Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αίτηση εργαζόμενης να κηρυχθεί ο εργοδότης σε κατάσταση πτώχευσης. Ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης, που επέρχεται σε περίπτωση πραγματικής μόνιμης και γενικής αδυναμίας του οφειλέτη για την πληρωμή των ληξιπροθέσμων χρεών του. Για την κατάσταση αυτή δεν αρκεί οποιαδήποτε μη πληρωμή χρέους, έστω και από κακή πίστη, αν στον οφειλέτη υπάρχει, ωστόσο, η δυνατότητα προς πληρωμή, αλλά απαιτείται μόνιμη (όχι από παροδικά αίτια) και γενική (δηλαδή έναντι του κοινού) αδυναμία αντιμετώπισης των χρεών του. Δέχεται ότι ο εργοδότης βρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας προς εκπλήρωση των ληξιπροθέσμων και εκπληρωτέων χρηματικών χρεών του έναντι τρίτων, οφειλόμενη σε μόνιμη και γενική του αδυναμία και όχι σε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια ή έστω περιοδική διαταραχή του ρυθμού των πληρωμών του. Δέχεται ότι ο εργοδότης δεν διαθέτει περιουσία η αξία της οποίας θα επαρκέσει για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας. Απορρίπτει την αίτηση και διατάσσει την καταχώρηση του ονόματος της καθ’ ης η αίτηση, στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και στα Μητρώα Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
Αριθμός Απόφασης
787/2019
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Χριστίνα Αντωνοπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ελένη Γρυπάρη, Πρωτοδίκη, Γεώργιο Μεγαπάνο, Πρωτοδίκη- Εισηγητή, και από τον Γραμματέα Οικονομόπουλο Ασημάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: ………….., κατοίκου ……………, οδός ………… αρ. …., με Α.Φ.Μ. ………………, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Βλαχόπουλου Δημήτριου (Α.Μ.Δ.Σ.Αθηνών: 29922, βλ. το υπ’ αριθμόν Π………../2019 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.ΑΘηνών), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΗΣ ΚΑΘ’ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………….» και τον διακριτικό τίτλο «……….», που εδρεύει στο ……… Αττικής (…………) και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. …………. και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ………………, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε, εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 4-7-2018 αίτησή της, η οποία κατατέθηκε την 5η-7-2018 στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………/……/2018 και προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την δικάσιμο της 17ης-10-2018, ότε και η συζήτησή της αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, εγγραφόμενη στο οικείο πινάκιο.
Κατά την συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμ. …………/31-7-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, μετά της επ’ αυτής συνημμένης από 31-7-2018 απόδειξης εγχείρησης δικογράφου εις χείρας του αρμόδιου Αξιωματικού Υπηρεσίας του Α.Τ. Κηφισίας καθώς και την την από 1η-8-2018 βεβαίωση του προαναφερθέντος δικαστικού επιμελητή περί συστημένης ταχυδρομικής αποστολής του θυροκολληθέντος εγγράφου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17ης-10-2018, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αιτούσας, στην καθ’ ης εταιρία. Ωστόσο, η τελευταία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, κατά την οποία και προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατόπιν αναβολής εκ της αρχικώς ορισθείσας δικασίμου. Πρέπει συνεπώς η καθ’ ης να δικαστεί ερήμην, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως πλασματική κλήτευση των διαδίκων (άρθρο 226 ΚΠολΔ), πλην όμως η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να είχε εμφανισθεί (άρθρο 4§3 Ν. 3588/2007 σε συνδυασμό άρθρο 754§2 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν 3588/2007 «περί Πτωχευτικού Κώδικα», ο οποίος εφαρμόζεται σε διαδικασίες, που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του (16.9.2007), σε πτώχευση κηρύσσεται ο οφειλέτης, δηλαδή έμπορος ή ένωση προσώπων με νομική προσωπικότητα, που επιδιώκει οικονομικό σκοπό (άρθρο 2 παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου), ο οποίος αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο. Πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι, φυσικά πρόσωπα και εμπορικές εταιρίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ανώνυμη εταιρία, η οποία είναι εμπορική και αν ο σκοπός αυτής δεν είναι εμπορική επιχείρηση η οποία είναι εμπορική και αν ο σκοπός αυτής δεν είναι εμπορική επιχείρηση (άρθρο 1§2 Ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών»). Ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης, που επέρχεται σε περίπτωση πραγματικής μόνιμης και γενικής αδυναμίας του οφειλέτη για την πληρωμή των ληξιπροθέσμων χρεών του (άρθρο 3§1 ΠτΚ, ΕφΑθ 4514/2010 ΔΕΕ 2011,115, ΕφΛαρ 726/2008 ΕπισκΕμπΔ 2008/1113, ΠΠρΑΘ 744/2008 ΔΕΕ 2009,590, Σπ. Ψυχομάνης «Πτωχευτικό Δίκαιο», εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, ε’ έκδ., σελ. 43, πλαγιαρ. 131). Για την κατάσταση αυτή δεν αρκεί οποιαδήποτε μη πληρωμή χρέους, έστω και από κακή πίστη, αν στον οφειλέτη υπάρχει, ωστόσο, η δυνατότητα προς πληρωμή, αλλά απαιτείται μόνιμη (όχι από παροδικά αίτια) και γενική (δηλαδή έναντι του κοινού) αδυναμία αντιμετώπισης των χρεών του (ΕφΑθ 4514/2010 ΔΕΕ 2011,115, ΕφΠειρ 206/2013 ΕπιθΕμπΔ 2013,953, ΕφΛαρ 476/2013 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που κηρύσσεται η πτώχευση. Ως τέτοιος χρόνος πρέπει να θεωρείται αυτός της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση ο χρόνος της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (ΠΠρΑθηνών 239/2016, τνπ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 3 του ανωτέρω νόμου, η πτώχευση κηρύσσεται μετά από αίτηση πιστωτή που έχει έννομο συμφέρον, καθώς και μετά από αίτηση του εισαγγελέα πρωτοδικών, εφόσον τούτο δικαιολογείται από λόγους δημόσιου συμφέροντος. Στην εν λόγω αίτηση πρέπει να αναγράφονται το όνομα, το επώνυμο και πατρώνυμο αυτού, η επωνυμία του, καθώς και η διεύθυνση, όπου βρίσκεται η κατοικία ή, κατά περίπτωση, το κέντρο των κύριων συμφερόντων του και οι τυχόν δευτερεύουσες εγκαταστάσεις του, καθώς και ο αριθμός του εμπορικού μητρώου του οφειλέτη. Αν τα στοιχεία αυτά δεν έχουν αναγραφεί ή δεν συμπληρώθηκαν, κατά το άρθρο 227 ΚΠολΔ, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η δε πτώχευση κηρύσσεται με δικαστική απόφαση και μπορεί να προκληθεί κατά τρεις τρόπους: α) με αίτηση κάποιου πιστωτή, β) με αίτηση του οφειλέτη και γ) αυτεπάγγελτα από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Περαιτέρω, ο παραπάνω νέος πτωχευτικός κώδικας (ΠτΚ) προβλέπει τρεις περιπτώσεις απόρριψης της αίτησης για την κήρυξη οφειλέτη σε κατάσταση πτωχεύσεως: α) τη μη συνδρομή των ουσιαστικών ή αντικειμενικών προϋποθέσεων, β) την ανεπάρκεια περιουσίας να καλύψει τα έξοδα της διαδικασίας και γ) την καταχρηστική άσκηση. Ειδικότερα, ο νέος νόμος εισήγαγε την περίπτωση απόρριψης της αίτησης για την ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη να καλύψει τα έξοδα της πτωχευτικής διαδικασίας (άρθρο 6 παρ. 2 ΠτΚ), παρά τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την κήρυξη της πτώχευσης. Για την εφαρμογή της διάταξης, σημασία έχει το ρευστοποιήσιμο των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη άμεσα και χωρίς μακροχρόνιες διαδικασίες ή άδειες (ΑΠ 73/2014 ΝοΒ 2014,1424, ΕφΑθ 192/2013 ΔΕΕ 2013,604, ΕφΠειρ 467/2010 ΔΕΕ 2010, 915, ΕφΛαρ 241/2011 ΕπισκΕμπΔ 2011,773, ΠΠρΠειρ 350/2013 ΕλλΔνη 2013, 1113), δεδομένου ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν η διαδικαστική και η ουσιαστική αποσυμφόρηση των Δικαστηρίων από πτωχεύσεις που αποδεδειγμένα προβλέπεται εκ των προτέρων, ότι δεν θα ανταποκριθούν στο σκοπό της πτώχευσης για ικανοποίηση των πιστωτών (ΕφΠειρ 467/2010 ΔΕΕ 2010,915). Τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να έχουν άμεσα επιτυγχανόμενη αξία εκκαθάρισης με βάση όχι την ονομαστική αλλά την αξία που θα μπορούσαν να πετύχουν στην αγορά για την εξυπηρέτηση του σκοπού της πτώχευσης (ΑΠ 73/2014 ΝοΒ 2014,1424). Η απόρριψη δικαιολογείται μόνον εάν η άμεσα ρευστοποιήσιμη περιουσία του οφειλέτη δεν επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Ως έξοδα διαδικασίας θεωρούνται τα πάσης φύσεως δικαστικά έξοδα για την όλη πτωχευτική διαδικασία και όχι για ορισμένο τμήμα αυτής, αμοιβές συνδίκου, πραγματογνωμόνων, δαπάνες για τα μέλη της επιτροπής πιστωτών, έξοδα προσκλήσεων, δημοσιεύσεων κ.ά.. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7§2 εδ. α’ ΠτΚ, το πτωχευτικό Δικαστήριο, με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, προσδιορίζει και την ημέρα παύσης των πληρωμών (ΕφΛαρ 726/2008 ΕπισκΕμπΔ 2008.1113), η οποία δεν μπορεί να απέχει πέραν της διετίας από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης. Στην προκείμενη περίπτωση η αιτούσα, με την υπό κρίση αίτηση ισχυρίζεται ότι τυγχάνει πιστωτής της καθ’ ης ανώνυμης εταιρίας, η οποία έχει παύσει τις πληρωμές των ληξιπροθέσμων και απαιτητών εμπορικών της χρεών κατά τρόπο γενικό και μόνιμο, με συνέπεια να έχει κλονισθεί η εμπορική του πίστη. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζητά να κηρυχθεί η καθ’ ης σε κατάσταση πτώχευσης, να ορισθεί ως ημέρα παύσης πληρωμών η 1η-7-2017, να διαταχθούν τα νόμιμα και να επιβληθεί η δικαστική του δαπάνη σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας. Με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση αίτηση, για το παραδεκτό της οποίας: α) έχει κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 5 §4 ΠτΚ (βλ. το επισυναπτόμενο σε αντίγραφο στην αίτηση υπ’ αριθμ. …………../4-7-2018 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης) και β) προκύπτουν τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 5§3 ΠτΚ, αρμοδίως εισάγεται, για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 4 ΠτΚ και 741 επ. ΚΠολΔ). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 2§1, 3§1, 5§1, 13 και 180 ΠτΚ, με την επισήμανση πως το αίτημα ορισμού χρόνου παύσης πληρωμών είναι νόμιμο καθ’ ο μέρος δεν απέχει πέραν της διετίας από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με επιμέλεια της αιτούσας και περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, σε συνδυασμό με το σύνολο των εγγράφων που νομίμως προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η αιτούσα, αποδεικνύονται τα εξής κρίσιμα στην υπόθεση αυτή: Η καθ’ ης ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «………..» και τον διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στο ……… Αττικής επί της …………. και η οποία αποτελεί εκ του νόμου εμπορική εταιρία, συστήθηκε με το από υπ’ αριθμόν ………../14-3-1996 καταστατικό της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Ιωαννίδου-Βλαχάκου, νομίμως δημοσιευμένου στο υπ’ αριθμόν ………/16-4-1996 Φ.Ε.Κ. (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), έχοντας ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία εστιατορίων, σνακ-μπαρ, καφενείων, ζαχαροπλαστείων και συναφών επιχειρήσεων πωλήσες και διανομής έτοιμων παρασκευασμένων φαγητών και γλυκισμάτων. Περαιτέρω, η αιτούσα εξέδωσε εις βάρος της καθ’ ης εταιρίας την υπ’ αριθμόν 5654/2018 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία η τελευταία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αιτούσα το ποσό των 22.181,14 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων για δεδουλευμένες αποδοχές της περιόδου από Ιούλιο έως και Σεπτέμβριο του έτους 2017, επιδόματα και αποδοχές αδείας μεταξύ των ετών 2013 έως 2017, καθώς και αποζημίωση απολύσεως της αιτούσας, η οποία έλαβε χώρα στις 19-9-2017. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις της καθ’ ης εταιρίας αναφορικά με την χρήση μεταξύ 1ης-1-2015 έως 31η-12-2015, που δημοσιεύθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με κωδικό καταχώρησης ………/28-9-2017, προκύπτει ότι η τελευταία κατά τα οικονομικά έτη 2014 και 2015 παρουσίαζε ζημίες ύψους 229.016,04 € και 304.968,15 € αντίστοιχα, ενώ όφειλε προς το Ελληνικό Δημόσιο ποσό 152.886,67 €, προς ασφαλιστικούς οργανισμούς ποσό 379.646,64 €, προς τράπεζες ποσό 198.186,96 € και σε προμηθευτές ποσό 286.548,53 €. Σύμφωνα δε με την κατάθεση του μάρτυρα, η καθ’ ης προέβη σε παύση των εργασιών της επιχείρησής της από το καλοκαίρι του έτους 2017, υπέχοντας οφειλές έναντι τουλάχιστον 2-3 πρώην εργαζομένων της. Με βάση το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων, προκύπτει ότι η μη πληρωμή των προαναφερομένων ληξιπροθέσμων και απαιτητών εμπορικών χρεών της καθ’ ης η αίτηση δεν οφείλεται σε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια ή έστω σε παροδική διαταραχή του ρυθμού των πληρωμών της, αλλά, αντιθέτως, στο γεγονός ότι αυτή έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία να αντιμετωπίσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα να κλονισθεί ανεπανόρθωτα η εμπορική της πίστη. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι καθ’ ης διαθέτει, έστω κατ’ ελάχιστον, περιουσία, κινητή ή ακίνητη, η οποία θα χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας, δεδομένου ότι ούτε η αιτούσα ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο με την υπό κρίση αίτηση, αλλά ούτε και προέκυψε η ύπαρξη οποιασδήποτε περιουσίας κατά την αποδεικτική διαδικασία. Επομένως, μολονότι συντρέχουν οι υποκειμενικές και οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για την κήρυξη της πτώχευσης, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6§2 ΠτΚ και με βάση την προηγηθείσα νομική σκέψη, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, και να διαταχθεί α) η επιστροφή του ποσού των 500 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στην αιτούσα (άρθρο 5 § 4 ΠτΚ), και β) η καταχώρηση του ονόματος της καθ’ ης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο, καθώς και στο Μητρώο Πτωχεύσεων που τηρείται στο Δικαστήριο τούτο. Περαιτέρω, πρέπει να ορισθεί παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση που θα ασκηθεί από την καθ’ ης η αίτηση ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής (άρθρο 55 ΠτΚ και ΟλΑΠ 15/2001 ΝοΒ 2002, 678), σύμφωνα με το διατακτικό, ενώ, τέλος, δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ της καθ’ ης, αφού λόγω της απουσίας του δεν υποβλήθηκε σε τέτοια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της καθ’ ης η αίτηση.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ α) την καταχώρηση του ονόματος της καθ’ ης η αίτηση, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στο ……… Αττικής (…………), με Α.Φ.Μ. ………… και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …………., στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και Μητρώα Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και β) την επιστροφή στην αιτούσα του ποσού των πεντακοσίων ευρώ (500,00 €), που κατατέθηκε δυνάμει του υπ’ αριθμόν ……………/4-7-2018 γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13-09-2019.
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 4-10-2019.
