Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αίτηση εργαζόμενου να κηρυχθεί ο εργοδότης σε κατάσταση πτώχευσης. Ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης, που επέρχεται σε περίπτωση πραγματικής μόνιμης και γενικής αδυναμίας του οφειλέτη για την πληρωμή των ληξιπροθέσμων χρεών του. Για την κατάσταση αυτή δεν αρκεί οποιαδήποτε μη πληρωμή χρέους, έστω και από κακή πίστη, αν στον οφειλέτη υπάρχει, ωστόσο, η δυνατότητα προς πληρωμή, αλλά απαιτείται μόνιμη (όχι από παροδικά αίτια) και γενική (δηλαδή έναντι του κοινού) αδυναμία αντιμετώπισης των χρεών του. Δέχεται ότι ο εργοδότης βρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας προς εκπλήρωση των ληξιπροθέσμων και εκπληρωτέων χρηματικών χρεών του έναντι τρίτων, οφειλόμενη σε μόνιμη και γενική του αδυναμία και όχι σε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια ή έστω περιοδική διαταραχή του ρυθμού των πληρωμών του. Απορρίπτει ισχυρισμό του καθ’ ου ότι ο εργαζόμενος άσκησε την αίτηση καταχρηστικά, ως υποκατάστατο διαδικασίας ατομικής εκτέλεσης και ως μέσο πίεσης. Δέχεται ότι ο εργοδότης διαθέτει κινητή περιουσία η αξία της οποίας θα επαρκέσει για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας. Δέχεται την αίτηση.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1315/2020
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Λέκκου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Γεωργία Γκίντζου και Μιχαήλ Τζεμπελίκο – Εισηγητή, Πρωτoδίκες και από τη γραμματέα Ελένη Δαβράδου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10-1-2020, για να δικάσει την υπόθεση:
ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ : …………. του ……….., κατοίκου Κερατσινίου Αττικής, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου (ΔΣΑ).
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ : ………………. του ……………., κατοίκου ………. (συνοικία …………) και έχοντος το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του στον …………. (……………), ΑΦΜ ……….. Δ.Ο.Υ. ……., που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παυλή (ΔΣΠ).
Ο αιτών ζητεί να γίνει δεκτή η από 4-6-2019 αίτησή του, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό ……../………//5-6-2019 και προσδιορίσθηκε αρχικά να συζητηθεί στη δικάσιμο της 20-9-2019 και μετά από αναβολή στη δικάσιμο δικάσιμο που αναφέρεται στη αρχή της παρούσας και η υπόθεση ανεγράφη στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ – ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟΝ
Στις διατάξεις των παρ. 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 3 του Ν. 3588/2007, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α’ 240/22-12-2016) που καθορίζει τις αντικειμενικές προϋποθέσεις κήρυξης της πτώχευσης ορίζονται τα ακόλουθα: «παρ 1. Σε πτώχευση κηρύσσεται ο οφειλέτης που αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών). Δεν αποτελούν εκπλήρωση των υποχρεώσεων οι πληρωμές που γίνονται με δόλια η καταστρεπτικά μέσα. 2. Επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης αποτελεί λόγο κήρυξης της πτώχευσης, όταν την κήρυξή της ζητεί ο οφειλέτης. 3. Η πιθανότητα αφερεγγυότητας αποτελεί λόγο κήρυξης της πτώχευσης, όταν την κήρυξή της ζητεί ο οφειλέτης και εφόσον συνυποβάλει πρόταση σχεδίου αναδιοργάνωσης κατά τα άρθρα 107 και επόμενα συγχρόνως με την αίτηση της πτώχευσης. 4. Η πτώχευση κηρύσσεται εφόσον με βάση τα οικονομικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου πιθανολογείται ότι η περιουσία του οφειλέτη επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Άλλως, το Δικαστήριο διατάσσει την καταχώριση του ονόματος ή της επωνυμίας, κατά περίπτωση, του οφειλέτη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο, καθώς και στα Μητρώα Πτωχεύσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 8. Η καταχώριση διαγράφεται μετά την πάροδο τριετίας». Ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης του εμπόρου, που επήλθε από τη μη εκπλήρωση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του, δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών εμπορικών ή μη χρεών, η οποία (μη πληρωμή) προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του, μπορεί δε να συναχθεί κατά τις περιστάσεις και από τη μη πληρωμή ενός μόνο χρέους, τέτοιας όμως σημασίας και σπουδαιότητας ώστε να εμφανίζει τα πιο πάνω στοιχεία της μονιμότητας και γενικότητας. Η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που κηρύσσεται η πτώχευση. Ως τέτοιος χρόνος πρέπει να θεωρείται αυτός της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση ο χρόνος της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης. Περαιτέρω ως αντικειμενική προϋπόθεση για την κήρυξή της, είναι η πιθανολόγηση με βάση τα οικονομικά στοιχεία που τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου ότι η περιουσία του οφειλέτη επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Η ανεπάρκεια του ενεργητικού προς κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας, υπό την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ΠτΚ συνιστούσε λόγο απόρριψης της αίτησης πτώχευσης. Έτσι ενώ, στην προϊσχύσασα διάταξη, η περιουσιακή ανεπάρκεια ως λόγος απόρριψης της αίτησης έπρεπε να αποδεικνύεται, στη νέα διάταξη η επάρκεια ως θετική προϋπόθεση της κήρυξης της πτώχευσης θα πρέπει απλώς βασίμως να πιθανολογείται. Συνεπώς, υπό τις ως άνω διαφοροποιημένες εν μέρει, κατά τα προεκτεθέντα, προϋποθέσεις, προκρίνεται η λύση της εξαρχής μη κήρυξης της πτώχευσης, με την απαγγελία ορισμένων ειδικών εννόμων συνεπειών, αντί της κήρυξης της πτώχευσης και της εκ των υστέρων άρσης της. Σκοπός του Νομοθέτη είναι η διαδικαστική και η ουσιαστική αποσυμφόρηση των Δικαστηρίων από πτωχεύσεις που αποδεδειγμένα προβλέπεται εκ των προτέρων, ότι δεν θα ανταποκριθούν στο σκοπό της πτώχευσης για ικανοποίηση των πιστωτών, αφού δεν θα μπορούν να αντιμετωπιστούν ακόμα τα έξοδα της διαδικασίας από την περιουσία του οφειλέτη (βλ. Μιχαλόπουλο, Η νέα πτωχευτική Νομοθεσία, 4η έκδ., 2017, Πρόλογος στην τέταρτη έκδοση, σελ. 4-5). Η ανεπάρκεια αφορά την περιουσία του οφειλέτη ως σύνολο των υπαρχόντων και μελλοντικά ρευστοποιήσιμων περιουσιακών αξιών (ενεργητικό). Για την εφαρμογή της διάταξης σημασία έχει το ρευστοποιήσιμο των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη άμεσα και χωρίς μακροχρόνιες διαδικασίες ή άδειες. Τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να έχουν άμεσα επιτυγχανόμενη αξία εκκαθάρισης με βάση όχι την ονομαστική, αλλά την αξία που θα μπορούσαν να πετύχουν στην αγορά για την εξυπηρέτηση του σκοπού της πτώχευσης. Η απόρριψη δικαιολογείται μόνον εάν η άμεσα ρευστοποιήσιμη περιουσία του οφειλέτη δεν επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Ως έξοδα διαδικασίας θεωρούνται τα πάσης φύσεως δικαστικά έξοδα για την όλη πτωχευτική διαδικασία, και όχι για ορισμένο τμήμα αυτής, αμοιβές συνδίκου, πραγματογνωμόνων, δαπάνες για τα μέλη της επιτροπής πιστωτών, έξοδα προσκλήσεων, δημοσιεύσεων κ.λπ. Εάν υπάρχει περιουσία για τη διαδικασία και κηρυχθεί η πτώχευση, αλλά τελικά δεν επαρκεί για τη συνέχιση των εργασιών της, θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 166 ΠτΚ για την παύση των εργασιών της πτώχευσης (βλ. ΑΠ 73/2014, ΔΕΕ 2014/347, ΕΘεσ 1238/2018 ΔΕΕ 2018.1038, ΕΠειρ 71/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΕΠειρ 467/2010, ΔΕΕ 2010.915, βλ. και Πτωχευτικό Δίκαιο, Λ. Κοτσίρης, εκδ. 2008, σελ. 178 επ.).
Ο αιτών με την υπό κρίση αίτησή του, εκθέτει ότι ο καθ’ ού είναι χονδρέμπορος αλιευμάτων και διατηρεί κατάστημα στην …………, το οποίο αποτελεί το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του. Ότι διατηρεί έναντι του καθ’ ού ληξιπρόθεσμη απαίτηση 35.947,98 ευρώ, απορρέουσα εξ αμετακλήτου δικαστικής απόφασης που επεδίκασε υπέρ του και εις βάρος του καθ’ ού αμοιβές από παροχή εργασίας, απόγραφο της οποίας του επέδωσε στις 30-11-2018, αλλά ουδέν έλαβε, καθώς ο καθ ‘ού βρίσκεται σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να του καταβάλει τα οφειλόμενα. Ότι ο καθ, ού οφείλει μεγάλα χρηματικά ποσά, άνω των 150.000 ευρώ, και προς τρίτους, τα οποία δεν καταβάλει εξαιτίας της μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας του να το πράξει, όπως και ο ίδιος του έχει δηλώσει, καθώς έχει περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2018, κατά τα ειδικότερα παρατιθέμενα στην αίτηση. Με το ιστορικό αυτό ζητεί να κηρυχθεί ο καθ’ ού σε πτώχευση, να ορισθεί χρόνος παύσης πληρωμών η 30η Νοεμβρίου 2018, να ορισθεί εισηγητής και σύνδικος της πτώχευσης, να διαταχθεί η σφράγιση της περιουσίας του καθ ού, να ορισθεί ημεροχρονολογία συνέλευσης των πιστωτών, να ορισθούν εφημερίδες για τις νόμιμες διατυπώσεις και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της πτωχευτικής περιουσίας. Με το περιεχόμενο αυτό, η αίτηση αρμοδίως εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 4 Ν 3588/2007 και 741 επ. ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 3, 7 παρ. 1 και 2 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας). Πρέπει επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής, έχει επισυναφθεί το με αριθμό …………./4-6-2019 γραμμάτιο κατάθεσης ποσού πεντακοσίων ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων (κατάστημα Θεσσαλονίκης) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4 ΠτΚ.
Ο καθ’ ού αρνείται την αίτηση και ειδικότερα τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων κήρυξης της πτώχευσης, ισχυριζόμενος ότι δεν έχει περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών, επικουρικά δε ισχυρίζεται ότι ο αιτών άσκησε την ένδικη αίτηση κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος του, ως υποκατάστατο διαδικασίας ατομικής εκτέλεσης και ως μέσο πίεσης, με σκοπό την πραγμάτωση σκοπών ξένων ως προς την πτώχευση ως θεσμό συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, διότι : α) δεν υπάρχει άλλος πιστωτής του με ληξιπρόθεσμη οφειλή και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για συλλογική αναγκαστική εκτέλεση και β) ο αιτών δεν αιτιολογεί στην ένδικη αίτηση για ποιο λόγο θα ικανοποιηθεί η απαίτησή του με τη διαδικασία της πτώχευσης ενώ δεν θα ικανοποιηθεί με διαδικασία ατομικής εκτέλεσης. Ο άνω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, δεδομένου ότι : α) σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, σε κατάσταση πτώχευσης κηρύσσεται κάποιος ακόμα και όταν βρίσκεται σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής έστω και ενός σημαντικού χρέους και β) έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας δεν στοιχειοθετεί το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 3 του ΠτΚ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του. Για να είναι παραδεκτή και σύννομη η σχετική αίτηση, πρέπει να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και να εκτίθενται τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1045/2004 ΕλλΔνη 48.162 ΜονΕΑ 94/2019 ΤΝΠ Νόμος, ΕΛαρ 50/2013 Δικογραφία 2013.112). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 17 του Ν. 4174/2013 (ήδη άρθρο 92 ΠΔ 28/2015) θεσπίζεται φορολογικό απόρρητο που απαγορεύει, εκτός ειδικότερων περιπτώσεων που ορίζει η διάταξη, τη γνωστοποίηση φορολογικών στοιχείων του φορολογούμενου και προς τη δικαστική αρχή, επαφιεμένου στο Δικαστήριο να εκτιμήσει αναλόγως την άρνηση του διαδίκου να προσκομίσει την φορολογική του δήλωση, αν το ζητήσει ο αντίδικός του (πρβλ. ΑΠ 1831/2007 Ελλ. Δνη 2008.120, ΕφΛαμ 8/2013, ΕφΛαρ 19/2012 ΤΝΠ Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών παραδεκτά, τόσο προφορικά κατά τη συζήτηση όσο και με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, υπέβαλε αίτημα να προσκομίσει ο καθ’ ού έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του, ήτοι : α) ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα εκδοθείσα πρόσφατα, εντός του τελευταίου μηνός, β) απόσπασμα από το σύστημα taxis της Εφορίας από το οποίο να προκύπτουν οι οφειλές του προς το Δημόσιο, ρυθμισμένες και μη ρυθμισμένες, γ) πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος των δύο τελευταίων ετών, 2018 και 2019, προκειμένου να σχηματίσει το Δικαστήριο εικόνα για την περιουσιακή και την οικονομική κατάσταση του καθ’ ού και να δυνηθεί ο ίδιος ο αιτών να αποδείξει καλύτερα του ισχυρισμούς του. Το αίτημα αυτό είναι ορισμένο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη. Είναι όμως απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι : α) αναφορικά με την ασφαλιστική ενημερότητα, αυτή δεν είναι δηλωτική περιουσιακής κατάστασης και β) αναφορικά με τα φορολογικά στοιχεία, αυτά εμπίπτουν στο απόρρητο των φορολογικών διατάξεων που παρατέθηκαν στη νομική σκέψη και το απόρρητο αυτό συνιστά νόμιμο λόγο άρνησης επίδειξής τους (βλ. και ΜονΕΘ 567/2016 ΕπισκΕμπΔ 2016.422), ενώ τυχόν μη επίδειξή τους θα εκτιμηθεί κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης.
Μετά την ισχύ των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015 (από 1.1.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ’ ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1175/2019, 927/2017 ΤΝΠ Νόμος). Ωστόσο, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάσσει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάσσει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 439/2018, 769/2015, 236/2015 ΤΝΠ Νόμος).
Από την εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάσθηκε, κατά πρόταση του αιτούντος, ενόρκως στο ακροατήριο (ο καθ’ ού δεν πρότεινε μάρτυρα προς εξέταση), όλων των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και η υπ’ αριθμ. ……/9-1-2020 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ………… ενώπιον του συμβολαιογράφου Λέρου Μιχαήλ Γαντζία, που ελήφθη με πρωτοβουλία του καθ’ ού χωρίς κλήτευση του αντιδίκου και η οποία, παρ’ ότι καταρχήν ανύπαρκτη (ανυπόστατη) ως αποδεικτικό μέσο λόγω μη τήρησης της διάταξης του άρθρου 422 ΚΠολΔ, εντούτοις λαμβάνεται υπ’ όψιν στην παρούσα διαδικασία, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο καθ’ ού είναι έμπορος αλιευμάτων τα οποία διακινεί (πωλεί επί κέρδει) σε κατάστημα που διατηρεί στην ……….. Έναντι του αιτούντος έχει ληξιπρόθεσμο χρέος ποσού περίπου 38.000 ευρώ, αφορών σε επιδικασθέν κεφάλαιο, νομίμους τόκους και έξοδα, προερχόμενο από απαίτηση αμοιβών εργασίας, η οποία έχει ενσωματωθεί σε εκτελεστό τίτλο και συγκεκριμένα την υπ’ αριθμ. 3098/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που έχει καταστεί τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 548/2018 οριστικής, απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, που δίκασε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε τις ασκηθείσες εφέσεις εναντίον της. Πλέον αυτού, ο καθ’ ού είχε ληξιπρόθεσμο χρέος προς τη Δ.Ο.Υ. ….. ύψους 301.870,08 ευρώ, το οποίο ρύθμισε σε 120 δόσεις ύψους 2.515,49 εκάστης στις 30-9-2019 (ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης και μετά την αρχική δικάσιμο για τη συζήτησή της στις 20-9-2019, όταν αναβλήθηκε με αίτημά του) και ήταν ενήμερος ως προς την καταβολή τους μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης. Ωστόσο, στη ρύθμιση αυτή δεν έχουν υπαχθεί όλες οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του καθ’ ού, καθώς, όπως προκύπτει από το έγγραφο της ρύθμισης που προσκομίζεται, υφίστανται και άλλες (των οποίων το ακριβές ύψος δεν αναγράφεται και ούτε ο καθ’ ού προσκομίζει κάποιο άλλο έγγραφο από το οποίο να προκύπτουν), που δεν μπορούν να υπαχθούν σε ρύθμιση και ήταν καταβλητέες εντός διμήνου από τις 30-9-2019, ήτοι μέχρι τις 30-11-2019, τις οποίες ο καθ’ ού δεν έχει εξοφλήσει. Ο καθ’ ού ασκεί ατομική επιχείρηση, με βάση τη δραστηριότητα της οποίας δημιουργήθηκαν τα άνω χρέη, εκμεταλλευόμενος την παραγωγή από δύο ανεμότρατες που αλιεύουν για λογαριασμό και υπό την επίβλεψή του, ενώ στις αρχές του έτους 2016 ίδρυσε ναυτική εταιρία, με την από 2-3-2016 σύμβαση που συνήψε με τον υιό του, …………. και τη σύζυγό του, …………., η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ναυτικών Εταιριών στις 10-3-2016 και ο σκοπός της είναι η αλιεία και η διαχείριση πάσης φύσεως αλιευτικών και εμπορικών πλοίων. Ο αιτών έχει αποπειραθεί παντοιοτρόπως, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, από το έτος 2015, που είχε εκδοθεί η άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και είχε κηρύξει μέρος του επιδικασθέντος ποσού κεφαλαίου προσωρινά εκτελεστό, για ποσό 10.000 ευρώ, αλλά και μεταγενέστερα, όταν τελεσιδίκησε η άνω απόφαση και επέδωσε αντίγραφο εκ του α’ απογράφου εκτελεστού αυτής προς τον καθ’ ού στις 12-12-2018, να την εκτελέσει αναγκαστικά, τόσο με κατάσχεση εις χείρας τόσο του καθ ού (ακόμα και με τη λήψη αδείας από το Δικαστήριο για εκτέλεση τη νύκτα), όσο και τρίτων, ώστε να εισπράξει την απαίτησή του, λόγω μη εκούσιας συμμόρφωσης του καθ’ ού στις επιταγές που του επιδόθηκαν. Η αποτυχία των προσπαθειών αυτών οφείλεται στην έλλειψη κινητών πραγμάτων και ακινήτου υπολογίσιμης αξίας. Περαιτέρω, ο καθ’ ού έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον ΕΦΚΑ, τις οποίες δεν έχει ρυθμίσει ακόμα, αλλά και προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, λόγω δανεισμού. Το ακριβές ύψος αυτών δεν προκύπτει, διότι ο καθ’ ού δεν προσκομίζει σχετικά έγγραφα, παρά μόνο αποσπασματικές ανισόποσες καταβολές. Η οικονομική αδυναμία του καθ’ ού, που ξεκίνησε το έτος 2015 και κορυφώθηκε στα τέλη του έτους 2018, να καταβάλει το χρέος του προς τον αιτούντα, σε συνδυασμό με το μεγάλο χρέος που έχει συσσωρεύσει στη Δ.Ο.Υ. ….., αλλά και αυτό προς τον ΕΦΚΑ (έναντι του οποίου δεν έχει προβεί σε ρύθμιση, επικαλούμενος ότι έχει την ευχέρεια να υπαχθεί και γι αυτό στη ρύθμιση των 120 δόσεων του Ν. 4611/2019 μέχρι τις 31-5-2020, όπως προβλέφθηκε στο άρθρο 39 Ν. 4647/2019) καταδεικνύει το γεγονός ότι η πορεία της επιχείρησής του έχει καταστεί προ πολλού ζημιογόνα και τη συνεχίζει χωρίς να καταβάλει τον κύριο όγκο των χρηματικών υποχρεώσεών του προς τρίτους (Δημόσιο, ΕΦΚΑ, Τράπεζες). Ο όγκος αυτός υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της απαίτησης του ενάγοντος. Η παραδοχή αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο καθ’ ού έχει προβεί σε κάποιες μικρές επιμέρους καταβολές και ειδικότερα : 1) κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση του αντιγράφου εκ του πρώτου απογράφου εκτελεστού (12-12-2018), που ενσωματώνει την απαίτηση του αιτούντος, μέχρι τις 3 Ιουνίου 2019, έχει προβεί σε καταβολές (είτε ατομικά είτε μέσω των μελών της οικογενείας του) έναντι ατομικών οφειλών του, συνολικού ποσού 24.070,11 ευρώ, αφορώσες σε μισθοδοσία δύο εργαζομένων, τέλη δορυφορικής επικοινωνίας της ανεμότρατας, πετρέλαιο κίνησης, χρέος προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και καθυστερούμενες οφειλές ΕΦΚΑ ενώ για το χρονικό διάστημα από 3-6-2019 μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης έχει καταβάλει: α) ποσό 750 ευρώ στις 14-10-2019 για μισθοδοσία εργαζομένου β) συνολικό ποσό 15.367,04 ευρώ για πετρέλαιο κίνησης (με τέσσερις καταβολές τον 12°/2019), γ) 12.061,66 ευρώ για τις δόσεις της ρύθμισης του χρέους των 301.870,08 ευρώ προς τη Δ.Ο.Υ. …. και δ) 1.500 ευρώ προς την ΑΤΕ. Δηλαδή συνολικό ποσό (24.070,11 + 750 + 15.367,04 + 12.061,66 + 1.500 =) 54.498,81 ευρώ. Σημειωτέον ότι, κατά τα ανωτέρω, οι καταβολές που πραγματοποίησε από τις 4-6-2019 μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αφορούν στο πετρέλαιο κίνησης της ανεμότρατας, στις δόσεις της ρύθμισης προς τη Δ.Ο.Υ. (που συνήφθη μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης, όπως προεκτέθηκε) και μία καταβολή προς την ΑΤΕ, με εξαίρεση το ποσό των 750 ευρώ που αφορά σε μισθοδοσία ενός μηνός για ένα εργαζόμενο. Επιπλέον, ακόμα και αυτές οι καταβολές που πραγματοποίησε ο καθ ού, δεν αποδεικνύεται ότι έγιναν με έσοδα από την ατομική επιχείρησή του, καθώς δεν αποδείχθηκαν έσοδα αυτής για τα δύο τελευταία έτη, δεδομένου και ότι ο καθ’ού επέλεξε να μην προσκομίσει τη φορολογική δήλωση και την πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του φορολογικού έτους 2018 που έχει στην κατοχή του (για το φορολογικό έτος 2019 δεν έχει ακόμα υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης), παρά το σχετικό αίτημα που υπέβαλε ο αιτών, ή έστω κάποια άλλα φορολογικά στοιχεία που να αποδεικνύουν τον κύκλο εργασιών του. Με τα δεδομένα αυτά, αποδεικνύεται ότι ο καθ’ ού ασκεί επιχείρηση χωρίς προσοδοφόρα οικονομική δραστηριότητα και έχει περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, με χρόνο παύσης πληρωμών την 18 Δεκεμβρίου 2018, όταν εξέπνευσε η τριήμερη προθεσμία προς εκούσια συμμόρφωσή του στην επιταγή προς εκτέλεση, που του επέδωσε ο αιτών για την είσπραξη της απαίτησής του. Περαιτέρω και αναφορικά με την περιουσιακή κατάσταση του καθ ού, αποδείχθηκε ότι του ανήκει κατά κυριότητα ένα αλιευτικό σκάφος- ανεμότρατα με όνομα «…….» (νηολογίου Θεσσαλονίκης με αριθμό …., κ.ο.χ. 65,72) και ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 1.100 τ.μ., μονοετούς καλλιέργειας, στη νήσο …….. (θέση ……….) και σε απόσταση 300 μέτρων από τη θάλασσα, με τη συνολική αξία τους να υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ. Αυτή η περιουσία του καθ’ ού κρίνεται άμεσα ρευστοποιήσιμη και πιθανολογείται ότι επαρκεί για να καλύψει τα έξοδα της διαδικασίας της πτώχευσης. Πρέπει, συνεπώς, η αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να κηρυχθεί ο καθ’ ού σε κατάσταση πτωχεύσεως, να ορισθεί ως ημέρα παύσεως των πληρωμών η 18.12.2018 και να διαταχθούν περαιτέρω όσα προβλέπονται στο νόμο (άρθρο 7 §§ 1 και 2 ΠτΚ), ενώ τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της πτωχευτικής περιουσίας (άρθρο 13 ΠτΚ). Ο Εισηγητής της πτώχευσης του Πρωτοδικείου Πειραιώς έχει διορισθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 1 του ΠτΚ, με απόφαση της Ολομελείας του και ως εκ τούτου δεν διορίζεται με την απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’αντιμωλίαν των διαδίκων
Δέχεται την αίτηση.
Κηρύσσει σε κατάσταση πτώχευσης τον ………. του ……….., κάτοικο ……… (συνοικία ………) και έχοντα το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του στον …………. (…………), ΑΦΜ ………… Δ.Ο.Υ. …….
Ορίζει ημέρα παύσεως των πληρωμών την 18.12.2018.
Διορίζει σύνδικο της πτωχεύσεως από το Μητρώο Διαχειριστών Αφερεγγυότητας, την ……….. του ………., Δικηγόρο, κάτοικο …………. (οδός …………. αρ. …….), τηλ. …………., ……………..
Διατάσσει την σφράγιση της περιουσίας του πτωχεύσαντος από τη σύνδικο.
Ορίζει την 16-6-2020, ημέρα Τρίτη και ώρα 10 έως 11 π.μ., προκειμένου να συνέλθουν οι πιστωτές στο κατάστημα του Πρωτοδικείου Πειραιώς για να αποφασίσουν με βάση την έκθεση της Συνδίκου, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 70 του Πτωχευτικού Κώδικα.
Ορίζει εφημερίδα για τις κατά νόμο δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις το Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της πτωχευτικής περιουσίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 10-4-2020.
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς την παρουσία διάδικης πλευράς, στις 15-4-2020.
