Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022

Περίληψη: Υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και παράνομη υπερωρία. Για τη συνδρομή υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί η εβδομαδιαία απασχόληση, ενώ για την υπερωριακή εργασία, η ημερήσια. Εργασία το Σάββατο ως έκτη ημέρα επί πενθήμερης εργασίας. Οφείλεται αποζημίωση στον εργαζόμενο βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κανονική άδεια. Αν δεν χορηγηθεί έως το τέλος του έτους στον εργαζόμενο, ενώ την ζήτησε, του οφείλονται οι αποδοχές αδείας προσαυξημένες κατά 100%. Κρίση ότι ο εργαζόμενος εργαζόταν καθ’ υπέρβαση του ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου στην επιχείρηση του εναγομένου, αλλά και κατά τις εξαιρετέες ημέρες ενώ δεν του χορηγήθηκε η νόμιμη άδεια για το προηγούμενο της καταγγελίας της σύμβασης του έτος και οι αποδοχές αδείας για το έτος που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 14.745,63 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΠΟΦΑΣΗ 291/2018

(Αριθμός κατάθεσης αγωγής: ………./………./2016)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ-ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Θεόδωρο Σταματόπουλο, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Φωτεινή Μαρίνου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2017 για να δικάσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./………./2016 αγωγή, με αντικείμενο εργατική διαφορά, μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………., κατοίκου Αθηνών (οδός ………. αρ. ……….), με Α.Φ.Μ. ………., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου του Γεωργίου-Μιχαήλ, κατοίκου Αθηνών (οδός 28ης Οκτωβρίου αρ. 95), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ………., κατοίκου ………. και διατηρούντος υποκατάστημα στην Αθήνα (οδός ………. αρ. ……….), με Α.Φ.Μ. ………., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Παπαθεοδωρόπουλου του Παναγιώτη, κατοίκου Πειραιώς (οδός Πραξιτέλους αρ. 139), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 17-05-2016 αγωγή του, δικάσιμος προς συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικά στις 03-02-2017 και μετ’ αναβολή η αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 Ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέραν από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διάρκειας της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τοιαύτης απασχόλησης, η οποία είναι ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, αυξημένο κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί, οι οποίοι παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν των απαιτήσεών τους εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 της από 14-02-1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την Υ.Α. 11770/2030/1984 (Φ.Ε.Κ. Β’ 81/1984), η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 01-01-1984 σε σαράντα (40) ώρες, για την απασχόληση δε πέραν του συμβατικού (συλλογικού) εβδομαδιαίου ωραρίου έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της με αριθμό 1/1982 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την Υ.Α. 11245/1982, δηλαδή με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, το οποίο κατά το άρθρο 5 της από 26-02-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., η οποία κυρώθηκε με τον Ν. 133/1975, υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου μισθού. Ειδικά για τους εργαζομένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες πέντε ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των σαράντα (40) και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών εργασίας εβδομαδιαίως. Επομένως, για τους εργαζομένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας: α) η εργασία που παρέχεται πέραν του εβδομαδιαίου ωραρίου, το οποίο έχει καθορισθεί με ατομική συμφωνία ή με συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση για κάθε κατηγορία εργαζομένων, η οποία ανέρχεται γενικώς σε σαράντα (40) ώρες και μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου επιτρεπόμενου νόμιμου ωραρίου των σαράντα πέντε (45) ωρών, ήτοι οι τεσσαρακοστή πρώτη (41η) έως και τεσσαρακοστή πέμπτη (45η) ώρες την εβδομάδα αποτελούν υπερεργασία, η οποία αμείβεται με το ωρομίσθιο και προσαύξηση 25%, β) η εργασία που παρέχεται πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών, ήτοι οι τεσσαρακοστή έκτη (46η), τεσσαρακοστή εβδόμη (47η) και τεσσαρακοστή ογδόη (48η) ώρες αποτελούν ιδιόρρυθμη υπερωρία, η οποία αμείβεται με το ωρομίσθιο και προσαύξηση 25% (για την οποία δεν απαιτείται άδεια της αρχής) και γ) η εργασία που παρέχεται πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών εβδομαδιαίως αποτελεί υπερωρία, η οποία, όταν είναι νόμιμη, αμείβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν. 435/1976, ήτοι οι εξήντα (60) πρώτες ώρες με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, οι επόμενες εξήντα (60) ώρες με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% και πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75% (ΑΠ 804/2003 ΔΕΝ 2003.1387). Όμως, με τις διατάξεις των παρ. 1-5 του άρθρου 4 Ν. 2874/2000 (“Προώθηση της απασχόλησης και άλλες διατάξεις”) καταργήθηκε η υπερεργασία και ορίσθηκε ότι στις επιχειρήσεις, για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών εργασίας την εβδομάδα, ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του επί τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση). Από 01-04-2001 και εφεξής, η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ. 1 του Νόμου αυτού θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 Ν. 435/1976. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση προς το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας. Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 4 Ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3385/2005 και ισχύει από την 01-10-2005 με το εξής περιεχόμενο: “1. Σε επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα, η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα. 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής ως κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%”. Από την τελευταία αυτή διάταξη (τόσο υπό την αρχική, όσο και υπό την ισχύουσα διατύπωση) σαφώς συνάγεται ότι η αξίωση αμοιβής της “υπερεργασίας” ή της “ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης” και της παράνομης υπερωρίας στηρίζεται ευθέως στον νόμο και όχι στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις (ΕφΠειρ 103/2013, ΕφΛαρ 233/2012, ΕφΠειρ 573/2012, ΕφΠειρ 572/2009 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΔΣΑ). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 Ν. 3863/2010, η οποία ισχύει από 15-07-2010 (βλ. άρθρ. 76 Ν. 3863/2010), το ωρομίσθιο της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας μειώθηκε ως ακολούθως: α) για τις ώρες της υπερεργασίας (δηλ. από την 41η έως και την 45η ώρα εκάστης εβδομάδας επί πενθήμερης εβδομάδας εργασίας και συμβατικό ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως), η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, β) για τις ώρες της νόμιμης υπερωρίας μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως ανέρχεται σε ποσοστό 40% και για την πέραν των 120 ωρών ετησίως σε ποσοστό 60% και γ) για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωριακής εργασίας η δικαιούμενη αποζημίωση του εργαζομένου ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Επισημαίνεται ότι για τη συνδρομή υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση των μισθωτών, και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, χωρίς να ενδιαφέρει η υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, ενώ για τη συνδρομή της υπερωριακής εργασίας, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως (υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.7.1975 ΕΣΣΕ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από τον νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωριακής εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντιθέτως, για να υπάρχει υπερεργασία, πρέπει να υπάρχει υπέρβαση του εβδομαδιαίου ωραρίου και δεν ενδιαφέρει η μεμονωμένη υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου (ΑΠ 615/2008, ΑΠ 338/2008, ΑΠ 101/2008 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 804/2003 ΕλλΔνη 45.141, ΑΠ 1253/2002 ΕλλΔνη 44.163, ΑΠ 1207/2002 ΕλλΔνη 44.162, ΕφΠειρ 933/2003 ΕλλΔνη 45.544). Περαιτέρω, η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ή έβδομη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, εφόσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, δεν αποτελεί υπερεργασία, δηλαδή δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών υπερωριακής εργασίας (ΑΠ 418/2004 ΕλλΔνη 47.146, ΑΠ 1253/2002 ΕλλΔνη 44.163, ΑΠ 1207/2002 ΕλλΔνη 44.162, ΑΠ 679/2001 ΔΕΝ 2002.1628, ΑΠ 24/2000 ΔΕΝ 2000.851, ΑΠ 882/1998 ΔΕΝ 2000.378, ΑΠ 119/1997 ΔΕΝ 1998.17, ΕφΠειρ 572/2009 ΠειρΝομ 2010.141 ΕφΑΘ 7576/2005 ΕλλΔνη 47.1474, ΕφΑΘ 810/2001 ΕλλΔνη 42.1381), ενώ, δοθέντος ότι η υπερωρία κρίνεται όχι μόνο επί εβδομαδιαίας, αλλά και επί ημερήσιας βάσης, είναι δυνατόν η εν λόγω εργασία, αυτοτελώς λαμβανόμενη για κάθε μια από τις υπόλοιπες δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη και έβδομη), να συνιστά υπερωρία, μόνο εάν υπερβαίνει για κάθε μια από αυτές το γενικό νόμιμο ωράριο εργασίας, ήτοι το οκτάωρο (ΑΠ 679/2001 ΕλλΔνη 42.1590, ΑΠ 119/1997 ΕλλΔνη 38.1554, ΕφΠειρ 572/2009 ΠειρΝομ 2010.141). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976 και 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, για την εργασία των υπαγόμενων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά την έκτη (6) ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή (κατά κανόνα) το Σάββατο, και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ. 1 του Ν.Δ. 1037/1971 καθορίστηκε σε οκτώ (8) ώρες, οφείλεται ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 επομ. ΑΚ), ενόψει του ότι η εργασία αυτή είναι παράνομη, ως παρασχεθείσα σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, το ποσό το οποίο ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλον εργαζόμενο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου, λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως, αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης, χωρίς να δικαιούται ο εργαζόμενος και οποιαδήποτε άλλη προσαύξηση (βλ. ΑΠ 175/2013 ΔΕΕ 2013.832, ΑΠ 191/2011, ΑΠ 1413/2009, ΑΠ 1519/2008, ΑΠ 2161/2007 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 2125/2007 ΔΕΝ 2008.182, ΑΠ 2018/2007 ΕΕργΔ 2008.1191, ΕφΑΘ 3879/2012 ΤΝΠ Νόμος). Όμως, με τη διάταξη του άρθρου 8 Ν. 3846/2010, ορίστηκε ότι η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδας κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Η εργασία κατά την 6η ημέρα επί πενθημέρου, και μετά την εν λόγω νομοθετική παρέμβαση, παραμένει παράνομη και συνεπώς άκυρη. Ο παράνομος χαρακτήρας της άλλωστε επιβεβαιώνεται από τη φράση του νομοθέτη «ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις», φράση που δεν θα είχε λόγο ύπαρξης, αν επρόκειτο περί νόμιμης απασχόλησης. Κατά συνέπεια, ορθότερο θα ήταν να γίνεται λόγος για ‘αποζημίωση’ και όχι ‘αμοιβή της συγκεκριμένης απασχόλησης (Λεβέντης/Παπαδημητρίου, Ατομικό εργατικό Δίκαιο, σελ. 430). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του Ν. 4504/1966: «Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της άδειας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτών, του πρώτου υποχρεωμένου να χορηγήσει την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ’ έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας, δέον να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ’ αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχη την άδειαν, έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από τον Α.Ν. 539/1945 ετήσια (κανονική) άδεια πρέπει να χορηγείται στον μισθωτό οπωσδήποτε μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του τελευταίου και του εργοδότη, η μεταφορά αυτής εν όλω ή εν μέρει στο επόμενο ή μεθεπόμενο έτος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 3 του Ν.Δ. 3755/1957, ο εργοδότης που αρνήθηκε να χορηγήσει στον μισθωτό τη νόμιμη κατ’ έτος άδειά του, υποχρεούται, μόλις λήξει το έτος κατά το οποίο ο μισθωτός δικαιούται την άδεια, να καταβάλει σε αυτόν: α) τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις ημέρες της άδειας και β) προσαυξήσεις των αποδοχών αυτών κατά 100% (δηλαδή τις αποδοχές άδειας στο διπλάσιο). Η προσαύξηση αυτή θεωρείται αστική κύρωση της υπερημερίας του εργοδότη, για τον λόγο αυτό και προϋποθέτει υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και στον βαθμό της ελαφράς αμέλειας (άρθρο 300 ΑΚ), η οποία όμως (υπαιτιότητα) δεν υπάρχει, όταν ο μισθωτός δεν ζήτησε την άδεια, οπότε και δεν δικαιούται την προσαύξηση (ΟλΑΠ 32/2005 ΕλλΔνη 2005.1030, ΑΠ 434/2011 ΔΕΝ 67.1274, ΑΠ 809/2010, ΑΠ 1678/2007, ΑΠ 1394/2005, ΑΠ 1339/2005, ΑΠ 1045/2004 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1234/2003 ΕλλΔνη 2005.1357, ΑΠ 636/2000 ΔΕΝ 2000.1357, ΑΠ 1554/1997 ΔΕΝ 1998.682). Για να είναι δε ορισμένη η αγωγή, με την οποία ζητείται η καταβολή στον μισθωτό προσαύξησης των αποδοχών άδειας κατά 100%, λόγω μη χορήγησης της άδειας εντός του έτους κατά την οποία την εδικαιούτο, απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της, εκτός των άλλων, ότι αυτός υπέβαλε αίτημα προς τον εργοδότη για τη χορήγηση της άδειάς του και ο τελευταίος, από υπαιτιότητά του, δεν την χορήγησε (ΑΠ 581/1999 ΕλλΔνη 2000.92). Για τον υπολογισμό των αποδοχών της άδειας (όπως και του επιδόματος της άδειας) και, συνεπώς, και της προσαύξησης 100%, η οποία σημειωτέον γίνεται μόνον επί των αποδοχών και όχι επί του επιδόματος άδειας (ΑΠ 434/2011 ΔΕΝ 67.1275, ΑΠ 376/2006 ΕΕργΔ 2006. 