Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: H έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η μη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης των εργαζομένων σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, εφόσον ανήκουν στο κυρίως ξενοδοχειακό προσωπικό. Οι αποδοχές του εργαζομένου με απλή σχέση εργασίας δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις αποδοχές που προβλέπουν οι αντίστοιχες ΣΣΕ και ΔΑ. Οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αμοιβή για τακτικά και σταθερά παρεχόμενη υπερεργασία, αλλά και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όχι όμως και η αμοιβή για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, ή για άκυρη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ούτε και οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη που δεν απέκτησαν τον χαρακτήρα του τακτικού μισθού. Δέχεται την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 3.267,49 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ
Αριθμός Αποφάσεως
3367/2014
(ΓΑΚ ………./2013)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αντωνία Κοντογεωργάκη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Αργυρούλα Ράπτη-Μουλογιάννη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Δεκεμβρίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας – εναγόμενης: Ανώνυμης Ξενοδοχειακής Εταιρείας με την επωνυμία «………» και το διακριτικό τίτλο «………», με έδρα την Αθήνα (πλατεία ……… αριθ. …), που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κουφοπούλου (ΑΜ/ΔΣΑ 27863).
Του εφεσιβλήτου – ενάγοντος: ………, κατοίκου ………, οδός ……… αριθ. …, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βλαχόπουλος (ΑΜ/ΔΣΑ 29922) βάσει δηλώσεως.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, με την από 6.9.2012 υπ’ αριθ. ………/12 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή. Το Δικαστήριο εκείνο, δικάζοντας την ως άνω αγωγή αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εξέδωσε, την υπ’ αριθ. 873/2013 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Η απόφαση αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 1095/2013 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Ήδη η εκκαλούσα με την ένδικη από 19.8.2013 και με αριθμό ………/2013 έφεσή της, που κατέθεσε στη Γραμματεία του ως άνω Ειρηνοδικείου, η οποία προσδιορίστηκε να δικαστεί κατόπιν της υπ’ αριθ. έκθ. κατάθ. δικογράφου ………/………/2013 πράξης ορισμού συζήτησης για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή.
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις της και ζήτησε να γίνει δεκτή έφεσή της, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η έφεση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθ. 873/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 1095/2013 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που δίκασε την αγωγή του ήδη εφεσιβλήτου κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, ασκηθείσα εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα ότι έγινε επίδοση αυτής, και γενικώς παραδεκτά από την εκκαλούσα, δεδομένου ότι ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 495 επ., 499, 511, 513 παρ. 1 β, 516, 518, 520 παρ. 1, 522, 591 παρ. 1 σε συνδυασμό με 674 παρ. 2 ΚΠολΔ), αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 17 Α ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3994/2011). Σημειωτέον ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν απαιτείται για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου της εφέσεως η κατάθεση παραβόλου ποσού 200 €, δεδομένου ότι πρόκειται για διαφορά των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ιδία ειδική διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), για να κριθεί και κατ’ ουσία. Παραδεκτοί, επίσης, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης που ασκεί η εκκαλούσα, με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 674 ΚΠολΔ), οι οποίοι αφορούν κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης που προσβάλλονται με την έφεσή της. Πρέπει, επομένως, να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν, συνεκδικαζόμενοι με την έφεση, για να κριθεί και το βάσιμο αυτών (άρθρα 520 παρ. 2, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με την από 6.9.2012 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εξέθετε ότι στις 14.5.2011 προσλήφθηκε από την εναγομένη με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του μάγειρα Α’ στο εστιατόριο του ευρισκόμενου στο ……… ξενοδοχείου της υπό τον τίτλο «………», απασχολούμενος σε εξαήμερη βάση εβδομαδιαίως κατά πλήρες ωράριο, με μία ημέρα ανάπαυσης πάντοτε καθημερινή, έχοντας υπό τις εντολές του δύο μάγειρες Β’, μέχρι τις 9.10.2011, ήτοι λίγες ημέρες μετά τη συμφωνημένη λήξη της σύμβασης στις 30.9.2011, αντί μηνιαίου μισθού που συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.961,57 ευρώ. Ότι η εναγομένη του επέβαλε να εργάζεται επί δεκάωρο ημερησίως, συνήθως από τις 13.00 έως τις 23.00, ήτοι συνολικά κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα επί 252 ώρες πέραν των 8 ωρών ημερησίως, χωρίς να του καταβάλει, παρά τις διαμαρτυρίες του, την προβλεπόμενη αποζημίωση για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση συνολικού ποσού 5.338,87 ευρώ, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι περαιτέρω τού οφείλει τους μισθούς μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου έτους 2011, συνολικού ποσού 2.510,79 ευρώ, καθώς και το επίδομα αδείας του ίδιου έτους, ποσού 784,60 ευρώ. Ζητούσε δε, επιφυλασσόμενος παντός νομίμου δικαιώματος του, να υποχρεωθεί η εναγόμενη για τις ανωτέρω αιτίες, με απόφαση κηρυσσομένη προσωρινώς εκτελεστή, κυρίως με βάση τα ανωτέρω, άλλως επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη κατά τα ανωτέρω ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε άλλον υπάλληλο, που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις αυτές συνθήκες, να τού καταβάλει το συνολικό ποσό των 8.634,26 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, καθώς και να καταδικαστεί στη δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της όσον αφορά την αξίωση δεδουλευμένων αποδοχών, στηριζόμενη σε άκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω στέρησης βιβλιαρίου υγείας, νόμιμη κατά τα λοιπά, δέχτηκε αυτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, απορρίπτοντας την παραδεκτά προταθείσα ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 5.492 ευρώ, νομιμοτόκως για μεν το ποσό των 2.482,89 ευρώ από της επιδόσεως της αγωγής, για δε το ποσό των 784,6 ευρώ από το τέλος της εργασιακής σχέσης και για το ποσό των 2.224,91 ευρώ από το τέλος εκάστου μηνός, οπότε κάθε μερικότερο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, μέχρι την εξόφληση, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 3.000 ευρώ και επέβαλε τη δικαστική δαπάνη, την οποία όρισε στο ποσό των 270 ευρώ, σε βάρος της εναγομένης. Κατά της απόφασης αυτής στρέφεται η τελευταία παραπονούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου της, και να καταδικασθεί αυτός στην εν γένει δικαστική της δαπάνη.
ΙΙΙ. Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από την υπ’ αριθ. ………/2013 ένορκη βεβαίωση του ……… που δόθηκε κατόπιν εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών (άρθρο 671 παρ. 1 τελ. εδ. ΚΠολΔ), χωρίς ωστόσο να λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων η υπ’ αριθ. ………/2013 ένορκη βεβαίωση του ……… που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, όχι για το λόγο ότι δόθηκε μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διαρκούσης της προθεσμίας για προσθήκη και αντίκρουση (για το ότι ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη τέτοια ένορκη βεβαίωση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον προσκομισθεί με επίκληση κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση, βλ. ΑΠ 509/2011 ΝοΒ 2011.1863, ΑΠ 1877/2005 ΕλλΔνη 2006.454), αλλά διότι δεν προηγήθηκε νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου, αφού η εναγομένη δήλωσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, όπως η σχετική δήλωσή της καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ότι θα εξέταζε μάρτυρες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών την Πέμπτη 21 Μαρτίου (2013) και ώρες 11.00 και 11.30, η δε ως άνω ένορκη βεβαίωση λήφθηκε στις 20 Μαρτίου 2013, ημέρα Τετάρτη και ώρα 10.30, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία, που διατηρεί την ξενοδοχειακή επιχείρηση «………» στο ………, στις 14.5.2011 (βλ. σχετική αναγγελία πρόσληψης προς τον ΟΑΕΔ), ενώ στις 31.5.2011 καταρτίστηκε έγγραφη «ειδική σύμβασις εργασίας ορισμένου χρόνου», για να εργαστεί στο ξενοδοχείο αυτό με την ειδικότητα του Μάγειρος Α’ κατά το χρονικό διάστημα από 15.6.2011 μέχρι 30.9.2011, έξι (6) ημέρες εβδομαδιαίως αντί μηνιαίων αποδοχών αναλυομένων ως εξής: ημερομίσθια 29, διαμορφωθείς μισθός με τα επιδόματα 1.306,44 ευρώ, προσαυξήσεις αργιών 188,15 ευρώ, προσαυξήσεις νύκτας 47,00 ευρώ, έξτρα για ρεπό 420,00 ευρώ, ήτοι σύνολο μικτών αποδοχών 1.961,57 ευρώ, εκ των οποίων 1.500 ευρώ καθαρά. Επειδή εστερείτο βιβλιαρίου υγείας, η σύμβαση εργασίας του ήταν άκυρη ως αντικείμενη σε απαγορευτική διάταξη νόμου, καθώς, από το άρθρο 14 της Α1β/8557/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β’ 526), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/1940 και αντικαταστάθηκε με την 8405/1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β’ 665), σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, 174 και 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η μη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως των εργαζομένων σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, εφόσον ανήκουν στο κυρίως ξενοδοχειακό προσωπικό (ΑΠ 1148/1994 ΕλλΔνη 1996.119). Πράγματι ο ενάγων εργάσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 14.5.2011 έως τις 9.10.2011, διατελών σε απλή σχέση εργασίας με την εναγομένη. Η τελευταία, όπως συνομολογείται, ουδέποτε τού κατέβαλε αμοιβή για την εργασία που της παρείχε τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του έτους 2011, συνολικού ποσού 2.482,89 ευρώ [1.961,57 ευρώ καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές + 549,22 ευρώ (1.961,57 ευρώ/25 ημερομίσθια = 78,46 ευρώ ημερομίσθιο x 7 ημέρες μηνός Οκτωβρίου, κατά τα αιτούμενα με την αγωγή) – 27,90 ευρώ επίδομα προϋπηρεσίας], οφείλει δε να του αποδώσει την ισόποση ωφέλεια που αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158, 159 παρ. 1, 174, 180 και 904 ΑΚ. Η ωφέλεια αυτή, αποτιμώμενη, συνίσταται στο μισθό που θα κατέβαλλε ο εργοδότης δυνάμει έγκυρης σύμβασης εργασίας σε άλλο μισθωτό του αυτού επαγγέλματος και των αυτών επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων για την ίδια εργασία υπό τις επικρατούσες στον τόπο παροχής της συνθήκες, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις που θα δικαιούτο αυτός, εάν συνήπτε έγκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω των συντρεχουσών στο πρόσωπό του ιδιαιτέρων περιστάσεων και ειδικότερα λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δε θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του εργαζομένου που θα μπορούσε να προσληφθεί εγκύρως, η οποία όμως δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι αντίστοιχες ΣΣΕ και ΔΑ (ΑΠ 349/2004 ΕλλΔνη 2005.1439, ΑΠ 760/2003 ΕΕργΔ 2004.1373, ΑΠ 1402/2002 ΕλλΔνη.2003.164). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, ενώ δε διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες στην απόφασή του, καθώς, το ότι η αποδοτέα ωφέλεια δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι ΣΣΕ και ΔΑ, δεν αποκλείει να είναι ανώτερη αυτών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του και ο συναφής πρόσθετος λόγος πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επιπλέον, ο απασχολούμενος με άκυρη σύμβαση εργασίας μισθωτός δικαιούται ευθέως εκ του νόμου το επίδομα αδείας (ΑΠ 1076/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), σύμφωνα δε με τα άρθρα 3 του AN 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν 4504/1966 οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αμοιβή για τακτικά και σταθερά παρεχόμενη υπερεργασία, αλλά και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (βλ. ΑΠ 1411/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όχι όμως και η αμοιβή για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, ή για άκυρη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ούτε και οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη που δεν απέκτησαν το χαρακτήρα του τακτικού μισθού (ΕφΑθ 3879/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως ο ενάγων δικαιούται για επίδομα αδείας το ποσό των 784,60 ευρώ (5 μήνες x 2 ημερομίσθια x 78,46 ευρώ ημερομίσθιο), ευθέως εκ του νόμου, υπολογιζόμενο επί των πράγματι καταβαλλόμενων αποδοχών, κατά τα ανωτέρω, το οποίο η εναγόμενη ουδέποτε του κατέβαλε. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός δεύτερος λόγος έφεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής του στην εναγομένη, εργαζόταν ημερησίως επί οκτάωρο, έξι ημέρες την εβδομάδα, με ρεπό την Τρίτη ή την Τετάρτη, είτε στην κεντρική κουζίνα του ξενοδοχείου ώρες 2.00 με 10.00 (απογευματινή βάρδια) είτε στο εστιατόριο ώρες 4.00-4.30 με 12.00-12.30. Κατά τις ώρες προσέλευσης και αποχώρησής του από το χώρο εργασίας του «χτυπούσε» κάρτα εργασίας, προφανώς για τον έλεγχο των ωρών εργασίας του από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης εργοδότριας του, με βάση δε το εν λόγω «ηλεκτρονικό παρουσιολόγιο» αποδεικνύεται ότι καμία ημέρα ο ενάγων δεν εργάστηκε μία ολόκληρη ώρα πλέον του οκταώρου, ενώ οι καταγεγραμμένες υπερβάσεις, 20 περίπου λεπτών ημερησίως, δικαιολογούνται από τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας που απαιτείται για την ανάληψη (και την παύση) της εργασίας του μάγειρα και για το διάλειμμά του. Ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι οι εγγραφές στο «ηλεκτρονικό παρουσιολόγιο» είναι αλλοιωμένες, πλην όμως τούτο ουδόλως αποδείχθηκε. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως έγγραφα ανυπόγραφα ή έγγραφα με εκδότη το διάδικο που τα επικαλείται, έγγραφα αχρονολόγητα κ.λπ., απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εφεσιβλήτου (βλ. σχετ. Μιχαήλ Μαργαρίτη|Άντα Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τόμος II, 2012, άρθρο 671 αριθ. 4, με παραπομπές στη νομολογία). Για τις προαναφερόμενες ώρες ημερήσιας εργασίας του ενάγοντος, όπως αυτές προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα «παρουσιολόγια εργαζομένων», κατέθεσε με σαφήνεια ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας ανταπόδειξης ………, ο οποίος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν ελεγκτής (υπεύθυνος μηχανογράφησης) του ξενοδοχείου, ενώ αντίθετα η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ……… είναι όλως αόριστη ως προς το ζήτημα των ωρών της ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος και δεν συμφωνεί με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, για το λόγο δε αυτό δεν κρίνεται πειστική. Επομένως ο ενάγων, εφόσον δεν παρείχε εργασία πέραν του νομίμου οκταώρου, δε δικαιούται αμοιβής για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση. Το πρωτοβάθμιο λοιπόν δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι για την αιτία αυτή πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 2.224,91 ευρώ, δεκτού γενομένου του πρώτου λόγου και του συναφούς πρόσθετου λόγου έφεσης του ενάγοντος περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων σχετικά με τον αριθμό των ωρών της ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος. Μετά δε την αποδοχή των λόγων αυτών, παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου εφέσεως, που αφορά στη βάση υπολογισμού της αποζημίωσης για υπερωριακή εργασία.
Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχουν προς έρευνα άλλοι λόγοι της εφέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή και κατ’ ουσίαν η έφεση, να εξαφανιστεί στο σύνολό της και για την ενότητα της εκτέλεσης η εκκαλούμενη απόφαση και αναγκαία και για τη διάταξή της περί των δικαστικών εξόδων, τα οποία θα καθοριστούν εξυπαρχής, να κρατηθεί η υπόθεση κατ’ άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ και να δικαστεί η ένδικη αγωγή. Στη συνέχεια, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.267,49 (2.482,89 + 784,6) ευρώ με το νόμιμο τόκο για το ποσό των 2.482,89 ευρώ από την επίδοση της αγωγής και για το ποσό των 784,6 ευρώ από το τέλος της εργασιακής σχέσης, μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος τους σε βάρος της εναγομένης (άρθρα 183, 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την κρινόμενη έφεση με τους πρόσθετους αυτής λόγους.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 873/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών), όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 1095/2013 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει αυτήν κατ’ ουσίαν.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων εξήντα επτά ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (3.267,49 €), με το νόμιμο τόκο για το ποσό των 2.482,89 ευρώ από την επίδοση της αγωγής και για το ποσό των 784,6 ευρώ από το τέλος της εργασιακής σχέσης, μέχρι την εξόφληση.
Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 30 Μαΐου 2014.-
