ποινικόΤριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών 5232/2019

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, ψευδής ανωμοτί κατάθεση, απόπειρα απάτης, συκοφαντική δυσφήμιση. Απορρίπτει αίτημα ανάγνωσης δικαστικών αποφάσεων. Ψευδής καταμήνυση υπό τον ισχύοντα Π.Κ.  Ψευδής κατάθεση υπό τον ισχύοντα ΠΚ. Συκοφαντική δυσφήμιση. Έννοια του «τρίτου». Τα δικαστικά πρόσωπα, χωρίς τη συνδρομή ιδιαίτερων άλλων περιστάσεων που δικαιολογούν την προσφορότητα της προσβολής της τιμής και υπόληψης του εγκαλούντος , δεν είναι τρίτοι. Η κατηγορουμένη κηρύσσεται ένοχη της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, όπως αυτή τυποποιείται στη διάταξη του άρθρου 229 παρ 2 του ισχύοντος ΠΚ, ως ευμενέστερη αυτής του προισχύσαντος ΠΚ. Η κατηγορουμένη κηρύσσεται ένοχη της συκοφαντικής δυσφήμισης κατ’ άρθρο 363 του προισχύσαντος ΠΚ. Η κατηγορουμένη αναγράφει ψευδή για τον εγκαλούντα πραγματικά περιστατικά εν γνώσει της αναληθείας τους. Πλην, όμως, ο ισχυρισμός αυτών ενώπιον των δικαστών και των γραμματέων δεν θεμελιώνει την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και τούτο διότι τόσο οι δικαστές που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως όταν καλούνται να αποφανθούν σχετικά με αυτό το ίδιο το δυσφημιστικό γεγονός, όσο και οι δικαστικοί γραμματείς, οι οποίοι συμπράττουν στη διαδικασία καταχώρησης των ανωτέρω δικογράφων χωρίς επιπλέον να προκύπτει ότι τα πρόσωπα αυτά λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου τους πλην των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης, δεν είναι εξ αυτού και μόνο του λόγου τρίτοι. Η κατηγορουμένη κηρύσσεται ένοχη της πράξης της ψευδούς κατάθεσης. Η κατηγορουμένη κηρύσσεται ένοχη της πράξης της απόπειρας απάτης επί Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 386 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ, η οποία κατ’ άρθρο 2 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ είναι ευμενέστερη αυτής του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. β’ του προϊσχύσαντος ΠΚ.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός: 5232/2019

 

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

Του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών

Συνεδρίαση της 14/10/2019

ΔΙΚΑΣΤΕΣ: Ευαγγελία ΓΙΤΣΗ Προεδρεύουσα Εφέτης, Αικατερίνη Μπετσικώνου, Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτες, Ολυμπία Κλειτσάκη Αντεισαγγελέας Εφετών, Αγγελική Κυριαζή Γραμματέας

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ: ……. Απούσα (δια πληρεξουσίου)

ΠΡΑΞΕΙΣ: 1. ΨΕΥΔΗΣ ΚΑΤΑΜΗΝΥΣΗ (ΑΡ.229 ΠΚ). 2. ΨΕΥΔΟΡΚΙΑ ΜΑΡΤΥΡΑ ΑΡ. 224ΠΚ. 3. ΨΕΥΔΗΣ ΑΜΩΜΟΤΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ (ΑΡΘ 225§1 ΠΚ). 4. ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΠΑΤΗΣ ( ΑΡ.386 παρ. 1) 5. ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗ ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ (ΑΡ.363-362 ΠΚ )

(Παραλείπονται έκθεση πρακτικών, καταθέσεις κ.λπ.)

[…]

Στο σημείο αυτό της δίκης εμφανίστηκε ο ….. …… του ….., κάτοικος …… Αττικής, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται , προς υποστήριξη της κατηγορίας και ότι διορίζει πληρεξούσιό του τον παρόντα δικηγόρο Δημήτριο Βλαχόπουλο, ο οποίος αποδέχτηκε το διορισμό.

[…]

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ’ άρθρο 362 παρ 2 εδ β του ισχύοντος ΚΠΔ ορίζεται ότι στο ακροατήριο διαβάζονται οι αμετάκλητες αποφάσεις που εκδόθηκαν σε άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη πολιτική ή ποινική δίκη θα πρέπει να συντρέξουν δύο προϋποθέσεις, ήτοι α) να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, που να αφορά άλλη ποινική ή πολιτική δίκη και β) το δικαστήριο να κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Αν δεν συντρέχουν οι δύο ως άνω προϋποθέσεις, για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, θα πρέπει να μην εναντιωθεί κάποιος από τους διαδίκους. Και ναι μεν η διάταξη αυτή δεν απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα για την παραβίασή της, ούτε επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Πλην, το Δικαστήριο, αν απορρίψει σχετικό αίτημα, πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να αιτιολογήσει την απόφασή του [ΑΠ 3/2017 ΤΝΠ Νόμος]. Στην προκειμένη περίπτωση ζητήθηκε από τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας η ανάγνωση των προαναφερόμενων αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων , αίτημα το οποίο πρέπει να απορριφθεί , και τούτο διότι οι ανωτέρω αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες , η δε ανάγνωσή τους δεν κρίνεται χρήσιμη για την παρούσα δίκη και τούτο διότι το περιεχόμενό τους αφορά στην αντιδικία της κατηγορουμένης με τρίτους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη και στην ανάγνωση αυτών ρητά αντέλεξε η κατηγορουμένη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με απούσα, θεωρούμενη παρούσα την εκπροσωπούμενη από συνήγορο, ( Νικόλαο Αγαπηνό), την κατηγορουμένη με τα παρακάτω στοιχεία: Επώνυμο: …. Όνομα: …., Όνομα Πατρός: …. Όνομα Μητρός: ….,Α.Δ.Τ.: …. – ΤΑ …. ΑΤΤΙΚΗΣ

Γεννηθείσα: …/…/… Τόπος Γέννησης: ΑΘΗΝΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Κάτοικος: …. …, … ΑΤΤΙΚΗΣ

Απορρίπτει αίτημα για ανάγνωση των ανωτέρω αποφάσεων

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε, αμέσως στο ακροατήριό του.

Αθήνα 14/10/2019

[…]

Το Δικαστήριο αποσύρθηκε στο δωμάτιο το προορισμένο για διάσκεψη και αφού διασκέφθηκε μυστικά, με παρούσα τη Γραμματέα, κατάρτισε την απόφασή του και όταν επανήλθε στην αίθουσα συνεδριάσεων, με παρόντες την Εισαγγελέα, τη Γραμματέα και όλους τους παράγοντες της δίκης, μέσω της Προέδρου, δημοσίευσε, σε δημόσια συνεδρίαση, την απόφασή του, με αριθμό 5232/2019 η οποία είναι η εξής:

Επειδή η κρινόμενη έφεση έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα ασκηθεί πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί από ουσιαστική άποψη.

1. Κατ’ άρθρο 2 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019, η ισχύς του οποίου κατ’ άρθρο 460 αυτού αρχίζει από 1.7.2019 , ορίζεται ότι ‘ Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων , εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου’ Με το ανωτέρω άρθρο , που εναρμονίζεται με το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 7 παρ του Συντάγματος, του άρθρου 7 παρ 1 της ΕΣΔΑ και 15 του ΔΣΑΠΔ που κυρώθηκε με το Ν 2462/1997 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατ’ άρθρο 28 του Συντάγματος, καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας της επιεικέστερης ποινικής διάταξης , που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης. Επιεικέστερη δε διάταξη θεωρείται εκείνη, η οποία με την εφαρμογή της, δηλαδή, με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων διατάξεων ως προς τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, με βάση το αποδιδόμενο σ’ αυτόν έγκλημα, επιβαρύνεται το ίδιο από όλες τις διατάξεις νόμων, τότε εφαρμοστέα είναι η διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται η νεότερη επιεικέστερη διάταξη νόμου [ΑΠ 458/2018, ΑΠ 7/2017, ΑΠ 97/2017 ΤΝΠ Νόμος], ως τέτοιας νοούμενης και αυτής που προσδιορίζει το είδος και το ύψος της ποινής [ΑΠ 7/2018 ΤΝΠ Νόμος]. Κατά το άρθρο 229 παρ 1 του προισχύσαντος ΠΚ περί ψευδούς καταμηνύσεως οριζόταν ότι “όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους”. Ήδη υπό τον ισχύοντα ΠΚ στο άρθρο 229 παρ 1 περί ψευδής καταμήνυσης ορίζεται ότι ‘ όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή’ . Από τη σύγκριση των ανωτέρω άρθρων προκύπτει ότι με τον ισχύοντα ΠΚ , απαλείφθηκε ως στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος, ο σκοπός του υπαιτίου να προκαλέσει την καταδίωξη, που κατά τον προισχύσαντα ΠΚ ήταν αναγκαίο για την πλήρωση αυτής, όπως και ότι με τον ισχύοντα ΠΚ οι κατώτατες προβλεπόμενες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης των δυο ετών και της χρηματικής ποινής, ενώ με τον προισχύσαντα ΠΚ η κατώτατη προβλεπόμενη ποινή ήταν αυτή της φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους. Επομένως, στην περίπτωση που ο χρόνος τέλεσης της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης τελέστηκε υπό τον προισχύσαντα ΠΚ, πλην, όμως , εκδικάζεται μετά την ισχύ του νέου ΠΚ, κατ’ άρθρο 2 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ, τυγχάνουν εφαρμογής ως ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο οι ακόλουθες διατάξεις α. αυτή του άρθρου 229 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ, ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης, χωρίς να απαιτείται πλέον για την πλήρωσή της και ο σκοπός του υπαιτίου να προκαλέσει την καταδίωξη του καταμηνυόμενου και β. η διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ , ως προς το ύψος της κατώτατης προβλεπόμενης ποινής , ήτοι αυτή της φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους.