1244), θα ληφθούν ως βάση οι αποδοχές (του μισθωτού) της 31ης Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί η άδεια αναψυχής, αφού η ημέρα αυτή αποτελεί το απώτατο χρονικό σημείο, κατά το οποίο υπάρχει υποχρέωση να χορηγηθεί η συγκεκριμένη άδεια και όχι η τυχόν εξ άλλης αιτίας (συμβατικής ή επίσης νόμιμης) οφειλόμενη (ΑΠ 570/2004 ΔΕΝ 2004.1404), με έννομη συνέπεια η εν λόγω ημερομηνία να αποτελεί δήλη ημέρα καταβολής των αποδοχών και του επιδόματος της άδειας, και όχι και της ανωτέρω αστικής ποινής, και συνεπώς από την επομένη της ημέρας αυτής οφείλονται σε στενή έννοια νόμιμοι τόκοι υπερημερίας (άρθρα 241 παρ. 1, 293 και 341 ΑΚ), χωρίς να απαιτείται όχληση του εργοδότη (άρθρο 345 ΑΚ) (ΟλΑΠ 40/2002 ΔΕΝ 2002.1699). Μετά δε τη λήξη του έτους εντός του οποίου έπρεπε να δοθεί στον εργαζόμενο η νόμιμη άδεια αναψυχής, η αξίωση για αυτή μετατρέπεται σε χρηματική, καθόσον μεταφορά της άδειας στο σύνολό της ή κατά ένα μέρος στον επόμενο χρόνο δεν επιτρέπεται, ακόμη και αν η μεταφορά γίνεται με τη συναίνεση του εργαζόμενου (ΑΠ 1234/2003 ΕΕργΔ 2004.210). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, εκθέτει ότι προσλήφθηκε στις 15-05-2014 από τον εναγόμενο, ο οποίος εκμεταλλεύεται ατομική επιχείρηση οδικών μεταφορών στην ………., διατηρώντας υποκατάστημα αυτής στην Αθήνα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί στο υποκατάστημα ως εργάτης, επί 5 ημέρες την εβδομάδα και 8 ώρες ημερησίως, αντί του αναφερόμενου συμβατικού μισθού. Ότι κατά τα ειδικότερα προσδιοριζόμενα χρονικά διαστήματα, εργάστηκε τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, καθ’ υπέρβαση του οκταώρου, πραγματοποιώντας υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρία, επιπλέον δε παρείχε εργασία κατά παράβαση του πενθημέρου σε ημέρες Σαββάτου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, χωρίς ο εναγόμενος να του καταβάλει τις νόμιμες αμοιβές, αποζημιώσεις και προσαυξήσεις για την εργασία του αυτή. Ότι ο εναγόμενος δεν του χορήγησε από υπαιτιότητά του την ετήσια άδεια αναψυχής για το έτος 2014, με αποτέλεσμα να του οφείλει τις αποδοχές αδείας προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%, ενώ επιπλέον του οφείλει το επίδομα αδείας έτους 2014 και τις αποδοχές αδείας έτους 2015. Με αυτό το ιστορικό, όπως εκτενέστερα εκτίθεται, επικαλούμενος κυρίως τη σύμβαση εργασίας του και τον νόμο, επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του, τις διατάξεις περί του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος α) να του καταβάλει για τις προαναφερόμενες αιτίες το συνολικό ποσό των 24.751,81 ευρώ, όπως εξειδικεύονται τα επιμέρους κονδύλια, με τον νόμιμο τόκο από τον χρόνο που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του, με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί προς αυτήν την υποχρέωσή του. Επίσης, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 8, 10, 12 παρ. 1, 13, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 621 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με το άρθρ. τέταρτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθ. 1 άρθρ. τέταρτο Ν. 4335/2015, καθώς η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 19-05-2016- βλ. σχετ. και άρθρ. 1 άρθρ. ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015, σύμφωνα με το οποίο οι ισχύουσες διατάξεις για τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίες τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, εφαρμόζονται για τις κατατεθειμένες από 01-01-2016 αγωγές). Είναι δε επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου, δεδομένου ότι διαλαμβάνει όλα τα αξιούμενα από τον νόμο (άρθρ. 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ) στοιχεία για τη δικαστική εκτίμηση και έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητάς της και ειδικότερα, σε σχέση με τις αγωγικές αξιώσεις από υπερωριακή απασχόληση, την εργασιακή σχέση, τους όρους αυτής, τις καταβαλλόμενες αποδοχές, βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το ωρομίσθιο, καθώς και τη διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος, από την οποία συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι υπερωρίες, οι οποίες άλλωστε εκτίθενται, με την επισήμανση ότι οι τελευταίες και παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, είναι δυνατόν να προσδιορίζονται κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα (ΑΠ 1409/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 526/2013 ΔΕΕ 2013.1196, ΑΠ 297/2013 ΔΕΕ 2013.866). Επίσης, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις, στις διατάξεις των άρθρων 330, 341, 345, 346, 648, 653, 678, 904 ΑΚ, και σε αυτές των άρθρων 5 παρ. 5 του Ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 1346/19833, παρ. 16 Ν. 4504/1966 σε συνδ. με άρθρ. 2 παρ. 1 Α.Ν. 539/1945, 4 Β.Δ. 16/18-07-1920, 106, 176, 191 παρ. 2, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 εδαφ. α’ και περ. ε’, 946 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πλην, όμως, τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα της τοκοφορίας από τη δήλη ημέρα καταβολής, α) ως προς τα αιτούμενα ποσά για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και για αποζημίωση λόγω παρασχεθείσας εργασίας κατά το Σάββατο, ως έκτη ημέρα της εβδομάδας, αφού η αποζημίωση για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή εργασία και οι αποζημιώσεις για εργασία παρασχεθείσα κατά Σάββατο, κατά παράβαση του πενθημέρου, δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για τη νομίμως παρασχεθείσα εργασία, δεν απορρέουν από τη νόμιμη παροχή εργασίας και δεν αποτελούν μισθό ούτε εν ευρεία έννοια, με αποτέλεσμα να μην ορίζεται για αυτές δήλη ημέρα πληρωμής τους και οι τόκοι να αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής ή την τυχόν προηγηθείσα όχληση (ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕλλΔνη 44.118, ΑΠ 796/2011, ΑΠ 1174/2006, ΑΠ 235/2004, ΑΠ 234/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 2004.856, ΑΠ 360/2002 ΔΕΝ 2002.1315, ΕφΑνΚρητ 58/2014 ΤΝΠ Νόμος, Σ. Βλαστός, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ. 262) και β) ως προς την προσαύξηση 100% λόγω υπαίτιας μη χορήγησης της άδειας, αφού για την τελευταία δεν τάσσεται εκ του νόμου δήλη ημέρα καταβολής, σύμφωνα με τη νομική σκέψη. Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις για το καταψηφιστικό αντικείμενο της αγωγής, κατά το μέρος που αυτό υπερβαίνει κατά ποσό το όριο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (20.000 ευρώ), σύμφωνα με το άρθρο 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 3994/2011 (βλ. το με αριθμό ………. ηλεκτρονικό παράβολο σε συνδυασμό με την από 24-10-2017 απόδειξη πληρωμής της τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τα οποία επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη ή η αναβολή της απάντησης σε αυτήν, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Δηλαδή, για να κριθεί ότι επιδέχεται δικαστική εκτίμηση, πρέπει να περιέχει στοιχεία ανάλογα προς εκείνα που είναι αναγκαία για την τυπική παραδοχή και συνακόλουθα δικαστική εκτίμηση της αγωγής (ΑΠ 1069/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 9577/1986 Δίκη 18.376). Αν τα γεγονότα που αποτελούν την ιστορική βάση της υπό δικονομική έννοια ένστασης, είτε συνιστούν το «πραγματικό» ουσιαστικού, είτε το «πραγματικό» δικονομικού κανόνα, δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη ή δεν συνάπτονται με ορισμένο αίτημα, η ένσταση απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστη (ΑΠ 1383/2008 Δ 2009.438, ΑΠ 164/2008 Δ 2009.187, ΕφΑθ 7045/1990 ΕλλΔνη 1990.1518, Γ. Νικολόπουλος, Η έννοια και λειτουργία της ενστάσεως στο Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, έκδ. 1987, σελ. 123). Η δε παράλειψη αναφοράς των αναγκαίων περιστατικών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται αυτά, ούτε με την προσθήκη των προτάσεων (ΑΠ 1383/2008 Δ 2009.438, Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ άρθρ. 262 αρ. 2). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τα στοιχεία της ένστασης εξόφλησης, των οποίων πρέπει να γίνεται επίκληση, για το ορισμένο αυτής, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία έτσι του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελάχιστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959). Σε αντίθετη περίπτωση, η ένσταση είναι αόριστη και δεν μπορεί να συμπληρωθεί δια των αποδείξεων. Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικών έγγραφων στοιχείων (μισθοδοτικών καταστάσεων, αποδείξεων πληρωμής) περί του ότι πληρώθηκε ο μισθωτός όλες τις απαιτήσεις του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μια και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για την κάθε μια αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών. Επομένως, ισχυρισμός περί καταβολής όλων των απαιτήσεων του ενάγοντος, χωρίς να γίνεται ειδικότερη ανάλυση του ποσού που καταβλήθηκε για την κάθε μία αιτία, είναι αόριστος, έστω και αν αναφέρεται το συνολικό ποσόν, που καταβλήθηκε, εκτός εάν πρόκειται για μία μόνο απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία καταβολής, οπότε είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος, ως προς το αν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση του σχετικού χρέους. Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει, όταν ασκούνται με την αγωγή αξιώσεις από σύμβαση εργασίας και προσκομίζεται από τον εργοδότη έγγραφη απόδειξη του εργαζομένου περί καταβολής σε αυτόν συνολικού ποσού, που καλύπτει κατά ένα μέρος ή εξ ολοκλήρου τις αγωγικές αξιώσεις, χωρίς να αναφέρει την κάθε αιτία και το επί μέρους ποσό, που καταβλήθηκε για αυτή, διότι στην εν λόγω περίπτωση δεν αποκλείεται να καταβλήθηκε το ποσόν αυτό, προς εξόφληση άλλων αξιώσεων του εργαζομένου, που δεν περιλήφθηκαν στην αγωγή. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, με τα άρθρα 18 του Ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του Ν. 1469/1984 (με την οποία παρ. 2 προστέθηκε εδάφιο ε’ στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/1951) επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται περί φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σε αυτές (ΑΠ 1069/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 381/2014 ΧρΙΔ 2014.488, ΑΠ 1030/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 191/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1322/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 178/2010 ΕλλΔνη 2010.743, ΑΠ 1828/2008 ΔΕΝ 2009.628, ΑΠ 1320/2008 ΧρΙΔ 2009.311, ΑΠ 894/2007 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1405/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1086/2006 ΕΕργΔ 2007.306, Χρ. Γκούτος, Εξόφληση χρηματικού χρέους του εργοδότη, ΔΕΝ 2009.817). Στην προκείμενη περίπτωση, ο εναγόμενος, με τις εμπροθέσμως και νομοτύπως κατατεθειμένες έγγραφες προτάσεις του, αρνείται αιτιολογημένα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής. Επίσης, με τις προτάσεις του και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει πλήρως τον ενάγοντα. Ο ισχυρισμός αυτός περί καταβολής τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθώς ο εναγόμενος δεν εξειδικεύει τα επιμέρους ποσά που κατεβλήθησαν στον ενάγοντα για κάθε αιτία, την αιτία και τον χρόνο καταβολής τους, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επίσης, ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά τις ένδικες αξιώσεις του, καθώς α) ουδέποτε απασχολήθηκε καθ’ υπέρβαση του πενθημέρου, ούτε κατά ημέρα Σαββάτου, ενώ έχει εισπράξει ό,τι δικαιούνταν να λάβει, ασκεί δε την υπό κρίση για λόγους εκδίκησης, λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του πατέρα του, που επίσης απασχολούνταν στην επιχείρησή του και β) ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε σε σχέση με τις αποδοχές του. Ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο ο εναγόμενος επιχειρεί να θεμελιώσει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, τυγχάνει απορριπτέος στο σύνολό του ως μη νόμιμος. Κατά μεν το πρώτο σκέλος του, καθώς αληθής υποτιθέμενος συνιστά άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, καθόσον αποτελεί την επιχειρηματολογία με την οποία πλήττεται η ιστορική βάση της αγωγής, διότι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει εφαρμογή, στην περίπτωση άσκησης δικαιώματος από τον δικαιούχο, όταν δηλαδή αυτός προβαίνει στην επιδίωξη της παρεχόμενης από το νόμο προστασίας, για να επιτύχει την πραγματοποίηση της κατάστασης που αρμόζει στο δικαίωμά του και όχι όταν ο διάδικος αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα, να δεχθεί την ύπαρξη ή την άσκηση του δικαιώματος του αντιδίκου του (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 17/1995 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1799/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 764/2001 