Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρα. Ψευδής ανώμοτη κατάθεση. Συκοφαντική δυσφήμηση κατ’ εξακολούθηση. Απόπειρα απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επί τω Δικαστηρίω. Το ποινικό δικαστήριο, αναζητώντας την ουσιαστική αλήθεια για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου, προβαίνει στην ανάγνωση και ουσιαστική αξιολόγηση οποιουδήποτε χρήσιμου εγγράφου, αποδεικτικού ή διαδικαστικού, εφόσον δεν αμφιβάλλει για τη γνησιότητά του, έστω κι αν το έγγραφο προέρχεται από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή πρόκειται για απόφαση που δεν είναι αμετάκλητη. Προέκυψε ότι η κατηγορουμένη τέλεσε αντικειμενικά και υποκειμενικά τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται. Κηρύσσει ένοχη την κατηγορουμένη. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει ο υπαίτιος να έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες τις μορφές της συμπεριφοράς του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξης ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά. Συνεπώς, ο έντιμος βίος απαιτεί θετική συμπεριφορά, αποδεικνυόμενη με συγκεκριμένα περιστατικά. Απορρίπτει ισχυρισμό της κατηγορουμένης ως αόριστο, διότι δεν αναφέρθηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν αποδεικνύονταν αληθή, θα δικαιολογούσαν την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού στο πρόσωπό της.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός: ΣΤΤ3415/2018
ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
Δημόσια Συνεδρίαση της 06ης Νοεμβρίου 2018
Σύνθεση του Δικαστηρίου: ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗ Πρόεδρος Πλημμελειοδικών, ΚΑΡΑΤΣΙΚΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑ Πλημμελειοδίκης, ΔΑΓΚΑΚΗ ΜΑΡΙΑ – ΕΛΛΗ Πλημμελειοδίκης, ΣΕΒΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών (Διότι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών κωλύεται), ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ Γραμματέας
Κατηγορουμένη: ………….. [Παρίσταται δια πληρεξουσίου]
Πράξεις: (01) Ψευδή καταμήνυση, (02) Ψευδορκία μάρτυρος, (03) Ψευδής ανώμοτι κατάθεση, (04) Συκοφαντική δυσφήμηση κατ’ εξακολούθηση, (05) Απόπειρα απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επί τω Δικαστηρίω
(Παραλείπονται έκθεση πρακτικών, καταθέσεις κ.λπ.)
[…]
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο ………….. του ……, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά της προαναφερόμενης κατηγορουμένης και ζήτησε όπως η τελευταία υποχρεωθεί να του καταβάλλει το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44,00) ευρώ με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση του για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί εξαιτίας των αδικημάτων. Παράλληλα επικαλέσθηκε το υπ’ αριθμόν ……… ΣΕΙΡΑ A Παράβολο Δημοσίου πενήντα (50,00) ευρώ, που είχε καταθέσει στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 24/07/2015, κατά την υποβολή της σχετικής εγκλήσεως – μηνύσεως, με αιτιολογία κατάθεσης την παράσταση πολιτικής αγωγής και δήλωσε ότι διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο του τον ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ, με AM ΔΣΑ 029922
[…]
Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο ανάγνωσης των εγγράφων, εκτός των ανωτέρω, προσκομίσθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, με το αίτημα να καταστούν αναγνωστέα, και τα κάτωθι έγγραφα:
[…]
Επί της αναγνώσεως των ως άνω εγγράφων προβλήθηκαν αντιρρήσεις από την πληρεξούσια δικηγόρο της κατηγορουμένης, η οποία, αφού ζήτησε και έλαβε από την Πρόεδρο το λόγο, επεσήμανε ότι πρόκειται για πρωτοβάθμιες δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες δεν έχουν καταστεί ακόμα αμετάκλητες, και ως εκ τούτου ζήτησε να μην αναγνωσθούν.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος, στον οποίο η Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο, αντέλεξε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 364 Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 170, 171 και 177 Κ.Π.Δ., στην ποινική δίκη είναι επιτρεπτή, αν όχι επιβεβλημένη, η ανάγνωση και η αξιολόγηση κάθε εγγράφου, που κατατείνει στην απόδειξη της αλήθειας, ακόμα και δικαστικών αποφάσεων που δεν έχουν καταστεί ακόμη αμετάκλητες, προκειμένου το Δικαστήριο να διαμορφώσει εμπεριστατωμένη κρίση περί της ενοχής ή της αθώωσης του κατηγορουμένου, επικαλούμενος σχετικά και τις υπ’ αριθ. 710/2016 και 1239/2017 αποφάσεις του Ε’ και του ΣΤ’ Ποινικών Τμημάτων του Αρείου Πάγου αντιστοίχως.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε στη συνέχεια από την Πρόεδρο το λόγο, πρότεινε όπως το Δικαστήριο προχωρήσει στην ανάγνωση των ως άνω εγγράφων, απορριπτομένων των σχετικών αντιρρήσεων που προβλήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο της κατηγορουμένης.
Με την ως άνω εισαγγελική πρόταση συνετάχθη ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της κατηγορουμένης, δήλωσε ότι εμμένει στις αντιρρήσεις της.