ΙΙ Κατά το άρθρο 225 παρ 1α του προισχύσαντος ΠΚ οριζόταν ότι ‘ με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος , όταν εξετάζεται χωρίς όρκο, ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια’ . Υπό τον ισχύοντα ΠΚ, η ανωτέρω διάταξη καταργήθηκε και τούτο, διότι, όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση , ενσωματώθηκε στη διάταξη του άρθρου 224, στο οποίο πλέον τυποποιείται το έγκλημα της ψευδούς κατάθεσης , στο οποίο έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 και 225 του προισχύοντος ΠΚ . Υπό τα ανωτέρω συνάγεται ότι δεν υπάρχει χρονικό διάστημα κατά το οποίο η πράξη του άρθρου 225 παρ 1α του προισχύσαντος να μην είναι αξιόποινη, δεδομένου, ότι το αξιόποινο αυτής καλύφθηκε με την παρ 1 του άρθρου 224 του ισχύοντος ΠΚ και έτσι δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ με την έννοια του επελθόντος μεταγενεστέρως ανεγκλήτου της προκείμενης πράξης. [ ΑΠ 816/2017 ΤΝΠ Νόμος] .

Στην περίπτωση, όμως, που ο χρόνος τέλεσης αμφοτέρων των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος και της ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης , ήταν υπό τον προισχύσαντα ΠΚ κατ’ άρθρα 224 παρ 2 και 225 παρ 1, πλην, όμως , και οι δυο ανωτέρω πράξεις συνεκδικάζονται μετά την ισχύ του νέου ΠΚ, τίθεται θέμα εύρεσης και εφαρμογής κατ’ άρθρο 2 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ, των ευμενέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων. Κατ’ άρθρο 224 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ υπό τον τίτλο ψευδής κατάθεση , όπου πλέον ο όρκος δεν επηρεάζει την ‘ ετοιμότητα’ ψευδών καταθέσεων ορίζεται ότι “Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή , ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή’ . Κατά τον προισχύσαντα ΠΚ στο μεν άρθρο 224 παρ 2 οριζόταν ότι ‘ ‘ Όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια , τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, στην δε παρ 1 του άρθρου 225 οριζόταν ότι ‘με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια’ Από τη σύγκριση των διατάξεων των άρθρων 224 παρ 2 και 225 παρ 1α του προισχύσαντος ΠΚ και αυτής του άρθρου 224 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ, συνάγεται α. ότι η νομοτυπική μορφή των πράξεων του 224 παρ 2 και 225 παρ 1α του προισχύσαντος ΠΚ, είναι όμοια με αυτή του άρθρου 224 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ, στην οποία, όμως, πλέον τυποποιείται σε μια μόνο πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης, τόσο η κατά τον προισχύσαντα κώδικα πράξη της ψευδορκίας , όσο και της ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης , οπότε , εφαρμόζεται ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, που τέλεσε αμφότερες τις υπό τον προισχύσαντα ΠΚ πράξεις, η διάταξη του άρθρου 224 παρ 1α του ισχύοντος ΠΚ, και τούτο διότι ο υπαίτιος πλέον τελεί μια μόνο πράξη και κατ’ ακολουθίαν σε περίπτωση καταδίκης του επιβάλλεται μια μόνο ποινή . Σημειώνεται δε ότι μόνο η απαλοιφή του όρκου στο άρθρο 224 παρ 1 του ισχύοντος, που υπήρχε στον προισχύσαντα ΠΚ δεν ασκεί επιρροή και δεν αναιρεί τα ανωτέρω .Επίσης δεν οδηγεί σε δυσμενέστερη ποινική μεταχείριση του υπαιτίου η προσθήκη στη διάταξη του άρθρου 224 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ , περί του ότι τα κατατιθέμενα ψευδή στοιχεία πρέπει να είναι σχετικά με την υπόθεση , και τούτο διότι αυτό ναι μεν δεν υπήρχε στη γραμματική διατύπωση των διατάξεων των άρθρων 224 παρ 2 και 225 παρ 1α του προισχύσαντος ΠΚ, πλην, όμως κατά πάγια νομολογιακή θέση είχε κριθεί ότι προϋπόθεση για την τέλεση των ανωτέρω πράξεων ήταν , όπως τα κατατιθέμενα να έχουν σχέση με την υπόθεση και να αναφέρονται, προκειμένου μεν για αστική διαφορά στα αποδεικτέα θέματα, προκειμένου δε για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελείτο αντικείμενο αυτής, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναπόσπαστα με τα γεγονότα αυτά, [ ΑΠ 910/2019, ΑΠ 816/2019, ΑΠ 454/2019 ΤΝΠ Νόμος] και β . ως προς το ύψος της κατώτατης προβλεπόμενης ποινής φυλάκισης ευμενέστερη είναι αυτή του άρθρου 224 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ που προβλέπει φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, οπότε και είναι εφαρμοστέα ως προς αυτή , χωρίς, όμως την επιβολή και της αθροιστικά προβλεπόμενης χρηματικής ποινής, η οποία δεν προβλεπόταν στον προισχύσαντα ΠΚ.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 362 εδ. α’ του προισχύσαντος αλλά και του ισχύοντος Π.Κ., “όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή”, ενώ κατά το άρθρο 363 εδ. α’ των ανωτέρω Κωδίκων, “αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, ως προς τα αντικειμενικά του στοιχεία, θα πρέπει η διάδοση ή ο ισχυρισμός του ψευδούς γεγονότος αφενός να επισυμβεί ενώπιον τρίτου προσώπου, αφετέρου να είναι πρόσφορος να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις (“τρίτος” και “δυνατότητα βλάβης της τιμής και υπόληψης”) μπορεί να συνδέονται υπό την έννοια ότι ένα γεγονός, που αντικειμενικά μπορεί να βλάψει την τιμή και υπόληψη του παθόντος, να μην είναι δυνατόν να προκαλέσει τη βλαπτική του ενέργεια όταν ανακοινώνεται ενώπιον προσώπων που έχουν κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα ή όταν η ανακοίνωση γίνεται υπό ορισμένες περιστάσεις. Η προσφορότητα κρίνεται από τον τόπο, χρόνο, το είδος του γεγονότος, από τον τρίτο ή τρίτους ενώπιον των οποίων διαδίδεται και γενικά από τις περιστάσεις. Ως προς την έννοια του ‘τρίτου’ έχουν διατυπωθεί στη νομολογία δυο απόψεις α. ότι τρίτος είναι κάθε φυσικό πρόσωπο ή αρχή που λαμβάνει γνώση των φερόμενων συκοφαντικών ισχυρισμών όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς οι αστυνομικοί κλπ , ενόψει μάλιστα και του ότι και από την γραμματική ακόμη διατύπωση του κειμένου των διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 362-363 συνάγεται ευθέως ότι “τρίτος” είναι κάθε πρόσωπο , όπως και τα ανωτέρω , αφού δεν γίνεται σ’ αυτές οποιαδήποτε εξαίρεση ή διάκριση για τα όργανα που είναι κατά το νόμο αρμόδια να παραλαμβάνουν μηνύσεις, καταθέσεις, αναφορές κλπ. [ ΑΠ 841/2019, ΑΠ 1013/2018, ΑΠ 1777/2017, ΑΠ 611/2015 ΤΝΠ Νόμος] και β Ότι τα δικαστικά πρόσωπα (δικαστές, εισαγγελείς) που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως όταν καλούνται να αποφανθούν σχετικά με αυτό το ίδιο το δυσφημιστικό γεγονός, δεν είναι εξ αυτού και μόνο του λόγου τρίτοι, ούτε εξ αυτού και μόνο μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής. Τα δικαστικά πρόσωπα διατυπώνουν μόνο τη δικανική τους κρίση ως προς τη βασιμότητα των ερευνητέων γεγονότων, ακολουθώντας τους κανόνες απόδειξης είτε της πολιτικής είτε της ποινικής δικονομίας. Η διατύπωση της κρίσης τους είναι το αποτέλεσμα της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και είναι υποχρεωτική εκ του καθήκοντος τους, αφού καλούνται να διαμορφώσουν μια έννομη σχέση ή να αποδώσουν ποινική ευθύνη, ως όργανα πολιτείας και στο όνομα του ελληνικού λαού και η όποια κρίση τους δεν μπορεί να περιέχει προσωπικές κρίσεις ή εκτιμήσεις για την τιμή και υπόληψη κάποιου προσώπου. Το αυτό ισχύει αναλογικά και για τα λοιπά πρόσωπα που συμπράττουν στην ποινική δίκη, όπως ο δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, χωρίς επιπλέον να προκύπτει ότι τα πρόσωπα αυτά λαμβάνουν γνώση περιεχομένου των δικογράφων πλην των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης, καθόσον ο εισαγγελέας, ο πταισματοδίκης και ο δικαστικός γραμματέας είναι θεσμικά εξουσιοδοτημένα όργανα να λαμβάνουν γνώση των δικογράφων, καταγγελιών, μηνύσεων και στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων ερευνούν τη βασιμότητα των αναφερομένων – καταγγελλομένων σ’ αυτά ή καταγίνονται με τη διεκπεραίωση των υποθέσεων, χωρίς να προβαίνουν σε ίδια κατά την προσωπική τους άποψη (αρνητική) εκτίμηση αυτών, όπως κάθε τρίτο πρόσωπο. [ΑΠ 641/2019, ΑΠ 487/2019, Διατ.ΕισΕΦ.ΑΘ 185/2018, ΤΝΠ Νόμος]

Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ορθότερη είναι η Δευτέρα άποψη περί του ότι, τα δικαστικά αυτά πρόσωπα, χωρίς τη συνδρομή ιδιαίτερων άλλων περιστάσεων που δικαιολογούν την προσφορότητα της προσβολής της τιμής και υπόληψης του εγκαλούντος , δεν είναι τρίτοι με την έννοια που προαναφέρθηκε

Στην προκειμένη περίπτωση από την χωρίς όρκο κατάθεση του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας, από τις με όρκο δοθείσες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που περιέχονται στα πρακτικά, από την ανάγνωση των πρακτικών της εκκαλουμένης, από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και από όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχθηκε ότι Ο εγκαλών ….. ….. παρείχε από το έτος 1999 την εργασία του ως ηλεκτρολόγος στην εδρεύουσα στη …. Αττικής [ οδός …. αρ …] ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ‘….’ και το διακριτικό τίτλο ‘…..’ , η οποία είχε αντικείμενο εργασιών τη βιομηχανική παραγωγή ηλεκτρικών πινάκων διανομής και ηλεκτρονικών αυτοματισμών. Από το Νοέμβριο του έτους 2011 η ανωτέρω εταιρεία άρχισε να καταβάλει εκπρόθεσμα και τμηματικά τις μηνιαίες αποδοχές στον εγκαλούντα-εργαζόμενό της, ο οποίος με την επιδοθείσα σ’ αυτήν από 13.2.2013 εξώδικη διαμαρτυρία του , άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας , το οποίο διέκοψε στις 30.4.2013, μετά από εξώδικη με την εργοδότριά του ρύθμιση της διαφοράς, πλήν, όμως, και επειδή δεν τηρήθηκαν οι όροι αυτής, άσκησε στις 8.5.2013 εκ νέου το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, και εν τέλει στις 8.7.2013 η εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας , χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης , υποβάλλοντας συγχρόνως κατ’ αυτού στην ιδία ημεροχρονολογία [8.7.2013] έγκληση για την τέλεση της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης [ όπως το περιεχόμενο αυτής ακολούθως θα αναφερθεί] . Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας ήταν ο πατέρας της κατηγορουμένης …. …. και Αντιπρόεδρος αυτής η κατηγορουμένη, η οποία, όμως,- λόγω προβλημάτων υγείας του πρώτου, που εν τέλει απεβίωσε το 2014,- από τον Μάρτιο του έτους 2012 και μετέπειτα είχε πρωτεύοντα ρόλο στη διοίκηση της εταιρείας, ασκώντας κατ’ ουσίαν όλες τις διαχειριστικές πράξεις αυτής, εκπροσωπώντάς την ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών και δικαστικών αρχών, υπογράφοντας τους ισολογισμούς και τις βεβαιώσεις αποδοχών των εργαζομένων. Υπό την ανωτέρω ιδιότητά της και ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας ‘…..’, η κατηγορουμένη στις 8.7.2013 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών την από 5.7.2013 έγκλησή της [Α.Β.Μ Α2013/…..] κατά του νυν εγκαλούντος …. …. και λοιπών εργαζομένων σ’ αυτή , για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης της εταιρείας , στην οποία ανέφερε ότι ‘ «Oι μηνυόμενοι (ενν. και ο ….. ….. του …..) αποτελούν μία ομάδα εργαζομένων της επιχείρησης, η οποία αντί να είναι αρωγός της προσπάθειας αυτής προβαίνει σε δυσφημιστική εκστρατεία. κατά της επιχείρησης, μέσω της διάδοσης δυσφημιστικών σχολίων εντός τον χώρου εργασίας της εταιρείας μας αλλά. και ενώπιον τρίτων. Ειδικότερα, οι ως άνω μηνυόμενοι από την Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013 και εφεξής προσπαθούν να «ξεσηκώσουν» τους λοιπούς εργαζόμενους της εταιρείας μας, προκειμένου να απέχουν από τα καθήκοντα τους, διαδίδοντας ψευδώς ενώπιον των λοιπών εργαζομένων αλλά και ενώπιον τρίτων, άγνωστων σε εμάς, ότι η εταιρεία μας έχει ουσιαστικά καταστραφεί, ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι μας δεν είναι ικανοί να αποπληρώσουν τα χρέη τους, ότι η εταιρεία δεν πρόκειται να ανακάμψει και ότι κάθε δικαστική προσπάθεια που κάνουμε, για την επιβίωση και ανάκαμψη της εταιρείας μας είναι άσκοπη. Οι ίδιοι ως άνω μηνυόμενοι διαδίδουν ενώπιον των λοιπών εργαζομένων της εταιρείας μας αλλά. και ενώπιον τρίτων ότι η εταιρεία μας ουσιαστικά, έχει «νεκρώσει» και ότι λόγω των χρεών της προς τρίτους το μόνο βέβαιο, κατά τα ψευδώς ισχυριζόμενα από τους ίδιους, είναι ότι η εταιρεία θα κλείσει άμεσα και μάλιστα με βίαιο για τους εκπροσώπους μας τρόπο. Είναι σαφές ότι η ύπαρξη προβλημάτων της επιχείρησης δεν νομιμοποιεί κανέναν να προβαίνει σε ατιμωτικούς χαρακτηρισμούς και σε διάπραξη ποινικών αδικημάτων σε βάρος της εταιρείας μας αλλά και σε βάρος των εκπροσώπων της […] Παραβιάζονται προσωπικά δεδομένα εκπροσώπων μας, επαγγελματικά απόρρητα της επιχείρησης και διαπράττονται ποινικά αδικήματα καλούμε εσάς, κ. Εισαγγελέα, να παρέμβετε άμεσα, εφαρμόζοντας την αυτόφωρη διαδικασία, σε βάρος των δραστών, οι οποίοι έχουν το Θράσος να λοιδορούν την επιχείρηση και τους εκπροσώπους της […] τα γεγονότα που ισχυρίζονται και διαδίδουν οι μηνυόμενοι ενώπιον των λοιπών εργαζομένων της εταιρείας μας αλλά και ενώπιον τρίτων, αγνώστων σε εμάς, βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη της εταιρείας μας. Επειδή τα εν λόγω γεγονότα είναι ψευδή και οι μηνυόμενοι τα ισχυρίζονται και τα διαδίδουν εν γνώσει την αναλήθειας τους […] Επειδή οι μηνυόμενοι έχουν δόλιο, προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση τους ότι τα ισχυριζόμενα. και διαδιδόμενα γεγονότα είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εταιρίας μας και θέληση να ισχυρισθούν και να διαδώσουν αυτά τα βλαπτικά γεγονότα…»

Από το σύνολο των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο νυν εγκαλών διέδωσε ή ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων τα αναφερόμενα στην ανωτέρω έγκληση της νυν κατηγορουμένης για λογαριασμό της εταιρείας ‘…….’ γεγονότα . Εξάλλου η έγκληση αυτή με την από 3.8.2014 με αριθμό Ε.Γ. …… διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών απορρίφθηκε ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, επειδή τα καταγγελλόμενα τύγχαναν εντελώς αναπόδεικτα και δεν προέκυψαν καθόλου ενδείξεις για την άσκηση της ποινικής δίωξης. Η κατηγορουμένη υπέβαλε την κατά του νυν εγκαλούντος έγκληση , τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας του περιεχομένου της , ως έχουσα λόγω της ιδιότητάς της ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας ‘…..’ ιδία προσωπική πεποίθηση και αντίληψη περί του ψεύδους αυτής, ήτοι ότι ο νυν εγκαλών ουδέποτε ισχυρίστηκε ή διέδωσε ενώπιον τρίτων γεγονότα ικανά να βλάψουν την τιμή ή την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία ‘……’ . Μετά ταύτα η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης, όπως αυτή τυποποιείται στη διάταξη του άρθρου 229 παρ 2 του ισχύοντος ΠΚ, ως ευμενέστερη αυτής του προισχύσαντος ΠΚ, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσης, ενώ ως προς το ύψος της ποινής θα τύχει εφαρμογής [ ως ευμενέστερη για την κατηγορουμένη] η διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 του προισχύσαντος  ΠΚ.

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι στις 7.8.2013 η κατηγορουμένη- μέτοχος , Αντιπρόεδρος του ΔΣ της εταιρείας με το διακριτικό τίτλο ‘…..’ και εν τοις πράγμασι ασκούσης τη διαχείριση αυτής συνέστησε με την υπ’ αρ …./7.8.2013 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών …. ….. μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ‘…..’ με το διακριτικό τίτλο ‘…..’. Η τελευταία αυτή εταιρεία είχε ακριβώς τον ίδιο καταστατικό σκοπό με την εταιρεία ‘…..’ , η οποία της μεταβίβασε το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού της , είχε ακριβώς το ίδιο αντικείμενο εργασιών, ασκούσε ακριβώς την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα, απασχολούσε σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού αυτής και λειτουργούσε στις ίδιες με αυτήν κτιριακές εγκαταστάσεις στη …. Αττικής [ οδός …. αρ …] , χρησιμοποιούσε μάλιστα τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό και αριθμό τηλεομοιοτυπίας, συνέχιζε την εκτέλεση των εκκρεμών συμβάσεων αυτής, βασιζόμενη στην πολυετή τεχνογνωσία και στο πλούσιο πελατολόγιο αυτής. Υπό τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για κατά τις διατάξεις του πδ 178/2002 μεταβίβαση επιχείρησης από την ‘…..’ στην ‘…..’ , η οποία ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης επιχείρησης , η ταυτότητα της οποίας δεν μεταβλήθηκε , και συνεχίστηκε η ιδία επιχείρηση ως οικονομική μονάδα, υπό το νέο φορέα, με διάφορο, όμως, πλέον, τίτλο και μορφή. (ΟλΑΠ 5/1994, ΕλλΔνη 1994.1252, ΑΠ 1147/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1319/2015, ΤΝΠ Νόμος).

Ενόψει των ανωτέρω ο νυν εγκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών] την με αριθμό κατάθεσης …/…/2014 αγωγή κατά των εταιρειών με τους διακριτικούς τίτλους ‘….. και ‘…..’ αιτούμενος όπως αναγνωρισθεί α. η ακυρότητα της από 11.7.2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της ‘…..’, β. ότι συνδέεται με την εταιρεία ‘…..’ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της και γ. να υποχρεωθεί η ‘…..’ εις ολόκληρον με την ‘…..’ να του καταβάλουν δεδουλευμένες αποδοχές του αναφερόμενου σ’ αυτή χρονικού διαστήματος. Η ανωτέρω αγωγή συζητήθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του ανωτέρω Δικαστηρίου στη δικάσιμο της 28.4.2015, κατά την οποία εξετάστηκε ως μάρτυρας η νυν κατηγορουμένη , με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας ‘…..’, κατέθεσε ότι’ <… Τι σχέση έχουν οι δύο εταιρίες η …. και η ….: Δεν έχουν καμία, σχέση. Η …. είναι του πατέρα μου η εταιρεία. […] – Συμμετείχατε προηγουμένως στην …. με οποιαδήποτε ιδιότητα: Προηγουμένως ήμουν στην …. υπάλληλος. – Συμμετείχατε στο ΔΣ: Ήμουν μέλος αλλά δεν είχα κάποια… […] Δεν έχει καμία σχέση η …. με την …. […] Ανάρτησαν στο διαδίκτυο όταν η εταιρία αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά, οικονομικά προβλήματα δυσφημιστικά μηνύματα για τον ίδιο και την εταιρία του, τα οποία έφεραν σε ακόμα πιο δύσκολη θέση την εταιρία ….. – Εσείς τα είδατε τα μηνύματα: Βεβαίως. Τα είχα δει. […] Η …. έχει ένα συγκεκριμένο χώρο σε ένα σημείο και η …. στεγάζεται κάπου αλλού […] Έχουν τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό ή διαφορετικό: Όχι. Η …. έχει τους δικούς της τηλεφωνικούς αριθμούς. – Το πελατολόγιο της …. έχει καμία σχέση με το πελατολόγιο της ….: Καμία σχέση […]- Εσείς δεν είχατε ποτέ πραγματική δραστηριότητα διοίκησης στην εταιρία; Ποτέ […] – Έχει πάρει καμία δουλειά η δεύτερη την οποία είχε αρχίσει η πρώτη; Όταν λέω καμία σχέση εννοώ καμία, σχέση. Καμία δουλειά καμία σχέση’ . Τα ανωτέρω κατατιθέμενα στοιχεία , που είχαν άμεση σχέση με την εκδικαζόμενη στο ανωτέρω δικαστήριο υπόθεση, ήταν, όπως προαναφέρθηκε ψευδή , και η νυν κατηγορουμένη είχε ιδία γνώση περί της αναλήθειας αυτών, διότι υπό την ιδιότητα της εν τοις πράγμασι ασκούσης τη διαχείριση της εταιρείας ‘….’ προέβη στη μεταβίβαση της επιχείρησής αυτής προς τη συσταθείσα από αυτήν μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρεία με το διακριτικό τίτλο ‘….’, της οποίας ήταν νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια . Τα ανωτέρω δε αναφερόμενα ψευδή γεγονότα εν γνώσει της αναλήθειας τους στην προαναφερθείσα κατάθεση της νυν κατηγορουμένης , που αυτή ισχυρίστηκε στις 28.4.2015 ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εις επήκοον δηλ απροσδιορίστου ταυτότητας και αριθμού τρίτων προσώπων [ πλην των δικαστών και γραμματέων] , όπως ενώπιον των διαδίκων και των μαρτύρων σε άλλες υποθέσεις, που ανέμεναν την μετέπειτα εκδίκαση αυτών, ήταν πρόσφορα να προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη του νυν εγκαλούντος . Μετά ταύτα η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της συκοφαντικής δυσφήμισης κατά την ανωτέρω μόνο μερικότερη πράξη κατ’ άρθρο 363 του προισχύσαντος ΠΚ, [ όπως η νομοτυπική μορφή της πράξης αυτής κατ’ όμοιο με αυτή περιεχόμενο τυποποιείται στο άρθρο 363 του ισχύοντος ΠΚ] , με την επισήμανση , ότι ως προς το ύψος της ποινής θα τύχει επίσης εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 363 του προισχύσαντος ΠΚ, ως ευμενέστερη αυτής του ισχύοντος ΠΚ και τούτο διότι με αυτήν προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών [ ίδιο κατώτατο όριο ποινής ορίζεται και στον ισχύοντα ΠΚ] και παρέχεται στο δικαστήριο δυνητικά όπως επιβάλει και χρηματική ποινή, ενώ με τον ισχύοντα ΠΚ προβλέπεται ως υποχρεωτική η επιβολή και της χρηματικής ποινής.

Η κατηγορουμένη με την κατάθεση δυο δικογράφων και δη στις 24.4.2015 με τις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προτάσεις της , και στις 21.7.2015 με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της με αρ …/…/2015 αίτησης αναστολής κατά της με αριθμό 1546/2015 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, αναγράφει ψευδή για τον νυν εγκαλούντα πραγματικά περιστατικά εν γνώσει της αναληθείας τους. Πλην, όμως , ο ισχυρισμός αυτών ενώπιον των δικαστών και των γραμματέων δεν θεμελιώνει, κατά τα αναγραφόμενα στην νομική σκέψη της παρούσης , την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και τούτο διότι τόσο οι δικαστές που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως όταν καλούνται να αποφανθούν σχετικά με αυτό το ίδιο το δυσφημιστικό γεγονός, , όσο και οι δικαστικοί γραμματείς , οι οποίοι συμπράττουν στη διαδικασία καταχώρησης των ανωτέρω δικογράφων χωρίς επιπλέον να προκύπτει ότι τα πρόσωπα αυτά λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου τους πλην των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης, δεν είναι εξ αυτού και μόνο του λόγου τρίτοι, ούτε εξ αυτού και μόνο μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής. Μετά ταύτα ως προς τις λοιπές δυο μερικότερες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης που φέρονται τελεσθείσες σε βάρος του νυν εγκαλούντος στις 24.4.2015 και στις 21.7.2015 με την κατάθεση των ανωτέρω δικογράφων , η κατηγορουμένη, πρέπει, να κηρυχθεί αθώα αυτών.

Τέλος και ως προς την πρώτη μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης που φέρεται τελεσθείσα στις 8.7.2013, πρέπει , κατ’ άρθρο 386 εδ γ του ισχύοντος ΚΠΔ, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω της υποβολής της απαιτούμενης κατ’ άρθρο 368 ΠΚ έγκλησης στις 24.7.2015, ήτοι μετά την πάροδο της κατ’ άρθρο 114 ΠΚ τρίμηνης προθεσμίας από την ημέρα που ο νυν εγκαλών έμαθε για την τέλεση της πράξης και για το δράστη της, στις 8.7.2013 όταν έλαβε γνώση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του , στην οποία αναφέρεται ότι δεν καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης γιατί διέπραξε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης κατά της εταιρείας .

Επίσης από τα ανωτέρω που αφορούν α. στα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 28.4.2015 κατατιθέμενα από την κατηγορουμένη ως μάρτυρα, ψευδή στοιχεία περί της ύπαρξης δυο διαφορετικών εταιρειών, των οποίων είχε πλήρη γνώσει της αναληθείας τους και β. στο ψευδές του περιεχομένου της από 5.7.2015 έγκλησης της κατηγορουμένης κατά του νυν εγκαλούντος , όταν αυτή εν γνώσει της αναληθείας της κατέθεσε στις 8.7.2013 ως μάρτυρας ενώπιον της αρμόδιας προς εξέταση αρχής και δη ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών,

Πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της ψευδούς κατάθεσης κατ’ άρθρο 224 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσης, την οποία τέλεσε κατ’ εξακολούθηση , ήτοι στις 8,7,2013 και στις 28.4.2015 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού [ προαναφερόμενου ] εγκλήματος,.

Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη στις 28.4.2015 έχοντας αποφασίσει να τελέσει το πλημμέλημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ήτοι με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος και να βλάψει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, άρχισε κατά την έννοια του άρθρου 42 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ, που κατ’ άρθρο 2 του ΠΚ είναι ευμενέστερη της διάταξης του άρθρου 42 του προισχύσαντος ΠΚ – που απαιτούσε την επιχείρηση πράξης που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης – , πλην, όμως, το αποτέλεσμα της πράξης της δεν επήλθε, όχι από δική της βούληση, αλλά από αίτια εξωτερικά. Ειδικότερα άρχισε να τελεί την πράξη της απάτης επί Δικαστηρίου , διότι κατέθεσε με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία ‘….’ έγγραφες προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση της κατά της ανωτέρω εταιρείας και της ‘….’ με αρ κατ …/…/2014 αγωγής του νυν εγκαλούντος, όπου ισχυρίστηκε ψευδώς ότι οι ανωτέρω δυο εταιρείες δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους , δεν λειτουργούν στον ίδιο χώρο, δεν έχουν το ίδιο πελατολόγιο, και ότι ουδέποτε επήλθε μεταβίβαση επιχείρησης, και ακολούθως προς υποστήριξη των, όπως σε άλλο σημείο της παρούσης αναφέρθηκε , εν γνώσει των ανωτέρω ψευδών γεγονότων σαν αληθινών , η ιδία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως νόμιμος εκπρόσωπος της ‘…..’ , ώστε να πείσει τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκαζε την ανωτέρω υπόθεση και με σκοπό να εκδοθεί επωφελής υπέρ των δυο εταιρειών απόφαση , και προς βλάβη του νυν εγκαλούντος , ποσού 45.888,52 ευρώ , και το οποίο είναι ισόποσο με το αιτούμενο από τον νυν εγκαλούντα δια της ανωτέρω αγωγής. Πλην, όμως , η ανωτέρω απατηλή συμπεριφορά της κατηγορουμένης, για την οποία υπάρχει η κατ’ άρθρο 405 του ισχύοντος ΠΚ από 24.7.2015 έγκληση , δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική της βούληση, αλλά διότι ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την έκδοση της υπ ‘ αρ 1546/2015 απόφασης έκανε δεκτή τη με αριθμό …/…/2014 αγωγή του εγκαλούντος …. …. . Μετά ταύτα η κατηγορουμένη, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχη της ανωτέρω πράξης της απόπειρας απάτης επί Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 386 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ , η οποία κατ’ άρθρο 2 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ είναι ευμενέστερη αυτής του άρθρου 386 παρ1 εδ β του προισχύσαντος ΠΚ, τόσο ως προς την νομοτυπική της μορφή ως προς το βασικό αδίκημα της απάτης , λόγω του ανέγκλητου της πράξης της απάτης ιδιαιτέρα μεγάλης αξίας [ που υπήρχε στη διάταξη του άρθρου 386 παρ 1 εδ β του προισχύσαντος ΠΚ] και ως προς την ποινή φυλάκισης , και τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 386 παρ1 του ισχύοντος ΠΚ προβλέπει ως τιμωρία ποινή φυλάκισης, ενώ η αντίστοιχη του προισχύσαντος ΠΚ ως προς το βασικό αδίκημα της απάτης προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, και χωρίς να επιβληθεί και η αθροιστικά με την ποινή φυλάκισης προβλεπόμενη από τον ισχύοντα ΠΚ χρηματική ποινή , η οποία δεν προβλέπονταν υπό τον προισχύσαντα Π Κ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με απούσα, θεωρούμενη παρούσα την εκπροσωπούμενη από συνήγορο, ( Νικόλαο Αγαπηνό), την κατηγορουμένη με τα παρακάτω στοιχεία:

Επώνυμο: …. Όνομα: …., Όνομα Πατρός: …. Όνομα Μητρός: ….,Α.Δ.Τ.: …. – ΤΑ …. ΑΤΤΙΚΗΣ Γεννηθείσα: …/…/… Τόπος Γέννησης: …. ΑΤΤΙΚΗΣ Κάτοικος: …. …, …. ΑΤΤΙΚΗΣ

Δέχεται τυπικά την έφεσή του με αριθμό …. και χρονολογία 9/11/2018 κατά της απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με αριθμό 3415/2018 ΣΤΤ.

Κηρύσσει την κατηγορούμενη ένοχη του ότι:

Στην ΑΘΗΝΑ στους ακόλουθους χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα αδικήματα, που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή (φυλάκιση), ειδικότερα δε:

1) Στις 08/07/2013 εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της Αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία «….» καταμήνυσε το νυν εγκαλούντα …. …. του …. για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, καταθέτοντας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 5-7-2013 μήνυση, στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε ψευδώς τα ακόλουθα: «Οι μηνυόμενοι (ενν. και ο …. …. του ….) αποτελούν μία ομάδα εργαζομένων της επιχείρησης, η οποία αντί να είναι αρωγός της προσπάθειας αυτής προβαίνει σε δυσφημιστική εκστρατεία. κατά της επιχείρησης, μέσω της διάδοσης δυσφημιστικών σχολίων εντός τον χώρου εργασίας της εταιρείας μας αλλά και ενώπιον τρίτων. Ειδικότερα, οι ως άνω μηνυόμενοι από την Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013 και εφεξής προσπαθούν να «ξεσηκώσουν» τους λοιπούς εργαζόμενους της εταιρείας μας, προκειμένου να απέχουν από τα καθήκοντα τους, διαδίδοντας ψευδώς ενώπιον των λοιπών εργαζομένων αλλά και ενώπιον τρίτων, άγνωστων σε εμάς, ότι η εταιρεία μας έχει ουσιαστικά καταστραφεί, ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι μας δεν είναι ικανοί να αποπληρώσουν τα χρέη τους, ότι η εταιρεία δεν πρόκειται να ανακάμψει και ότι κάθε δικαστική προσπάθεια που κάνουμε, για την επιβίωση και ανάκαμψη της εταιρείας μας είναι άσκοπη. Οι ίδιοι ως άνω μηνυόμενοι διαδίδουν ενώπιον των λοιπών εργαζομένων της εταιρείας μας αλλά και ενώπιον τρίτων ότι η εταιρεία μας ουσιαστικά, έχει «νεκρώσει» και ότι λόγω των χρεών της προς τρίτους το μόνο βέβαιο, κατά τα ψευδώς ισχυριζόμενα από τους ίδιους, είναι ότι η εταιρεία θα κλείσει άμεσα και μάλιστα με βίαιο για τους εκπροσώπους μας τρόπο. Είναι σαφές ότι η ύπαρξη προβλημάτων της επιχείρησης δεν νομιμοποιεί κανέναν να προβαίνει σε ατιμωτικούς χαρακτηρισμούς και σε διάπραξη ποινικών αδικημάτων σε βάρος της εταιρείας μας αλλά και σε βάρος των εκπροσώπων της […] Παραβιάζονται προσωπικά δεδομένα εκπροσώπων μας, επαγγελματικά απόρρητα της επιχείρησης και διαπράττονται ποινικά αδικήματα καλούμε εσάς, κ. Εισαγγελέα, να παρέμβετε άμεσα, εφαρμόζοντας την αυτόφωρη διαδικασία, σε βάρος των δραστών, οι οποίοι έχουν το Θράσος να λοιδορούν την επιχείρηση και τους εκπροσώπους της […] τα γεγονότα που ισχυρίζονται και διαδίδουν οι μηνυόμενοι ενώπιον των λοιπών εργαζομένων της εταιρείας μας αλλά και ενώπιον τρίτων, αγνώστων σε εμάς, βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη της εταιρείας μας. Επειδή τα εν λόγω γεγονότα είναι ψευδή και οι μηνυόμενοι τα ισχυρίζονται και τα διαδίδουν εν γνώσει την αναλήθειας τους […] Επειδή οι μηνυόμενοι έχουν δόλιο, προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση τους ότι τα ισχυριζόμενα. και διαδιδόμενα γεγονότα είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εταιρίας μας και θέληση να ισχυρισθούν και να διαδώσουν αυτά τα βλαπτικά γεγονότα …», ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, είναι πως ουδέποτε ο εγκαλών …. …. του …. ισχυρίστηκε ή διέδωσε τα ανωτέρω γεγονότα που ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή ή την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία της κατηγορουμένης.

2) Στην Αθήνα στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας σε δικαστήριο αλλά και ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση , εν γνώσει της κατέθεσε ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή .

Α. Στις 28/04/2015, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί τέτοια εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο κατά την ανωτέρω συνεδρίαση εκδίκασε τη με αριθμό …/…/2014 αγωγή του …. …. του …. κατά των εταιρειών: 1) «….» και 2) «…» -κατέθεσε εν γνώσει για την κρινόμενη υπόθεση ψευδώς, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: <·… Τι σχέση έχουν οι δύο εταιρίες η …. και η ….: Δεν έχουν καμία, σχέση. Η …. είναι του πατέρα μου η εταιρεία. […] – Συμμετείχατε προηγουμένου στην …. με οποιαδήποτε ιδιότητα: Προηγουμένως ήμουν στην …. υπάλληλος. – Συμμετείχατε στο ΔΣ: Ήμουν μέλος αλλά δεν είχα κάποια… […] Δεν έχει καμία σχέση η …. με την …. […] Ανάρτησαν στο διαδίκτυο όταν η εταιρία αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά, οικονομικά προβλήματα δυσφημιστικά μηνύματα για τον ίδιο και την εταιρία του, τα οποία έφεραν σε ακόμα πιο δύσκολη θέση την εταιρία ….. – Εσείς τα είδατε τα μηνύματα: Βεβαίως. Τα είχα δει. […] Η …. έχει ένα συγκεκριμένο χώρο σε ένα σημείο και η …. στεγάζεται κάπου αλλού […] Έχουν τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό ή διαφορετικό: Όχι. Η …. έχει τους δικούς της τηλεφωνικούς αριθμούς. – Το πελατολόγιο της …. έχει καμία σχέση με το πελατολόγιο της ….: Καμία σχέση […]- Εσείς δεν είχατε ποτέ πραγματική δραστηριότητα διοίκησης στην εταιρία; Ποτέ […] – Έχει πάρει καμία δουλειά η δεύτερη την οποία είχε αρχίσει η πρώτη; Όταν λέω καμία σχέση εννοώ καμία, σχέση. Καμία δουλειά καμία σχέση», ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, είναι ότι οι δύο εταιρίες έχουν άμεση σχέση, ότι η ίδια συμμετείχε ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ. στην «….», ότι ουδέποτε ο …. …. του …. συκοφάντησε οποιονδήποτε, ότι οι δύο εταιρίες στεγάζονται στον ίδιο χώρο, ότι έχουν τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό, ότι τα πελατολόγια τους είναι κοινά, ότι η ίδια ασκούσε πραγματική διοίκηση στην «….» και ότι η νέα εταιρία ανέλαβε εκκρεμείς συμβάσεις της προηγούμενης’ , ενώ η αλήθεια ήταν ότι οι δυο εταιρείες στεγάζονται στον ίδιο χώρο, ότι έχουν τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό, ότι τα πελατολόγιά τους είναι κοινά, ότι η ιδία ασκούσε πραγματική διοίκηση στην ‘…..’ και ότι η νέα εταιρεία …. ανέλαβε εκκρεμείς συμβάσεις της προηγούμενης .

