Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη: Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω καταβολής μειωμένης αποζημίωσης. Διαφορές μεταξύ καταβαλλομένων και καταβλητέων αποδοχών. Εργασία καθ’ υπέρβαση του συμφωνηθέντος πενθημέρου. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 14.883,76 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης
5782/2013
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Φωτεινή Θεοφιλοπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης και από τη Γραμματέα Παναγιώτα Σύρρου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28.03.2013 για να δικάσει τις εξής υποθέσεις:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ……. θυγ. ……. ……., κατοίκου ……. Αττικής, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ……. θυγ. ……. ……., κατοίκου ……. Αττικής, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Καλαϊτζίδη.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η με αριθμό κατάθεσης ……./17.09.2012 αγωγή της, που απευθύνεται στο Δικαστήριο αυτό, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στις 08.11.2012 και κατόπιν αναβολής προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους και στα πρακτικά.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως «καταχρηστική», όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, και αν ακόμη η δράση αυτή εκδηλώνεται από διευθυντικό ή υψηλόβαθμο στέλεχος της επιχείρησης, που δεν απαγορεύεται από το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 1264/1982, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυμένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως περίπτωση «καταχρηστικής» καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως «καταχρηστική», δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι’ αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε εμφανής αιτία. Αντίθετα, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένους λόγους, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 του ΑΚ. Αν λοιπόν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προβλήθηκαν από τον απολυθέντα μισθωτό προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απολύσεως του, ο υπό του άρθρου 281 του Α.Κ. ισχυρισμός του απορρίπτεται κατ’ ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθοριστούν τα πραγματικά κίνητρα της καταγγελίας (βλ. ΑΠ 311/2010, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 616/2008, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 616/2008, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1021/2008, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 414/2008, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 341/2008, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 578/2008, ΑΧΑΝΟΜ 2009. σ.525). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 57 και 59 του ΑΚ, αν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέσθηκε υπό συνθήκες που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της προσωπικής και επαγγελματικής υπόληψης και αξίας), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον τελευταίο, εκτός από την αποζημίωση απολύσεως και χρηματική ικανοποίηση (άρθρ. 932 του ΑΚ). Η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω της ηθική βλάβης που υπέστη στην προσωπικότητά του από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη συνίσταται στην πληρωμή ενός ορισμένου χρηματικού ποσού, που καθορίζεται από το δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση, ύστερα από εκτίμηση των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η προσβολή της προσωπικότητας, του είδους, του τόπου, του χρόνου και της διάρκειας της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας, του επαγγέλματος, της περιουσιακής καταστάσεως και των συνθηκών ζωής των διαδίκων μερών (ΑΠ 983/2009. Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 282/2009, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 6026/2004. ΔΕΕ 2005, σ.478, ΕφΠειρ 678/2001, ΔΕΕ 2002, σ.1280). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η αποζημίωση λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη της σύμβασης εργασίας υπαλλήλου καθορίζεται με βάση τις καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές αυτού, δηλαδή το μισθό και κάθε άλλη σταθερή και μόνιμη ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας χορηγούμενη παροχή κατά τον τελευταίο προ της απολύσεως μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές δεν υπολείπονται των συμβατικών ή νομίμων. Έτσι σαν τακτικές αποδοχές λογίζονται, όχι μόνο ο κυρίως μισθός, αλλά και κάθε άλλη παροχή, είτε σε χρήμα, είτε σε είδος, η οποία δίνεται επιπλέον του μισθού κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, όπως υπερωρίες, οικογενειακά επιδόματα, τροφή, κατοικία, προμήθειες κ.λ.π.. Για να συνυπολογιστούν όμως οι παροχές αυτές πρέπει να καταβάλλονται από τον εργοδότη στους μισθωτούς σταθερά και μόνιμα (όχι πρόσκαιρα) σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας τους. Επίσης, τα δώρα εορτών, τα οποία χορηγούνται από τους εργοδότες στους εργαζόμενους κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας, που καταβάλλεται στους εργαζόμενους μαζί με την κανονική άδεια και έχει την έννοια του πρόσθετου ανταλλάγματος για την παρεχόμενη εργασία τους, συνυπολογίζονται για την εξεύρεση του ποσού της αποζημίωσης λόγω απόλυσης, γιατί θεωρούνται ότι αποτελούν τακτικές αποδοχές. Ως προς το ύψος του ποσού της αναλογίας της προσαύξησης, από το συνυπολογισμό των δώρων εορτών και του επιδόματος άδειας, πρέπει ο μηνιαίος μισθός που καταβάλλεται να προσαυξηθεί κατά το 1/6 αυτού (όση δηλαδή είναι και η προσαύξηση των αποδοχών των 12 μηνών του έτους και των 2 επιπλέον μισθών για δώρα εορτών και επίδομα αδείας) και βάσει του προσαυξημένου με αυτόν τον τρόπο μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου, υπολογίζεται κατόπιν η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί (βλ. ΑΠ 546/1999, Α’ δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 753/2007, ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2008, σ.191, ΕφΑθ 9348/2001, ΕλΔνη 2003, σ.216). Με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 42 του Ν. 1892/1990 περί των ωρών λειτουργίας των καταστημάτων και εργασίας του προσωπικού τους (ΚΝοΒ 1990.542), που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 23 του Ν. 1957/1991 (ΔΕΝ 47.923), καθιερώθηκε για τους εργαζομένους σ’ αυτά πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, ταυτόχρονα δε ορίστηκε ότι εξ αιτίας της επαύξησης των ωρών της ημερήσιας εργασίας, για την εφαρμογή της πενθήμερης εβδομάδας, έως τη συμπλήρωση του συμβατικού χρόνου της 40ωρης εβδομαδιαίας εργασίας δεν οφείλεται πρόσθετη αμοιβή. Παράλληλα με την παράγραφο 5 του άρθρου 23 του Ν. 1957/1991, ορίζεται ότι η ημέρα ανάπαυσης των εργαζομένων λόγω πενθημέρου καθορίζεται κυλιόμενη, εκτός αν ρυθμίζεται διαφορετικά από άλλες διατάξεις ή με ατομική συμφωνία. Οι παραπάνω διατάξεις, που τίθενται για την προστασία των εργαζομένων, χαρακτηρίζονται ως δημόσιας τάξης. Συνακόλουθα, οι ώρες εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας, κατά την οποία η παροχή εργασίας είναι απαγορευμένη, δεν συναθροίζονται με εκείνες των προηγούμενων, εργάσιμων, ημερών για την εξεύρεση της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας, επειδή η έκτη ημέρα καθιερώνεται ως ημέρα αναπαύσεως. Για την εργασία του κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας ο εργαζόμενος διατηρεί αξίωση για την καταβολή του 1/25 του μισθού του (ποσό κατά το οποίο ο εργοδότης του έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία και συνίσταται στην ωφέλεια που απεκόμισε από τη μη απασχόληση άλλου μισθωτού), επειδή απασχολήθηκε με άκυρη (λόγω της απαγόρευσης της εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος) σύμβαση εργασίας (ΑΠ 1017/1995 ΔΕΝ 51.1364). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως του για την επίτευξη των σκοπών της δεν έχει καταρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Η καταρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέρον τα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητας του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ’ αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, περιστατικά, τα οποία πρέπει να κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 1264/1982 που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυση του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Ωστόσο, και στη περίπτωση αυτή, η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά πρέπει ο εργαζόμενος, ως συνέπεια της μη πραγματικής απασχόλησης του ή της μη επαναπρόσληψής του, να υφίσταται προσβολή της προσωπικότητας του λόγω μειώσεως του στο επαγγελματικό και το κοινωνικό περιβάλλον του, τούτο δε είναι συνυφασμένο με το είδος της απασχολήσεως και το ιδιαίτερα έντονο συμφέρον του εργαζομένου για πραγματική απασχόληση, περιστατικά που πρέπει να κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης, πρέπει η εντελώς αδικαιολόγητη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού, να επηρεάζει την αμοιβή του εργαζόμενου ή να θίγει άλλα υλικά ή ηθικά συμφέροντα αυτού για την αποδοχή των υπηρεσιών του (ΟλΑΠ 9/2011, ΝοΒ 2011, σελ. 1877, ΕφΛαρ 14/2012, ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2012, σελ. 248).
Με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι, από την 07.05.2007 έως την 30η του Ιουνίου του έτους 2012, εργάσθηκε ως πωλήτρια στην επιχείρηση εμπορίας εσωρούχων της εναγομένης, δυνάμει άτυπης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, σε πενθήμερη βάση εβδομαδιαίως από Τρίτη έως και Σάββατο και με πλήρες ωράριο, αντί μισθού καθοριζόμενου από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ. Ότι η εναγομένη ήδη από το μήνα Νοέμβριο του 2007 την απασχολούσε επιπλέον και κατά την ημέρα της Δευτέρας επί έξι ώρες, χωρίς να της καταβάλλει καμιά αμοιβή για την εργασία της αυτή, ενώ και οι αποδοχές που τις κατέβαλλε υπολείπονταν των νομίμων, όπως επίσης δεν της χορηγούσε τη νόμιμη άδειά της για έκαστο ημερολογιακό έτος. Ότι την 30.06.2012 η εναγόμενη προέβη σε άκυρη καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας, αφενός μεν κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, για λόγους εκδίκησης λόγω των επανειλημμένων διαμαρτυριών της για το βεβαρημένο ωράριο εργασίας της και την καταβολή μέρους των δεδουλευμένων αποδοχών της που της οφείλονταν, αφετέρου, δε, διότι της κατέβαλε ελλιπή αποζημίωση απόλυσης. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζητεί, α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, με την απειλή της πρώτης για κάθε παράβαση της υποχρέωσης αυτής σε χρηματική ποινή 500 Ευρώ και με προσωπική της κράτηση διάρκειας ενός έτους, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 20.811,58 Ευρώ, όπως ειδικότερα κάθε επιμέρους κονδύλι του αναλύεται στην αγωγή, αποτελούντων το σύνολο των εργασιακών της αξιώσεων, που έχει κατά της παραπάνω εργοδότριάς της κατά της διάρκεια της εργασιακής της απασχόλησης σε αυτή, και οι οποίες αντιστοιχούν σε διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αποζημίωση μη ληφθείσης άδειας, αμοιβή εργασίας κατά την έκτη ημέρα, χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της καθώς και μισθούς υπερημερίας (για το διάστημα από 01.07.2012 έως 31.12.2012, ως πιθανολογούμενη ημερομηνία συζήτησης της υπό κρίση αγωγής), επικουρικά δε και σε περίπτωση που δεν ήθελε κριθεί άκυρη η καταγγελία ποσό 1718,32€ προς συμπλήρωση της οφειλόμενης σε αυτή αποζημίωσης απόλυσης. Επικουρικά, σε περίπτωση που θεωρηθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας της, ζητεί να υποχρεωθεί η αντίδικός της να της καταβάλει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 του ΑΚ, τα ίδια ποσά, κατά τα οποία αυτή έγινε σε βάρος της πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία, αφού κατά τους ισχυρισμούς της, οποιονδήποτε άλλον και αν απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τα ίδια προσόντα στο ίδιο χρονικό διάστημα για την ίδια εργασία με τους αυτούς όρους και συνθήκες, θα ήταν υποχρεωμένη να τα καταβάλει, δ) να απειληθεί σε βάρος της εναγομένης προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο εκτέλεσης για την είσπραξη του ποσού που τυχόν θα επιδικασθεί. Επικουρικά και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας μετά της εναγομένης έχει λυθεί, να υποχρεωθεί η τελευταία να χορηγήσει στην ενάγουσα πιστοποιητικό εργασίας με την απειλή χρηματικής ποινής 500 Ευρώ και με προσωπική της κράτηση διάρκειας ενός έτους για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της προς την υποχρέωσή της αυτή. Τέλος ζητά να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη.
Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (αρθ. 7, 8, 9, 10, 14§2, 16§2, 22 ΚΠολΔ) κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθ. 663επ ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 340, 341, 345, 346, 349, 350, 361, 648επ., 653, 655, 656, 678, 914 ΑΚ, 176, 908, 946 ΚΠολΔ. στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικής επιχειρήσεις όλης της χώρας» των ετών 2006, 2008 και 2011 (εκ των οποίων η πρώτη κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 13257/13.11.2006 (ΦΕΚ Β 1785/7.12.2006) από 25.09.2006 και για δυο έτη, η δεύτερη με την ΥΑ 69041/3230/6.10.2008 (ΦΕΚ Β 2137/15.10.2008), από 05.08.2008 και για δυο έτη όσον αφορά δε την τρίτη: Πράξη Κατ. Υπ. Εργασίας 14/17.03.2011), άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, 1 του Ν. 1082/1980 και απόφ. 19040/81 Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, άρθρο 8 Ν. 3846/2010. Ωστόσο, το αίτημα να υποχρεωθεί η εναγόμενη από την επίδοση της απόφασης να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, καταδικαζόμενη σε προσωπική κράτηση και χρηματική ποινή για κάθε παράβαση της υποχρέωσης αυτής είναι απορριπτέο ως αόριστο, διότι σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ναι μεν από το άρθρο 23§2 του Ν. 1264/1982 δημιουργείται υποχρέωση του εργοδότη να απασχολεί πραγματικά ή να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο, στην περίπτωση που η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως κρίθηκε άκυρη ωστόσο η υποχρέωση αυτή δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας. Πρέπει ο εργαζόμενος, ως συνέπεια της μη πραγματικής απασχόλησης του ή της μη επαναπρόσληψής του να υφίσταται προσβολή της προσωπικότητας του λόγω μειώσεως του στο επαγγελματικό και το κοινωνικό περιβάλλον του, τούτο δε είναι συνυφασμένο με το είδος της απασχολήσεως και το ιδιαίτερα έντονο συμφέρον του εργαζομένου για πραγματική απασχόληση, περιστατικά που πρέπει να κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης, πρέπει η εντελώς αδικαιολόγητη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού να επηρεάζει την αμοιβή του εργαζόμενου ή να θίγει άλλα υλικά ή ηθικά συμφέροντα αυτού για την αποδοχή των υπηρεσιών του. Τα ανωτέρω στοιχεία, αναγκαία για τη θεμελίωση του εν λόγω αιτήματος, δεν εξιστορούνται καθόλου στην αγωγή κι ως εκ τούτου το εν λόγω αίτημα είναι αόριστο. Όσον αφορά δε την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η αγωγή τυγχάνει νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904επ. ΑΚ, πλην του αιτήματος που αφορά επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας στην ενάγουσα, το οποίο τυγχάνει μη νόμιμο, ενόψει του ότι, επί άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης δεν περιέρχεται σε υπερημερία και δεν τίθεται ζήτημα αξίωσης μισθών υπερημερίας εκ μέρους του εργαζομένου που απασχολήθηκε ακύρως (βλ. I. Ληξουριώτη, «Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», εκδ. 2011, σ.142). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι α) έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, όσον αφορά στην κυρία αυτής βάση ως προς τους μισθούς υπερημερίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, εντός της προβλεπόμενης τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας – από την επομένη της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας (01.07.2012) μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 21.09.2012 (βλ. την υπ’ αριθ. ……/21.09.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), β) σχετικά με το αίτημα περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, ασκήθηκε αυτή μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 3.198/1955 εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, αφού από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (την 01.07.2012) μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στην εναγόμενη στις 21.09.2012 δεν παρήλθε εξάμηνο, και γ) έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου, με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις, κατά το υπερβάλλον του ποσού της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, αίτημα, σύμφωνα με το άρθρο 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ.1 του ΚΠολΔ και την Υ.Α. 125.804/1.8.2003 (βλ. το με αριθμό ……/29.03.2013, Τύπου Β Σειρά VI διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ……, με τα επικολλημένα επ’ αυτών ένσημα υπέρ του Τ.Ν. και του Τ.Π.Δ.Π.).
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, των με αριθμούς ……, …… και ……/22.10.2012 …… ενόρκων βεβαιώσεων των …… …… ……, …… θυγ. …… …… και ………. ……, αντίστοιχα, που ελήφθησαν με επιμέλεια της ενάγουσας, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγομένων, κατ’ αρθρ. 671 παρ.1 ΚΠολΔ (βλ. την με αριθμό ……/21.09.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη εταιρία διατηρεί κατάστημα εμπορίας έτοιμων εσωρούχων στην περιοχή του …… επί της οδού …… αρ. …. Δυνάμει άτυπης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε στις 07.05.2007 η εναγόμενη προσέλαβε την ενάγουσα προκειμένου να την απασχολήσει ως πωλήτρια στο κατάστημά της υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας και δη από Τρίτη έως Σάββατο με οκτάωρο ημερήσιο ωράριο, αντί μηνιαίου μισθού καθοριζόμενου από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικής επιχειρήσεις όλης της χώρας». Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες σε φωτοαντίγραφα αποδείξεις πληρωμής αποδοχών, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα ποσά κατώτερα των προβλεπομένων στις ως άνω οικείες ΣΣΕ. Ειδικότερα, ο βασικός μισθός των πωλητών σύμφωνα με τις οικείες ΣΣΕ για το χρονικό διάστημα από 07.05.2007 έως 31.08.2007 ανήρχετο σε 764,72 Ευρώ για τους εργαζομένους με προϋπηρεσία από 0 έως 2 έτη, για το χρονικό διάστημα από 01.09.2007 έως 30.07.2008 ανήρχετο σε 787.66 Ευρώ για τους εργαζομένους με προϋπηρεσία από 0 έως 2 έτη, για το χρονικό διάστημα από 01.08.2008 έως 31.08.2008 ανήρχετο σε 815,23 Ευρώ για τους εργαζομένους με προϋπηρεσία από 0 έως 2 έτη, για το χρονικό διάστημα από 01.09.2008 έως 31.12.2008 ανήρχετο σε 843,76 Ευρώ για τους εργαζομένους με προϋπηρεσία από 0 έως 2 έτη, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2009 έως 31.08.2009 ανήρχετο σε 889,48 Ευρώ για τους εργαζομένους με προϋπηρεσία από 2 έως 4 έτη, για το χρονικό διάστημα από 01.09.2009 έως 31.12.2010 ανήρχετο σε 933,95 Ευρώ για τους εργαζομένους με προϋπηρεσία από 2 έως 4 έτη, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2011 έως 30.06.2011 ανήρχετο σε 966,40 Ευρώ για τους εργαζομένους με προϋπηρεσία από 4 έως 6 έτη, για το χρονικό διάστημα από 01.07.2011 έως 30.06.2012 ανήρχετο σε 981,86 Ευρώ για τους εργαζομένους με προϋπηρεσία από 4 έως 6 έτη. Η ενάγουσα δικαιούτο να λάβει: 1) για το έτος 2007 ως επίδομα αδείας το ήμισυ του μισθού, ήτοι 382,36 Ευρώ, πλην όμως η εναγομένη της κατέβαλε σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμών το ποσό των 245,44 Ευρώ κι ως εκ τούτου της οφείλεται η διαφορά ποσού 136,92 Ευρώ, 2) ως μηνιαίο μισθό για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2007 το ποσό των 787,66 Ευρώ, πλην όμως η εναγομένη της κατέβαλε για έκαστο εξ αυτών το ποσό των 767 Ευρώ, κι ως εκ τούτου της οφείλεται η διαφορά ποσού 82,64 Ευρώ (= 20,66 Ευρώ X 4 μήνες), 3) για επίδομα Χριστουγέννων 2007 δικαιούτο να λάβει ένα μηνιαίο μισθό προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας, ήτοι ποσό 820,47 Ευρώ (= μηνιαίος μισθός 787,66 Ευρώ X 1,04166), πλην όμως η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 798,95 Ευρώ, κι ως εκ τούτου της οφείλεται η διαφορά ποσού 21,52 Ευρώ, 4) για το έτος 2008 ως επίδομα αδείας το ήμισυ του μισθού, ήτοι 407,62 Ευρώ (λαμβανομένου υπόψη ότι υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές που καταβάλλονται κατά το χρόνο έναρξης της άδειας, ήτοι το μισθό του Αυγούστου οποίος σύμφωνα με τη ΣΣΕ ανήρχετο σε 815,23 Ευρώ), πλην όμως η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 405 Ευρώ κι ως εκ τούτου της οφείλεται η διαφορά ποσού 2,62 Ευρώ, 5) ως μηνιαίο μισθό για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2008 το ποσό των 843,76 Ευρώ, πλην όμως η εναγομένη της κατέβαλε για έκαστο εξ αυτών το ποσό των 810 Ευρώ, κι ως εκ τούτου της οφείλεται η διαφορά ποσού 135,04 Ευρώ (= 33,76 Ευρώ X 4 μήνες), 6) για επίδομα Χριστουγέννων 2008 δικαιούτο να λάβει ένα μηνιαίο μισθό προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας, ήτοι ποσό 878,91 Ευρώ (= μηνιαίος μισθός 843,76 Ευρώ X 1,04166), πλην όμως η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 843,76 Ευρώ, κι ως εκ τούτου της οφείλεται η διαφορά ποσού 35,17 Ευρώ, 7) ως μηνιαίο μισθό για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2009 το ποσό των 993,95 Ευρώ, πλην όμως η εναγομένη της κατέβαλε για έκαστο εξ αυτών το ποσό των 889,48 Ευρώ, κι ως εκ τούτου της οφείλεται η διαφορά ποσού 177,88 Ευρώ (= 44,47 Ευρώ X 4 μήνες), 8) ως μηνιαίο μισθό για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του έτους 2011 το ποσό των 981,86 Ευρώ, πλην όμως η εναγομένη της κατέβαλε για έκαστο εξ αυτών το ποσό των 971,31 Ευρώ, κι ως εκ τούτου της οφείλεται η διαφορά ποσού 31,65 Ευρώ (= 10,55 Ευρώ X 3 μήνες), 9) για το έτος 2011 ως επίδομα αδείας το ήμισυ του μισθού, ήτοι 490,93 Ευρώ, πλην όμως η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 485,66 Ευρώ κι ως εκ τούτου της οφείλεται η διαφορά ποσού 5,27 Ευρώ. Συνολικά, επομένως, η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών το συνολικό ποσό των 628,71 Ευρώ. Επισημαίνεται ότι η προβαλλόμενη από την εναγομένη ένσταση εξόφλησης των ως άνω αγωγικών κονδυλίων, τυγχάνει νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, πλην όμως είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη κατά το διάστημα από το έτος 2007 έως και το έτος 2011 της χορηγούσε ανα έτος μόνο 10 ημέρες κανονικής άδειας κι ως εκ τούτου δικαιούται αποζημίωση μη ληφθείσης άδειας ανερχόμενη στο ποσό των 3.667,32 Ευρώ. Από το σύνολο του προσκομιζόμενου υλικού, αποδεικνύεται ότι ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας δεν είναι αληθής και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί το εν λόγω κονδύλι ως προς την ουσία του. Ειδικότερα, ο μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε ότι η επιχείρηση έκλεινε το μήνα Αύγουστο για 20 ημέρες, γεγονός που προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις χορηγήσεως αδειών που αφορούν τα επίδικα έτη προς την Επιθεώρηση Εργασίας …….. Αντιθέτως, οι μάρτυρες της ενάγουσας επέπεσαν σε αντιφάσεις όσον αφορά τις χορηγηθείσες άδειες της ενάγουσας, καθώς αφενός μεν ο ……. ……. κατέθεσε ότι τον Αύγουστο έπαιρνε άδεια για 10 ημέρες, αφετέρου δε και ο ……. ……. κατέθεσε ότι ελάμβανε άδεια για δέκα ημέρες το χρόνο επειδή το αφεντικό της έλεγε στην ενάγουσα ότι δεν μπορεί να βρει αντικαταστάτρια για το διάστημα που θα έλειπε, πλην όμως η έτερη μάρτυρας της ενάγουσας, ……. ……., η οποία ήταν και πελάτισσα του καταστήματος, κατέθεσε ότι την περίοδο του καλοκαιριού που το μαγαζί έκλεινε για δυο εβδομάδες τότε δεν εργαζόταν η ενάγουσα, ερχόμενη ωσαύτως σε αντίθεση με όσα κατέθεσαν οι προαναφερόμενοι μάρτυρες και καταδεικνύοντας ότι ο ισχυρισμός του ……. ……. δεν ευσταθεί αφού δεν υπήρχε λόγος η εργοδότρια της ενάγουσας να υποχρεώνει την τελευταία να εργάζεται δεδομένου ότι η επιχείρηση ήταν κλειστή. Αποδεικνύεται ακόμη ότι από το πρώτο έτος της πρόσληψής της και συγκεκριμένα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2007 έως και την ημερομηνία απόλυσής της πλην του διαστήματος από Μάιο έως Σεπτέμβριο του έτους 2010, η ενάγουσα παρείχε την εργασία της επιπλέον και την ημέρα της Δευτέρας από τις 09.00 έως και τις 15:00, κατά παράβαση του πενθήμερου συστήματος εργασίας. Το γεγονός αυτό καταθέτουν άπαντες οι ενόρκως βεβαιούντες, οι οποίοι είναι κάτοικοι της περιοχής και πελάτες της επίδικης επιχείρησης (πλην του ……. ……. ……. ο οποίος τυγχάνει σύντροφος της ενάγουσας), και αναφέρουν ότι όλες τις ώρες και ημέρες της εβδομάδος που το κατάστημα λειτουργούσε η ενάγουσα ήταν πάντα εκεί. Ο ισχυρισμός του μάρτυρα ανταπόδειξης ότι η ενάγουσα αποκλείεται να εργαζόταν τη Δευτέρα επειδή εκείνη την ημέρα εργαζόταν η εναγόμενη και πήγαινε και ο γιός της ο ……. ……. να βοηθήσει τη μητέρα του, δεν κρίνεται αληθής για το λόγο ότι ο μάρτυρας αναφέρει ότι το διαπίστωσε αυτό επειδή πήγαινε στο μαγαζί δυο – τρεις φορές την εβδομάδα χωρίς να προσδιορίζει περαιτέρω ούτε ποιες ημέρες ούτε ποιες ώρες επισκεπτόταν αυτός το κατάστημα. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι και ο ίδιος εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος, σε αντίθεση με τις ενόρκως βεβαιούσες, ……. θυγ. ……. ……. και ……. θυγ. ……. ……., οι οποίες αμφότερες είναι άνεργες, δε θα μπορούσε να επισκέπτεται λόγω της εργασίας του κατά την ημέρα της Δευτέρας το κατάστημα τις πρωινές ώρες, πλην όμως οι ώρες λειτουργίας των καταστημάτων τη συγκεκριμένη ημέρα είναι μόνο πρωινές. Όπως προέκυψε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, η ενάγουσα για την ημέρα της Δευτέρας δεν έπαιρνε αμοιβή κι ως εκ τούτου δικαιούται να λάβει από την εναγομένη για την ως άνω αιτία τα κάτωθι ποσά: Για το χρονικό διάστημα από 01.11.2007 έως 31.12.2007 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 255,42 Ευρώ {ήτοι (787,66 Ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός / 25 Χ6 / 40 =) 4,73 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 9 Δευτέρες = 255,42 Ευρώ}. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2008 έως 31.07.2008 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 874,8 Ευρώ {ήτοι (810 Ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός / 25 Χ6 / 40 =) 4,86 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 30 Δευτέρες = 874,8 Ευρώ}. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.08.2008 έως 29.08.2008 η ενάγουσα δεν εργάστηκε όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις χορηγήσεως αδειών κι ως εκ τούτου το αιτούμενο ποσό των 29,34 Ευρώ θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.09.2008 έως 31.12.2008 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 546,48 Ευρώ {ήτοι (843,76 Ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός / 25 X 6 / 40 =) 5,06 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 18 Δευτέρες = 546,48 Ευρώ}. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2009 έως 31.07.2009 (πλην των ημερών της Δευτέρας του μήνα Αυγούστου, τις οποίες η ενάγουσα συνυπολογίζει πλην όμως όπως προκύπτει από τις καταστάσεις χορηγήσεως αδειών αυτή είχε λάβει άδεια από 01.08.2009 έως 26.09.2009) δικαιούτο να λάβει το ποσό των 993,24 Ευρώ {ήτοι (889,48 Ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός / 25 X6/ 40 =) 5,34 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 31 Δευτέρες = 993,24 Ευρώ}. Κατά το χρονικό διάστημα από 1.09.2009 έως 30.04.2010 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 1176 Ευρώ (ήτοι (933,95 Ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός / 25 X 6 / 40 =) 5,60 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 34 Δευτέρες = 1176 Ευρώ}. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.10.2010 έως 31.12.2010 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 567,84 Ευρώ {ήτοι (933,95 Ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός / 25 X 6 / 40 =) 5,60 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 13 Δευτέρες + 30% προσαύξηση = 567,84 Ευρώ}. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2011 έως 30.06.2011 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 1182,32 Ευρώ {ήτοι 971,31 Ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός / 25 X 6 / 40 =) 5,83 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 26 Δευτέρες + 30% προσαύξηση = 1182,32 Ευρώ). Κατά το χρονικό διάστημα από 01.07.2011 έως 30.09.2011 (πλην των ημερών της Δευτέρας του μήνα Αυγούστου, τις οποίες η ενάγουσα συνυπολογίζει πλην όμως όπως προκύπτει από τις καταστάσεις χορηγήσεως αδειών αυτή είχε λάβει άδεια από 01.08.2011 έως 31.08.2011) δικαιούτο να λάβει το ποσό των 367,53 Ευρώ {ήτοι (981.86 Ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός / 25 Χ6 / 40 =) 5,89 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 8 Δευτέρες + 30% προσαύξηση = 367,53 Ευρώ}. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.10.2011 έως 31.05.2012 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 1607,97 Ευρώ {ήτοι (981,90 Ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός / 25 Χ6 / 40 =) 5,89 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 35 Δευτέρες + 30% προσαύξηση = 1607,97 Ευρώ}. Συνολικά, επομένως, οφείλεται στην ενάγουσα για την εργασία της κατά την έκτη ημέρα το ποσό των 7.571,6 Ευρώ (= 255,42 + 874,8 + 546,48 + 993.24 + 1176 + 567,84 + 1182,32 + 367,53 + 1607,97). Η ενάγουσα παρείχε την εργασίας της, σε εκτέλεση της επίδικης σύμβασης εργασίας, έως την 30.06.2012, οπότε η εναγόμενη προέβη σε έγγραφη καταγγελία αυτής, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη, από ισόχρονη ημερομηνία, καταγγελία σύμβασης εργασίας, επί της οποίας αναγράφεται ως αναλογούν ποσό αποζημίωσης απόλυσης αυτής, το ποσό των 1718,33 Ευρώ, έλαβε δε γνώση της απόλυσής της αυθημερόν και έχοντας προειδοποιηθεί περί της απόλυσης από την 30η.04.2012. Ωστόσο, το καταβληθέν στην ενάγουσα ποσό των 1718,33 Ευρώ υπολείπετο της νόμιμης αποζημίωσης, η οποία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 2112/1920 και 5 του Ν. 3198/1955 ανερχόταν στο ποσό των 3.436,65 Ευρώ (ήτοι για χρόνο προϋπηρεσίας από 4 έως 6 έτη το ποσό της αποζημίωσης ισούται με τις αποδοχές τριών μισθών προσαυξημένου του μηνιαίου μισθού κατά το 1/6 αυτού. Συνεπώς, εφόσον ο τελευταίος μισθός της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 981,9 Ευρώ, η αποζημίωση που δικαιούτο αυτή να λάβει ανέρχεται στο ποσό των 3.436,65 Ευρώ, δηλαδή 981,9 Ευρώ + 1/6 αυτού (981,9 : 6 = 163,65) = 1145,55 Ευρώ X 3 μήνες = 3.436,65 Ευρώ). Επομένως, εφόσον δεν καταβλήθηκε στην ενάγουσα η κατά νόμον προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και δεν παράγει ως έννομη συνέπεια τη λύση της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας. Γι αυτό το λόγο, η τελευταία, εξακολουθώντας να προσφέρει την εργασία της στην υπερήμερη εναγόμενη εργοδότριά της, δικαιούται ως μισθούς υπερημερίας από την 01.07.2012 μέχρι την 31.12.2012, το ποσό των 5.891,40 Ευρώ (=981,9 ευρώ μηνιαίος μισθός χ 6 μήνες). Επιπλέον, η εναγομένη οφείλει γι αυτό το διάστημα και την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2012 (για το διάστημα από 01.07.2012 έως 31.12.2012), η οποία ανέρχεται στο ποσό των 792,05 Ευρώ (= 2/25 μηνιαίου μισθού για κάθε 19ημερο εργασίας, ήτοι 78,55 Ευρώ X 9,68 19ημερα = 760,38 X 1,04166 η προσαύξηση κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας = 792,05 Ευρώ). Περαιτέρω, αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασής εργασίας της ενάγουσας, αποδείχθηκαν τα εξής: Περί τα τέλη Απριλίου 2012, η εναγόμενη, ενόψει της δυσχερούς οικονομικής συγκυρίας και της πτώσης του κύκλου εργασιών της επιχείρησής της, ενημέρωσε την ενάγουσα ότι δεν ηδύνατο να την απασχολήσει πλέον και στις 30 Ιουνίου του ίδιου έτους η τελευταία προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την εναγομένη δεν έγινε από εχθρότητα ή για λόγους εκδίκησης στο πρόσωπό της, λόγω της όχλησής της να της καταβάλει τις διαφορές των αποδοχών της, αλλά αντιθέτως συνδέεται αιτιωδώς με τις επικρατούσες, ως άνω, οικονομικοτεχνικές συνθήκες στους κόλπους της επιχείρησης. Σε συνέχεια των ανωτέρω, ουδόλως απεδείχθη ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έλαβε χώρα υπό συνθήκες που να επιφέρουν μείωση της τιμής, της υπόληψης ή της επαγγελματικής αξίας αυτής ή προσβολή της προσωπικότητας αυτής και, συνακόλουθα, απορριπτέο ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη τυγχάνει το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στην ενάγουσα.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή από ουσιαστική άποψη και α) να αναγνωριστεί ότι η από 30 Ιουνίου 2012 γενόμενη καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας τυγχάνει άκυρη και β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα τριών Ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (14.883,76 Ευρώ = 628,71 Ευρώ ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών + 7.571,6 Ευρώ ως αμοιβή για την εργασία της κατά την έκτη ημέρα + 5.891,40 Ευρώ ως μισθούς υπερημερίας + 792,05 Ευρώ αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2012), με το νόμιμο τόκο ως εξής : α) Τις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, β) τα επιδόματα των εορτών Χριστουγέννων, από 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους στο οποίο αναφέρονται, γ) το επίδομα άδειας από την πρώτη του επομένου έτους στο οποίο αναφέρεται και δ) οι μισθοί υπερημερίας, τοκοφορούν από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους αξίωση. Περαιτέρω, πρέπει να κηρυχθεί η απόφαση κατά ένα μέρος προσωρινά εκτελεστή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική οικονομική ζημία στην ενάγουσα, λόγω της φύσης των σχετικών αξιώσεων (αρθρ. 907, 908 ΚΠολΔ). Το παρεπόμενο αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος της εναγόμενης θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο αφού δεν αποδείχθηκε η συνδρομή ειδικών προς τούτο λόγων, μη αμφισβητούμενης της φερεγγυότητας της τελευταίας. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η εναγόμενη, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, κατά την έκταση της ήττας της (αρθρ. 179, 191 παρ.1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται κατωτέρω, στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει την ακυρότητα της από 30.06.2012 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας.
Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα τριών Ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (14.883,76 Ευρώ), όπως αυτό αναλυτικά εκτέθηκε κατά τα επιμέρους κονδύλιά του στο σκεπτικό της παρούσας, με το νόμιμο τόκο κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά στο σκεπτικό.
Κηρύσσει την απόφαση, κατά την αμέσως προηγούμενη καταψηφιστική της διάταξη, προσωρινά εκτελεστή, για το ποσό των τριών χιλιάδων Ευρώ (3.000).
Καταδικάζει την εναγόμενη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων Ευρώ (400 €).
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11/11/2013, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αυτών.