Ακολούθως το Δικαστήριο, κατόπιν μυστικής διασκέψεως επί της έδρας, με την παρουσία και της Γραμματέως του, κατάρτισε και δια της Προέδρου του δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίασή του την ταυτάριθμη με την παραπάνω απόφαση του, το περιεχόμενο της οποίας είναι το κάτωθι:
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 364 ΚΠΔ, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 170,171 και 177 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το δικάζον ποινικό Δικαστήριο, αναζητώντας την ουσιαστική αλήθεια για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου, προβαίνει στην ανάγνωση και ουσιαστική αξιολόγηση οποιουδήποτε χρήσιμου εγγράφου, αποδεικτικού ή διαδικαστικού, εφόσον δεν αμφιβάλλει για τη γνησιότητά του, έστω κι αν το έγγραφο προέρχεται από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή πρόκειται για απόφαση που δεν είναι αμετάκλητη (ΑΠ 1239/17, ΑΠ 760/16, ΑΠ 176/16). Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνεται ότι πρέπει να επιτραπεί η ανάγνωση των προαναφερόμενων αποφάσεων, έστω κι αν δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες, στα πλαίσια της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών αντιρρήσεων που προβλήθηκαν από την υπεράσπιση της κατηγορουμένης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αντιρρήσεις, που προβλήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο της κατηγορουμένης
ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ την ανάγνωση των προαναφερομένων εγγράφων, που προσκομίσθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριό του.
Αθήνα, 06/11/2018
[…]
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, τις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και του μάρτυρος κατηγορίας, οι οποίοι νομοτύπως και ανωμοτί ο πρώτος – ενόρκως ο δεύτερος, εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη τέλεσε αντικειμενικά και υποκειμενικά τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται και οι οποίες περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι όσα η κατηγορουμένη ανέφερε στην από 05.07.2013 έγκλησή της, το περιεχόμενο της οποίας βεβαίωσε και ενόρκως ως αληθές ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών την 08.07.2013, για τον νυν εγκαλούντα …………….. (καθώς και για τους λοιπούς εκεί μηνυόμενους – εργαζόμενους της εταιρείας «…………..»), ότι δηλαδή ο εγκαλών και οι λοιποί αναφερόμενοι εργαζόμενοι προβαίνουν σε δυσφημιστική εκστρατεία της ανωτέρω εργοδότριάς τους εταιρείας κλπ, ήταν ψευδή, αφού ο εγκαλών δεν διέδωσε γεγονότα ικανά να βλάψουν τη φήμη ή την εμπιστοσύνη του κοινού στην εν λόγω εταιρεία. Προέβη, δε, η κατηγορουμένη στην υποβολή της εν λόγω έγκλησης, η οποία απορρίφθηκε με την από 03.08.2014 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, εν γνώσει της αναλήθειάς της, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος, προκειμένου να διακόψει την υπερημερία της και να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας στο πρόσωπό του, επειδή αυτός διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματά του, ασκώντας επίσχεση της εργασίας του, αλλά και γιατί αρχικώς είχε προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας. Τα ίδια ως άνω ψευδή γεγονότα, εν γνώσει του ψεύδους, ανέφερε η κατηγορουμένη για τον εγκαλούντα και κατά την από 28.04.2015 ανωμοτί κατάθεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου εκδικάσθηκε η με αρ. ……./……../2014 αγωγή του εγκαλούντος κατά της ανωτέρω εταιρείας και της εταιρείας «………….», καθώς και στις από 28.04.2015 προτάσεις της και στη με αρ. ………./………/2015 αίτηση αναστολής της κατά της με αρ. 1546/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η επίκληση, δε, των ψευδών αυτών γεγονότων ενώπιον τρίτων μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, καθώς ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξίας. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι οι εταιρείες «………….» και «…………..» έχουν άμεση σχέση μεταξύ τους, με την έννοια ότι η δεύτερη συνέχισε τη λειτουργία της πρώτης, αφού η δεύτερη έκανε χρήση των εγκαταστάσεων, των μηχανημάτων, του εξοπλισμού, του πελατολογίου και της τεχνογνωσίας της πρώτης, και έτσι επήλθε μεταβίβαση επιχείρησης και διαδοχή μεταξύ της πρώτης εταιρείας – προηγούμενης εργοδότριας του εγκαλούντος και της δεύτερης εταιρείας – νέας εργοδότριας αυτού, όπως κρίθηκε τελεσίδικα με τη με αρ. 551/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των ανωτέρω εταιρειών κατά του εγκαλούντος και της με αρ. 1546/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδ. διαδ. εργατικών διαφορών). Συνεπώς, όσα αντίθετα ανέφερε η κατηγορουμένη ανωμοτί την 28.04.2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις από 28.04.2015 προτάσεις της και στην προαναφερόμενη αίτηση αναστολής ήταν ψευδή, συκοφαντικά για τον εγκαλούντα και κατατέθηκαν εν γνώσει του ψεύδους τους, προκειμένου να αποφευχθεί η εκπλήρωση των υποχρεώσεων των ανωτέρω εταιρειών προς τον εγκαλούντα από τη σύμβαση εργασίας του και να απορριφθεί η ανωτέρω αγωγή του εγκαλούντος, πλην όμως εκδόθηκε η ανωτέρω με αρ. 1546/2015 απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκαν οι ανωτέρω δύο εταιρείες να καταβάλουν στον εγκαλούντα το ποσό των 47.888,52 ευρώ και η οποία (απόφαση) επικυρώθημε με την ως άνω με αρ. 551/2017 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη όλων των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ παρούσας δια πληρεξουσίου της κατηγορουμένης ………….. του ………… και της ………., γεννηθείσας στις …/…../….. στην ……….., με Α.Φ.Μ. ………/Δ.Ο.Υ. ……….., κατοίκου …………, επί της οδού ……., αρ. …..
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορουμένη ένοχη του ότι στην ΑΘΗΝΑ στους ακόλουθους χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα αδικήματα, που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή (φυλάκιση), ειδικότερα δε:
1) Στις 08/07/2013 εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της Αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για αυτή και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία «…………» με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του νυν εγκαλούντος ……………….. για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατέθεσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 5-7-2013 μήνυση, στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε ψευδώς τα ακόλουθα: «Οι μηνυόμενοι (ενν. και ο …………..) αποτελούν μία ομάδα εργαζομένων της επιχείρησης, η οποία αντί να είναι αρωγός της προσπάθειας αυτής προβαίνει σε δυσφημιστική εκστρατεία κατά της επιχείρησης, μέσω της διάδοσης δυσφημιστικών σχολίων εντός τον χώρου εργασίας της εταιρείας μας αλλά και ενώπιον τρίτων. Ειδικότερα, οι ως άνω μηνυόμενοι από την Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013 και εφεξής προσπαθούν να «ξεσηκώσουν» τους λοιπούς εργαζόμενους της εταιρείας μας, προκειμένου να απέχουν από τα καθήκοντα τους, διαδίδοντας ψευδώς ενώπιον των λοιπών εργαζομένων αλλά και ενώπιον τρίτων, άγνωστων σε εμάς, ότι η εταιρεία μας έχει ουσιαστικά καταστραφεί, ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι μας δεν είναι ικανοί να αποπληρώσουν τα χρέη τους, ότι η εταιρεία δεν πρόκειται να ανακάμψει και ότι κάθε δικαστική προσπάθεια που κάνουμε για την επιβίωση και ανάκαμψη της εταιρείας μας είναι άσκοπη. Οι ίδιοι ως άνω μηνυόμενοι διαδίδουν ενώπιον των λοιπών εργαζομένων της εταιρείας μας αλλά και ενώπιον τρίτων ότι η εταιρεία μας ουσιαστικά έχει «νεκρώσει» και ότι λόγω των χρεών της προς τρίτους το μόνο βέβαιο, κατά τα ψευδώς ισχυριζόμενα από τους ίδιους, είναι ότι η εταιρεία. Θα κλείσει άμεσα και μάλιστα με βίαιο για τους εκπροσώπους μας τρόπο. Είναι σαφές ότι η ύπαρξη προβλημάτων της επιχείρησης δεν νομιμοποιεί κανέναν να προβαίνει σε ατιμωτικούς χαρακτηρισμούς και σε διάπραξη ποινικών αδικημάτων σε βάρος της εταιρείας μας αλλά και σε βάρος των εκπροσώπων της […] Παραβιάζονται προσωπικά δεδομένα εκπροσώπων μας, επαγγελματικά απόρρητα της επιχείρησης και διαπράττονται ποινικά αδικήματα καλούμε εσάς, κ. Εισαγγελέα, να παρέμβετε άμεσα, εφαρμόζοντας την αυτόφωρη διαδικασία σε βάρος των δραστών, οι οποίοι έχουν το θράσος να λοιδορούν την επιχείρηση και τους εκπροσώπους της […] τα γεγονότα που ισχυρίζονται και διαδίδουν οι μηνυόμενοι ενώπιον των λοιπών εργαζομένων της εταιρείας μας αλλά και ενώπιον τρίτων, αγνώστων σε εμάς, βλάπτουν την τιμή και την υπόληψη της εταιρείας μας. Επειδή τα εν λόγω γεγονότα είναι ψευδή και οι μηνυόμενοι τα ισχυρίζονται και τα διαδίδουν εν γνώσει την αναλήθειας τους […] Επειδή οι μηνυόμενοι έχουν δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση τους ότι τα ισχυριζόμενα και διαδιδόμενα γεγονότα είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εταιρίας μας και θέληση να ισχυρισθούν και να διαδώσουν αυτά τα βλαπτικά γεγονότα …», ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, είναι πως ουδέποτε ο εγκαλών ………… ισχυρίστηκε ή διέδωσε γεγονότα ικανά να βλάψουν την τιμή ή την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία της κατηγορουμένης.
2) Στις 08/07/2013, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο βεβαίωσε ενόρκως ως αληθές ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών το υπό στοιχ. 1) του παρόντος περιεχόμενο της από 5-7-2013 μήνυσης της, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, είναι πως ουδέποτε ο εγκαλών …………… ισχυρίστηκε ή διέδωσε γεγονότα ικανά να βλάψουν την τιμή ή την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία της κατηγορουμένης.
3) Στις 28/04/2015, ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί τέτοια εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο κατά την ανωτέρω συνεδρίαση εκδίκασε τη με αριθμό ………../………/2014 αγωγή του …………….. κατά των εταιρειών: 1) «………………..» και 2) «…………….» κατέθεσε εν γνώσει ψευδώς, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «… Τι σχέση έχουν οι δύο εταιρίες η ……….. και η ……….; Δεν έχουν καμία σχέση. Η ……….. είναι του πατέρα μου η εταιρεία […]- Συμμετείχατε προηγουμένως στην ………. με οποιαδήποτε ιδιότητα; Προηγουμένως ήμουν στην …………. υπάλληλος. – Συμμετείχατε στο ΔΣ; Ήμουν μέλος αλλά δεν είχα κάποια… […] Δεν έχει καμία σχέση η ………. με την ………. […] Ανάρτησαν στο διαδίκτυο όταν η εταιρία αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά οικονομικά προβλήματα δυσφημιστικά μηνύματα για τον ίδιο και την εταιρία του, τα οποία έφεραν σε ακόμα πιο δύσκολη θέση την εταιρία …………… – Εσείς τα είδατε τα μηνύματα; Βεβαίως. Τα είχα δει. […] Η ……….. έχει ένα συγκεκριμένο χώρο σε ένα σημείο και η ………….. στεγάζεται κάπου αλλού [,..] Έχουν τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό ή διαφορετικό; Όχι. Η ………. έχει τους δικούς της τηλεφωνικούς αριθμούς. ~ Το πελατολόγιο της ………… έχει καμία σχέση με το πελατολόγιο της ………..; Καμία σχέση […] – Εσείς δεν είχατε ποτέ πραγματική δραστηριότητα διοίκησης στην εταιρία; Ποτέ […] – Έχει πάρει καμία δουλειά η δεύτερη την οποία είχε αρχίσει η πρώτη; Όταν λέω καμία σχέση εννοώ καμία σχέση. Καμία δουλειά καμία σχέση», ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, είναι ότι οι δύο εταιρίες έχουν άμεση σχέση, ότι η ίδια συμμετείχε ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ. στην «………….», ότι ουδέποτε ο …………………… συκοφάντησε οποιονδήποτε, ότι οι δύο εταιρίες στεγάζονται στον ίδιο χώρο, ότι έχουν τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό, ότι τα πελατολόγια τους είναι κοινά, ότι η ίδια ασκούσε πραγματική διοίκηση στην «……………..» και ότι η νέα εταιρία ανέλαβε εκκρεμείς συμβάσεις της προηγούμενης.
4) Ισχυρίστηκε κατ’ εξακολούθηση προφορικά ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, τα δε ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας αυτών και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και: α) στις 8-7-2013 ισχυρίσθηκε ψευδώς ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για τον νυν εγκαλούντα ……….. τα ανωτέρω υπό στοιχ. 1) του παρόντος αναφερόμενα ψευδή γεγονότα, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τουλάχιστον των γραμματέων, δικηγόρων κ.ά., γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ……………., καθώς ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξίας, β) στις 28-4-2015 ισχυρίσθηκε ψευδώς καταθέτοντας χωρίς όρκο ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τον νυν εγκαλούντα ……………. τα ανωτέρω υπό στοιχ. 3) του παρόντος αναφερόμενα ψευδή γεγονότα, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τουλάχιστον των γραμματέων, δικηγόρων κ.ά., γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ………….., καθώς ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξίας, γ) στις 28-4-2015 με τις από 28-4-2015 προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε ψευδώς για τον νυν εγκαλούντα ………………., μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «… ο αντίδικος (ενν. τον …………..) μαζί με μία ομάδα εργαζομένων της επιχείρησης, αντί να είναι αρωγός της προσπάθειας αυτής, προβαίνει σε δυσφημιστική εκστρατεία κατά της επιχείρησης, με αναρτήσεις δυσφημιστικών σχολίων σε διαδικτυακούς χώρους. Είναι σαφές ότι η ύπαρξη προβλημάτων της επιχείρησης δεν νομιμοποιεί κανέναν να προβαίνει σε ατιμωτικούς χαρακτηρισμούς και σε διάπραξη ποινικών αδικημάτων σε βάρος του εκπροσώπου της εταιρείας μας και ήδη αποβιώσαντος …………. Ο αντίδικος κατέκλυσε το διαδίκτυο με ατιμωτικά σχόλια, που ούτε αληθινά είναι, αλλά και σε κάθε περίπτωση καταδεικνύουν μια εμπάθεια από τη μερίδα αυτή των εργαζομένων, οι οποίοι το μόνο που δεν έχουν ως σκοπό είναι να σταθούν αρωγοί στην επιχείρηση που επί τόσα χρόνια από τη δική της πλευρά ήταν αρωγός στους ίδιους και στις οικογένειες τους. Παραβιάζονται προσωπικά δεδομένα εκπροσώπων μας, επαγγελματικά απόρρητα της επιχείρησης, διέπραξε ο αντίδικος με μερίδα εργαζομένων ποινικά αδικήματα μέσω διαδικτύου, ενώ παράλληλα με θράσος με το ονοματεπώνυμο τους λοιδορούν την επιχείρηση και τους εκπροσώπους της […] η εταιρία μας κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για οικονομική ανάκαμψη […] πλην όμως αυτή μέχρι και σήμερα δεν έχει επιτευχθεί, ανασταλτικός δε παράγοντας υπήρξε και η παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά μέρους των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων ο αντίδικος, οι οποίοι δυσχέραναν με τη συμπεριφορά τους τις εργασίες της εταιρείας μας… […] Η υπό κρίση αγωγή αποτελεί επιδίωξη οφέλους […] είναι απολύτως ψευδής ο ισχυρισμός του αντιδίκου ότι δήθεν στην εταιρία ………… μεταφέρθηκε το σύνολο του προσωπικού της ……… […] κάθε αντίθετος ισχυρισμός του αντιδίκου είναι πρόδηλα παρελκυστικός αβάσιμος και ολοφάνερα ψευδής και αναπόδεικτος […] όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί του αντιδίκου αποσκοπούν στο να κατασκευάσουν επιχειρήματα που πιστεύει ότι θα δικαιολογήσουν την όποια συμπεριφορά του, η οποία ελέγχεται σε κάθε περίπτωση ως καταχρηστική και έμμεσα εκβιαστική […] Παντελώς αναξιόπιστη η κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος […] ο οποίος δεν μπόρεσε φυσικά να αποκλείσει τη συμμετοχή του ενάγοντος στην ομάδα αυτή των εργαζομένων της ………. που επιδόθηκαν σε έναν αήθη πόλεμο σε βάρος των συμφερόντων του εργοδότη τους με πλήθος υβριστικών σχολίων και χαρακτηρισμών μέσω διαδικτύου […] ο μάρτυρας δήλωσε υποτίθεται άγνοια για τα αναρτημένα συκοφαντικά και άκρως δυσφημιστικά σχόλια στο διαδίκτυο των εργαζομένων της ………… σε βάρος του αποβιώσαντος διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας μας […] ο αντίδικος με την λοιπή ομάδα λοιδορούν την επιχείρηση και Τους εκπροσώπους της και τον ήδη αποβιώσαντα ………… […] ο ενάγων επιχειρεί να κατασκευάσει δολίως εκ του μη όντος έναν ανύπαρκτο οφειλέτη…», ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, είναι ότι οι δύο εταιρίες έχουν άμεση σχέση και ότι ουδέποτε ο …………….. συκοφάντησε οποιονδήποτε, τα δε ανωτέρω ψευδή γεγονότα, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τουλάχιστον των γραμματέων, δικηγόρων κ.ά., γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ………….., καθώς ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξίας και δ) στις 21-7-2015 με την υπ’ αριθμ. ……../……/2015 αίτηση αναστολής κατά της με αριθμό 1546/2015 Απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενώπιον Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε ψευδώς για τον νυν εγκαλούντα …………., μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «… ο αντίδικος μαζί με μία ομάδα εργαζομένων της επιχείρησης, αντί να είναι αρωγός της προσπάθειας αυτής, προέβη σε δυσφημιστική εκστρατεία κατά της επιχείρησης, με αναρτήσεις δυσφημιστικών σχολίων σε διαδικτυακούς χώρους. Είναι σαφές ότι η ύπαρξη προβλημάτων της επιχείρησης δεν νομιμοποιεί κανέναν να προβαίνει σε ατιμωτικούς χαρακτηρισμούς και σε διάπραξη ποινικών αδικημάτων σε βάρος του εκπροσώπου της εταιρείας μας και ήδη αποβιώσαντος …………….. Ο αντίδικος κατέκλυσε το διαδίκτυο με ατιμωτικά σχόλια, που ούτε αληθινά είναι, αλλά και σε κάθε περίπτωση καταδεικνύουν μια εμπάθεια από τη μερίδα των εργαζομένων, οι οποίοι το μόνο που δεν έχουν ως σκοπό είναι να σταθούν αρωγοί στην επιχείρηση που επί τόσα χρόνια από τη δική της πλευρά ήταν αρωγός στους ίδιους και στις οικογένειες τους. Παραβιάζονται προσωπικά δεδομένα εκπροσώπων μας, επαγγελματικά απόρρητα της επιχείρησης, διέπραξε ο αντίδικος με μερίδα εργαζομένων ποινικά αδικήματα μέσω διαδικτύου, ενώ παράλληλα με θράσος με το ονοματεπώνυμο τους λοιδορούν την επιχείρηση και τους εκπροσώπους της […] η εταιρία μας κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για οικονομική ανάκαμψη […] πλην όμως αυτή μέχρι και σήμερα δεν έχει επιτευχθεί, ανασταλτικός δε παράγοντας υπήρξε και η παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά, μέρους των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων ο αντίδικος, οι οποίοι δυσχέραναν με τη συμπεριφορά τους τις εργασίες της εταιρίας μας… […] Η υπό κρίση αγωγή αποτελεί επιδίωξη οφέλους […] όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί του αντιδίκου αποσκοπούν στο να κατασκευάσουν επιχειρήματα, που πιστεύει ότι θα δικαιολογήσουν την όποια συμπεριφορά του, η οποία ελέγχεται σε κάθε περίπτωση ως καταχρηστική και έμμεσα εκβιαστική […] Παντελώς αναξιόπιστη η κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος […] ο οποίος δεν μπόρεσε φυσικό, να αποκλείσει την συμμετοχή του ενάγοντος στην ομάδα αυτή των εργαζομένων της …….. που επιδόθηκαν σε έναν αήθη πόλεμο σε βάρος των συμφερόντων του εργοδότη τους με πλήθος υβριστικών σχολίων και χαρακτηρισμών μέσω διαδικτύου […] ο μάρτυρας δήλωσε υποτίθεται άγνοια για τα αναρτημένα συκοφαντικά και άκρως δυσφημιστικά σχόλια στο διαδίκτυο των εργαζομένων της ………. σε βάρος του αποβιώσαντος διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας μας […] ο αντίδικος με την λοιπή ομάδα λοιδορούν την επιχείρηση και τους εκπροσώπους της και τον ήδη αποβιώσαντα …………. […] ο ενάγων επιχείρησε (και δυστυχώς προσωρινά το επέτυχε) να κατασκευάσει δολίως εκ του μη όντος έναν ανύπαρκτο οφειλέτη…», ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, είναι ότι οι δύο εταιρίες έχουν άμεση σχέση και ότι ουδέποτε ο ………….. συκοφάντησε οποιονδήποτε, τα δε ανωτέρω ψευδή γεγονότα, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τουλάχιστον των γραμματέων, δικηγόρων κ.ά., γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ………., καθώς ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξίας.
5) Στις 28-4-2015 έχοντας αποφασίσει να τελέσει το πλημμέλημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ήτοι με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος και να βλάψει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης, πλην όμως το αποτέλεσμα της πράξης της (παράνομο περιουσιακό όφελος και βλάβη ξένης περιουσίας) δεν επήλθε, όχι από δική της βούληση, αλλά από αίτια εξωτερικά και συγκεκριμένα στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο υπό την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου των εναγομένων εταιρειών: 1) «…………» και 2) «………….», κατόπιν της με αριθμό ………/……/2014 αγωγής του εγκαλούντος ………… ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο στις 28-4-2015 συνεδρίασε, συζήτησε και εκδίκασε την ως άνω αγωγή, παρέστησε ψευδώς την ανωτέρω υπό στοιχ. 3) ψευδή ανωμοτί κατάθεση της ιδίας, ενώ η αλήθεια είναι ότι οι δύο εταιρίες έχουν άμεση σχέση, ότι η ίδια συμμετείχε ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ. στην «………….», ότι ουδέποτε ο ……….. συκοφάντησε οποιονδήποτε, ότι οι δύο εταιρίες στεγάζονται στον ίδιο χώρο, ότι έχουν τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό, ότι τα πελατολόγια τους είναι κοινά, ότι η ίδια ασκούσε πραγματική διοίκηση στην «………..» και ότι η νέα εταιρία ανέλαβε εκκρεμείς συμβάσεις της προηγούμενης, πλην, όμως, το αποτέλεσμα της πράξης της δεν επήλθε όχι από δική της βούληση, αλλά από αίτια εξωτερικά και συγκεκριμένα διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 1546/2015 Απόφαση έκανε δεκτή τη με αριθμό ……./……./2014 αγωγή του εγκαλούντος ………. Και υποχρέωσε τις εναγόμενες εταιρείες να καταβάλλουν στον ………………. το ποσό των 47.888,52 Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριό του
Αθήνα, 21/05/2018
Η Πρόεδρος Η Γραμματέας
Μετά από την απαγγελία της ως άνω αποφάσεως το λόγο ζήτησε και έλαβε από την Πρόεδρο η πληρεξούσια δικηγόρος της κατηγορουμένης, η οποία προέβαλε προφορικώς αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο της εντολέως της της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, κατά το άρθρο 84 παρ. 2α’ του Ποινικού Κώδικα.
Ο Εισαγγελέας, στον οποίο η Πρόεδρος έδωσε ακολούθως το λόγο, πρότεινε την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο της κατηγορουμένης ελαφρυντικού κατά το άρθρο 84 παρ. 2α’ του Ποινικού Κώδικα, όπως προβλήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της κατηγορουμένης, στην οποία η Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο, δήλωσε ότι εμμένει στον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της.
Το Δικαστήριο στη συνέχεια, κατόπιν μυστικής διασκέψεως επί της έδρας, με την παρουσία και της Γραμματέως του, κατάρτισε και δια της Προέδρου του δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίασή του την ταυτάριθμη με τις παραπάνω απόφαση του, το περιεχόμενο της οποίας είναι το εξής:
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει ο υπαίτιος να έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες τις μορφές της συμπεριφοράς του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξης ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά. Συνεπώς, ο έντιμος βίος απαιτεί θετική συμπεριφορά, αποδεικνυόμενη με συγκεκριμένα περιστατικά (ΑΠ 527/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανωτέρω ισχυρισμός για αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρθηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν αποδεικνύονταν αληθή, θα δικαιολογούσαν την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, κατά την ανωτέρω νομική σκέψη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο της κατηγορουμένης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α’ του Ποινικού Κώδικα, όπως προβλήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριό του.
Αθήνα, 06/11/2018
Η Πρόεδρος Η Γραμματέας
Μετά από την απόφαση αυτή, η Πρόεδρος έδωσε και πάλι το λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να επιβληθεί σε βάρος της κατηγορουμένης. που κηρύχθηκε ένοχη, ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για εκάστη των τεσσάρων πρώτων πράξεων, ήτοι ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για την πράξη της «Ψευδούς καταμήνυσης», ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για την πράξη της «Ψευδορκίας μάρτυρος», ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για την πράξη της «Ψευδούς ανώμοτι κατάθεσης» και ποινή (φυλακίσεως ενός (01) έτους για την πράξη της «Συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση» και ποινή φυλακίσεως δεκαέξι (16) μηνών για την πέμπτη πράξη, ήτοι για την πράξη της «Απόπειρας απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επί τω Δικαστηρίω» και επίσης να επιβληθεί σε αυτήν και αποστέρηση των πολιτικών της δικαιωιιάτων για ένα (01) έτος.
Στη συνέχεια το λόγο έλαβε από την Πρόεδρο η πληρεξούσια δικηγόρος της κατηγορουμένης, η οποία αιτήθηκε όπως επιβληθεί στην εντολέα της το ελάχιστο όριο της ποινής.
Ακολούθως το Δικαστήριο, σε μυστική διάσκεψη επί της έδρας, με την παρουσία και της Γραμματέως του, κατάρτισε και η Πρόεδρος του δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίασή του την ταυτάριθμη με τις παραπάνω απόφαση του, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως κάτωθι:
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 51, 53, 57, 61, 63, 65, 79, 80, 94 παρ. 1, 98, 224 παρ. 2-1, 225 παρ. Ια’, 227παρ. 1, 229 παρ. 1, 3 και 4, 363-362, 369 και 386 παρ. 1β – α’ του Ποινικού Κώδικα.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας αφ ’ ενός μεν υπόψη του τη βαρύτητα των εγκλημάτων που η κατηγορουμένη έχει τελέσει αφ’ ετέρου δε την προσωπικότητα της κατηγορουμένης, κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της η ποινή που αναφέρεται στο διατακτικό.
Το Δικαστήριο, οδηγήθηκε στην κρίση του αυτή, αφού έλαβε επίσης υπόψη του, κατά την εκτίμηση που έκανε όσον αφορά τη βαρύτητα των εγκλημάτων, και τα ακόλουθα αξιολογικά στοιχεία: Τη βλάβη που προξένησαν τα εγκλήματα, καθώς και τον κίνδυνο που προκλήθηκε εξ’ αιτίας των εγκλημάτων, τη φύση, το είδος και το αντικείμενο των εγκλημάτων, τις περιστάσεις (χρόνος, τόπος, τρόπος) κάτω από τις οποίες προπαρασκευάστηκαν και τελέστηκαν τα εγκλήματα, την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειας της κατηγορουμένης.
Το Δικαστήριο έλαβε ακόμη υπόψη του, για την εκτίμηση της προσωπικότητας της κατηγορουμένης, τα αίτια που την ώθησαν να τελέσει τα εγκλήματα, την αφορμή που τα προκάλεσε, το σκοπό, που η κατηγορουμένη επιδίωξε, τον χαρακτήρα της και το βαθμό της αναπτύξεώς της, τις ατομικές και κοινοτικές περιστάσεις και τον πρότερο βίο της, καθώς και την κατά τη διάρκεια των πράξεων αλλά και τη μετά τις πράξεις διαγωγή της. Τέλος, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τους οικονομικούς όρους της κατηγορουμένης και των μελών της οικογένειας της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την κατηγορουμένη, που κηρύχθηκε ένοχη, σε ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για κάθε πράξη, ήτοι σε ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για την πρώτη πράξη, για την πράξη της «Ψευδούς καταμήνυσης», σε ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για τη δεύτερη πράξη, για την πράξη της «Ψευδορκίας μάρτυρος», σε ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για την τρίτη πράξη, για την πράξη της «Ψευδούς ανώμοτι κατάθεσης», σε ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για την τέταρτη πράξη, για την πράξη της «Συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση» και σε ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για την πέμπτη πράξης για την πράξη της «Απόπειρας απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επί τω Δικαστηρίω».
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ επίσης σε αυτήν και στέρηση των πολιτικών της δικαιωμάτων για ένα (01) έτος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριό του.
Αθήνα, 06/11//2018
Η Πρόεδρος Η Γραμματέας
Μετά την απαγγελία της ανωτέρω αποφάσεως, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να επιβληθεί σε βάρος της κατηγορουμένης συνολική ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους και δεκαέξι (16) μηνών, αποτελούμενη από τη μία εκ των ίσων ποινή (φυλακίσεως του ενός (01) έτους, ως ποινή βάσης, προσαυξημένη κατά τέσσερεις (04) μήνες, συν τέσσερεις (04) μήνες, συν τέσσερεις (04) μήνες, συν ακόμα τέσσερεις (04) μήνες από τις συντρέχουσες και την πληρεξούσια δικηγόρο της κατηγορουμένης, η οποία αιτήθηκε όπως επιβληθεί στην εντολέα της το ελάχιστο της ποινής κατά συγχώνευση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ.1 του Π.Κ. κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας απ ’ αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι κατώτερη από: α) τέσσερις μήνες, αν η συντρέχουσα ποινή είναι ανώτερη από δύο έτη β) ένα έτος αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη έως δέκα έτη και γ) δύο έτη, αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη ανώτερη από δέκα έτη. Οπωσδήποτε όμως η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των άλλων συντρεχουσών ποινών, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε έτη όταν πρόκειται για κάθειρξη, τα δέκα έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση, και τους έξι μήνες όταν πρόκειται για κράτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορουμένη καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για την πρώτη πράξη, ήτοι για την πράξη της «Ψευδούς καταμήνυσης», σε ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για τη δεύτερη πράξη, ήτοι για την πράξη της «Ψευδορκίας μάρτυρος», σε ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για την τρίτη πράξη, ήτοι για την πράξη της «Ψευδούς ανώμοτι κατάθεσης», σε ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για την τέταρτη πράξη, ήτοι για την πράξη της «Συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση» και σε ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους για την πέμπτη πράξη, ήτοι για την πράξη της «Απόπειρας απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επί τω Δικαστηρίω». Συνεπώς, σύμφωνα με τα ως άνω οριζόμενα, πρέπει να της επιβληθεί συνολική ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους και δεκαέξι (16) μηνών, η οποία αποτελείται από τη μία εκ των ίσων ποινή φυλακίσεως του ενός (01) έτους, ως ποινή βάσης, προσαυξημένη κατά τέσσερεις (04) μήνες, συν τέσσερεις (04) μήνες, συν τέσσερεις (04) μήνες, συν ακόμα τέσσερεις (04) μήνες από τις άλλες ποινές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην κατηγορουμένη συνολική ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους και δεκαέξι (16) μηνών, η οποία αποτελείται από τη μία εκ των ίσων ποινή φυλακίσεως του ενός (01) έτους, ως ποινή βάσης, προσαυξημένη κατά τέσσερεις (04) μήνες, συν τέσσερεις (04) μήνες, συν τέσσερεις (04) μήνες, συν ακόμα τέσσερεις (04) μήνες από τις συντρέχουσες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριό του.
Αθήνα, 06/11/2018
Η Πρόεδρος Η Γραμματέας
Στο σημείο αυτό, τo λόγο ζήτησε και έλαβε η πληρεξούσια δικηγόρος της κατηγορουμένης, η οποία αιτήθηκε την αναστολή εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως, που επιβλήθηκε εις βάρος της εντολέως της με την παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου, για μία τριετία.
Εν συνεχεία, το Δικαστήριο προχώρησε στην ανάγνωση του υπ’ αριθ. πρωτ. ………/22-10-2018 αντιγράφου Ποινικού Μητρώου της κατηγορουμένης, που υπάρχει εντός της δικογραφίας, εκ του οποίου προέκυψε ότι η καταδικασθείσα κατηγορουμένη πληροί τις προϋποθέσεις, που ο Νόμος ορίζει, προκειμένου να της χορηγηθεί το ευεργέτημα της αναστολής εκτελέσεως της στερητικής της ελευθερίας της ποινής, που του επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση.
Ακολούθως, ο λόγος δόθηκε στον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε την αναστολή εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως. που επιβλήθηκε στην καταδικασθείσα κατηγορουμένη με την προκειμένη απόφαση, για μία τριετία.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της κατηγορουμένης, στην οποία δόθηκε εκ νέου ο λόγος, συνετάχθη με την ως άνω εισαγγελική πρόταση.
Το Δικαστήριο έπειτα, κατόπιν μυστικής διασκέψεως επί της έδρας με την παρουσία και της Γραμματέως του, κατάρτισε και η Πρόεδρος του δημοσίευσε την ταυτάριθμη με τις ως άνω απόφασή του, η οποία έχει ως ακολούθως:
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου 3904/2010, αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα (1) έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το Δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από (1) ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτους αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορουμένη καταδικάστηκε με την παρούσα, απόφαση σε (συνολική) ποινή φυλακίσεως ενός (01) έτους και δεκαέξι (16) μηνών, δηλαδή σε ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, από το δε αναγνωσθέν υπ’ αριθ. πρωτ. ………./22-10-2018 αντίγραφο ποινικού μητρώου αυτής προέκυψε ότι δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας της ποινή ανωτέρα του ενός έτους με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές να υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο. Επομένως συντρέχουν στο πρόσωπο της καταδικασθεί σας κατηγορουμένης οι προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω ποινής φυλακίσεως που της επιβλήθηκε και πρέπει να διαταχθεί αυτή όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτέλεση της προαναφερόμενης (συνολικής) ποινής φυλακίσεως του ενός (01) έτους και δεκαέξι (16) μηνών, που επιβλήθηκε εις βάρος της καταδικασθείσας κατηγορουμένης, για μια τριετία.
Η Πρόεδρος τέλος κατέστησε γνωστούς στην πληρεξούσια δικηγόρο της καταδικασθείσας κατηγορουμένης, τους όρους με τους οποίους χορηγήθηκε στην εντολέα της η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλακίσεως, που της έχει επιβληθεί.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριό του.
Αθήνα, 06/11/2018
Η Πρόεδρος Η Γραμματέας
Μετά από την απαγγελία της ανωτέρω αποφάσεως, το λόγο ζήτησε και έλαβε από την Πρόεδρο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος αιτήθηκε την επιδίκαση υπέρ του παθόντος εντολέως του της αιτηθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Ο Εισαγγελέας, στον οποίο η Πρόεδρος έδωσε έπειτα το λόγο, πρότεινε να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος, ύψους σαράντα τεσσάρων (44.00) ευρώ.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της καταδικασθείσας κατηγορουμένης, στην οποία δόθηκε τέλος από την Πρόεδρο ο λόγος, αιτήθηκε το ελάχιστο όριο της χρηματικής ικανοποίησης.
Το Δικαστήριο στη συνέχεια, σε μυστική διάσκεψη επί της έδρας με την παρουσία και της Γραμματέως του, κατήρτισε και η Πρόεδρός του δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίασή του την ταυτάριθμη με τις ως άνω απόφασή του που έχει ως εξής:
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η περί χρηματικής ικανοποίησης αίτηση του παθόντος πολιτικώς ενάγοντος είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 63 και 68 του ΚΠΔ, και πρέπει να γίνει δεκτή για σαράντα τέσσερα (44,00) ευρώ. Το ποσό αυτό κρίνεται σύλλογο ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που πράγματι έχει υποστεί ο πολιτικώς ενάγων εξαιτίας των αδικημάτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ εν όλω την περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αίτηση του παθόντος πολιτικώς ενάγοντος
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την καταδικασθείσα κατηγορουμένη να πληρώσει στον πολιτικώς ενάγοντα, ……………, σαράντα τέσσερα (44,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί από τα αδικήματα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του.
Αθήνα, 06/11/2018
Η Πρόεδρος Η Γραμματέας
Τέλος, μετά την απαγγελία και της ανωτέρω αποφάσεως, ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε από την Πρόεδρο άπαξ έτι το λόγο, πρότεινε να επιβληθούν στην καταδικασθείσα κατηγορουμένη και τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της καταδικασθείσας κατηγορουμένης, στην οποία δόθηκε έπειτα από την Πρόεδρο ο λόγος, δήλωσε ότι επαφίεται σχετικά στην κρίση του Δικαστηρίου.
Το Δικαστήριο έπειτα, κατόπιν μυστικής διασκέψεως επί της έδρας, με την παρουσία και της Γραμματέως του, κατήρτισε και η Πρόεδρός του δημοσίευσε την ταυτάριθμη με τις παραπάνω απόφασή του, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως κάτωθι:
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 582 ΚΠΔ κάθε κατηγορούμενος που καταδικάζεται σε ποινή καταδικάζεται ταυτόχρονα με την ίδια απόφαση και στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας. Το ποσό των εξόδων ορίζεται με την καταδικαστική απόφαση. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 3§1 του Νόμου 663/1977, ως ισχύει, και την παρ. 1 της Υπουργικής Αποφάσεως 123827/23.12.2010 (ΦΕΚ Β’ 1991/23.12.2010), τα δικαστικά έξοδα επί αποφάσεων Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, όταν δικάζει σε πρώτο βαθμό, έχουν καθοριστεί στο ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ. Πρέπει επομένως, και σύμφωνα με το άρθρο 373 ΚΠΔ, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα, ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ, σε βάρος της καταδικασθείσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην καταδικασθείσα κατηγορουμένη και τα έξοδα της δίκης, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια (200,00) ευρώ.
Γίνεται μνεία ότι μετά από την εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος και του μάρτυρος και πριν από την έκδοση κάθε απόφασης, δίδονταν ο λόγος κατά σειρά σε όλους του παράγοντες της δίκης, τελευταία δε πάντοτε στην πληρεξούσια δικηγόρο της απούσας και δια πληρεξουσίου εκπροσωπούμενης κατηγορουμένης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριό του.
Αθήνα, 06/11/2018
Η Πρόεδρος Η Γραμματέας