Β Στις 08/07/2013, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο βεβαίωσε ενόρκως ως αληθές ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών το υπό στοιχ. 1 της παρούσης περιεχόμενο της από 5-7-2013 μήνυσης της, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, είναι πως ουδέποτε ο εγκαλών …. …. του …. ισχυρίστηκε ή διέδωσε γεγονότα ικανά να βλάψουν την τιμή ή την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία της κατηγορουμένης.

3. Στις 28-4-2015 ισχυρίσθηκε καταθέτοντας ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τον νυν εγκαλούντα …. …. του …. τα ανωτέρω_υπό στοιχ. 2Β του παρόντος αναφερόμενα ψευδή γεγονότα, τα οποία περιήλθαν σε γνώση απροσδιορίστου αριθμού τρίτων προσώπων που ήταν διάδικοι ή μάρτυρες σε άλλες εκδικαζόμενες υποθέσεις ., γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος …. …. του …., καθώς ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξίας

4) Στις 28-4-2015 έχοντας αποφασίσει να τελέσει το πλημμέλημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ήτοι με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος και να βλάψει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης, πλην όμως το αποτέλεσμα της πράξης της (παράνομο περιουσιακό όφελος και βλάβη ξένης περιουσίας) δεν επήλθε, όχι από δική της βούληση, αλλά από αίτια εξωτερικά και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο υπό την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου των εναγομένων εταιρειών: 1) «….» και 2) «….», κατόπιν της με αριθμό …./…./2014 αγωγής του εγκαλούντος …. …. του …. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο στις 28-4-2015 συνεδρίασε, συζήτησε και. εκδίκασε την ως άνω αγωγή, παρέστησε ψευδώς τα ανωτέρω υπό στοιχ. 2Α κατατιθέμενα από την ιδία γεγονότα ,’ ενώ η αλήθεια είναι ότι οι δύο εταιρίες έχουν άμεση σχέση, ότι η ίδια συμμετείχε ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ. στην «….», ότι ουδέποτε ο …. …. του …. συκοφάντησε οποιονδήποτε, ότι οι δύο εταιρίες στεγάζονται στον ίδιο χώρο, ότι έχουν τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό, ότι τα πελατολόγια τους είναι κοινά, ότι η ίδια ασκούσε πραγματική διοίκηση στην «….» και ότι η νέα εταιρία ανέλαβε εκκρεμείς συμβάσεις της προηγούμενης, πλην, όμως, το αποτέλεσμα της πράξης της δεν επήλθε όχι από δική της βούληση, αλλά από αίτια εξωτερικά και συγκεκριμένα διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ1 αριθμ. 1546/2015 Απόφαση έκανε δεκτή τη με αριθμό …/…/2014 αγωγή του εγκαλούντος …. …. του …. και υποχρέωσε τις εναγόμενες εταιρείες να καταβάλλουν στον …. …. του …. το ποσό των 47.888,52 Ευρώ.

Π.Ο.Π.Δίωξη: στις 8-7-2013 ισχυρίσθηκε ψευδώς ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για τον νυν εγκαλούντα …. …. του …. τα ανωτέρω υπό στοιχ.1) του παρόντος αναφερόμενα ψευδή γεγονότα, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τρίτων γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος …. …. του …., καθώς ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξίας.

Κηρύσσει την κατηγορούμενη αθώα του ότι:

α) στις 28-4-2015 με τις από 28-4-2015 προτάσεις ενώπιων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε ψευδώς για τον νυν εγκαλούντα …. …. του …., μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «… ο αντίδικος (ενν. τον …. …. του ….) μαζί με μία ομάδα εργαζομένων της επιχείρησης, αντί να. είναι αρωγός της προσπάθειας αυτής, προβαίνει σε δυσφημιστική εκστρατεία κατά της επιχείρησης, με αναρτήσεις δυσφημιστικών σχολίων σε διαδικτυακούς χώρους. Είναι σαφές ότι η ύπαρξη προβλημάτων της επιχείρησης δεν νομιμοποιεί κανέναν να προβαίνει σε ατιμωτικούς χαρακτηρισμούς και σε διάπραξη ποινικών αδικημάτων σε βάρος του εκπροσώπου της εταιρείας μας και ήδη αποβιώσαντος …. ….. Ο αντίδικος κατέκλυσε το διαδίκτυο με ατιμωτικά σχόλια, που ούτε αληθινά είναι, αλλά και σε κάθε περίπτωση καταδεικνύουν μια εμπάθεια από τη μερίδα αυτή των εργαζομένων, οι οποίοι το μόνο που δεν έχουν ως σκοπό είναι να σταθούν αρωγοί στην επιχείρηση που επί τόσα χρόνια από τη δική της πλευρά ήταν αρωγός στους ίδιους και στις οικογένειες τους. Παραβιάζονται προσωπικά δεδομένα εκπροσώπων μας, επαγγελματικά απόρρητα της επιχείρησης, διέπραξε ο αντίδικος με μερίδα εργαζομένων ποινικά αδικήματα μέσω διαδικτύου, ενώ παράλληλα με θράσος με το ονοματεπώνυμο τους λοιδορούν την επιχείρηση και τους εκπροσώπους της […] η εταιρία μας κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για οικονομική ανάκαμψη […] πλην όμως αυτή μέχρι και σήμερα δεν έχει επιτευχθεί, ανασταλτικός δε παράγοντας υπήρξε και η παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά μέρους των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων ο αντίδικος, οι οποίοι δυσχέραναν με τη συμπεριφορά τους τις εργασίες της εταιρείας μας… […] Η υπό κρίση αγωγή αποτελεί επιδίωξη οφέλους […] είναι απολύτως ψευδής ο ισχυρισμός του αντιδίκου ότι δήθεν στην εταιρία …. μεταφέρθηκε το σύνολο του προσωπικού της …. […] κάθε αντίθετος ισχυρισμός του αντιδίκου είναι πρόδηλα παρελκυστικός αβάσιμος και ολοφάνερα ψευδής και αναπόδεικτος […] όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί του αντιδίκου αποσκοπούν στο να κατασκευάσουν επιχειρήματα που πιστεύει ότι θα δικαιολογήσουν την όποια συμπεριφορά του, η οποία ελέγχεται σε κάθε περίπτωση ως καταχρηστική και έμμεσα εκβιαστική […] Παντελώς αναξιόπιστη η κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντας […] ο οποίος δεν μπόρεσε φυσικά να αποκλείσει τη συμμετοχή του ενάγοντας στην ομάδα αυτή των εργαζομένων της …. που επιδόθηκαν σε έναν αήθη πόλεμο σε βάρος των συμφερόντων του εργοδότη τους με πλήθος υβριστικών σχολίων και χαρακτηρισμών μέσω διαδικτύου […] ο μάρτυρας δήλωσε υποτίθεται άγνοια για τα αναρτημένα συκοφαντικά και άκρως δυσφημιστικά σχόλια στο διαδίκτυο των εργαζομένων της …. σε βάρος του αποβιώσαντος διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας μας […] ο αντίδικος με την λοιπή ομάδα λοιδορούν την επιχείρηση και τους εκπροσώπους της και τον ήδη αποβιώσαντα …. …. […] ο ενάγουν επιχειρεί να κατασκευάσει δολίως εκ του μη όντας εν αν ανύπαρκτο οφειλέτη…», ενώ ι] αλήθεια, Γη οποία γνώριζε, είναι ότι οι δύο εταιρίες έχουν άμεση σχέση και ότι ουδέποτε ο …. …. του …. συκοφάντησε οποιονδήποτε. τα δε ανωτέρω ψευδή γεγονότα, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τουλάχιστον των γραμματέων, δικηγόρων κ.ά.. γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος …. …. του …., καθώς ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξίας και

β) στις 21-7-2015 με την υπ’ αριθμ. …./…./2015 αίτηση αναστολής κατά της με αριθμό 1546/2015 Απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενώπιον Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε ψευδώς για τον νυν εγκαλούντα …. …. του …., μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «… ο αντίδικος μαζί με μία ομάδα,, εργαζομένων της επιχείρησης, αντί να είναι αρωγός της προσπάθειας αυτής, προέβη σε δυσφημιστική εκστρατεία κατά της επιχείρησης, με αναρτήσεις δυσφημιστικών σχολίων σε δια- δικτυακούς χώρους. Είναι σαφές ότι η ύπαρξη προβλημάτων της επιχείρησης δεν νομιμοποιεί κανέναν να προβαίνει σε ατιμωτικούς χαρακτηρισμούς και σε διάπραξη ποινικών αδικημάτων σε βάρος του εκπροσώπου της εταιρείας μας και ήδη αποβιώσαντος …. ….. Ο αντίδικος κατέκλυσε το διαδίκτυο με ατιμωτικά σχόλια, που ούτε αληθινά είναι, αλλά και σε κάθε περίπτωση καταδεικνύουν μια εμπάθεια από τη μερίδα των εργαζομένων, οι οποίοι το μόνο που δεν έχουν ως σκοπό είναι να σταθούν αρωγοί στην επιχείρηση που επί τόσα χρόνια από τη δική της πλευρά ήταν αρωγός στους ίδιους και στις οικογένειες τους. Παραβιάζονται προσωπικό/, δεδομένα εκπροσώπων μας, επαγγελματικά απόρρητα της επιχείρησης, διέπραξε ο αντίδικος με μερίδα εργαζομένων ποινικά αδικήματα, μέσω διαδικτύου, ενώ παράλληλα με θράσος με το ονοματεπώνυμο τους λοιδορούν την επιχείρηση και τους εκπροσώπους της […] η εταιρία μας κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για οικονομική ανάκαμψη […] πλην όμως αυτή μέχρι και σήμερα δεν έχει επιτευχθεί, ανασταλτικός δε παράγοντας υπήρξε και η παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά μέρους των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων ο αντίδικος, οι οποίοι δυσχέραναν με τη συμπεριφορά), τους τις εργασίες της εταιρίας μας… […] Η υπό κρίση αγωγή αποτελεί επιδίωξη οφέλους […] όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί του αντιδίκου αποσκοπούν στο να κατασκευάσουν επιχειρήματα, που πιστεύει ότι θα δικαιολογήσουν την όποια συμπεριφορά του, η οποία ελέγχεται σε κάθε περίπτωση ως καταχρηστική και έμμεσα εκβιαστική […] Παντελώς αναξιόπιστη η κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος […] ο οποίος δεν μπόρεσε φυσικό) να αποκλείσει την συμμετοχή του ενάγοντος στην ομάδα αυτή των εργαζομένων της …. που επιδόθηκαν σε έναν αήθη πόλεμο σε βάρος των συμφερόντων του εργοδότη τους με πλήθος υβριστικών σχολίων και χαρακτηρισμών μέσω διαδικτύου […] ο μάρτυρας δήλωσε υποτίθεται άγνοια για τα αναρτημένα συκοφαντικά και άκρως δυσφημιστικά σχόλια στο διαδίκτυο των εργαζομένων της …. σε βάρος του αποβιώσαντος διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας μας […] ο αντίδικος με την λοιπή ομάδα λοιδορούν την επιχείρηση και τους εκπροσώπους της και τον ήδη αποβιώσαντα …. …. […] ο εν άγων επιχείρησε (και δυστυχώς προσωρινά το επέτυχε) να κατασκευάσει δολίως εκ του μη όντος έναν ανύπαρκτο οφειλέτη…», ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, είναι ότι οι δύο εταιρίες έχουν άμεση σχέση και ότι ουδέποτε ο …. …. του …. συκοφάντησε οποιονδήποτε, τα δε ανωτέρω ψευδή γεγονότα, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τουλάχιστον των γραμματέων, δικηγόρων κ.ά., γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος …. …. του …., καθώς ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξίας.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε, αμέσως στο ακροατήριό του, σε δημόσια συνεδρίαση.

Αθήνα 14/10/2019

Η Προεδρεύουσα Εφέτης                                                Η Γραμματέας

Μετά την απαγγελία της απόφασης διαβάστηκε το ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης.

Ο συνήγορος της κατηγορουμένης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε να αναγνωριστεί στην κατηγορούμενη το ελαφρυντικό του άρθρου 84παρ.2β’Π.Κ.

Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο πρότεινε να αναγνωρισθεί στην κατ/νη, οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84παρ.2α‘Π.Κ.

Ο συνήγορος της κατηγορουμένης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε να γίνει δεκτό το αίτημα του κατηγορουμένου.

Το Δικαστήριο αποσύρθηκε στο δωμάτιο το προορισμένο για διάσκεψη και αφού διασκέφθηκε μυστικά με παρόντα τη Γραμματέα, κατάρτισε την απόφασή του και όταν επανήλθε στην αίθουσα συνεδριάσεων, με παρόντες την Εισαγγελέα, τη Γραμματέα και όλους τους παράγοντες της δίκης, μέσω της Προέδρου δημοσίευσε, σε δημόσια συνεδρίαση, την ταυτάριθμη με την προηγούμενη απόφασή του, με αριθμό 5232/2019, η οποία είναι η εξής:

Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής κάθε τέτοιας περίστασης (ΑΠ 622/2019 , ΑΠ 931/2007). Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης να γίνεται και προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικό, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Όταν δε προτείνεται ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικού απαιτείται επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διάταξης που το προβλέπει ή η επανάληψη της έκφρασης του νόμου. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. [ΑΠ 160/2019 ΤΝΠ Νόμος] . Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ 2 του κυρωθέντος με το ν 4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 [ άρθρο δεύτερο του ν 4619/2019] μεταξύ άλλων και ι] η υπό στοιχείο α’ που συνίσταται στο ‘ ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα . Κριτήριο επομένως για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικές κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστή δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 του ΚΠΔ. Ενόψει των ανωτέρω η διάταξη αυτή [ 84 παρ 2α] του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ είναι ευμενέστερη και εφαρμοστέα κατ ‘ άρθρο 2 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ, της αντίστοιχης προισχύσασας διάταξης, που όριζε ότι η υπό στοιχείο α’ ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική , οικογενειακή , επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, αφού με τη νέα διάταξη διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της ‘νόμιμης’ ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της έντιμης ζωής, που απαιτούνταν από την προισχύσασα διάταξη και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το Σύνταγμα ‘ απαραβίαστη’ προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου [ΑΠ 1466/2019 αδημ], ιι από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ 2β του ισχύοντος ΠΚ, ήτοι ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη από μη ταπεινά αίτια ή υπό μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης.

Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορουμένη εκπροσωπούμενη δια του συνηγόρου της ζήτησε, να αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπό της οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ 2 β του ΠΚ , ισχυρισμός που είναι απορριπτέος και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, μόνη η επίκληση της διάταξης που προβλέπει το ανωτέρω ελαφρυντικό, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν δεν αρκεί για τη θεμελίωσή του.

Περαιτέρω μετά από πρόταση της Εισαγγελέως και αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου πρέπει να αναγνωρισθεί στην κατηγορουμένη το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ 2α του ισχύοντος ΠΚ, και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε από την ανάγνωση του υπάρχοντος στη δικογραφία ποινικού μητρώου της κατηγορουμένης που είναι μηδενικό, αυτή έζησε έως την τέλεση των ανωτέρω πράξεων σύννομη ζωή .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα του συνηγόρου της, κατηγορουμένης ως προς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84παρ.2β’Π.Κ.

Το Δικαστήριο δέχεται ότι η κατηγορούμενη, μέχρι την τέλεση του ως άνω εγκλήματος έζησε σύννομη ζωή σύμφωνα με το άρθρο 84§2α‘του ΠΚ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε, αμέσως στο ακροατήριό του, σε δημόσια συνεδρίαση.

Αθήνα 14/10/2019

Η Προεδρεύουσα Εφέτης                      Η Γραμματέας

Μετά την απαγγελία της παραπάνω απόφασης..

Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να επιβληθεί στην κατηγορούμενη, που κηρύχθηκε ένοχη, ποινή φυλάκισης έξι (6)μηνών για κάθε μια πράξη (από τις 4) και

επίσης να της επιβληθούν τα έξοδα της δίκης.

Ο συνήγορος της κατηγορουμένης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε να επιβληθεί στην κατηγορούμενη το ελάχιστο όριο των προβλεπόμενων υπό του νόμου ποινών.

Το Δικαστήριο αποσύρθηκε στο δωμάτιο το προορισμένο για διάσκεψη και αφού διασκέφθηκε μυστικά, με παρούσα τη Γραμματέα, κατάρτισε την απόφασή του και όταν επανήλθε στην αίθουσα συνεδριάσεων, με παρόντες τον Εισαγγελέα, τη Γραμματέα και όλους τους παράγοντες της δίκης, μέσω της Προέδρου, δημοσίευσε, σε δημόσια συνεδρίαση, την απόφασή του, με αριθμό 5232/2019 η οποία είναι η εξής:

Επειδή, οι πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορούμενη προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα: 1,2παρ 1, 14, 16,17, 18, 26 , 27παρ 2,, 42 παρ 1α, 76, 94, 98, 229 παρ 1, 224 παρ 1, 386 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ, 362-363 , 229 παρ 1 του προισχύσαντος ΠΚ

Το Δικαστήριο, κατά το άρθρο 79 Π.Κ., “1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι’ αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του. 3. Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4. Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5. Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ’ επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6. Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7. Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία.

Στην προκειμένη περίπτωση για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο εκτίμησε 1. για την μεν βαρύτητα των εγκλημάτων α. τον κίνδυνο της βλάβης που θα μπορούσαν να προκαλέσουν οι πράξεις της κατηγορουμένης στον εγκαλούντα , ήτοι του κινδύνου να ασκηθεί κατ’ αυτού ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης που δεν τέλεσε, και του κινδύνου να απορριφθεί η ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή του , με την οποία διεκδικούσε τα εκ του νόμου οριζόμενα για την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και δη το ποσό των 45.888,52 ευρώ και β όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή τους και δη ότι η κατηγορουμένη προκειμένου να αποφύγει την καταβολή στον νυν εγκαλούντα της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής του στις 8.7.2013, όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας αυτού, την ίδια ημέρα στις 8.7.2013 καταμήνυσε αυτόν ψευδώς για αξιόποινη πράξη , βεβαίωσε το ψευδές περιεχόμενο της κατά του νυν εγκαλούντος μήνυσή της και ακολούθως κατά τη συζήτηση της αγωγής του νυν εγκαλούντος κατέθεσε τα ανωτέρω αναφερόμενα ψευδή στοιχεία, τα οποία ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τον οποίο επιχείρησε να εξαπατήσει προς ίδιον όφελος και με σκοπό να υποστεί βλάβη ο αντίδικος της με την απόρριψη της ανωτέρω αγωγής του 2. Για τη δε βαρύτητα του βαθμού ενοχής της κατηγορουμένης εκτίμησε την ένταση του δόλου της , το αίτιο που τον ώθησε στην πράξη και το οποίο ήταν να αποφύγει να καταβάλλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης στον νυν εγκαλούντα , που αποτελούσε και τον σκοπό των πράξεων που τέλεσε, για τις οποίες ουδόλως μετανόησε, καθώς και τη δυνατότητα και ικανότητα, που είχε , να πράξει άλλως δηλ να καταβάλει στον εγκαλούντα ότι δικαιούνταν από την άκυρη απόλυσή του Μη υπάρχουσας δε οποιασδήποτε άλλης απόδειξης , πέραν των ανωτέρω , για τα λοιπά για την επιμέτρηση της ποινής στοιχεία το Δικαστήριο , κρίνει, ότι πρέπει να καταδικασθεί η κατηγορουμένη σε ποινή φυλάκιση έξι [6] μηνών για κάθε μία από τις τέσσερις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη, ποινή που για κάθε πράξη κρίνεται ότι αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία αυτής.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 582 Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παρ. 1γ του ν. 663/77, όπως αυτό αναπροσαρμόστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5α του Κανονισμού (ΕΚ) 1103/1997 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17-6-1997, το νόμο 2943/12-9-2001 με τα άρθρα 3 και 6 όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 3904/23-12-2010, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της κατηγορουμένης τα έξοδα της παρούσας δίκης, που ανέρχονται σε εξακόσια (600) Ευρώ, (βλ. και υπ’ αρ. 123827/10 Υ.Α Υπουργ. Οικονομικών και Δικ/νης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Καταδικάζει την κατηγορούμενη, που κηρύχθηκε ένοχη, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για κάθε μια πράξη (από τις τέσσερις).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ επίσης την παραπάνω κατηγορούμενη και στα έξοδα της δίκης που ανέρχονται σε εξακόσια ευρώ (€ 600), τα οποία θα εισπραχθούν από αυτόν χωρίς προσωπική του κράτηση.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε, αμέσως στο ακροατήριό του, σε δημόσια συνεδρίαση.

Αθήνα 14/10/2019

Η Προεδρεύουσα Εφέτης                      Η Γραμματέας

Μετά την απαγγελία της παραπάνω απόφασης

Η Εισαγγελέας αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο πρότεινε να επιβληθεί μία συνολική ποινή φυλάκισης στην κατηγορούμενη,δώδεκα (12)μήνες, που αποτελείται από τη βαρύτερη ποινή των έξι (6)μηνών που του επιβλήθηκε παραπάνω από την α’πράξη, αυξημένη από τις συντρέχουσες ποινές κατά δύο (2)μήνες από την ποινή των έξι (6)μηνών, της β’ πράξης, κατά δύο (2)μήνες από την ποινή των έξι (6)μηνών, της γ’ πράξης και κατά δύο (2)μήνες από την ποινή των έξι (6)μηνών, της δ’ πράξης,ήτοι: (6μ.+2μ.+2μ.+2μ.=12μήνες.

Ο συνήγορος της κατηγορουμένης ζήτησε να της επιβληθεί, το ελάχιστο της συνολικής ποινής φυλάκισης . Ο συνήγορος της κατηγορουμένης ζήτησε ότι και η Εισαγγελέας πρότεινε

Το Δικαστήριο, αφού συσκέφθηκε μυστικά στην έδρα του, με παρούσα τη Γραμματέα, κατάρτισε και η Πρόεδρος δημοσίευσε αμέσως την απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία έχει αριθμό 5232/2019 (ταυτάριθμη) και είναι η εξής:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 Π.Κ., “1. Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι έτη, όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη και τα οκτώ έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση. 2. Αν τα εγκλήματα που συρρέουν τελέστηκαν με μία πράξη, το δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής.

Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορουμένη καταδικάσθηκε σε φυλάκιση έξι [6] μηνών για κάθε μια από τις τέσσερις πράξεις , για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη όπως αναφέρθηκαν παραπάνω. Συνεπώς, πρέπει να της επιβληθεί συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα [12] μηνών που αποτελείται από την ποινή των έξι μηνών για την πρώτη πράξη , αυξημένη κατά δυο [2] μήνες από εκάστη των λοιπών τριών των έξι μηνών σύμφωνα με αυτά που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Καθορίζει τη συνολική εκτιτέα ποινή φυλάκισης σε δώδεκα (12)μήνες, που αποτελείται από τη βαρύτερη ποινή των έξι (6)μηνών που επιβλήθηκε παραπάνω από την α’πράξη, αυξημένη από τις λοιπές ισοβαρείς συντρέχουσες ποινές κατά δύο (2)μήνες από την ποινή των έξι (6)μηνών, της β’πράξης, κατά δύο (2)μήνες από την ποινή των έξι (6)μηνών, της γ’πράξης και κατά δύο (2)μήνες από την ποινή των έξι (6)μηνών, της δ’πράξης,ήτοι: (6μ.+2μ.+2μ.+2μ. = 12μήνες.

Η Εισαγγελέας αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο πρότεινε να ανασταλεί η ποινή φυλάκισης επί τριετία, και το ίδιο ζήτησε και ο συνήγορος της κατηγορουμένης

Το Δικαστήριο, αφού συσκέφθηκε μυστικά στην έδρα του, με παρούσα τη Γραμματέα, κατάρτισε και η Πρόεδρος δημοσίευσε αμέσως την απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία έχει αριθμό 5232/2019 (ταυτάριθμη) και είναι η εξής:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ α του ισχύοντος ΚΠΔ , που κατά περιεχόμενο είναι όμοια με αυτή του άρθρου 470 εδ α του προισχύσαντος ΚΠΔ , ορίζεται ότι ‘ στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται’ , Ως ευεργέτημα δε νοείται και η αναστολή εκτέλεσης της ποινής που εδόθη με την προσαβαλλόμενη απόφαση [ ΑΠ 1174/2017, ΑΠ 1348/2016 ΤΝΠ Νόμος]. Στην προκειμένη περίπτωση η καταδικασθείσα με την υπ’ αρ 3415/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών , άσκησε κατ’ αυτής την υπό κρίση έφεση με αρ εκθ …/2018 . Με την ανωτέρω απόφαση χορηγήθηκε στην κατηγορουμένη το ευεργέτημα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής επί τριετία , το οποίο δεν μπορεί να ανακληθεί με την παρούσα απόφαση κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 470 του ισχύοντος ΚΠΔ, που καθιερώνει την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου. Επομένως, πρέπει η επιβληθείσα με την παρούσα απόφαση ποινή να ανασταλεί επί τριετία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτέλεση της επιβληθείσης συνολικής ποινής Φυλάκισης για 3 έτη.

Η Εισαγγελέας αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο πρότεινε να επιδικασθεί υπέρ του εγκαλούντος το ποσό των 44 ευρώ Ο συνήγορος της κατηγορουμένης ζήτησε να απορριφθεί το ανωτέρω.

Το Δικαστήριο, αφού συσκέφθηκε μυστικά στην έδρα του, με παρούσα τη Γραμματέα, κατάρτισε και η Πρόεδρος δημοσίευσε αμέσως την απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία έχει αριθμό 5232/2019 (ταυτάριθμη) και είναι η εξής

Στη μεταβατική διάταξη της τρίτης παραγράφου του άρθρου 586 του ισχύοντος ΚΠΔ ορίζεται ότι ‘ Αστικές αξιώσεις που έχουν εισαχθεί σε ποινικό δικαστήριο παραπέμπονται υποχρεωτικά ως ανεκκαθάριστες στα πολιτικά δικαστήρια, εκτός αν έχουν επιδικασθεί, οπότε ως προς αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του καταργούμενου κώδικα ποινικής δικονομίας’ Στην προκειμένη περίπτωση με την εκκαλουμένη απόφαση είχε επιδικαστεί υπέρ του υπέρ του …. …. και σε βάρος της κατηγορουμένης αστική αξίωση ποσού 44 ευρώ, το οποίο κατά το ανωτέρω άρθρο 588 παρ 3 εδ β του ισχύοντος ΚΠΔ , πρέπει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του καταργούμενου ΚΠΔ ως προς την επιδίκαση της πολιτικής αγωγής, να επιδικασθεί με την παρούσα .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την κατηγορούμενη να πληρώσει στο …. …. το ποσό των σαράντα τεσσάρων [ 44 ευρώ] ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσαν οι ανωτέρω πράξεις , όπως αυτό είχε επιδικασθεί με την εκκαλουμένη απόφαση υπέρ του …. …. , που τότε είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγον.

Η Πρόεδρος γνωστοποίησε για την κατηγορούμενη, που καταδικάστηκε, ότι εάν κατά το διάστημα της αναστολής καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή στερητική της ελευθερίας για κακούργημα ή πλημμέλημα που διέπραξε μέσα στο χρόνο της αναστολής, θα εκτίσει και την ποινή που έχει ανασταλεί, σύμφωνα με το άρθρο 102 Π. Κ.

Τέλος η Πρόεδρος ενημέρωσε το συνήγορο, της κατηγορούμενης ότι έχει το δικαίωμα, μέσα στη νόμιμη προθεσμία, να ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης. Εξήγησε δε συνοπτικά σ’ αυτόν όσα απαιτούνται για να είναι έγκυρο και τυπικά δεκτό το ένδικο τούτο μέσο (άρθρο 407 Κ. Ποιν. Δ. και 11Ν 469/1972).

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε, αμέσως στο ακροατήριό του, σε δημόσια συνεδρίαση.

Αθήνα 14/10/2019

Η Προεδρεύουσα Εφέτης                                                Η Γραμματέας

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies