Περίληψη:
Υπόθεση: Εργατική διαφορά μεταξύ εργαζόμενης και εργοδοτριών της, που αφορά την ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας λόγω μη καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, τη μεταβίβαση επιχείρησης και τις συνακόλουθες εργατικές αξιώσεις (δεδουλευμένοι μισθοί, αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας, μισθοί υπερημερίας).
Πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη εταιρία με σύμβαση αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης ως μπαργούμαν-σερβιτόρα σε καφέ-ζαχαροπλαστείο εντός εμπορικού κέντρου. Η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε χωρίς καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Αμέσως μετά, η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε την επιχείρησή της στη δεύτερη εναγόμενη, η οποία συνέχισε τη λειτουργία του καταστήματος με την ίδια ονομασία, στον ίδιο χώρο, με τον ίδιο εξοπλισμό και απασχολώντας το σύνολο σχεδόν του προσωπικού της πρώτης εναγόμενης, πλην της ενάγουσας και δύο ακόμη εργαζομένων που απολύθηκαν. Η ενάγουσα δεν απασχολήθηκε από τη δεύτερη εναγόμενη και δεν της καταβλήθηκαν οφειλόμενες αποδοχές.
Ζητήματα: 1) Εάν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής αποζημίωσης απόλυσης. 2) Εάν έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη στη δεύτερη εναγόμενη κατά το Π.Δ. 178/2002. 3) Εάν η δεύτερη εναγόμενη υπεισήλθε αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις της πρώτης εναγομένης έναντι της ενάγουσας.
Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: Π.Δ. 178/2002 (μεταβίβαση επιχείρησης, άρθρα 4 και 5), άρθρο 341 του Νέου Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ. 62/2025) περί ακυρότητας καταγγελίας λόγω μη καταβολής αποζημίωσης, άρθρο 656 ΑΚ (υπερημερία εργοδότη), άρθρο 226 του Νέου Κώδικα Εργατικού Δικαίου (αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας), άρθρα 330, 341, 345, 346, 361, 653, 655 ΑΚ, άρθρα 321, 323, 324, 330 του ΚΑΕΔ, άρθρα 341, 331, 333, 113 παρ. 10, 221, 222, 226 του Νέου Κώδικα Εργατικού Δικαίου, άρθρα 176, 904, 907, 908, 910, 946 ΚΠολΔ.
Η κρίση του δικαστηρίου: Το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Περαιτέρω, έκρινε ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη στη δεύτερη εναγόμενη, καθώς η δεύτερη ανέλαβε την εκμετάλλευση του ίδιου καταστήματος, με την ίδια ονομασία, τον ίδιο εξοπλισμό, την ίδια πελατεία και το σύνολο σχεδόν του προσωπικού, διατηρώντας την ταυτότητα της οικονομικής μονάδας. Συνεπώς, η δεύτερη εναγόμενη υπεισήλθε αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις της πρώτης εναγόμενης έναντι της ενάγουσας. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της καταγγελίας, τη διαδοχή της επιχείρησης, και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγόμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της ενάγουσας και να καταβάλει μισθούς υπερημερίας, ενώ υποχρέωσε αμφότερες τις εναγόμενες εις ολόκληρον να καταβάλουν δεδουλευμένους μισθούς και αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας. Απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως αόριστη.
Σημασία: Η απόφαση αποσαφηνίζει την έννοια της μεταβίβασης επιχείρησης κατά το Π.Δ. 178/2002 και τις συνέπειές της στις εργασιακές σχέσεις. Υπογραμμίζει ότι η μεταβίβαση επιχείρησης επέρχεται όταν διατηρείται η ταυτότητα της οικονομικής οντότητας (ίδιος χώρος, ονομασία, εξοπλισμός, πελατεία, προσωπικό), ανεξάρτητα από τη νομική μορφή της μεταβίβασης. Επιβεβαιώνει ότι ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις του παλαιού, συμπεριλαμβανομένων αυτών που απορρέουν από άκυρη απόλυση, και ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας λόγω μεταβίβασης επιχείρησης είναι άκυρη κατ’ άρθρο 5 παρ. 1 Π.Δ. 178/2002. Η απόφαση προστατεύει τα δικαιώματα των εργαζομένων σε περιπτώσεις αλλαγής εργοδότη μέσω μεταβίβασης επιχείρησης.
ΑΠΟΦΑΣΗ: 50045/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(ΓΑΚ: …/16-04-2025, ΕΑΚ: …/16-04-2025)
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
(ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ)
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Διονυσία Χαριζάνη, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Χαρίκλεια Τράικου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2025 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ των διαδίκων:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: … του …, με ΑΦΜ …, κατοίκου Θεσσαλονίκης, επί της οδού … …., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου (Α.Μ. 029922 Δ.Σ. Αθηνών), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…» που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στη δίκη, 2) της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «…» και το διακριτικό τίτλο «…», που εδρεύει στη … Θεσσαλονίκης, επί του … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Μιχαήλ Μπίζου (Α.Μ. 6825 Δ.Σ.Θ.), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
Η ενάγουσα με την από 16-04-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/16-04-2025 αγωγή της, που απευθύνεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ζητά να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή. Για τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής ορίσθηκε δικάσιμος αρχικά η 22-09-2025 και κατόπιν αναβολής, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο στη σειρά της και κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμόν …/24-04-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Λάμπρου Κουρκουβάτη, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, αποδεικνύεται ότι επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί στη συζήτησή της, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στην πρώτη εναγόμενη ετερόρρυθμη εταιρία (άρθρ. 122 παρ. 1, 123, 124 παρ. 2, 126 παρ. 1 περ. γ’, 127 παρ. 1, 128 παρ. 3, 139 παρ. 1 και 591 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ). Κατά την ως άνω δικάσιμο, η υπόθεση αναβλήθηκε, ορίστηκε δε, νέα δικάσιμος η στην αρχή της παρούσας αναφερομένη, εγγράφηκε δε η υπόθεση στο οικείο πινάκιο, ο εναγόμενος, όμως, δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, και συνεπώς, ενόψει του ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο θεωρείται ως κλήτευση προς όλους τους διαδίκους, πρέπει να δικαστεί ερήμην (άρθρα 226 παρ. 4, 591 ΚΠολΔ). Η διαδικασία, όμως, θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 621 παρ. 2 ΚΠολΔ).
I) Σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) νοείται η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων που από άποψη οικονομικής λειτουργίας συνιστά μία μέθοδο προωθήσεως προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing), βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότρια – franchisor) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια – franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του λεγομένου “συνόλου” ή “πακέτου” δικαιόχρησης, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες. Ως πακέτο δικαιόχρησης νοείται ένα σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία αφορούν εμπορικά σήματα ή επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα καταστημάτων, πρότυπα χρήσεως, σχέδια, ευρεσιτεχνίες, υποδείγματα και τεχνογνωσία ή και άλλα συμβατικά δικαιώματα, όπως δικαιώματα προμήθειας προϊόντων από συγκεκριμένους παραγωγούς, δικαιώματα χρήσεως και εκμεταλλεύσεως καταστημάτων, εξοπλισμού κ.λπ. Με τη σύμβαση δικαιόχρησης εντάσσεται ο λήπτης αυτής σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας προς τα έξω των επιχειρήσεων (καταστημάτων), οι οποίες είναι ενταγμένες στο ίδιο σύστημα δικαιόχρησης. Η σύμβαση δικαιόχρησης περιλαμβάνει για τον δικαιοπάροχο ή δότη τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την παραχώρηση στο λήπτη του δικαιώματος χρήσεως και εκμεχαλλεύσεως του “πακέτου”, του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται επαρκώς στο κύριο μέρος της συμβάσεως-πλαίσιο, β) την ένταξη του λήπτη στο σύστημα με την παροχή σε αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαιδεύσεώς του, που μπορεί να επαναλαμβάνεται περιοδικά, γ) τον εφοδιασμό αυτού με πρώτες ύλες, έτοιμα ή ημιέτοιμα προϊόντα, ιδίως όταν αυτά παράγονται από τον δότη, δ) τη συνεχή υποστήριξη του λήπτη, καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα, την ανάληψη της υποχρεώσεως διαφημίσεως των προϊόντων του συστήματος και της συντηρήσεως των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος του λήπτη. Εξάλλου, στο πλαίσιο της παραπάνω συμβάσεως ο δικαιοδόχος ή λήπτης, ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του συστήματος στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, έχει συνήθως τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την καταβολή εφάπαξ ποσού (entryfee) για την εκ μέρους του δότη παραχώρηση της χρήσεως και εκμεταλλεύσεως της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, β) την περιοδική καταβολή στον δότη ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβάσεως (royalties), όπου δεν αποκλείεται να ορισθεί και ένα ελάχιστο όριο, ανεξαρτήτως εισπράξεων, γ) την ενεργό προώθηση των πωλήσεων με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και των άλλων μέσων που έχει στη διάθεσή του ο λήπτης, δ) τη συνεισφορά του στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και των προϊόντων που αφορά, ε) τη συμμόρφωσή του στις οργανωτικές αρχές του συστήματος και ιδίως το σεβασμό του στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία η σύνθεση, παρασκευή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα (image) τόσο του καταστήματος όσο και των προϊόντων του συστήματος είναι ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γίνεται η διάθεσή τους, στ) την υποχρέωση του λήπτη να τηρεί το απόρρητο, ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του συστήματος που του παραχωρήθηκε από τον δότη και ζ) την υποχρέωση του λήπτη να μην διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα καθ ‘όλη τη διάρκεια της συμβάσεως και να προμηθεύεται από τον δότη ή από πρόσωπο που θα υποδείξει ο ίδιος τα συμβατικά προϊόντα. Όπως συνάγεται από την φύση της συμβάσεως δικαιόχρησης (franchising) ως σχέσεως διαρκούς συνεργασίας, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, περιέχει δε στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρα 638 επ. ΑΚ), παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ). Η εκπλήρωση των διαφόρων εκατέρωθεν υποχρεώσεων που προβλέπονται στη σύμβαση δικαιόχρησης προϋποθέτει πολλές φορές τη σύναψη ειδικότερων εκτελεστικών συμβάσεων, όπως πωλήσεως του αναγκαιούντος εξοπλισμού για τη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος, πωλήσεως και προμήθειας των συμβατικών εμπορευμάτων και των πρώτων υλών κ.λπ (ΑΠ 504/2023). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 178/2002 ως μεταβίβαση επιχείρησης θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια οικονομική οντότητα. Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα (“οικονομική οντότητα”), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 14/2012). Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.) (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών. Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών. Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα ατενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκόψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ’εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 “περί επεκτάσεως του ν. 2112/1920 και επί των εργατών κλπ”(και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955). Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Εξ άλλου ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιοσδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1369/2018). Επομένως, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 1378/2002, ΑΠ 1697/1998). Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 178/2002 συνιστούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αποσκοπώντας στην προστασία του περιεχομένου της εργασιακής σχέσης και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος και των εργαζομένων, βάσει της οποίας οι τελευταίοι παραιτούνται από συμβατικές τους αξιώσεις, όταν η συμφωνία αυτή έχει ως αιτία τη μεταβίβαση και στοχεύει στο ν’ αποτραπεί η υπεισέλευση του νέου φορέα στο σύνολο των υφισταμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι των εργαζομένων. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ. β ). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2) (ΑΠ 444/2019, ΕφΑθ 1411/2024 δημ. σε ΤΝΠ Νόμος).
Με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα ιστορεί ότι στις 04-07-2022 προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη στο καφέ-ζαχαροπλαστείο που εκμεταλλεύεται η τελευταία εντός του εμπορικού κέντρου … με το όνομα …, με έγκυρη σύμβαση αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης (πενθήμερο/35ωρο εβδομαδιαίως), καθώς διέθετε πιστοποιητικό υγείας και την ειδικότητα της υπαλλήλου μπαρ, έναντι μηνιαίου μικτού μισθού αρχικά 724,59 ευρώ, ο οποίος αναπροσταρμόστηκε στα 756,04 ευρώ. Ότι την 31-01-2025 η σύμβαση εργασίας της καταγγέλθηκε από την εναγόμενη χωρίς την καταβολή από πλευράς της της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, λόγος για τον οποίο η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη. Περαιτέρω, ιστορεί ότι στις 01-02-2025, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε την επιχείρησή της στη δεύτερη εναγομένη εταιρία, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, γεγονός άλλωστε που αποτέλεσε και την αιτία της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, καθόσον όπως την είχαν ενημερώσει η πρώτη εναγομένη εργοδότριά της το κατάστημα θα άλλαζε χέρια και συνεπώς έπρεπε να καταγγελθούν οι συμβάσεις εργασίας όλων των εργαζομένων, ώστε να συναφθούν νέες με τον νέο φορέα της επιχείρησης, καταγγελία όμως που είναι άκυρη, αφού, πέραν της μη καταβολής αποζημίωσης, επιπροσθέτως παραβιάζει και τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του πδ 178/2002, με περαιτέρω συνέπεια η σύμβαση εργασίας του, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, να είναι ενεργή και οι εναγόμενες να είναι συνυπεύθυνες για τις εργατικές της αξιώσεις, οφείλοντάς της τους δεδουλευμένους μισθούς μηνών Οκτωβρίου 2024 (υπόλοιπο) και Νοεμβρίου 2024, Δεκεμβρίου 2024 και Ιανουαρίου 2025 και αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητά α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 31-01-2025 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της από την πρώτη εναγομένη, β) να αναγνωρισθεί ότι από την 01-02-2025 συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, γ) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να καταδικαστεί στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 50.000 ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της με την απόφαση που θα εκδοθεί, δ) να υποχρεωθούν αμφότερες οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η καθεμία, να της καταβάλουν το ποσό των 2.646,14 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς και το ποσό των 302,40 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας, ε) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να της καταβάλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την 01-02-2025 ως την 30-04-2026 ποσού 13.246,45 ευρώ, όπως παραδεκτώς περιόρισε το αίτημά της με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και στις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε επί της έδρας, και όλα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωση κατέστη απαιτητή άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και στ) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στη δικαστική της δαπάνη. Επικουρικώς και σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η λύση της σύμβασης εργασίας, ζητά να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να της καταβάλει, όπως παραδεκτώς περιόρισε το αγωγικό της αίτημα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε επί της έδρας α) το ποσό των 2.646,14 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς και το ποσό των 302,40 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας, β) αποζημίωση απόλυσης ποσού 2.126,63 ευρώ και όλα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστησαν απαιτητά άλλως από την επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της χορηγήσει κατ’ αρθρ. 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της να καταδικαστεί κατ’ αρθρ. 946 ΚΠολΔ στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 10.000 ευρώ.
Με αυτό το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά η αγωγή παραδεκτά φέρεται για να συζητηθεί ενώπιον του αρμοδίου αυτού δικαστηρίου (αρθρ 14 παρ 1, 614 παρ. 3 και 621 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και ασκήθηκε παραδεκτώς εντός της τρίμηνης για την κύρια βάση και εξάμηνης για την επικουρική της βάση αποσβεστικής προθεσμίας των διατάξεων του άρθρ. 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 3198/1955, όπως κωδικοποιήθηκαν στο α. 340 παρ. 1 και 2 τυ ΚΑΕΔ και πλέον με το α. 351 του Νέου Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ. 62/2025), λαμβανομένης αυτής αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρ. 280 ΑΚ, βλ. και ΟλΑΠ 1338/1985 ΕΕργΔ 1986.58), όσον αφορά στο αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 31-01-2025 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και όσον αφορά το επικουρικό αίτημα καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, καθόσον, με επικαλούμενο τον προαναφερόμενο χρόνο καταγγελίας, η επίδοση στις εναγόμενες της αγωγής έλαβε χώρα την 24-04-2025 στην πρώτη και την 29-04-2025 στη δεύτερη (βλ. προσκομισθείσα με αρ. ../29-04-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Λάμπρου Κουρκουβάτη), δηλαδή εντός της τρίμηνης και εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας αντιστοίχως (βλ. άρθρ. 241, 242, 243, 261, 263, 279 ΑΚ – βλ. σχετ. ΑΠ 1.385/2017 ΔΕΝ 2018.433). Κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αγωγή είναι νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, ερειδόμενη ως προς την κύρια βάση της στις προμνησθείσες στο υπό στοιχείο I διατάξεις και σε αυτές των άρθρων 330, 341, 345, 346, 361, 653, 655 και 656 ΑΚ, 321, 323, 324, 330 του ΚΑΕΔ και πλέον στα 341, 331, 333, 113 παρ. 10, 221, 222, 226 του Νέου Κώδικα Εργατικού Δικαίου, 176, 904 παρ. 1 και 2, 907, 908 παρ. 1, 910 παρ. 4, 946 παρ. 1 ΚΠολΔ με τη σημείωση ότι δεν παρεμποδίζεται η επιβολή χρηματικής ποινής, αφού η τελευταία βαρύνει την περιουσία του νομικού προσώπου, όπως η εναγόμενη, και επομένως νομίμως απαγγέλλεται κατ’ αυτής (βλ. ΑΠ 1618/1998, ΕλλΔ/νη 2001/115). Όσον αφορά το αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας, η επιδίκασή τους θα γίνει αθροιστικά μεν για όλο το χρονικό διάστημα ως τη συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 509/1996, ΔΕΕ 1997.405) [Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδύλης/Ν. Νίκας (-Ν. Νίκας), Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμ. 1, 2000, άρθ. 69, σ. 149], από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορούν να ζητηθούν από τον εργοδότη που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του μισθωτού αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή της (ΑΠ 538/2017, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), πλην όμως η ενάγουσα αιτείται για το χρονικό διάστημα μετά τη συζήτηση της αγωγής χωρίς να το εξαρτά από την υπερημερία του εργοδότη επομένως, το αίτημά της περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας είναι νόμιμο για το χρονικό διάστημα μέχρι τη συζήτηση της αγωγής. Η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησής της δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου κατά το άρθρο 71 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 17 του ν. 2479/1997, σύμφωνα με το οποίο στις εργατικές διαφορές δεν καταβάλλεται το κατά νόμο ΓΠΟΗ/1912 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 Ν.5134/2024, ΦΕΚ A 146 και ισχύει από τη 16η.9.2024 για το μέχρι του ποσού των 30.000 ευρώ αίτημα αγωγής) και προσκομίζεται η από 03- 04-2025 έγγραφη ενημέρωση για τη δυνατότητα υπαγωγής της διαφοράς σε διαμεσολάβηση του α. 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019 υπογεγραμμένη από την ενάγουσα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Η δεύτερη εναγόμενη με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστήρίου και με τις έγγραφες προτάσεις της που κατατέθηκαν επί της έδρας, αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή, και επιπλέον αρνείται την παθητική της νομιμοποίηση για το λόγο ότι ουδέποτε έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και της ιδίας, όπως αναλυτικά αναφέρει στο δικόγραφο των προτάσεών της. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Επιπλέον, προβάλει την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, για το λόγο ότι η ενάγουσα ασκεί το δικαίωμά της κατά τρόπο που υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη δεδομένου ότι αιτείται μισθών υπερημερίας, αν και ηθελημένα δεν ανηύρε εργασία λόγω κακοβουλίας κατά την περίοδο της υπερημερίας της εναγομένης, αν και μπορούσε να βρει δεδομένων των ευκαιριών απασχόλησης που υπήρχαν στον κλάδο του επισιτισμού σε συνδυασμό με την εμπειρία της, μπορούσε να απασχοληθεί σε συναφή με τις γνώσεις της και την ειδικότητά της απασχόληση ως σερβιτόρα, μπουφετζού ή μπαργούμαν στις ενδεικτικά αναφερόμενες εταιρίες που αναζητούσαν υπάλληλο με αντίστοιχα με της ενάγουσας προσόντα στην περιοχή του κέντρου και της ανατολικής Θεσσαλονίκης. Η ως άνω ένσταση ως προς την παράλειψη της ενάγουσας να αναζητήσει άλλη εργασία από κακοβουλία, συνιστά ένσταση έκπτωσης ωφέλειας (αλλαχού κερδηθέντων) κατ’ άρθ. 656 εδ. β’ ΑΚ που πρόβαλε η εναγόμενη, πλην όμως αυτή είναι αόριστη διότι για το ορισμένο της ένστασης του άρθρου 656 εδαφ. β’ ΑΚ, βάσει της οποίας ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον οφειλόμενο στον μισθωτό μισθό υπερημερίας κάθε τι που ωφελήθηκε ή μπορούσε να ωφεληθεί ο μισθωτός από την παροχή της εργασίας του αλλού, πρέπει να προσδιορίζεται εκτός από τον εργοδότη και το είδος της εργασίας, η αμοιβή που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος από την εργασία αυτή, ενώ εν προκειμένω δεν αναφέρονται από την εναγόμενη συγκεκριμένες αποδοχές που θα ελάμβανε η ενάγουσα απασχολούμενη στις προτεινόμενες από αυτήν εργασίες (βλ. ΑΠ 287/2024, ΑΠ 1148/2017 δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, τη με αρ. πρωτ. … ένορκη βεβαίωση της … του .. και τη με αρ. πρωτ. … ένορκη βεβαίωση του … του … που λήφθησαν αμφότερες ενώπιον της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρας Καστίδη (Α.Μ. 12745 Δ.Σ.Θ.), κατόπιν νόμιμης γνωστοποίησης στις εναγόμενες δύο (2) τουλάχιστον ημέρες πριν την λήψη τους (βλ. υπ’ αριθ. … /12-09-2025 για την πρώτη εναγόμενη και υπ’ αριθμ. …/12-09-2025 για τη δεύτερη εναγόμενη εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Λάμπρου Κουρκουβάτη), τη με αρ. πρωτ. … ένορκη βεβαίωση της … του …, τη με αρ. πρωτ. … ένορκη βεβαίωση του … του … και τη με αρ, πρωτ. … ένορκη βεβαίωση του … του … που λήφθησαν όλες ενώπιον της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Μπαξεβανίδου του Δημητρίου (Α.Μ. 4727 Δ.Σ.Θ) κατόπιν νόμιμης γνωστοποίησης στην ενάγουσα δύο (2) τουλάχιστον ημέρες πριν την λήψη τους (βλ. υπ’ αριθμ. …/07-11-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Χρήστου Μπιλίση), τη με αρ. πρωτ. … ένορκη βεβαίωση της … του … που λήφθηκε ενώπιον της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Μπαξεβανίδου (Α.Μ. 4727 Δ.Σ.Θ) προς αντίκρουση των ισχυρισμών που προτάθηκαν (422ΚΠολΔ), κατόπιν νόμιμης γνωστοποίησης στην ενάγουσα δύο (2) τουλάχιστον ημέρες πριν την λήψη της (βλ. υπ’ αριθ. …/18-11-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χρήστου Μπιλίση), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και λαμβάνονται υπόψη, ακόμη και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, άλλα προς άμεση απόδειξη και άλλα, όπως τα πρακτικά άλλων δικών και οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: στις 04-07-2022 η πρώτη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία «…» προσέλαβε την ενάγουσα με έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης (35ωρο εβδομαδιαίως) και μικτές μηνιαίες αποδοχές ποσού 724,59 ευρώ ως εργάτρια με την ειδικότητα της μπαργούμαν- σερβιτόρας σε μπαρ και παρασκευάστριας κοκτέιλ, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της στο κατάστημα καφέ-ζαχαροπλαστείο που διατηρούσε η πρώτη εναγόμενη με την ονομασία «…» εντός του εμπορικού κέντρου … στο …. Η ενάγουσα δε, κατά την πρόσληψή της από την πρώτη εναγόμενη επιχείρηση διέθετε πιστοποιητικό υγείας, με το οποίο ήταν εφοδιασμένη καθ’ όλη της διάρκεια της σύμβασης εργασίας της (βλ. προσκομισθέν από 30-09-2021 πιστοποιητικό υγείας με ισχύ 5 ετών), επομένως η σύμβαση εργασίας της ήταν έγκυρη. Στις 31-01-2025 η πρώτη εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας χωρίς προειδοποίηση (βλ. προσκομισθείσα από 04-02-2025 αναγγελία της καταγγελίας στην αρμόδια Δ.Υ.Π.Α.) και δίχως να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας την 30-01-2025 χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, η οποία σύμφωνα με τις μικτές μηνιαίες αποδοχές του τελευταίου μήνα πριν την καταγγελία που ήταν 756,04 ευρώ ανερχόταν στο ποσό των 2.126,63 ευρώ, ήταν άκυρη σύμφωνα με το α. 341 του Νέου Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ.62/2025), λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα τις αποδοχές και αποζημίωση πέντε ημερών μη ληφθείσας αδείας έτους 2024, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 302,40 ευρώ (756,04 ευρώ μηνιαίος μισθός / 25=30,24 ευρώ το ημερομίσθιο X 5 ημέρες=151,20 ευρώ αποδοχές και 151,20 ευρώ αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας) σύμφωνα με το α. 226 του Νέου Κώδικα Εργατικού Δικαίου. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα: α) υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών Οκτωβρίου 2024 ποσού 378,02 ευρώ, β) ολόκληρο τον δεδουλευμένο μισθό του μηνός Νοεμβρίου 2024 ποσού 756,04 ευρώ, γ) τον δεδουλευμένο μισθό του Δεκεμβρίου 2024 ποσού 756,04 ευρώ και δ) το δεδουλευμένο μισθό Ιανουαρίου 2025 ποσού 756,04 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.646,14 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, όπως και των λοιπών εργαζομένων της πρώτης εναγομένης πραγματοποιήθηκε ενόψει της μεταβίβασης της ως άνω επιχείρησης καφέ-ζαχαροπλαστείου στη δεύτερη εναγόμενη. Ειδικότερα, η πρώτη εναγόμενη είχε αναλάβει τη λειτουργία και εκμετάλλευση επιχείρησης καφέ – ζαχαροπλαστείου με την ονομασία «…» εντός του εμπορικού κέντρου «…», που κείται στο …. Την 01-02- 2025 η δεύτερη εναγόμενη ανέλαβε την επιχείρηση αυτή από την πρώτη εναγόμενη και συνέχισε την ίδια ακριβώς λειτουργία και εκμετάλλευση με αντικείμενο δραστηριότητας το καφέ-ζαχαροπλαστείο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία «…» και το διακριτικό τίτλο «…» είχε παραχωρήσει στην πρώτη εναγομένη εταιρία το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης του καταστήματος με αρ. ….., που βρίσκεται στο επίπεδο 0 του εμπορικού κέντρου …, με την επωνυμία / διακριτικό τίτλο «…», των αποθηκευτικών χώρων καθώς και των εξωτερικών χώρων που βρίσκονται στο ως άνω εμπορικό κέντρο. Ακολούθως, δυνάμει του από 18-12-2024 ιδιωτικού συμφωνητικού το οποίο συνήφθη μεταξύ της ως άνω εταιρίας «…» της πρώτης εναγόμενης ως εκχωρήτριας και της δεύτερης εναγομένης ως εκ τρίτου συμβαλλόμενης-εκδοχέα, η δεύτερη εναγόμενη υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση παραχώρησης και αποκλειστικής χρήσης του ανωτέρω καταστήματος (βλ. προσκομισθέν από 18-12-2024 ιδιωτικό συμφωνητικό). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εξοπλισμός του καταστήματος της πρώτης εναγόμενης μεταβιβάσθηκε εξ ολοκλήρου στη δεύτερη εναγομένη, αφού άλλωστε η διάδοχος επιχείρηση δεύτερη εναγομένη λειτούργησε την εκμετάλλευση του καφέ-ζαχαροπλαστείου «…» αμέσως, δηλαδή η επιχείρηση δεν διέκοψε τη λειτουργία της ούτε για μία ημέρα, αλλά συνέχισε να λειτουργεί κανονικά στον ίδιο χώρο-κατάστημα, με την ίδια ονομασία και με τον ίδιο εξοπλισμό. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι οι εργαζόμενοι της πρώτης εναγομένης εταιρίας συνέχισαν την εργασία τους κατά πλειοψηφία στη δεύτερη εναγόμενη εταιρία με τους ίδιους όρους και συνθήκες με τους οποίους απασχολούνταν από τον αρχικό εργοδότη. Ειδικότερα, από το προσκομισθέν φωτοαντίγραφο της ομαδικής συνομιλίας που τιτλοφορείται “…” στη διαδικτυακή εφαρμογή viber, του οποίου η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, προέκυψε ότι η υπεύθυνη του καταστήματος … ήδη από τις 7-01-2025 ενημέρωσε τους εργαζομένους της πρώτης εναγομένης αναγράφοντας «Επειδή όπως ξέρετε 10 του μηνός θα αλλάξει η εταιρία θέλω το προσωπικό από την παλιά εταιρία να μου φέρουν όλα τα στοιχεία και χαρτιά ξανά από την αρχή και έχω εκτυπώσει στο γραφείο καινούργιες φόρμες εργασίας προς συμπλήρωση», ενώ αργότερα υπενθυμίζει στο προσωπικό «θέλω μέχρι αύριο αυστηρά όσοι δεν έχετε φέρει ακόμα τα χαρτιά από την πλιά εταιρία να τα φέρετε ή να τα στείλτε στο μέιλ. Δεν θα δώσω άλλη παράταση μου τα ζητάει το λογιστήριο για την αλλαγή και πολλοί δεν θα συμπεριληφθείτε αν δεν τα φέρετε». Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το σύνολο του προσωπικού της πρώτης εναγόμενης μεταφέρθηκε στη δεύτερη εναγομένη εργοδότρια, κάτι άλλωστε που κατέθεσε και ο μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του ακροατηρίου. Ειδικότερα, από το σύνολο του προσωπικού που απασχολούσε η πρώτη εναγόμενη, μεταφέρθηκαν στη δεύτερη εναγόμενη όλοι οι εργαζόμενοι και υπέγραψαν νέες συμβάσεις με αυτήν, πλην της ενάγουσας, της … και του …, οι οποίοι απολύθηκαν όλοι την 31-01-2025. Η δε δεύτερη εναγόμενη, ενώ ισχυρίζεται ότι ανέλαβε την εκμετάλλευση του ως άνω καφέ-ζαχαροπλαστείου με το σύστημα της δικαιόχρησης εντασσόμενη στο σύστημα λειτουργίας καταστημάτων που ανήκουν στο ενιαίο δίκτυο διανομής της «…», συνάπτοντας με την τελευταία σύμβαση δικαιόχρησης, εντούτοις ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε περί τούτου και ειδικότερα, δεν προσκόμισε τη σχετική σύμβαση δικαιόχρησης. Άλλωστε, πέραν της μεταβίβασης του υλικοτεχνικού εξοπλισμού της πρώτης στη δεύτερη εναγομένη, αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα και μεταβίβαση πελατείας από την πρώτη στη δεύτερη, καθώς το εν λόγω κατάστημα συνεχίζει να εξυπηρετεί την ίδια πελατεία που εξυπηρετούσε πριν τη μεταβίβαση, διατηρεί τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό και την ίδια ιστοσελίδα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (βλ. προσκομισθείσες εκτυπώσεις) και από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες δεν διαπιστώνονται μεταβολές στην εμφάνιση του καταστήματος, το οποίο άλλωστε δεν διέκοψε τη λειτουργία του ούτε για μια μέρα λόγω της μεταβολής του ιδιοκτησιακού του καθεστώτος. Ενόψει των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε την επιχείρησή της στη δεύτερη και συνεπώς, η νέα εργοδότρια δεύτερη εναγομένη υπεισήλθε αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από την άκυρη απόλυση της ενάγουσας από την αρχική εργοδότρια πρώτη εναγομένη και από την υπερημερία της τελευταίας που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στον νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και η ακύρως απολυθείσα από την παλιά εργοδότρια πρώτη εναγόμενη εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 420/2024, 1150/2021, 1147/2017 δημ. σε ΤΝΠ Νόμος) και ως νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη, χωρίς περιορισμό από το άρθρο 479 ΑΚ, ευθύνεται και για τις αξιώσεις κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση, καθόσον δεν μεταβλήθηκε η ταυτότητα της εκμεταλλεύσεως, αφού αποδείχθηκε ότι αυτή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο τίτλο και μορφή, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο I νομική σκέψη. Ως εκ τούτου η από 31-01-2025 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και δεν επέφερε τη λύση της επίδικης εργασιακής σύμβασης, κατέστησε δε, τη δεύτερη εναγόμενη υπερήμερη εργοδότρια ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας, με συνέπεια να υποχρεούται, αφενός να την απασχολεί πραγματικά και αφετέρου να της καταβάλει το μηνιαίο μισθό για όσο διάστημα δεν την απασχολεί και διαρκεί η υπερημερία της (άρθρο 656 εδ. α ΑΚ). Επομένως, για το χρονικό διάστημα από 01-02-2025 έως 17-11-2025, κατά το οποίο δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, οφείλει σε αυτήν α) για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 7.560,40 ευρώ [756,04 ευρώ X 10 μήνες (από το μισθό μηνός Φεβρουαρίου 2025 ως και το μισθό του μηνός Νοεμβρίου 2025)], β) για επίδομα Πάσχα έτους 2025 το ποσό των 393,76 ευρώ (756,04 ευρώ/2 προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας 0,04166 ευρώ, ήτοι κατά το ποσό των 15,74 ευρώ) και γ) για επίδομα αδείας έτους 2025 το ποσό των 378,02 ευρώ (756,04/2) και συνολικά το ποσό των 8.332,18 ευρώ. Επιπλέον, η δεύτερη εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα, εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη, το ποσό των 2.646,14 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς και το ποσό των 302,40 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας έτους 2025.
Συνακόλουθα, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 31-01-2025 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την πρώτη εναγομένη, β) να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη εναγομένη αποτελεί διάδοχο επιχείρηση και έχει υπεισέλθει στη θέση της πρώτης εναγομένης αναφορικά με την από 04-07-2022 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας, γ) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας απασχολώντας την με τους ίδιους όρους εργασίας και αμοιβής που ίσχυαν πριν από την απόλυσή της και να απαγγελθεί σε βάρος της εναγόμενης χρηματική ποινή ποσού 2.000 ευρώ υπέρ της ενάγουσας ως μέσο εκτέλεσης της διάταξης αυτής, δ) να υποχρεωθούν αμφότερες οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η καθεμία, να καταβάλουν στην ενάγουσα i) το ποσό των 2.646,14 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς και ii) το ποσό των 302,40 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας έτους 2025, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό μηνιαίου μισθού από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα, από εκείνον που παρασχέθηκε η εργασία και για την αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας από την επίδοση της αγωγής, μέχρι πλήρους εξόφλησης, ε) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα i) για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 7.560,40 ευρώ, ii) για επίδομα Πάσχα έτους 2025 το ποσό των 393,76 ευρώ και iii) για επίδομα αδείας έτους 2025 το ποσό των 378,02 ευρώ, με το νόμιμο τόκο και από τα παραπάνω επιμέρους ποσά τόκοι οφείλονται για κάθε επιμέρους ποσό μηνιαίου μισθού από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα, από εκείνον που έπρεπε να παρασχεθεί η εργασία, για το επίδομα Πάσχα με το νόμιμο τόκο από την 1η Μαΐου του έτους που αφορά η αξίωση, και το επίδομα αδείας με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους, που αφορά, η αξίωση και μέχρι πλήρους εξόφλησης. Το αίτημα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο σύμφωνα με τα άρθρ. 908 παρ. 1 περ. ε’ και 910 αρ. 4 ΚΠολΔ, καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, εν όψει και της φύσης των επίδικων απαιτήσεων ως καθυστερούμενους μισθούς και μισθούς υπερημερίας. Επιπλέον, πρέπει να οριστεί παράβολο, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής από την πρώτη εναγομένη (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, αμφότερες οι εναγόμενες πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, κατά την έκταση της ήττας τους, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της πρώτης εναγομένης και κατ’ αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο της ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή εν μέρει.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 31-01-2025 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την πρώτη εναγομένη.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η δεύτερη εναγομένη αποτελεί διάδοχο επιχείρηση και έχει υπεισέλθει στη θέση της πρώτης εναγομένης αναφορικά με την από 04-07-2022 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας απασχολώντας την με τους ίδιους όρους εργασίας και αμοιβής που ίσχυαν πριν από την απόλυσή της.
ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ σε βάρος της δεύτερης εναγομένης χρηματική ποινή, υπέρ της ενάγουσας, ποσού δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 ευρώ), ως μέσο εκτέλεσης της ανωτέρω διάταξης.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ αμφότερες τις εναγόμενες, εις ολόκληρον η καθεμίας, να καταβάλουν στην ενάγουσα α) το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων σαράντα έξι ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (2.646,14 ευρώ) για δεδουλευμένους μισθούς και β) το ποσό των τριακοσίων δύο ευρώ και σαράντα λεπτών (302,40 ευρώ) για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας έτους 2025, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό μηνιαίου μισθού από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα, από εκείνον που έπρεπε να παρασχεθεί η εργασία, μέχρι πλήρους εξόφλησης και για την αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι πλήρους εξόφλησης.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ προσωρινά εκτελεστή την απόφαση ως προς την αμέσως προηγούμενή της διάταξη.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα α) για μισθούς υπερημερίας το ποσό των επτά χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα ευρώ και σαράντα λεπτών (7.560,40 ευρώ), β) για επίδομα Πάσχα έτους 2025 το ποσό των τριακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (393,76 ευρώ) και γ) για επίδομα αδείας έτους 2025 το ποσό των τριακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και δύο λεπτών (378,02 ευρώ), με το νόμιμο τόκο και από τα παραπάνω επιμέρους ποσά τόκοι οφείλονται για κάθε επιμέρους ποσό μηνιαίου μισθού από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα, από εκείνον που έπρεπε να παρασχεθεί η εργασία, για το επίδομα Πάσχα με το νόμιμο τόκο από την 1η Μαΐου του έτους που αφορά η αξίωση, και το επίδομα αδείας με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους, που αφορά, η αξίωση και μέχρι πλήρους εξόφλησης.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ προσωρινά εκτελεστή την απόφαση ως προς την αμέσως προηγούμενη της διάταξη.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εναγόμενες στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ (338€)
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στις 19/12/2025
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ, αφού παραδόθηκε καθαρογραμμένη σε πρωτότυπη και ηλεκτρονική μορφή, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, στις 19/12/2025.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