ΔΕΕ 2001.1013, ΑΠ 615/1994 ΕλλΔνη 1995.340, ΑΠ 950/1989 ΕλλΔνη 1991.77, ΕφΔωδ 214/2006 ΤΝΠ Νόμος). Κατά δε το δεύτερο σκέλος του, καθώς τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλείται ο εναγόμενος, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθινά, δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν καταχρηστική συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, μόνη η μακροχρόνια, έστω, αδράνεια του δικαιούχου μισθωτού και η αδιαμαρτύρητη είσπραξη αποδοχών μικρότερων από τις οφειλόμενες δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με τη μακρά αδράνεια, να δημιούργησαν στον υπόχρεο, κατά τρόπο προφανή και αντικειμενικό (πρβλ. και Ζερδελής/Λεβέντης, Μισθοί υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης, ΔΕΝ 2008.1610), τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα και θεμελίωσαν υπέρ αυτού μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας προκαλεί τόσο επαχθείς συνέπειες, ώστε προς ανατροπή των συνεπειών αυτών να επιβάλλεται με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος (ΑΠ 1123/2007 ΔΕΝ 2007.1123, ΑΠ 1694/2006 ΧρΙΔ 2007. 211, ΑΠ 1141/2006 ΝοΒ 2007.1317, ΑΠ 733/2003 ΕΕργΔ 2003.1269, ΑΠ 2073/1990 ΕΕργΔ 1992.129, Δ. Ζερδελής, Ατομικές εργασιακές σχέσεις 2007, σελ. 766, I. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, 2005, σελ. 650).

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που νόμιμα εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (ΑΠ 139/2009 ΤΝΠ Νόμος), επίσης από τις με αριθμό ………./18-10-2017 και ………./19-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις, αντίστοιχα, των ………. και ………. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Άννας Γιαννακοπούλου και τις με αριθμό ……….-………./20-10-2016 ένορκες βεβαιώσεις, αντίστοιχα, των ………., ………. και ………. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Τσούμα, οι οποίες προσκομίζονται με επίκληση από τον εναγόμενο και ελήφθησαν ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη (προ τουλάχιστον 2 εργάσιμων ημερών – άρθρ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 Ν. 4335/2015) κλήτευση του ενάγοντος (βλ. τη με αριθμό ………./12-10-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Παναγιώτη Κοντογιάννη για την επίδοση σχετικής κλήσης στον υπογράφοντα το αγωγικό δικόγραφο πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος Δημήτριο Βλαχόπουλο – για το παραδεκτό της κλήτευσης με τον τρόπο αυτό βλ. ΑΠ 1069/1991 ΕλλΔνη 1992.820, ΠΠρθεσ 18352/2014 ΧρΙΔ 2014.693, ΠΠρΑΘ 1276/2010, ΠΠρΑΘ 1233/2010 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΠΠρΘεσ 24938/2009 ΧρΙΔ 2009.896, Μ. Μαργαρίτης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρ. 270 αρ. 18, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρ. 270 αρ. 9), καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων που διαλαμβάνονται στα δικόγραφά τους (άρθρα 261 παρ. 1 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος εκμεταλλεύεται οικογενειακή επιχείρηση χερσαίων μεταφορών, η οποία έχει την έδρα της και τις κεντρικές εγκαταστάσεις της στο ………. και διατηρεί υποκατάστημα (πρακτορείο) στην Αθήνα (περιοχή ……….), επί της οδού ………. αρ. …. Η επιχείρησή του δραστηριοποιείται στη διενέργεια με φορτηγά αυτοκίνητα οδικών μεταφορών εμπορευμάτων και λοιπών αντικειμένων (λ.χ. οικοσκευής), κυρίως εμπορικών επιχειρήσεων, αλλά και ιδιωτών, από την Αθήνα προς την ………. και αντίστροφα. Στις 15-05-2014, προσέλαβε τον ενάγοντα, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως εργάτης-φορτοεκφορτωτής στο υποκατάστημα-πρακτορείο της Αθήνας, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή) και οκτώ ώρες ημερησίως (από ώρα 08:00 μέχρι ώρα 16:00), αντί καθαρού μισθού 600 ευρώ. Το αντικείμενο της εργασίας του συνίστατο, κυρίως, στη φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων και λοιπών αντικειμένων (λ.χ. οικιακού εξοπλισμού, επίπλων) και δη στη φόρτωσή τους στα φορτηγά αυτοκίνητα του εναγομένου, που ακολούθως αναχωρούσαν για την ………., και στην εκφόρτωσή τους από τα φορτηγά, που αφικνούντο από την ………., στον αποθηκευτικό χώρο της εγκατάστασης, ώστε στη συνέχεια να παραληφθούν από τους παραλήπτες τους. Επίσης, περιοδικά, μετέβαινε τις εργάσιμες ημέρες κατά τις απογευματινές ώρες και τις ημέρες Σαββάτου κατά τις πρωινές ώρες, ως συνοδηγός, με φορτηγό αυτοκίνητο του εναγομένου σε διάφορους προορισμούς στον Ν. Αττικής, κυρίως σε οικίες, και περισυνέλεγε και φόρτωνε στο φορτηγό διάφορα αντικείμενα (κυρίως οικιακό εξοπλισμό και έπιπλα), τα οποία ακολούθως μεταφέρονταν στο πρακτορείο του εναγομένου, με σκοπό να φορτωθούν σε έτερα φορτηγά και να μεταφερθούν στην ……….. Με αυτή την ειδικότητα, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 14-08-2015, οπότε κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, αποχωρώντας οικειοθελώς από την εργασία του. Αρχικά και μέχρι τις 25-10-2014, ο εναγόμενος δεν ανήγγειλε την πρόσληψη του ενάγοντος στον ΟΑΕΔ, ούτε προέβη στην ασφάλισή του στο ΙΚΑ, εξοικονομώντας τις δαπάνες από τις καταβλητέες ασφαλιστικές εισφορές. Τελικά, κατόπιν των συνεχών οχλήσεων και διαμαρτυριών του ενάγοντος, ο εναγόμενος ανήγγειλε στις αρμόδιες αρχές ότι προσέλαβε τον ενάγοντα, αν και με αναφερόμενη ημερομηνία πρόσληψης δήθεν την 25η-10-2014. Βέβαια, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ενάγων προσελήφθη το πρώτον στις 25-10-2014, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος στην ουσία του. Ειδικότερα, στην επιχείρηση του εναγομένου απασχολούνταν, παράλληλα με τον ενάγοντα, και ο πατέρας αυτού, ……….. Για το χρονικό διάστημα από τις 25-10-2014, ήτοι μετά την αναγγελία της πρόσληψης του ενάγοντος, ο εναγόμενος κατέθετε τις καθαρές αποδοχές τόσο του ενάγοντος, όσο και του πατέρα του στον τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου (……….), όπως κατέθεσε ο ίδιος ο μάρτυρας ανταπόδειξης. Το ίδιο, όμως, έπραττε ο εναγόμενος και κατά το προηγούμενο της αναγγελίας χρονικό διάστημα, από τις 15-05-2014 μέχρι τις 09-10-2014, όπως συνάγεται από την εκτύπωση κινήσεων πελατειακού λογαριασμού της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, από τις οποίες προκύπτει ότι στον με αριθμ. ………. τραπεζικό λογαριασμό του ………., που τηρούσε στην ως άνω τράπεζα, γίνονταν εκ μέρους του εναγομένου καταθέσεις χρηματικών ποσών, τα οποία αθροιζόμενα υπερέβαιναν τις κατά το διάστημα εκείνο ανερχόμενες στο ποσό των 1.077,82 ευρώ καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ………. και καλύπτουν το άθροισμα των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος και του πατέρα του, χωρίς για τις επιπλέον αυτές καταβολές να δίδεται από τον εναγόμενο οποιαδήποτε πειστική εξήγηση. Το αποδεικτικό πόρισμα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων προσελήφθη από τον εναγόμενο ήδη στις 15-05-2014 επιρρωνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, καθώς και από την ένορκη βεβαίωση του ………., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο ίδιος ο εναγόμενος, ο οποίος κατέθεσε ότι «… από τα μέσα του έτους 2014 εργαζόταν ο γιος αυτού ………., ο οποίος ήταν απλός εργάτης φορτοεκφορτωτής στο πρακτορείο της Αθήνας…». Είναι δε προφανές ότι στην περίπτωση που ο ενάγων είχε προσληφθεί στις 25-10-2014, ο παραπάνω ενόρκως βεβαιών θα χρησιμοποιούσε, όχι βέβαια την έκφραση «από τα μέσα του έτους 2014», που συνάδει με την πρόσληψη του ενάγοντος στις 15-05-2014, αλλά άλλη έκφραση (λ.χ. το φθινόπωρο ή τους τελευταίους μήνες ή προς τα τέλη του έτους 2014). Ακόμη, όμως και ο ………., την ένορκη βεβαίωση του οποίου επικαλείται και προσκομίζει ο ίδιος ο εναγόμενος, κατέθεσε ότι «Για παραπάνω από ένα έτος… δούλεψε στο πρακτορείο της Αθήνας και ο … ………., σαν απλός φορτοεκφορτωτής», χρονικό διάστημα που συνάδει με την πρόσληψη του ενάγοντος, όχι στις 25-10-2014, αλλά στις 15-05-2014, καθώς το διάστημα από την τελευταία ημερομηνία μέχρι τη λύση της σύμβασης εργασίας του, στις 14-08-2015, αποτελεί χρονική περίοδο «παραπάνω από ένα έτος». Σημειώνεται δε ότι κατόπιν της με αριθμό ………./21-09-2015 δήλωσης-καταγγελίας του ενάγοντος προς το ΙΚΑ και ελέγχου, αναγνωρίστηκε από το Ίδρυμα η απασχόληση του ενάγοντος στην επιχείρηση του εναγομένου κατά το χρονικό διάστημα από 15-05-2014 μέχρι 30-09-2014 και συντάχθηκε σε βάρος του εναγομένου η με αριθμό ………./2016 Πράξη Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) (βλ. το από 01-02-2016 έγγραφο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ………., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων) και η με αριθμό ………./2016 Πράξη Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης (Π.Ε.Π.Ε.Ε.). Περαιτέρω, ο εναγόμενος, μετά την αναγγελία της πρόσληψης του ενάγοντος, κατέβαλλε στον τελευταίο ως καθαρό μηνιαίο μισθό το ποσό των 800 ευρώ, κατόπιν νεώτερης συμφωνίας των διαδίκων. Ωστόσο, γνωστοποίησε στο ΙΚΑ ότι ο ενάγων δήθεν αμείβεται σύμφωνα με τον (κατώτερο) νόμιμο μισθό, ειδικότερα δε ότι δήθεν αμείβεται με ακαθάριστο μισθό ύψους 510,95 ευρώ, όπως αυτός προβλέπεται από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.. Τούτο δε έπραξε προφανώς για να καταβάλλει προς το ΙΚΑ μικρότερες ασφαλιστικές εισφορές, ήτοι τις μικρότερες ασφαλιστικές εισφορές που αναλογούσαν στον (κατώτερο) νόμιμο μισθό και όχι τις μεγαλύτερες που αναλογούσαν στον (ανώτερο) συμβατικό καθαρό μισθό των 800 ευρώ που πράγματι, σε εκτέλεση της σχετικής προφορικής συμφωνίας του με τον ενάγοντα, κατέβαλλε στον τελευταίο. Ειδικότερα, με βάση τον προφορικά συμφωνηθέντα καθαρό μηνιαίο μισθό, οι καταβλητέες ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν για το χρονικό διάστημα από 15-05-2014 μέχρι και 24-10-2014 στο ποσό των 740,28 ευρώ (ήτοι 600 ευρώ καθαρός μισθός + 140,28 ευρώ αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εκ ποσοστού 18,95%) και για το χρονικό διάστημα από 25-10-2014 μέχρι 14-08-2015 στο ποσό των 987,05 ευρώ (ήτοι 800 ευρώ καθαρός μισθός + 187,05 ευρώ αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εκ ποσοστού 18,95%). Το δε ωρομίσθιο διαμορφώνεται, αντίστοιχα, στο ποσό των 4,44 ευρώ (740,28 ευρώ : 25 X 6 :40) και στο ποσό των 5,92 ευρώ (987,05 ευρώ: 25 X 6 :40). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 510,75 ευρώ, επομένως οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές στο ποσό των 413,96 ευρώ (510,75 ευρώ – 96,79 ευρώ αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές εκ ποσοστού 18,95%), αναιρείται από την εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Ιουνίου 2015, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων. Συγκεκριμένα, κάτω από το μηχανογραφημένο κείμενο της απόδειξης, στο οποίο (μηχανογραφημένο κείμενο) αναγράφεται ως σύνολο μικτών αποδοχών του ενάγοντος το ποσό των 510,95 ευρώ και ως σύνολο καθαρών αποδοχών το ποσό των 414,12 ευρώ, υπάρχει χειρόγραφη σημείωση, με ημερομηνία 15-07-2017, με την υπογραφή του ενάγοντος και τη σφραγίδα της επιχείρησης του εναγομένου, από την προκύπτει ότι ο ενάγων έλαβε το καθαρό ποσό των 500 ευρώ ως «έναντι Ιουλίου» και ότι απομένει οφειλόμενο το ποσό των 386 ευρώ («επιπλέον 386 ευρώ»). Το αποδεικτικό πόρισμα περί του αληθούς ύψους του μηνιαίου μισθού του ενάγοντος ενισχύεται περαιτέρω από το ύψος των μηνιαίων καταθέσεων της μισθοδοσίας του ενάγοντος, που από τις 27-12-2014 μέχρι τις 13-08-2015 πραγματοποιούσε ο εναγόμενος στον τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα του ενάγοντος, θέτοντας ως σχετική αιτιολογία της συναλλαγής «……….» ή «………..» (βλ. τα αντίγραφα συναλλαγής μεταφοράς της τράπεζας ………., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων). Έτσι, χαρακτηριστικά από το από 08-04-2015 αντίγραφο συναλλαγής μεταφοράς σε λογαριασμό ………., προκύπτει ότι ο εναγόμενος κατέθεσε την ημέρα εκείνη το ποσό των 400 ευρώ, θέτοντας ως αιτιολογία της κατάθεσης «ΔΠ ……….». Είναι δε προφανές, με βάση την παρατιθέμενη αιτιολογία κατάθεσης και το γεγονός ότι η ημέρα κατάθεσης (08-04-2015) συνέπιπτε με τη Μ. Τετάρτη έτους 2015 (πρβλ. άρθρ. 2 Ν. 1082/1980 «Τα κατά την προηγουμένην παράγραφον, επιδόματα εορτών Πάσχα… καταβάλλονται την Μεγάλην Τετάρτην…»), ότι η κατάθεση αυτή αφορά στο δώρο Πάσχα (ΔΠ) έτους 2015 και ότι το ύψος του κατατεθέντος ποσού είναι υπολογισμένο (όχι βέβαια επί καθαρού μισθού 413,96 ευρώ, αλλά) επί καθαρού μισθού 800 ευρώ, αφού ανέρχεται ακριβώς στο ήμισυ αυτού (πρβλ. άρθρ. 1 παρ. 1 Κ.Υ.Α. 19040/1981 «Όλοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο, δικαιούνται, από τους πάσης φύσεως εργοδότες τους:… β) Επίδομα εορτών Πάσχα, ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, για τους αμειβόμενους με μισθό… ). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι λόγω του εύρους του μεταφορικού έργου και του μεγάλου φόρτου εργασίας στην επιχείρηση του εναγομένου, ο ενάγων εργαζόταν τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας ημερησίως επί 12 ώρες κατά μέσον όρο και δη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 19:00. Η συστηματική απασχόληση του ενάγοντος καθ’ υπέρβαση του συμβατικού και νόμιμου ωραρίου του αποδεικνύεται, κυρίως, από τη σαφή και κατηγορηματική ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, πατέρα του ενάγοντος, ο οποίος επίσης απασχολούνταν στο υποκατάστημα του εναγομένου και έχει άμεση γνώση και ιδία αντίληψη ως προς τον χρόνο έναρξης και λήξης της εργασίας του ενάγοντος, η δε κατάθεσή του δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, υιού του εναγομένου, και τις ένορκες βεβαιώσεις, που ο εναγόμενος νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει. Βέβαια, ο εναγόμενος προς ενίσχυση του ισχυρισμού του ότι ο ενάγων ουδέποτε εργάστηκε καθ’ υπέρβαση του συμβατικού ωραρίου του, επικαλείται το ωράριο λειτουργίας του πρακτορείου του, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν από ώρα 08:00 μέχρι ώρα 16.00. Επ’ αυτού λεκτέα τα εξής: Σύμφωνα με τις εκτυπώσεις από την ιστοσελίδα στο διαδίκτυο της επιχείρησης του εναγομένου, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, το ωράριο λειτουργίας του πρακτορείου σε άλλο σημείο αναγράφεται ότι είναι από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 16:00, σε άλλο σημείο από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:30 και σε άλλο σημείο από ώρα 08:00 μέχρι ώρα 16:00. Εν πάση περιπτώσει, είναι πρόδηλο ότι το ωράριο αυτό αποτελεί το ωράριο κατά το οποίο το πρακτορείο της επιχείρησης ήταν ανοικτό για τους πελάτες της και δη για την παραλαβή ή παράδοση εμπορευμάτων και λοιπών αντικειμένων. Όμως, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), το ωράριο λειτουργίας επιχειρήσεων, τραπεζών, οργανισμών ή ακόμη και δημόσιων υπηρεσιών συνιστά το ωράριο συναλλαγών, δηλαδή το ωράριο κατά το οποίο είναι ανοικτές για την υποδοχή του καταναλωτικού κοινού, χωρίς βέβαια να ταυτίζεται με το ωράριο εργασίας των εργαζομένων τους (πρβλ. ακόμη και ως προς τα εμπορικά καταστήματα λιανικής πώλησης τη διάταξη της υποπαρ. ΙΑ. 10 άρθρου μόνου Ν. 4093/2012, με την οποία έχει αποσυνδεθεί το ωράριο των εργαζομένων στα καταστήματα, από τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων. Ως εκ τούτου, από 12-11-2012 έχει παύσει η απαγόρευση της απασχόλησης των εργαζομένων κατά τις ώρες που δεν λειτουργούν τα καταστήματα). Τούτο δε ισχύει και στην υπό κρίση περίπτωση, όπου ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του και πέραν του ωραρίου λειτουργίας της εγχείρησης για το καταναλωτικό κοινό. Άλλωστε, ο εναγόμενος απασχολούσε στην επιχείρησή του 25 εργαζομένους και εκμεταλλευόταν στόλο 25 οχημάτων [μεγάλων και μικρών φορτηγών, φορτηγών-ψυγείων, περονοφόρων (κλαρκ), ηλεκτρικών παλετοφόρων, αυτοκίνητων περισυλλογής εμπορευμάτων], τα δε φορτηγά του καθημερινώς πραγματοποιούσαν σειρά δρομολογίων προς και από την ……….. Επρόκειτο δε για επιχείρηση με μεγάλο εύρος μεταφορικού έργου, που επιτεινόταν κατά τη θερινή περίοδο, πολλαπλές αφίξεις και αναχωρήσεις φορτηγών αυτοκινήτων από και προς την ………., γεγονός που απαιτούσε την καθημερινή απασχόληση του ενάγοντος στον τομέα της φορτοεκφόρτωσης και της περισυλλογής αντικείμενων στην προεκτιθέμενη έκταση. Σημειώνεται δε ότι ακόμη και ο μάρτυρας ανταπόδειξης αναφέρθηκε στην κατάθεσή του σε απασχόληση του ενάγοντος καθ’ υπέρβαση του οκταώρου, για την οποία μάλιστα απασχόληση κατέθεσε ότι ο ενάγων «πληρώθηκε μαύρα», έστω και αν απέφυγε να προσδιορίσει την έκταση αυτής. Επομένως, βάσει των παραπάνω, ο ενάγων εργαζόταν επί 60 ώρες εβδομαδιαίως, από τις οποίες οι 40 ώρες αποτελούν το συμβατικό ωράριο, οι πέντε επόμενες (από 41η μέχρι και την 45η) υπερεργασία και οι 15 επόμενες (από την 46η μέχρι και την 60η) υπερωρία. Η υπερωρία αυτή είχε τον χαρακτήρα της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, διότι ο εναγόμενος δεν είχε τηρήσει τις προβλεπόμενες από τον νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Ο ενάγων δικαιούται για κάθε ώρα υπερεργασίας το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 20% και για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 80%, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα δικαιούται: Α) Για το χρονικό διάστημα από 15-05-2014 μέχρι 24-10-2014: α) Για την αμοιβή της υπερεργασίας, το συνολικό ποσό των 590,83 ευρώ [δηλ. 22,17 εβδομάδες (ήτοι 5,33 μήνες X 4,16 εβδομάδες) X 5 ώρες ανά εβδομάδα X 5,33 ευρώ (ήτοι 4,44 ευρώ ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση= 5,33 ευρώ)] και β) Για την αποζημίωση της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, το συνολικό ποσό των 2.657,07 ευρώ [δηλ. 22,17 εβδομάδες (ήτοι 5,33 μήνες X 4,16 εβδομάδες) X 15 ώρες ανά εβδομάδα X 7,99 ευρώ (ήτοι 4,44 ευρώ ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση= 7,99 ευρώ)]. Β) Για το χρονικό διάστημα από 25-10-2014 μέχρι 14-08-2015: α) Για την αμοιβή της υπερεργασίας, το συνολικό ποσό των 1.426,39 ευρώ [δηλ. 40,18 εβδομάδες (ήτοι 9,66 μήνες X 4,16 εβδομάδες) X 5 ώρες ανά εβδομάδα X 7,10 ευρώ (ήτοι 5,92 ευρώ ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση= 7,10 ευρώ)] και β) Για την αποζημίωση της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, το συνολικό ποσό των 6.424,78 ευρώ [δηλ. 40,18 εβδομάδες (ήτοι 9,66 μήνες X 4,16 εβδομάδες) X 15 ώρες ανά εβδομάδα X 10,66 ευρώ (ήτοι 5,92 ευρώ ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση= 10,66 ευρώ)]. Δηλαδή, για υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρία, ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 11.099,07 ευρώ (590,83 + 2.657,07+ 1.426,39+ 6.424,78). Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων απασχολούνταν καθ’ υπέρβαση του πενθήμερου και κατά ημέρα Σάββατο, ως 6η ημέρα της εβδομάδας, και συγκεκριμένα κατά μέσο όρο 2 Σάββατα μηνιαίως, ημερησίως από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 15:00, δηλαδή επί 8 ώρες. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν απασχολούνταν κατά ημέρα Σάββατο, επειδή το πρακτορείο της επιχείρησής του την ημέρα αυτή ήταν κλειστό, αντιφάσκει προς την από 25-10-2014 γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας (Π.Δ. 156/1994), που συνέταξε ο ίδιος ο εναγόμενος, στην οποία αναγράφεται ότι η πενθήμερη απασχόληση του ενάγοντος εκτείνεται από Δευτέρα μέχρι Σάββατο, όπως και προς την αναφορά στην ιστοσελίδα της επιχείρησής του στο διαδίκτυο, σύμφωνα με την οποία «Η εταιρεία μας λειτουργεί από Δευτέρα έως Σάββατο». Επίσης, αντιφάσκει προς τον ισχυρισμό του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, όπου προσέφυγε ο ενάγων μετά την παραίτηση του, σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων «Εργαζόταν από Δευτέρα έως Σάββατο» (βλ. το με αριθμ. ………./15-09-2015 δελτίο εργατικής διαφοράς, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων). Προβάλλεται δε όψιμα, απλώς προς αντίκρουση της κρινόμενης αγωγής, και τυγχάνει προσχηματικός και απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Για την απασχόλησή του κατά ημέρα Σάββατο, ο ενάγων δικαιούται το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 30% και ειδικότερα τα παρακάτω ποσά: Α) Για το χρονικό διάστημα από 15-05-2014 μέχρι 24-10-2014, το συνολικό ποσό των 410,30 ευρώ [δηλ. 2 Σάββατα ανά μήνα X 5,33 μήνες X 38,49 ευρώ (ήτοι 740,28 ευρώ μισθός : 25 ημέρες = 29,61 ευρώ ημερομίσθιο + 30%= 38,49 ευρώ)], πλην όμως ο ενάγων αιτείται το έλασσον ποσό των 384,93 ευρώ που πρέπει να του επιδικαστεί (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). Β) Για το χρονικό διάστημα από 25-10-2014 μέχρι 14-08-2015, το συνολικό ποσό των 991,50 ευρώ [δηλ. 2 Σάββατα ανά μήνα X 9,66 μήνες X 51,32 ευρώ (ήτοι 987,05 ευρώ μισθός : 25 ημέρες = 39,48 ευρώ ημερομίσθιο + 30%= 51,32 ευρώ)]. Επομένως, για την απασχόλησή του κατά ημέρα Σάββατο, ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 1.376,43 ευρώ (384,93+ 991,50) Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δικαιούνταν, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ετήσια άδεια αναψυχής 15 εργάσιμες ημέρες (2 ημέρες X 7,53 μήνες) για το έτος 2014 και 15 εργάσιμες ημέρες (2 ημέρες X 7,46 μήνες) για το έτος 2015, τις οποίες έπρεπε να λάβει εντός του οικείου έτους. Ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο προφορικώς να του χορηγήσει τις παραπάνω ημέρες ετήσιας άδειας αναψυχής για το έτος 2014 εντός του ημερολογιακού έτους, πλην όμως ο εναγόμενος αρνήθηκε τη χορήγησή τους, με την αιτιολογία ότι υπήρχε φόρτος εργασίας. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η μη χορήγηση στον ενάγοντα των ημερών ετήσιας άδειάς του έτους 2014 οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου. Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται λόγω της υπαίτιας παράλειψης (αμέλειας) του εναγομένου να του χορηγήσει κατά το έτος 2014 το σύνολο των ημερών κανονικής άδειας, τις οποίες όφειλε να του χορηγήσει, τις αποδοχές άδειας, δηλαδή τις συνήθεις αποδοχές που θα ελάμβανε, εάν απασχολούνταν στην επιχείρηση του εναγομένου κατά τον αντίστοιχο χρόνο, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%, ενώ για το έτος 2015, κατά το οποίο λύθηκε η σύμβαση εργασίας του, χωρίς ο ενάγων να λάβει τις ημέρες αδείας, ο τελευταίος δικαιούται τις αποδοχές μη ληφθείσας αδείας. Ειδικότερα, ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα για τις πιο πάνω αιτίες τα κάτωθι χρηματικά ποσά: α) Για το έτος 2014, το ποσό των 1.184,40 ευρώ (δηλ. 39,48 ευρώ ημερομίσθιο X 15 ημέρες= 592,20 ευρώ + 100% προσαύξηση= 1.184,40) για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας και προσαύξηση αυτών κατά ποσοστό 100% και β) για το έτος 2015, το ποσό των 592,20 ευρώ (δηλ. 39,48 ευρώ ημερομίσθιο X 15 ημέρες= 592,20 ευρώ) για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας. Επιπλέον, ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα το επίδομα αδείας έτους 2014, που ανέρχεται στο ποσό των 493,53 ευρώ (ήτοι 987,05 ευρώ X ½). Δηλαδή, για τις παραπάνω αιτίες (αποδοχές αδείας, προσαύξηση αυτών και επίδομα αδείας), ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.270,13 ευρώ. Για όλες δε τις προαναφερόμενες αιτίες, ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 14.745,63 ευρώ (11.099,07 + 1.376,43 + 2.270,13).  Περαιτέρω, το κύριο αίτημα του ενάγοντος για χορήγηση από τον εναγόμενο πιστοποιητικού εργασίας, περί του είδους, της διάρκειας και της ποιότητας της εργασίας του, καθώς και περί της διαγωγής του, πρέπει να γίνει δεκτό ως και ουσιαστικά βάσιμο, διότι αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κακόβουλα αρνείται να χορηγήσει αυτό στον ενάγοντα. Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερομένων, πρέπει η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 14.745,63 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο ως εξής: α) Ως προς ποσά που αντιστοιχούν στην υπερεργασία, από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση, β) ως προς τα ποσά που αντιστοιχούν στις αποδοχές και επίδομα αδείας έτους 2014, από την επομένη της τελευταίας ημέρας του έτους, ήτοι από 01-01-2015 (άρθρ. 341, 345 ΑΚ – βλ. σχετ. ΟλΑΠ 39 και 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1482 και 1478 αντίστοιχα, ΑΠ 602/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 1134/2010, ΑΠ 201/2008 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1830/2006, ΑΠ 1529/2006 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1682/2000 ΕλλΔνη 42.1308, ΕφΔωδ 365/2005 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 750/2010 ΕΕργΔ 2010.1336, ΑΠ 945/2001 ΕΕργΔ 2002.168, Εφετείο Ιωαννίνων 14/2007 ΕΕργΔ 2007/473, ΑρχΝ 2007.298), γ) ως προς το ποσό που αντιστοιχεί στις αποδοχές αδείας έτους 2015 από την επομένη της λύσης της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (ΑΠ 1659/2012 ΤΝΠ Νόμος), ήτοι από 15-08-2015, και δ) ως προς τα ποσά που αντιστοιχούν στην εργασία κατά Σάββατο, στην κατ’ εξαίρεση υπερωρία και την προσαύξηση 100% λόγω μη χορήγησης ημερών αδείας, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθόσον ως προς αυτές τις αξιώσεις δεν τάσσεται εκ του νόμου δήλη ημέρα καταβολής (πρβλ. ΑΠ 796/2011, ΑΠ 1174/2006, ΑΠ 235/2004, ΑΠ 234/2004, ΕφΑνΚρητ 58/2014 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ Νόμος). Επίσης, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας περί του είδους, της διάρκειας και της ποιότητας της εργασίας του και περί της διαγωγής του, επιβαλλόμενης σε βάρος του χρηματικής ποινής ποσού 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής του προς αυτήν την υποχρέωσή του (ΚΠολΔ 946 παρ. 1). Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης αυτής να προξενηθεί σημαντική ζημία στον ενάγοντα και ότι, επομένως, πρέπει η παρούσα να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτέλεση, εν μέρει δεκτού γενόμενου του σχετικού παρεπόμενου αγωγικού αιτήματος, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων, ως εργατικών απαιτήσεων, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, ο εναγόμενος πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της μερικής ήττας του, σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος (άρθρ. 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και εξήντα τριών λεπτών (14.745,63 €), με τον νόμιμο τόκο κατά τις εκτιθέμενες στο σκεπτικό της παρούσας διακρίσεις μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ως προς την αμέσως παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας περί του είδος, της διάρκειας και της ποιότητας της εργασίας του, καθώς και περί της διαγωγής του.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο σε χρηματική ποινή ποσού εκατό (100) ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής του στην αμέσως παραπάνω διάταξη.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη περί χορήγησης πιστοποιητικού εργασίας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 08-02-2018.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies