω προσφυγής του εργαζομένου στην Επιθεώρηση Εργασίας και επειδή άσκησε το δικαίωμά του για επίσχεση εργασίας. Μη καταβολή αποζημίωσης. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης εξαιτίας της εκδικητικής καταγγελίας της σύμβασής του εργασίας από τον εργοδότη. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 15.556,56 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης

5005/2017

(Αριθμός Έκθεσης Κατάθεσης ……/……./2016)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών – Εργατικών Διαφορών)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Τσέκου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης και από τη Γραμματέα Ουρανία Γκίζα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, στις 28 Μαρτίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ: ………., κατοίκου Πειραιά (………….), με ΑΦΜ …………., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου, κατοίκου Αθηνών (οδός 28ης Οκτωβρίου, αριθμ.95), με ΑΜ/ΔΣΑ 29922, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..» που εδρεύει στη ………. Αττικής (………….), με ΑΦΜ ………., νομίμως εκπροσωπουμένης και 2) …………., κατοίκου …………. Αττικής (…………..), με ΑΦΜ ………., οι οποίες παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Αναστασίας Τσατραφύλλια, κατοίκου Αθηνών (Λεωφόρος Αλεξάνδρας, αριθμ. 49) με ΑΜ/ΔΣΑ 29505, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 2-09-2016 με αριθμ. έκθεσης κατάθεσης …../……./2.09.2016 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 10-11-2016 και εγγράφηκε στο πινάκιο, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 7 εδ. α’ Ν. 2112/1920 «πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι’ ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου». Κατά τον όρο της διάταξης αυτής «μονομερής μεταβολή» θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ’ αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενό, δηλαδή να προκαλεί σ’ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και εκείνη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Εξάλλου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, εν τη ασκήσει του διευθυντικού δικαιώματος του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφ’ όσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή αποζημίωσης που προβλέπεται από τον Ν. 2112/20. Αν ο εργαζόμενος δηλώσει ότι θεωρεί την μεταβολή ως απόλυση, επέρχεται η λύση της σύμβασης και ο εργοδότης δεν μπορεί να αξιώσει την εργασία του μισθωτού, δηλώνοντας ότι ανακαλεί τη βλαπτική μεταβολή, εκτός αν καταρτισθεί νέα σύμβαση με τη συγκατάθεση εννοείται του μισθωτού. Η διάταξη, δηλαδή, του άρθρου 7 Ν. 2112/1920 δεν καθιερώνει πλάσμα δικαίου, ώστε η μονομερής βλαπτική μεταβολή, που επιχειρείται από τον εργοδότη, να θεωρείται σε κάθε περίπτωση ως καταγγελία και να συνεπάγεται αφ’ εαυτής τη λύση της σύμβασης, αλλά τεκμήριο υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να μη θεωρήσει την βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία (ΕφΑθ 3615/2003 ΕλλΔνη 2004.546) και γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτήν καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΑΠ 24/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 77/2013 ΔΕΕ 2013.852, AΠ 1012/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, AΠ 1729/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτή ρητά ή σιωπηρά, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, και έτσι ο εργαζόμενος δεν δύναται να ασκήσει τις ανωτέρω υπό στοιχεία β’ και γ’ αξιώσεις (θεώρηση της μεταβολής ως καταγγελίας και καταβολή της νόμιμης γι’ αυτήν αποζημίωση ή την τήρηση των όρων της σύμβασης). Σιωπηρή αποδοχή συνιστά η επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη συμμόρφωση του μισθωτού στους νέους όρους εργασίας (ΑΠ 650/2005, ΕφΑθ 6363/2007 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στο ελληνικό δίκαιο δεν προσδιορίζεται από τον νόμο η έννοια της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, νοείται όμως ως επιχείρηση η κάθε περί το πρόσωπο του φορέα της οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας προς επιδίωξη κέρδους, ενώ εκμετάλλευση νοείται κάθε οργανωμένη οικονομική μονάδα που αποβλέπει στην επίτευξη τεχνικού, επιστημονικού ή παραγωγικού σκοπού. Όταν η επιχείρηση είναι οργανωμένη κατά συγκεντρωτικό τρόπο σε μία παραγωγική μονάδα, οι έννοιες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης συμπίπτουν, ενώ, εάν είναι οργανωμένη κατά μη συγκεντρωτικό τρόπο σε κλάδους παραγωγής, οι έννοιες μπορεί να διαχωρίζονται και η επιχείρηση μπορεί να αποτελείται από περισσότερες χωριστές εκμεταλλεύσεις, ανά μία εκάστη και με λειτουργική (διοικητική), οικονομική και νομική αυτοτέλεια [ΑΠ Ολ 36/2005 ΕΕργΔ 64,1489, ΑΠ 170/2009 ΕΕργΔ68(2009),1352, ΑΠ 175/2000 ΝοΒ 49 (2001),254, ΑΠ 443/1999. ΕΕργΔ 59 (2000),567, AΠ 174/1999 ΕΕργΔ 59 (2000),367], Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και του Ν 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/30.5.1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι με τους όρους της συμφωνίας τους αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής, και ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες στον εργαζόμενο αναφορικά με τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του προς αυτές [βλ. I. Κουκιάδη, Στοιχεία Εργατικού Δικαίου, έκδ. 1997, σχετικά με τη θεωρία της οικονομικής, νομικής και προσωπικής εξάρτησης, σελ. 87, Γεωργίου Λεβέντη, Διάκριση της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας από συγγενείς σχέσεις, ΔΕΝ 58,515 επ., ΑΠ 1005/2008 ΕΕργΔ 68 (2009),432, ΑΠ 797/2008 ΕΕργΔ 67 (2008),935, ΑΠ 542/2008 ΕΕργΔ 68 (2009), 116, ΑΠ 2078/2007 ΕλλΔνη 49 (2008),462, ΑΠ 1099/2003 ΕλλΔνη 46 (2005), 120, ΑΠ 1596/2002 ΕλλΔνη 45 (2004),1042, ΑΠ 1273/2002 ΕλλΔνη 45 (2004),446, ΑΠ 704/2002 ΕλλΔνη 43 (2002), 1656]. Περαιτέρω, γενικός ορισμός της έννοιας του εργοδότη δεν έχει θεσπιστεί. Η υπό ευρεία έννοια όμως αυτού δίδεται από διάφορες διατάξεις, όπως του άρθρου 1 παρ. 3 Ν 3239/1955 (ήδη άρθρο 1 παρ. 1 Ν 1876/1990), άρθρο 8 ΑΝ 1846/1951 «περί ΙΚΑ», άρθρο 1 παρ. 4 ΑΝ 539/1945, άρθρο 1 ΒΔ της 24.7/21.8.1920, σύμφωνα με τις οποίες εργοδότης θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μετέχει στη σύμβαση εργασίας χωρίς να είναι μισθωτός (βλ. Γκούτου/ Λεβέντη, Εργατική Νομοθεσία, έκδ. 1988, παρ. 6 αριθμ. 1) ή, κατ’ άλλη διατύπωση, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου διατελεί, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή έναντι μισθού [βλ. ΕφΚρήτ 514/2007 ΕλλΔνη 49(2008),1512, ΕφΠειρ 714/1999 ΠειρΝομ 2000,41, Α Ντάσιο, ΕργΔικονΔικ Α/1, έκδ. 1986, σελ. 155]. Κατά τη διάταξη δε της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν 2112/1920 «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του ΒΔ 16/18.7.1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του Ν 3514/1928, ενώ όμοιο κανόνα περιέχει το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/1988 (με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε προς τη οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14.2.1977). Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις. Το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994). Ήδη ισχύει το ΠΔ 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου», κατά το άρθρο 4 του οποίου, δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή [βλ. ΑΠ Ολ 5/1994 ΕλλΔνη 35,1252, Α{ 77/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48,1405, AΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48,469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997,747, AΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35,1311, ΑΠ 610/1991 ΕΕργΔ 1992,136, AΠ 18/1991 ΕΕργΔ 1992,125, ΑΠ 227/1990 ΕΕργΔ 1990,722, ΑΠ 889/1992 ΕΕργΔ 1993,456, ΑΠ 942/1992 ΕλλΔνη 35 (1994),1038, ΑΠ 602/1980 ΕΕργΔ 1980,534, ΕφΑθ 9346/1988 ΕΕργΔ 1989,403, ΕφΠατρ 61/1988 ΕΕργΔ 1988,971, ΕφΘεσ 420/1989 ΕΕργΔ 1989,518]. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007,258, βλ. και Γνωμοδότηση Δημ. Ζερδελή σε ΔΕΝ 2009,1169, με παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ και στην εθνική νομολογία). Υπό την ισχύ του ΠΔ 178/2002 (όπως και του προγενέστερου ΠΔ 572/1988, άρθρο 3 παρ. 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών» (ΑΠ 259/2006 ό.π.), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό, από το άρθρο 479 ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση (για το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, του ΠΔ 572/1988, βλ. Δημ. Ζερδελή, Μεταβίβαση επιχειρήσεως και συνέπειες στις εργασιακές σχέσεις, ΔΕΕ 1996,238 επ., Αλ. Καρακατσάνη/Στ. Γαρδίκα, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 1995, σελ. 180, ΕφΑθ 3156/2002 ΔΕΕ 2003,88, ΕφΑθ 5341/1999 ΕΕργΔ 59,271, ΕφΠειρ 833/2001 ΔΕΕ 2002,884).

Με την υπό κρίση αγωγή του, όπως το περιεχόμενό της εκτιμάται από το Δικαστήριο, ο ενάγων εκθέτει ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που κατήρτισε με την πρώτη εναγομένη εταιρεία στις 18-01-2009, προσλήφθηκε για να εργασθεί ως υπάλληλος με την ειδικότητα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου Γ’ κατηγορίας και τοποθετήθηκε στο κατάστημά της στη ………… Αττικής, το οποίο εκμεταλλευόταν δυνάμει συμβάσεως ιδιόχρησης με την εταιρεία ταχυμεταφορών «…………….». Ότι συμφωνήθηκε να εργάζεται επί πενθήμερο εβδομαδιαίως (Δευτέρα έως Παρασκευή) με πλήρες ωράριο, έναντι συμφωνηθέντος μισθού ανερχόμενου για το χρονικό διάστημα από 1-01-2011 έως 30-04-2011 στο ποσό των 1.315,60 ευρώ και από 1-05-2011 και εντεύθεν στο ποσό των 1.362,23 ευρώ. Ότι στις 15-11-2012 του επιβλήθηκε από την πρώτη εναγόμενη μείωση μισθού στα 1.000 ευρώ μικτά για ένα έτος, ήτοι έως τις 14-11-2013, πλην όμως μετά την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος η πρώτη εναγομένη παρέλειψε να επαναφέρει τις μηνιαίες αποδοχές του στο προ της μείωσης ύψος τους, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτός (ενάγων) μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, για την οποία διαμαρτυρόταν σε μόνιμη βάση. Ότι παρείχε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης έως την 1-10-2014, οπότε αυτή μεταβιβάστηκε στη δεύτερη εναγομένη, η οποία συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης με τις ίδιες ακριβώς λειτουργίες, αντικείμενο και προϋποθέσεις, έκτοτε δε συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στη δεύτερη εναγομένη με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. Ότι η πρώτη εναγομένη εταιρεία μεταβίβασε στην ατομική επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης, η οποία συνέχισε με τον ίδιο οικονομικοκοινωνικό σκοπό το αντικείμενο των εργασιών της, όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας του. Ότι παρόλα αυτά η δεύτερη εναγομένη παρέλειψε να του καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες αποδοχές που του όφειλε η πρώτη εναγομένη και επιπλέον η ίδια συνέχισε να του καταβάλει μειωμένες αποδοχές αντί τις συμφωνημένες των 1.362,23 ευρώ. Ότι αναγκάστηκε να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 20-04-2016 και να υποβάλει αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς, εν δε συνεχεία στις 30-05-2016 προέβη σε επίσχεση εργασίας μέχρι την καταβολή , των εκκαθαρισμένων και ληξιπρόθεσμων αξιώσεών του, οι οποίες ανέρχονταν κατά το χρόνο εκείνο στο ποσό των 7.807,20 ευρώ. Ότι ακολούθως η δεύτερη εναγομένη του απέστειλε εξώδικη δήλωση με την οποία, αφού αρνείτο τη μεταβίβαση επιχείρησης και την ύπαρξη οφειλής απέναντι του, του δήλωνε ότι θεωρεί τη σύμβαση εργασίας του λυθείσα λόγω αδικαιολόγητης απουσίας του από την εργασία του. Ότι η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, διότι έγινε χωρίς η δεύτερη εναγομένη να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, επικουρικά δε, διότι η απόλυσή του έγινε από λόγους εκδίκησης λόγω του γεγονότος ότι προέβη σε επίσχεση εργασίας και προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ότι η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος υπήρξε καταχρηστική, με αποτέλεσμα η δεύτερη εναγομένη να έχει καταστεί υπερήμερη δανείστρια ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του και να του οφείλει μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 1-06-2016 έως τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής (όπως το αρχικώς αιτούμενο χρονικό διάστημα περιορίστηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντα που περιλαμβάνεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και τις προτάσεις που νόμιμα κατέθεσε), επίδομα εορτής Χριστουγέννων 2016, καθώς και επίδομα αδείας έτους 2016. Ότι η ανωτέρω άκυρη καταγγελία αποτελεί παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης εκθέτοντάς τον στο άμεσο και απώτερο οικογενειακό, φιλικό και επαγγελματικό περίγυρό του και για αυτό δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Με βάση τα ανωτέρω, μετά από μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, κατόπιν προφορικής δήλωσης του πληρεξουσίου του δικηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και επαναλαμβάνεται αναλυτικά στις προτάσεις που νόμιμα κατέθεσε στο ακροατήριο (άρθρ. 223, 224, 295 παρ.1 και 591 §1 ΚΠολΔ), ζητεί, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να αναγνωριστεί ότι η από 3-06-2016 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του τυγχάνει άκυρη, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να του καταβάλλει το συνολικό ποσό των 32.667,89 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας, (όπως το αρχικώς αιτούμενο ποσό των 59.216,67 ευρώ περιορίστηκε παραδεκτά με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντα που περιλαμβάνεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και τις προτάσεις που νόμιμα κατέθεσε, αφενός λόγω περιορισμού του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητείται η καταβολή μισθών υπερημερίας όπως προεκτέθηκε και αφετέρου λόγω αφαίρεσης των ποσών που ο ενάγων έλαβε από την παροχή της εργασίας του αλλού κατά το ένδικο χρονικό διάστημα της υπερημερίας, ήτοι από 1-06-2016 έως 31-03-2017) και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη δεύτερη να του καταβάλει το ποσό των 15.041,95 ευρώ που αντιστοιχεί σε δεδουλευμένες αποδοχές του έως τη μεταβίβαση της επιχείρησης. Επιπλέον να αναγνωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης, εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ που αποτελεί την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τα ανωτέρω ποσά δε νομιμοτόκως από από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επίσης να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται την εργασία του και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης να επιβληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή ποσού 300 ευρώ την ημέρα. Επικουρικά σε περίπτωση που κριθεί νόμιμη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, ζητεί να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 6.357,07 ευρώ που αντιστοιχεί στη νόμιμη αποζημίωση απόλυσής του πλέον των οφειλομένων ποσών για δεδουλευμένες αποδοχές και επίδομα αδείας 2016 ποσού 681,11 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 3-06-2016, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς και να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης να επιβληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή ποσού 300 ευρώ την ημέρα. Τέλος, ζητεί να απαγγελθεί κατά της δεύτερης των εναγόμενων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο εκτέλεσης της αποφάσεως που θα εκδοθεί, καθώς και να καταδικασθούν οι εναγόμενες σε καταβολή της εν γένει δικαστικής του δαπάνη. Επικουρικά, ο ενάγων ζητεί τα ως άνω ποσά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού αντιστοιχούν στην ωφέλεια που αποκόμισαν οι εναγόμενες, η οποία συνίσταται στις αποδοχές που θα κατέβαλαν σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσαν με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας (ειδικότητα, καθήκοντα) με εκείνες του ενάγοντα. Με το παραπάνω περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά, η κρινομένη αγωγή, ασκήθηκε παραδεκτά, εντός της αυτεπάγγελτα λαμβανόμενης υπόψη από το Δικαστήριο τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, ως προς τα αιτήματα της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 3-06-2016 καταγγελίας και επιδίκασης μισθών υπερημερίας εξαιτίας αυτής και ως προς το επικουρικό αίτημα της αποζημίωσης απόλυσης εξ εγκύρου καταγγελίας εντός της καθοριζομένης από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955 εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, καθόσον η κρινομένη αγωγή επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 2-09-2016 (βλ. τις υπ’ αριθμ…../2-09-2016 και …../2-09-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, τις οποίες νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων). Ακολούθως, η αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 10, 11 αρ. 7, 14 παρ. 2, 16§2, 22, 25§2, 33, 37 και 621 §1 ΚΠολΔ), κατά την αρμόζουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 και 621 επ. του Κ.Πολ.Δ) και είναι πλήρως ορισμένη, παρά τα όσα ισχυρίζονται οι εναγόμενες. Περαιτέρω η αγωγή τυγχάνει νόμιμη, στηριζόμενη ως προς την κύρια βάση της στις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 57, 59, 174, 180, 281, 299, 325, 330, 340, 341, 345, 346, 349, 350, 361, 479, 648, 651, 652, 653, 655, 656, 669, 914 και 932 ΑΚ 68, 69 §1 εδ.α’, 70, 74, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 910 περ. 4, 946§1, 176 και 191 §2 ΚΠολΔ, άρθρα 1, 2§1, 3§1 και 4§§1,2 Π.Δ. 178/2002, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 3, 6 της με αρ. 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1, 3 παρ. 1,3,8 και 5 παρ. 5 ΑΝ 539/1945, όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3302/2004, 1 και 3 παρ. 1 Ν. 2112/1920, όπως το άρθρο 3 αντικαταστάθηκε με τη παρ.2 της υποπ. ΙΑ. 12 της παραγράφου ΙΑ του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ A 222/12-11-2012), 1, 2, 5 και 6 του Ν. 3198/1955 και 74 παρ. 3 Ν. 3863/2010, κατά την επικουρική δε βάση της, στις ανωτέρω διατάξεις και στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 678 σε συνδυασμό με το άρθρο 904 επ. ΑΚ. Όσον αφορά στο αίτημα για απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατά της δεύτερης των εναγόμενων αυτό είναι μη νόμιμο κι ως εκ τούτου απορριπτέο ως προς τις υπό κρίση απαιτήσεις, οι οποίες στηρίζονται, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, σε παράβαση ενδοσυμβατικής υποχρέωσης και δεν αφορούν απαιτήσεις από αδικοπραξία ή άλλη απαίτηση για την οποία ρητά ο νόμος ορίζει ότι προβλέπεται η προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. ΚΠολΔ 1047 παρ. 1, Κεραμέα – Κονδύλη — Νίκα, ερμηνεία ΚΠολΔ, εκδ. 2000, υπό άρθρ. 1047), ενώ όσον αφορά στην αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την οποία επιτρέπεται καταρχήν η προσωπική κράτηση, το ως άνω αίτημα τυγχάνει μη νόμιμο μετά την τροπή του σχετικού αιτήματος από αναγνωριστικό σε καταψηφιστικό, αφού για την απαγγελία προσωπικής κράτησης ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, απαιτείται εκτελεστός τίτλος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 904 ΚΠολΔ, εκτελεστότητα δε προσδίδεται μόνο στις αποφάσεις που περιέχουν καταδίκη, δηλαδή στις καταψηφιστικές και όχι στις αναγνωριστικές (ΑΠ 299/1992 ΕλλΔνη 1993/1075, ΑΠ 180/1990 ΕΕΝ 1990/682, Βασ. Βαθρακοκοίλης ΚΠολΔ Τόμος ΣΤ’ Αθήνα 1997 άρθρο 1047 αρ. 34 σελ. 656). Σημειωτέον επίσης ότι μετά τον ανωτέρω μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, μη νόμιμη τυγχάνει η αγωγή και ως προς το παρεπόμενο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, αναφορικά με το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, αφού με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηφιστικές και όχι οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται από το δεδικασμένο που απορρέει από αυτές (ΕφΠειρ 1014/1992 ΑρχΝ 1993/63, ΠΠρΑθ 2644/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατόπιν των ανωτέρω, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, η κρινομένη αγωγή, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο, για το αντικείμενό της – μετά τον μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό – τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις, κατά το μέρος που υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, σύμφωνα με το αρθρ. 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρ. 14 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το αρθρ. 2 του Ν. 3994/2011 (βλ. το υπ’ αριθμ. ………….. ηλεκτρονικό παράβολο και την από 28-03-2017 απόδειξη πληρωμής αυτού της Alpha Web Banking), ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013, προσκομίστηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων τα οικεία γραμμάτια προκαταβολής εισφορών (βλ. τα με αριθμούς ………./28-03-2017 και …………./31-03-2017 γραμμάτια του ΔΣΠ).

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα ανταπόδειξης και τη χωρίς όρκο εξέταση του ενάγοντα που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, της με αριθμό ……./31.03.2017 ένορκης βεβαίωσης της ………….. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων με την προσθήκη των προτάσεών του και η οποία ελήφθη νόμιμα (αρθρ. 421 επ. ΚΠολΔ), ύστερα από προηγούμενη κλήτευση των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αριθ. …../28-03-2017 και ../28-03-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), η οποία παραδεκτά λαμβάνεται υπ’ όψιν, παρότι η ανωτέρω έχει καταθέσει αγωγή με όμοιο περιεχόμενο κατά των εναγομένων, καθόσον τα πρόσωπα που είναι διάδικοι σε υπόθεση παρόμοια με την εκδικαζομένη δε θεωρούνται εξαιρετέοι μάρτυρες, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 400 ΚΠολΔ (βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ερμηνεία ΚΠολΔ, υπό αρθρ. 400 αριθμ. 10, ΕφΑθ 3879/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 231/1990, Ε.Ν.Δ. 18, σ.202, ΕφΠειρ 1082/1986, Ε.Ν.Δ. 15, σ.389), λαμβανομένης υπόψη όμως μόνο προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγόμενων που προτάθηκαν για πρώτη φορά στο ακροατήριο (πρβλ. ΑΠ 411/2008, ΑΠ 1704/2007, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 659/2007 ΝοΒ 2007.1823, ΑΠ 66/2007 ΔΕΕ 2007.1230, ΑΠ 229/2002 ΕλλΔνη 2003.132), της με αριθμό ……./31.03.2017 ένορκης βεβαίωσης του …………… ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά Ευαγγελίας Δραγάτση, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενες με την προσθήκη των προτάσεών τους και η οποία ελήφθη νόμιμα (αρθρ. 421 επ. ΚΠολΔ), ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του ενάγοντα (βλ. την υπ’ αριθ. ………../28-03- 2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Ευάγγελου Λέκκου), λαμβανομένης υπόψη όμως μόνο προς αντίκρουση των ισχυρισμών του ενάγοντα που προτάθηκαν για πρώτη φορά στο ακροατήριο (πρβλ. ΑΠ 411/2008, ΑΠ 1704/2007, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 659/2007 ΝοΒ 2007.1823, ΑΠ 66/2007 ΔΕΕ 2007.1230, ΑΠ 229/2002 ΕλλΔνη 2003.132), καθώς και των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του, κατά την προκείμενη διαδικασία, και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 340 § 1 σε συνδ. με 591 §1 ΚΠολΔ) και από όσα οι διάδικοι συνομολογούν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που κατήρτισε ο ενάγων με την πρώτη εναγομένη εταιρεία στις 18-01-2009, προσλήφθηκε για να εργασθεί ως υπάλληλος με την ειδικότητα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου Γ’ κατηγορίας, διαθέτων την υπ’ αριθμ. ……………./6-10-2008 άδεια οδήγησης και τοποθετήθηκε στο κατάστημά της στη ……… Αττικής, το οποίο εκμεταλλευόταν αυτή δυνάμει συμβάσεως ιδιόχρησης με την εταιρεία ταχυμεταφορών «………….». Ο ενάγων συμφωνήθηκε να εργάζεται επί πενθήμερο εβδομαδιαίως (Δευτέρα έως Παρασκευή) με πλήρες ωράριο έναντι συμφωνηθέντος μισθού ανερχόμενου για το χρονικό διάστημα από 1-01-2011 έως 30-04-2011 στο ποσό των 1.315,60 ευρώ και από 1-05-2011 και εντεύθεν στο ποσό των 1.362,23 ευρώ. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι από τον Ιανουάριο του έτους 2011 η πρώτη εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή του μισθού στον ενάγοντα, ενώ πολλές φορές του κατέβαλε έναντι αυτού με αποτέλεσμα να του οφείλει στα τέλη του έτους 2012 το συνολικό ποσό των 6.542 ευρώ και ειδικότερα 879 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2011, 1.023 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2011, 350 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2011, 280 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2011, 510 ευρώ για επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2011, 350 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2011, 270 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2011, 200 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2011, 510 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2011, 250 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2011, 300 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2011, 250 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2011, 270 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Νοεμβρίου 2011, 3 00 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2011, 400 ευρώ για επίδομα εορτής Χριστουγέννων έτους 2012, 200 ευρώ για επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2012 και 200 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2012 (βλ. την από 30-05-2016 εξώδικη δήλωση του ενάγοντα προς τη δεύτερη εναγομένη). Προκειμένου δε να μπορεί η πρώτη εναγομένη να είναι συνεπής στην καταβολή του μισθού του ενάγοντα συμφωνήθηκε μεταξύ τους στις 15-11-2012 η μείωση του μισθού του τελευταίου στο ποσό των 1.020 ευρώ μικτά για χρονικό διάστημα ενός έτους από την τροποποίηση. Πλην όμως μετά την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος η πρώτη εναγομένη συνέχισε να καταβάλει στον ενάγοντα τον ανωτέρω μειωμένο μισθό χωρίς αυτός να διαμαρτυρηθεί για το γεγονός αυτό όσο διάστημα εξακολούθησε να απασχολείται στην επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης, ήτοι έως τις 30-09-2014. Έτσι με την συμπεριφορά του αυτή ο ενάγων αποδέχθηκε σιωπηρά την άνω μεταβολή για το μετά τις 14-11-2013 διάστημα, αφού δεν υπάρχει ρητή και κατηγορηματική δήλωσή του για το αντίθετο και επομένως σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ακόμα και αν η ανωτέρω μείωση του μισθού του αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αυτή έχει παύσει να είναι μονομερής, έχει καταρτιστεί εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο ενάγων δεν δύναται να αξιώσει τον μισθό που του καταβαλλόταν πριν τη μείωση. Όμως αντικείμενο της αξίωσης, άρα και της δίκης για αποδοχές μισθωτού είναι οι ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές του, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κατά νόμο κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών, ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών κλπ., τις οποίες πρέπει ο εργοδότης να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού. Επομένως, οι γινόμενες από τον εργοδότη σχετικές καταβολές, αναφέρονται στα ακαθάριστα αυτά ποσά αποδοχών, τα οποία αφορούν και οι δικαστικά επιδικαζόμενες διαφορές αντίστοιχα αποδοχών (ΑΠ 2126/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 567/2005 ΕΝΑΥΤΔ 2005.345). Έτσι, αν ο εργοδότης έχει ήδη εκουσίως ή συνεπεία Π.Ε.Ε. καταβάλει στον ασφαλιστικό φορέα τις εισφορές για οφειλόμενες σε εργαζόμενο αποδοχές, τούτο στηρίζει ένσταση καταβολής κατά το άρθρο 416 ΑΚ αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της αξίωσης του εργαζομένου για δεδουλευμένες αποδοχές. Αν δεν υποβληθεί τέτοια ένσταση, οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης (ΑΠ 178/2010, ΑΠ 59/2009, ΑΠ 332/2008, ΑΠ 1678/2007, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 335/2008, ΕΝΑΥΤΔ 2008.287). Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη κατέβαλε κάποιο ποσό για φόρο ή νόμιμες εισφορές που αφορούν στον καταβαλλόμενο μηνιαίως μισθό του ενάγοντα, καθόσον δεν προσκομίζει κάποιο επίσημο έγγραφο σχετικά, ενώ προκύπτει ότι αυτός δεν ήταν ασφαλισμένος από το μήνα Μάρτιο του έτους 2013 και μετά. Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, θα επιδικασθούν στον ενάγοντα οι μικτές αποδοχές του για το διάστημα από το Νοέμβριο του έτους 2013 και μετά (σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής) και οι ασφαλιστικές και λοιπές εισφορές που τυχόν καταβληθούν για λογαριασμό του ενάγοντα θα παρακρατηθούν κατά την εκτέλεση της παρούσας απόφασης. Συνεπώς οφείλονται στον ενάγοντα τα κάτωθι ποσά: 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2013 [1.020 ευρώ – 800 ευρώ], 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2013, 262,49 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2013 [1.062,49 ευρώ – 800,00 ευρώ], 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2014, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2014, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2014, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2014, 131,24 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2014 [531,24 ευρώ 400,00 ευρώ], 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2014, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2014, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2014, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2014, 110 ευρώ για επίδομα αδείας 2014 [510 ευρώ – 400,00 ευρώ] και 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2014, ήτοι συνολικά 2.923,73 ευρώ. Ο ενάγων απασχολήθηκε στην πρώτη εναγομένη έως την 1η Οκτωβρίου 2014, οπότε η επιχείρηση μεταβιβάστηκε στη δεύτερη των εναγομένων, σύζυγο του ομορρύθμου εταίρου και διαχειριστή της πρώτης ………….., η οποία ανέλαβε και συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης και στην οποία ο ενάγων εξακολούθησε έκτοτε να παρέχει τις υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. Οι εναγόμενες αρνούνται ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη στη δεύτερη, πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία βάσιμος. Ειδικότερα πέραν της συγγενικής σχέσης που αποδείχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ του ομορρύθμου εταίρου της πρώτης εναγόμενης και της δεύτερης εξ αυτών, η επιχείρηση της τελευταίας ασκούσε την ίδια ακριβώς κατ’ αντικείμενο δραστηριότητα (παροχή ταχυδρομικών και ταχυμεταφορικών υπηρεσιών) με την πρώτη εναγομένη, λειτουργούσε στο ίδιο κατάστημα στη ……… Αττικής, επί της οδού ………….., αριθμ. ………. και χρησιμοποιούσε τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό (…………..). Επιπλέον η επιχείρηση, και μετά τη μεταβίβασή της στη δεύτερη των εναγόμενων, συνέχισε να λειτουργεί υπό καθεστώς δικαιόχρησης από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…………..», με τον ίδιο διακριτικό τίτλο στην προμετωπίδα του καταστήματος («………….»), ενώ ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός (έπιπλα, εξοπλισμός γραφείου, εξοπλισμός εργασίας, μηχανήματα, αυτοκίνητα), μεταβιβάστηκε στο σύνολο του από την πρώτη, στη δεύτερη των εναγόμενων. Επίσης στη δεύτερη των εναγομένων μεταβιβάστηκε το σύνολο των άυλων αγαθών της πρώτης (πελατολόγιο, φήμη, τεχνογνωσία, επαγγελματικές σχέσεις με τρίτους κ.λπ.), η αξία των οποίων είναι ιδιαίτερα σημαντική, αφού η πρώτη των εναγομένων, χάρη στην ένταξη της, μέσω της σύμβασης δικαιόχρησης, στο δίκτυο καταστημάτων της «…………….», εδραιώθηκε στον κλάδο και κατόρθωσε να αποκτήσει μεγάλη, μόνιμη και τακτική πελατεία. Αποδείχθηκε ακόμη ότι η επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης απασχόλησε εργατικό δυναμικό, που απασχολείτο από την πρώτη εναγομένη και μάλιστα με τα ίδια καθήκοντα και υπό το ίδιο ακριβώς εργασιακό καθεστώς και συγκεκριμένα τον ενάγοντα και το ……………. Εκ των ανωτέρω εκτεθέντων αποδείχθηκε ότι υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης από την πρώτη στη δεύτερη εναγομένη, ενώ δέον να -σημειωθεί ότι δεν σταμάτησε η λειτουργία της επιχείρησης ούτε για μία ημέρα, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας ανταπόδειξης, υιός της δεύτερης εναγομένης, εξεταζόμενος στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου. Η δεύτερη εναγομένη ισχυρίζεται επίσης ότι προσέλαβε τον ενάγοντα για να εργαστεί στην επιχείρησή της στις 18-03-2016, προσκομίζει δε σχετικά την αναγγελία πρόσληψης αυτού. Όμως, όπως προεκτέθηκε ο ενάγων αμέσως μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης εξακολούθησε χωρίς διακοπή να απασχολείται στη δεύτερη εναγομένη, γεγονός που αποδεικνύεται και από την εκτύπωση κινήσεως πελατειακού λογαριασμού της Alpha Bank που αυτός προσκομίζει, στην οποία φαίνεται η δεύτερη εναγομένη να καταβάλει το μισθό του σταθερά κάθε μήνα από τον Οκτώβριο του έτους 2014. Ο μισθός που η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα ήταν ο ίδιος με αυτόν που ο τελευταίος ελάμβανε από την πρώτη εναγομένη, ήτοι 800 ευρώ, όπως και ο ίδιος εξεταζόμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατέθεσε, ο οποίος πράγματι του καταβαλλόταν κανονικά κάθε μήνα. Εξακολουθούσε όμως να υπάρχει η ανωτέρω οφειλή του ποσού των 6.542 ευρώ από δεδουλευμένους μισθούς των ετών 2011 και 2012, οπότε ο ενάγων απασχολείτο στην πρώτη εναγομένη, καθώς και του ως άνω ποσού των 2.923,73 ευρώ, με την εξόφληση των οποίων (οφειλών) είχε πλέον επιβαρυνθεί και η δεύτερη εναγομένη λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης σε αυτήν, πλην όμως η τελευταία δεν προέβαινε στην καταβολή των ποσών αυτών, παρά τις διαμαρτυρίες του ενάγοντα. Για το λόγο αυτό ο ενάγων αναγκάστηκε να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 20-04-2016 και να υποβάλει αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς. Ακολούθως στις 30-05-2016 απέστειλε εξώδικη δήλωση στη δεύτερη εναγομένη ζητώντας της να του καταβάλει το ποσό των 6.542 ευρώ για τις ως άνω αιτίες, δηλώνοντάς της ταυτόχρονα ότι ασκεί το δικαίωμά του για επίσχεση εργασίας έως ότου εξοφληθεί πλήρως. Σημειωτέον ότι ο ενάγων στην εξώδικη αυτή δήλωση ουδεμία αναφορά κάνει σε οφειλές της πρώτης και της δεύτερης εναγομένης προς αυτόν από καταβολή μειωμένου μισθού για το χρονικό διάστημα από 14-11-2013 και εντεύθεν, αποδεικνύοντας και με τον τρόπο αυτό ότι είχε αποδεχθεί σιωπηρά τη μείωση του μισθού του στο ποσό των 800 ευρώ, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ενεργειών του ενάγοντα, ήταν να του επιδώσει η δεύτερη εναγομένη στις 3-06-2016 την από 31-05-2016 εξώδικη δήλωσή της με την οποία ηρνείτο τη μεταβίβαση της επιχείρησης και την ύπαρξη οφειλής της απέναντι του, ενώ ανέφερε σε αυτήν ότι ο ενάγων απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του από τα μέσα Μαρτίου έως τα τέλη Μαΐου 2016 επικαλούμενος λόγους υγείας και πως αυτός προέβη σε επίσχεση εργασίας, όταν τον προειδοποίησε ότι θα διερευνήσει προσωπικά τη σοβαρότητα της υγείας του. Τέλος του δήλωνε ότι εκλαμβάνει την αδικαιολόγητη απουσία του από την εργασία του ως εκούσια αποχώρησή του. Όπως εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, υπήρχαν οφειλές της πρώτης εναγομένης προς τον ενάγοντα ήδη από το έτος 2011, οι οποίες μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης βάρυναν και τη δεύτερη εναγομένη, χωρίς να γίνει καμία προσπάθεια εξόφλησης από πλευράς των εναγομένων, παρότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν οικονομικά προβλήματα που δεν επέτρεπαν την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, καθόσον δεν προσκομίζονται στοιχεία της οικονομικής κατάστασης της πρώτης εναγομένης, ενώ όσον αφορά στη δεύτερη εναγομένη αυτή εμφάνιζε κέρδος, τόσο το έτος 2014, όσο και το έτος 2015. Δεδομένου δε ότι ουδεμία καταβολή έγινε προς τον ενάγοντα, ούτε κάποια προσπάθεια διακανονισμού της υπάρχουσας οφειλής, υποχρεώθηκε αυτός να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας και να προβεί σε επίσχεση εργασίας, αφού μάλιστα είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πέντε και πλέον ετών από τον Ιανουάριο του έτους 2011, οπότε δημιουργήθηκε η πρώτη οφειλή και δύο περίπου ετών από τη μεταβίβαση της επιχείρησης στη δεύτερη εναγομένη, κι ενώ είχε πλέον διαφανεί η πρόθεσή της να μην εξοφλήσει το χρέος, το οποίο σε κάθε περίπτωση ηρνείτο (και εξακολουθεί να αρνείται) ότι οφείλει. Σημειωτέον στο σημείο αυτό ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η επίσχεσή εργασίας του ενάγοντα δημιούργησε βλάβη στη λειτουργία της επιχείρησής της, όπως ισχυρίζεται η δεύτερη εναγομένη. Όσον αφορά δε στους ισχυρισμούς της ότι ο ενάγων απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του προφασιζόμενος προβλήματα υγείας, αποδείχθηκε ότι πράγματι αυτός έπασχε από οξεία οσφυοϊσχιαλγία με νευρολογική συμμετοχή, για την αποκατάσταση δε της υγείας του απαιτείτο κλινοστατισμός και συνεδρίες φυσικοθεραπειών, για το λόγο αυτό του χορηγήθηκε νόμιμα άδεια από τον θεράποντα ιατρό του ορθοπεδικό χειρουργό …………, για τα χρονικά διαστήματα από 24-03-2016 έως 1-04-2016, από 6-04-2016 έως 24-04-2016 και από 24-05-2016 έως 30-05-2016. Επομένως ο ενάγων δεν απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του, αλλά βάσει αναρρωτικής άδειας, σύμφωνα με όσα προβλέπει ο νόμος, απορριπτομένων των όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η δεύτερη εναγομένη. Συνεπώς η εκ μέρους του ενάγοντα επίσχεση εργασίας έγινε εντός των ορίων που διαγράφονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει της σημαντικής καθυστερήσεως στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, οι οποίες ήταν αναγκαίες για τη διαβίωσή του, απορριπτομένης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος επισχέσεως εργασίας του ενάγοντα, που προέβαλε νόμιμα η δεύτερη των εναγομένων. Κατόπιν των ανωτέρω, αποδείχτηκε ότι η δεύτερη εναγομένη με την από 31-05-2016 εξώδικη δήλωσή της κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα για λόγους εκδικήσεως, διότι αυτός προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας διεκδικώντας τα δεδουλευμένα του και άσκησε το δικαίωμά του για επίσχεση εργασίας. Για αυτό άλλωστε και η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του έλαβε χώρα αμέσως μετά τα γεγονότα αυτά, η δε καταγγελία αυτή τυγχάνει άκυρη, διότι δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης στον ενάγοντα, με αποτέλεσμα η δεύτερη εναγομένη να καταστεί από τότε υπερήμερη στην αποδοχή της εργασίας του. Συνεπώς του οφείλει για αποδοχές υπερημερίας λόγω επίσχεσης για το χρονικό διάστημα από 1.6.2016 έως 28.03.2017, τα κάτωθι ποσά: 1.020 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2016, 1.020 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2016, 1.020 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2016, 510 ευρώ για επίδομα αδείας 2016 [ήμισυς μηνιαίος μισθός], 1.020 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2016, 1.020 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2016, 1.020 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2016, 1.020 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2016, 1.062,49 ευρώ για επίδομα εορτής Χριστουγέννων 2016 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας {1,04166}], 1.020 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2017, 1.020 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2017 και 1.020 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2017, ήτοι συνολικά το ποσό των 11.772,49 ευρώ. Εκ του ποσού αυτού θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 11.479,12 ευρώ το οποίο έλαβε ο ενάγων από την παροχή της εργασίας του αλλού και κατά το οποίο περιόρισε τις αξιώσεις του με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο και τις προτάσεις του, όπως προεκτέθηκε και συγκεκριμένα: 916,38 ευρώ για μισθό Ιουνίου 2016, 1.002 ευρώ για μισθό Ιουλίου 2016, 1.002 ευρώ για μισθό Αυγούστου 2016, 501 ευρώ για επίδομα αδείας 2016, 1.002 ευρώ για μισθό Σεπτεμβρίου 2016, 1.002 ευρώ για μισθό Οκτωβρίου 2016, 1.002 ευρώ για μισθό Νοεμβρίου 2016, 1.002 ευρώ για μισθό Δεκεμβρίου 2016, 1.043,74 ευρώ για επίδομα εορτής Χριστουγέννων 2016, 1.002 ευρώ για μισθό Ιανουαρίου 2017, 1.002 ευρώ για μισθό Φεβρουαρίου 2017 και 1.002 ευρώ για μισθό Μαρτίου 2017. Επομένως, για τις ως άνω αιτίες, ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 293,37 ευρώ, το οποίο δέον να του καταβάλει η δεύτερη εναγομένη. Κατόπιν των ανωτέρω, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η ένσταση παράλειψης ανεύρεσης εργασίας από μέρους του ενάγοντα που προέβαλε η δεύτερη εναγομένη, αφού αυτός ήδη από τον Ιούνιο του έτους 2016 απασχολήθηκε αλλού και ως αλυσιτελώς προβληθείσα η ένσταση αλλαχού κερδηθέντων, αφού ο ενάγων έχει ήδη προβεί στην αφαίρεση των ποσών που έλαβε από τη νέα του εργασία. Για τους ίδιους ως άνω λόγους απορριπτέο τυγχάνει το προβληθέν από τις εναγόμενες αίτημα να προσκομίσει ο ενάγων την κάρτα ανεργίας του ΟΑΕΔ και βεβαίωση του ΙΚΑ ότι δεν εργάσθηκε από τις 31-05-2016 και έπειτα. Επιπλέον, επειδή η δεύτερη εναγομένη δεν είχε προβεί στην ασφάλιση του ενάγοντα από τον Οκτώβριο του έτους 2014 έως το Μάρτιο του έτους 2016, αν και τον απασχολούσε κανονικά, θα επιδικασθούν στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-10-2014 έως 31-05-2016 οι μικτές αποδοχές του και οι ασφαλιστικές και λοιπές εισφορές που θα καταβληθούν από τη δεύτερη εναγομένη για λογαριασμό του ενάγοντα θα παρακρατηθούν κατά την εκτέλεση της παρούσας απόφασης, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω. Συνεπώς οφείλονται στον ενάγοντα τα κάτωθι ποσά: 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2014 [1.020 ευρώ – 800,00 ευρώ που έλαβε], 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2014, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2014, 262,49 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2014 [1.062,49 ευρώ – 800,00 ευρώ], 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2015, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2015, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2015, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2015, 131,24 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2015 [531,24 ευρώ – 400,00 ευρώ], 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2015, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2015, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2015, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2015, 110 ευρώ για επίδομα αδείας 2015 [510 ευρώ – 400,00 ευρώ], 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2015, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2015, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2015, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2015, 262,49 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2015 [1.062,49 ευρώ – 800,00 ευρώ], 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2016, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2016, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2016, 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2016, 131,24 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2016 [531,24 ευρώ – 400,00 ευρώ] και 220 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2016, ήτοι συνολικά το ποσό των 5.297,46 ευρώ. Έτι περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη, ασκώντας κατά τον ανωτέρω τρόπο το διευθυντικό της δικαίωμα, ήτοι καταγγέλλοντας την σύμβαση εργασίας του ενάγοντα από λόγους εκδίκησης, υπερβαίνοντας προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντα, καθόσον μειώθηκε η επαγγελματική του αξία και η υπόληψή του. Ως εκ τούτου το αίτημα του ενάγοντα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως ουσία βάσιμο και να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 3-06-2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως παρεχόμενες υπηρεσίες του ενάγοντα κατά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης από την επομένη της επίδοσης της παρούσας, επ’ απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της ποσού τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί στην υποχρέωσή της αυτή, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9.465,73 ευρώ (6.542 € + 2.923,73 €), να υποχρεωθεί επιπλέον η δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 5.590,83 ευρώ (293,37 € + 5.297,46 €) και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 500 ευρώ, άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, ως ακολούθως: για τους δεδουλευμένους μισθούς και τους μισθούς υπερημερίας από την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού, που συμπίπτει με την τελευταία μέρα κάθε μήνα, κατά τον οποίο ο ενάγων παρείχε την εργασία του (άρθρα 341 παρ. 1 και 655 ΑΚ), για το επίδομα εορτής Πάσχα, από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μέχρι την πλήρη εξόφληση, δηλαδή από την επομένη της 30ης Απριλίου του οικείου έτους, για το επίδομα εορτής Χριστουγέννων και αδείας από την 1-1 του επομένου έτους, αφού σύμφωνα με τα άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του 4547/1966, δήλη ημέρα καταβολής τους είναι η 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους (ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002:1477, ΑΠ 201/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μνεία ότι καθόσον η υφιστάμενες μεταξύ των μερών συμβάσεις εργασίας κρίθηκαν έγκυρες παρέλκει η εξέταση της βασιμότητας της ερειδόμενης στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επικουρικής βάσης της αγωγής. Ως προς το παρεπόμενο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης να προκληθεί σημαντική ζημιά στον ενάγοντα, καθόσον αποδείχθηκε ότι είναι μισθοσυντήρητος και εξαρτώμενος αποκλειστικώς από τα εισοδήματα της παρεχόμενης εξαρτημένης εργασίας του. Γι’ αυτό, πρέπει η παρούσα να κηρυχθεί, ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις, μερικώς προσωρινά εκτελεστή, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων, ως εργατικών απαιτήσεων (άρθρο 908 παρ. 1 περ, ε’ και 910 παρ, 4 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό: Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων, λόγω της μερικής ήττας τους (άρθρα 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

-ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

-ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 3-06-2016 έγγραφης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα στην οποία προέβη η δεύτερη εναγομένη.

-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντα κατά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί στην υποχρέωσή της αυτή να απασχολεί πραγματικά τον ενάγοντα.

-ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, ήτοι ως προς την υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντα.

-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τις εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των εννέα χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (9.465,73 €), με το νόμιμο τόκο από τότε που καθένα από τα επιμέρους κονδύλια κατέστη απαιτητό, σύμφωνα με τα παραπάνω αναλυτικά εκτιθέμενα, μέχρι την πλήρη εξόφληση.

-ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, για το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγομένη να καταβάλει επιπλέον στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (5.590,83 €), με το νόμιμο τόκο από τότε που καθένα από τα επιμέρους κονδύλια κατέστη απαιτητό, σύμφωνα με τα παραπάνω αναλυτικά εκτιθέμενα, μέχρι την πλήρη εξόφληση.

-ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, για το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

-ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.

-ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντα σε βάρος των εναγομένων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των επτακοσίων πενήντα (750) ευρώ.

-ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 14 Νοεμβρίου 2017, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies