Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022

Περίληψη: Οδηγός φορτηγού. Αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη. Επιδίκαση οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβών και αποζημιώσεων λόγω υπερεργασίας και υπερωρίας, μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λόγω προσβολής προσωπικότητας. Πρόσθετα εργασιακά καθήκοντα φορτοεκφορτωτή. Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Δεν προσβλήθηκε με έφεση το σχετικό κεφάλαιο της απόφασης. Ορισμένο αγωγής εργαζομένου για νόμιμη αποζημίωση λόγω υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης του και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ένορκες βεβαιώσεις που ξεπερνούν το αριθμητικό όριο που θέτει η διάταξη του άρθρου 422 παρ. 3 ΚΠολΔ. Από τις αποδείξεις προέκυψε πως η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη λόγω μη πλήρους καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Ταχογράφοι. Κρίση ότι πραγματοποιήθηκε υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση. Υπασφάλιση. Κρίση ότι ο πράγματι καταβαλλόμενος μισθός του εργαζόμενου ήταν υψηλότερος αυτού που αναφέρεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις. Απορρίπτει κατά το μείζον μέρος την έφεση του εργοδότη κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που επιδίκασε στον εργαζόμενο 37.131,18 Ευρώ.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

402/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ: 3ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ειρήνη Κατινιώτη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ελένη Δουφέκα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ……… του ………, κατοίκου ………. Αττικής οδός ……. αρ. …, με ΑΦΜ …….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο του Γεωργίου – Μιχαήλ με ΑΜ ΔΣΑ 029922

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ- ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…….» και το διακριτικό τίτλο «…….», που εδρεύει στην …., οδός …….. αρ. …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με ΑΦΜ …….., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία – Μαγδαληνή Τσίπρα του Βάιου, με ΑΜ ΔΣΑ 021969.

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ- ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «……….» και το διακριτικό τίτλο «……….», που εδρεύει στην ……, οδός …….. αρ. …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με ΑΦΜ ……., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Μαρία – Μαγδαληνή Τσίπρα του Βάιου, με ΑΜ ΔΣΑ 021969.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ- ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………. του …….., κατοίκου …….. Αττικής οδός …….. αρ. …, με ΑΦΜ ………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο του Γεωργίου – Μιχαήλ με ΑΜ ΔΣΑ 029922.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών- εφεσίβλητος με την από 11-7-2019 αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης- εκκαλούσας και κατατέθηκε με γενικό και ειδικό αριθμό κατάθεσης ……/……../2019, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 1873/2020 οριστική του απόφαση, με την οποία, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν: Α) ο ενάγων – εκκαλών, με την από 14 -2- 2021 έφεσή του προς το Δικαστήριο αυτό, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με γενικό και ειδικό αριθμό κατ. ενδ. μέσου ……/…./2021 και Β) η εναγόμενη – εκκαλούσα, με την από 13-5-2021 έφεσή της προς το Δικαστήριο αυτό, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με γενικό και ειδικό αριθμό κατ. ενδ. μέσου ……/……../2021.

Οι ανωτέρω εφέσεις προσδιορίστηκαν για να συζητηθούν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία οι υποθέσεις συνεκφωνήθηκαν από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν ως ανωτέρω και κατέθεσαν εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες εφέσεις, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 499, 511, 513 παρ.1 εδαφ.β’, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ.2, 520 παρ.1 του ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 14.2.2021 και 13-5-2021 αντίστοιχα, πριν την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης αφού τέτοια επίδοση δεν επικαλούνται οι διάδικοι, ούτε άλλωστε προκύπτει οίκοθεν από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά μέσα, αλλά εντός της προβλεπομένης στη διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 του ΚΠολΔ προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, που έλαβε χώρα στις 10.12.2020, χωρίς ανάγκη κατάθεσης παραβόλου λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής (άρθρο 495 παρ. 4 εδαφ. τελευταίο ΚΠολΔ) και επιπροσθέτως δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, αρμόδια δε φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών – εργατικών διαφορών.

Με την κρινόμενη από 11-7-2019 αγωγή του, καθ’ ο μέρος ενδιαφέρει εν προκειμένω για την έρευνα των επίδικων εφέσεων, ο ενάγων ιστορούσε ότι στις 27-3-2012 προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με πενθήμερο σύστημα εργασίας πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού, σύμβαση η οποία καταγγέλθηκε από την εναγομένη στις 24-1-2019 με προειδοποίηση τριών μηνών, καταγγελία που ήταν άκυρη ως καταχρηστική και χωρίς την ύπαρξη βάσιμου λόγου και υπό συνθήκες που προσέβαλαν την προσωπικότητα του και συνεπώς η εναγόμενη κατέστη υπερήμερη, οφείλοντάς του μισθούς υπερημερίας καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη. Ακολούθως ιστορούσε ότι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του, η εναγομένη δεν του κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές του για την υπερεργασία, την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή του εργασία και την πρόσθετη εργασία που πραγματοποιούσε, ενώ επιπροσθέτως του οφείλονται οι αποδοχές μη ληφθείσας αδείας του έτους 2018 και διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών. Με βάση το ιστορικό αυτό, μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζητούσε: 1) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 24-1-2019 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει α) το ποσό των 786,06 για δεδουλευμένες αποδοχές β) το ποσό των 50.077,50 ευρώ για αμοιβή και αποζημίωση υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης γ) το ποσό των 9.868 ευρώ για πρόσθετη εργασία, δ) το ποσό των 404,76 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας ε) το ποσό των 4.059,86 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 24 Απριλίου 2019 έως 23 Ιανουαρίου 2020, νομιμότοκα από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και 3) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της υπό κρίση αγωγής.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1873/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι διάδικοι και δη: Α) ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 14-2-2021 κρινόμενη έφεσή του, για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτή λόγους οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με την οποία ζητά να γίνει δεκτή η έφεσή του, και να εξαφανιστεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, καθ’ ο μέρος τον βλάπτει, προκειμένου να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή του και Β) η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, με την κρινόμενη από 13-5-2021 έφεσή της- με την οποία παραιτείται από το δικόγραφο της από 26-2-2021 και με αριθμό κατ. ……/……./2021 προηγούμενης έφεσή της- για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτή λόγους οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και με την οποία ζητά να γίνει δεκτή η έφεσή της και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, καθ’ ο μέρος την βλάπτει, προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή του ενάγοντος. Οι ανωτέρω εφέσεις πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας και για οικονομία χρόνου και εξόδων (άρθρα 31, 246, 591 § 1 ΚΠολΔ).

Με τον τρίτο λόγο της από 14-2-2021 εφέσεώς του, ο ενάγων μέμφεται την εκκαλουμένη απόφαση, διότι έλαβε υπόψη της για τη μόρφωση του αποδεικτικού υλικού, τις συνολικά επτά (7) ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε η εναγομένη, παρότι ξεπερνούν το αριθμητικό όριο που θέτει η διάταξη του άρθρου 422 παρ. 3 ΚΠολΔ και παρότι δεν τις επικαλέστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ωστόσο, οι ανωτέρω ισχυρισμοί αλυσιτελώς προβάλλονται και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον και βάσιμοι ακόμα, δεν άγουν στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης. Και τούτο διότι το παρόν Δικαστήριο, ακόμα και μη λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις θα εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση μόνο αν άγεται σε διαφορετική κρίση ως προς την ουσία της υπόθεσης ενώ διαφορετικά η έφεση απορρίπτεται. Δηλαδή, το γεγονός ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο του οποίου η χρήση δεν επιτρέπεται, δεν οδηγεί στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης εφόσον και χωρίς τη χρήση του μέσου αυτού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν άγεται σε διαφορετική κρίση ως προς την ουσία της διαφοράς (Εφ. Λαρ. 387/2012, ΕφΛαμ 98/09 Νόμος, Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, εκδ. 2008, σελ. 223, Α. Μπακόπουλου, μελέτη στη Δνη 33.1137).

Με τον τέταρτο λόγο της από 13-5-2021 εφέσεώς της, η εναγομένη, παραπονείται διότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση αοριστίας που παραδεκτώς και νομίμως προέβαλε πρωτοδίκως όσον αφορά το αγωγικό αίτημα για τη χρηματική ικανοποίηση από την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων από την άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αφού στο αγωγικό δικόγραφο δεν μνημονεύονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και κυρίως δεν προσδιορίζονται οι ειδικές περιστάσεις από τις οποίες επήλθε στον ενάγοντα προσβολή που προκάλεσε την ηθική βλάβη, ενώ ο τελευταίος δεν εκθέτει με ποιο τρόπο η συγκεκριμένη εργασία παρείχε σ’ αυτόν την προσδοκία προβολής και ανάπτυξης της προσωπικότητατάς του, έτσι ώστε η άκυρη απόλυσή του να επιφέρει μείωση της προσωπικότητάς του στο εργασιακό και γενικά στο στενό κοινωνικό του περιβάλλον. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι ο ενάγων ανέφερε όλα τα απαραίτητα, με βάση το άρθρο 216 ΚΠολΔ, στοιχεία, ήτοι εκθέτει τις αιτίες και τους λόγους της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του από την περιγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης- εργοδότριας του κατά τρόπο που τον εξέθεσε στο οικογενειακό και επαγγελματικό του περιβάλλον εν όψει και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος του για πραγματική απασχόληση, στοιχεία που δικαιολογούν την αξίωσή του για αποζημίωση προς ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση, που κρίνοντας τα ίδια απέρριψε τη σχετική ένσταση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.

Για να έχει νομική πληρότητα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, το δικόγραφο αγωγής οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, που έχει ως αίτημα την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, λόγω υπερβάσεως του χρόνου της συνολικής εργασίας, θα πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα εργασίας (ΑΠ 1412/2018, ΑΠ132/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της από 13-5-2021 εφέσεώς της η εναγομένη, παραπονείται διότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση αοριστίας της αγωγής, που νομίμως είχε προτείνει πρωτοδίκως όσον αφορά το αίτημα για την υπερεργασία και την κατ’ εξαίρεση υπερωρία του ενάγοντος αφού ο τελευταίος σε κανένα σημείο του αγωγικού δικογράφου δεν εξειδικεύει τον χρόνο έναρξης και λήξης του οχταώρου του, ενώ εν συνεχεία αρκείται στην αόριστη καταγραφή των συνολικών ωρών υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωρίας που δήθεν απασχολήθηκε, χωρίς να προσδιορίζει τα ακριβή χρονικά όρια της εργασίας του, καθιστώντας έτσι αδύνατη τη διακρίβωση των εν λόγω αιτημάτων και κατ’ επέκταση την απόκρουσή τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Πιο συγκεκριμένα, από το περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου, που παραδεκτώς επισκοπείται στο στάδιο αυτό, προκύπτει ότι σ’αυτό αναγράφονται όλα τα απαραίτητα, κατ’άρθρο 216 ΚΠολΔ, στοιχεία, όπως αυτά προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, δηλαδή αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα εργασίας, ενώ επιπροσθέτως αναφέρεται και η ώρα έναρξης του ωραρίου του ενάγοντος, αν και το τελευταίο αυτό στοιχείο δεν ήταν απαραίτητο κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε τα ίδια, απορρίπτοντας την ένσταση αοριστίας δεν έσφαλε αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν νομοτύπως ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω δικαστηρίου, από την υπ’αριθμ. …./25.09.2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Α. Κατσιγιάννη, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, μετά από νομότυπη και προ δύο (2) εργάσιμων ημερών κλήτευση της εναγομένης κατ’ άρ. 422 ΚΠολΔ, (βλ. την υπ’ αριθμ. ……..20.09.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη), από τις υπ’ αριθμ. ……., …….., …….., ……../24.09.2019 και ……../ 25-9-2019 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών που προσκομίζει κατά σειρά επίκλησης η εναγομένη, οι οποίες έχουν ληφθεί, μετά από νομότυπη και προ δύο (2) εργάσιμων ημερών κλήτευση του ενάγοντας κατ’ άρ. 422 ΚΠολΔ, (βλ. την υπ’ αριθμ. ……….20.09.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Αχιλλέα Π. Μαργιόλα), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές υπ’αριθμ. ……… και ………/25.09.2019 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζει η εναγομένη ο αριθμός των οποίων υπερβαίνει τις πέντε (άρθρο 422 παρ. 3 ΚΠολΔ ως ίσχυε με το νόμο 4335/2015 σε συνδυασμό με άρθρο 424 ΚΠολΔ), καθώς και από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 27-3-2012 ο ενάγων, κάτοχος άδειας οδήγησης φορτηγών οχημάτων (κατηγορίας C), προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού φορτηγών αυτοκινήτων Γ’ κατηγορίας, με πενθήμερο σύστημα εργασίας πλήρους απασχόλησης αντί μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.011,90 ευρώ μικτά, ήτοι 850 ευρώ καθαρά. Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι το ύψος των αποδοχών του ενάγοντος επιβεβαιώθηκε από την πειστική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε αντίθεση με τη μάρτυρα ανταπόδειξης και λογίστρια της εναγομένης-εταιρείας από τη συνολική εκτίμηση της κατάθεσης της οποίας, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι δεν γνώριζε εάν με τον ενάγοντα υπήρχε κάποια ιδιαίτερη συμφωνία ως προς τις αποδοχές του, καθώς και εάν ελάμβανε μεγαλύτερο ποσό των 600 ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς της εναγόμενης ανέρχονταν οι καθαρές αποδοχές του ενάγοντος. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία, που έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την επεξεργασία, τυποποίηση και το χονδρικό εμπόριο κατεψυγμένων τροφίμων, τα οποία μεταφέρει στους πολυάριθμους (2000 σε όλη την Ελλάδα) πελάτες της (εστιατόρια – ταβέρνες) με φορτηγά αυτοκίνητα- ψυγεία κυριότητά της ανέθεσε στον ενάγοντα την οδήγηση των ιδιόκτητων φορτηγών της για την μεταφορά των εμπορευμάτων της στους πελάτες της εντός και εκτός Αττικής. Ωστόσο, παρά τα συμφωνηθέντα, ο ενάγων, απασχολείτο και πέραν του συμφωνημένου ημερήσιου ωραρίου του (8ώρου), χωρίς ταυτόχρονα η εναγομένη να του καταβάλει τις νόμιμες προς τούτο αποδοχές. Πιο συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2014 μέχρι 9- 4-2019, απασχολείτο επί τουλάχιστον 10 ώρες ημερησίως πραγματοποιώντας έτσι εβδομαδιαίως 5 ώρες υπερεργασία και 5 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρία. Σε αντίθεση με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ο μεν ενάγων ισχυρίζεται ότι το καθ’όλο το επίδικο χρονικό διάστημα εργαζόταν επί 12 ώρες ημερησίως ενώ η εναγομένη ότι η απασχόλησή του δεν υπερέβαινε τις 8 ώρες ημερησίως, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, για τις οποίες του έχουν καταβληθεί οι νόμιμες αποδοχές του. Ωστόσο, κανένας από τους ανωτέρω ισχυρισμούς των διάδικων μερών δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Ειδικότερα, από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας και ιδίως από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων από τον ενάγοντα φωτοαντιγράφων ταχογράφων – τα οποία αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα που λαμβάνονται νομίμως υπόψη, δεδομένου ότι οι σχετικές αιτιάσεις της εναγομένης ότι δεν προσκομίζονται τα πρωτότυπα των ταχογράφων και οι αναγραφόμενες επ ‘αυτών ημεροχρονολογίες και το όνομα του οδηγού έχουν τεθεί ιδιοχείρως και δεν προέρχονται από την αυτόματη συσκευή καταγραφής στοιχείων, αποτελούν στην ουσία γενική αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξίας αυτών (ΑΠ 925/2008) – των Δελτίων εργατικής διαφοράς καθώς και από τις εισηγήσεις επιβολής προστίμου στην εναγομένη από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας για μη τήρηση του νόμου περί υπέρβασης ωραρίου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν εργαζόταν σταθερά και επί μονίμου βάσεως επί 12 ώρες ημερησίως όπως αβασίμως ισχυρίζεται, ενώ η όποια απασχόλησή του πέραν των 10 ωρών ημερησίως αφορά μεμονωμένες και διάσπαρτα χρονικά ημέρες εργασίας οι οποίες όμως δεν αρκούν προκειμένου να στηρίξουν τους σχετικούς αγωγικούς ισχυρισμούς του. Έτσι αναφέρεται ότι στους 253 προσκομιζόμενους από τον ενάγοντα ταχογράφους έχει καταγραφεί υπέρβαση των 10 ωρών κατά μια ή δύο ώρες οδήγησης μόνο για περίπου 26 συνολικά ημέρες των ετών 2014-2019, ενώ και από τον ενδεικτικό έλεγχο των ταχογράφων που πραγματοποιήθηκε από την Επιθεώρηση Εργασίας δεν προέκυψε συστηματική υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου άνω των 10 ωρών (βλ. δελτίο εργατικής διαφοράς αρ. 35). Η ανωτέρω κρίση δεν δύναται να κλονιστεί από τη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος δεν εργαζόταν σε καθημερινή βάση με τον ενάγοντα, ούτως ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως το ημερήσιο ωράριο εργασίας του ενάγοντος καθ’ολο το επίδικο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται ο ενάγων για την έναρξη του ωραρίου του και αναγράφεται και στις σχετικές καταστάσεις της εναγομένης στην πραγματικότητα, η 8ώρη απασχόλησή του, δεν είχε ως σημείο έναρξης τουλάχιστον πάντα, τις 6 ώρα π.μ, αλλά και τις 8,9,10,11 πμ, ακόμα και τις 13 μμ, ανάλογα με τις ανάγκες της διανομής και των δρομολογίων- που είχε να εκτελέσει, ωράριο που είχε αποδεχθεί ο ενάγων, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του τελευταίου για τα χρονικά σημεία πέρατος των καθημερινών δρομολογίων του, όπως αυτά προκύπτουν από τους προσκομιζόμενους ταχογράφους να μην δύναται να αποτελέσει απόδειξη για απασχόλησή του επί 12 ώρες. Και αυτό διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων ταχογράφων, εάν το ωράριο εργασίας του άρχιζε στις 6 πμ, όπως ισχυρίζεται, οι ώρες απασχόλησής του θα υπερέβαιναν τις 12 ημερησίως φθάνοντας ακόμα και τις 15, κάτι όμως που δεν ισχυρίζεται στο αγωγικό δικόγραφο, ενώ επιπροσθέτως από τις 6 πμ μέχρι την έναρξη της οδήγησης μεσολαβεί, κατά περίπτωση, μεγάλο χρονικό διάστημα που κυμαίνεται από 3 έως και 6 ώρες ώρες για τις οποίες δεν δίδεται κάποια εξήγηση – διευκρίνιση για το είδος της παρεχόμενης εργασίας του. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης περί 8ώρης απασχόλησης του ενάγοντος καθόσον αφενός οι σχετικές παραβάσεις της έχουν διαπιστωθεί από την επιθεώρησή εργασίας και η υπέρβαση του ωραρίου του ενάγοντος προκύπτει οστό τους προσκομιζόμενους ταχογράφους αφετέρου τον ισχυρισμό της αυτόν (περί 8ώρης απασχόλησης) τον αναίρεσε η ίδια με τους εν γένει ισχυρισμούς της, αφού αρχικά αρνήθηκε με κατηγορηματικό τρόπο την πέραν του συμβατικού ωραρίου απασχόληση του ενάγοντος και ακολούθως μετά την παράθεση των αποδεικτικών στοιχείων, παραδέχθηκε την υπερωριακή του εργασία, υποστηρίζοντας όμως ότι αυτή γινόταν κατ’εξαίρεση και για λίγες ώρες (βλ. το από 1-4-2019 υπόμνημά της ενώπιον του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας). Οι επικαλούμενες δε, καταθέσεις των μαρτύρων της, ως προς το ερευνώμενο ζήτημα της απασχόλησης του ενάγοντος σταθμίζονται, διότι αφενός όλοι οι μάρτυρες της εναγομένης εξακολουθούν να εργάζονται στην επιχείρησή της και συνεπώς να βρίσκονται σε σχέση εξάρτησης μαζί της, αφετέρου το περιεχόμενο των καταθέσεών τους είναι πανομοιότυπο, έχοντας ως βασικό ισχυρισμό ότι η εναγομένη ήταν τυπική στις υποχρεώσεις της τηρώντας το ωράριο, χωρίς να υπάρξει κάποια σχετική διαμαρτυρία από τους υπαλλήλους τους ισχυρισμός όμως που τελικά έρχεται σε αντίθετη με τις παραδοχές της εναγομένης η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποδέχθηκε ότι στην περίπτωση του ενάγοντος υπήρξε υπέρβαση του ωραρίου του. Όμως βάσιμος δεν αποδείχθηκε ούτε ο ισχυρισμός της ότι έχει καταβάλει στον ενάγοντα τις νόμιμες αποδοχές του για την υπερωριακή του απασχόληση, αφού δεν προσκόμισε κανένα σχετικό προς τούτο έγγραφο, ενώ η μάρτυρας ανταπόδειξης και λογίστρια της επιχείρησης της εναγομένης επί 27 συναπτά έτη, κατέθεσε ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι δεν είχε υποπέσει στην αντίληψή της ότι ο ενάγων απασχολήθηκε πέραν του 8ώρου και η ίδια δεν γνωρίζει με ποιο τρόπο πληρώθηκαν οι αποδοχές του για την αιτία αυτή. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, πέραν της οδήγησης των φορτηγών της εναγομένης ως κύριας απασχόλησής του, εκτελούσε εντός του νομίμου ωραρίου του, επί δύο ώρες ημερησίως και πρόσθετα εργασιακά καθήκοντα φορτοεκφορτωτή, αφού ήταν επιφορτισμένος με την παραλαβή και τη φόρτωση από τις εγκαταστάσεις της εναγόμενής των εμπορευμάτων και με την παράδοση- εκφόρτωση αυτών στους πελάτες της πρόσθετη εργασία η οποία ουδέποτε είχε συμφωνηθεί ότι θα την εκτελεί χωρίς αμοιβή και συνεπώς επειδή η εν λόγω εργασία που δεν είναι συναφής με την συμφωνηθείσα κυρία απασχόλησή του (οδήγηση), παρέχεται μόνο έναντι μισθού κατά τις συνήθεις περιστάσεις (δηλαδή αυτόν, ο οποίος καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες και έχουν τα ίδια προσόντα) δικαιούται τον συνηθισμένο μισθό. Η εναγομένη αμφισβητεί τη δίωρη αυτή πρόσθετη εργασία του ενάγοντος ισχυριζόμενη ότι ο τελευταίος ουδέποτε απασχολήθηκε με τη διαδικασία φόρτωσης και εκφόρτωσης των εμπορευμάτων, εργασία που έκαναν οι επιφορτισμένοι προς τούτο εργάτες της στο χώρο της εταιρείας και εν συνεχεία οι πελάτες της ή οι εργάτες αυτών (πελατών της). Ωστόσο, και ο ισχυρισμός της αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού για την πρόσθετη αυτή εργασία του ενάγοντος κατέθεσαν με πειστικό τρόπο οι μάρτυρές του, σε αντίθεση με τους μάρτυρες- εργαζόμενους της εναγόμενης, οι οποίοι επαναλαμβάνουν και πάλι πανομοιότυπα τους ισχυρισμούς της τελευταίας, περί της διαδικασίας φόρτωσης και εκφόρτωσης των εμπορευμάτων. Τα όσα όμως ισχυρίζονται δεν κρίνονται πειστικά κυρίως για τη διαδικασία εκφόρτωσης καθόσον ανθίσταται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής οι πελάτες της επιχείρησης να ανέβαιναν στο φορτηγό και να παραλάμβαναν τα εμπορεύματα που είχαν παραγγείλει, ήτοι να προέβαιναν οι ίδιοι ή οι εργάτες τους στη διαδικασία εκφόρτωσης δεδομένου μάλιστα ότι οι πελάτες της εναγομένης δεν είχαν λόγο να διατηρούν εργάτες εκφόρτωσης αφού, όπως ισχυρίστηκε η εναγομένη οι πελάτες της ήταν εστιατόρια και ταβέρνες. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, ως προς το ύψος των αποδοχών του ενάγοντος την πρόσθετη εργασία, τις ώρες υπερεργασίας και της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας του επίδικου χρονικού διαστήματος έστω και με εν μέρει άλλη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται ως ανωτέρω, κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, κρίνοντας ότι ο τελευταίος δικαιούται για τις ως άνω αιτίες το συνολικό χρηματικό ποσό 32.630,5 ευρώ (ήτοι 9.105 ευρώ για τις 5 ώρες εβδομαδιαίας υπερεργασίας 13.657,50 ευρώ για την κατ’ εξαίρεση υπερωρία και 9.868 για την πρόσθετη εργασία ), το ύψος του οποίου σημειωτέον καθώς και τον τρόπο υπολογισμού του οποίου δεν αμφισβητούν τα διάδικα μέρη συναγόμενης έτσι ομολογίας τους κατ’ άρθρο 261 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις απορριπτομένων του πρώτου λόγου εφέσεως του ενάγοντος καθώς και τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους εφέσεως της εναγομένης. Περαιτέρω, ο ενάγων με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης εφέσεώς του, παραπονείται μόνο ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης ισχυριζόμενος ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, του επιδίκασε για την αιτία αυτή το χρηματικό ποσό των 1000 ευρώ αντί του αιτηθέντος ποσού των 10.000 ευρώ. Σημειώνεται δε, ότι η εναγομένη με τον τέταρτο λόγο της επίδικης εφέσεώς της και κατ’ εκτίμηση αυτού, έβαλε κατά της εκκαλουμένης επίσης μόνο ως προς την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση, αίτημα το οποίο θεωρούσε ότι είχε υποβληθεί απαραδέκτως λόγω αοριστίας, λόγος ο οποίος και απορρίφθηκε όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Επομένως το παρόν Δικαστήριο, εφόσον κανένα από τα διάδικα μέρη δεν παραπονείται για το κεφάλαιο της καταγγελίας κεφάλαιο έτσι το οποίο δεν μεταβιβάζεται προς έρευνα, δεσμεύεται από την κρίση της εκκαλουμένης απόφασης ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη λόγω ελλιπούς αποζημίωσης παρότι ο ενάγων με το αγωγικό δικόγραφο ζητούσε κυρίως να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ήταν άκυρη ως καταχρηστική, ισχυρισμός η παραδοχή του οποίου εδύνατο να στηρίξει και το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς του.

Αντιθέτως, το γεγονός και μόνο ότι ο εργοδότης καταβάλει αποζημίωση απόλυσης που υπολείπεται της νόμιμης όπως έκρινε η εκκαλουμένη, δεν συνιστά αδικοπραξία και προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου και συνεπώς το σχετικό αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης καθίσταται μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο. Ενόψει όμως του ότι το παρόν δικαστήριο δεν δύναται να καταστήσει τη θέση του εκκαλούντος- ενάγοντος χειρότερη, χωρίς αντίθετη σχετική έφεση της εκκαλούσας – εναγόμενης ο λόγος αυτός έφεσης του ενάγοντος κρίνεται απορριπτέος. Ακολούθως, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η εναγομένη του οφείλει τις αποδοχές για μη ληφθείσα κανονική άδεια 5 ημέρων του έτους 2018, άδεια την οποία αιτήθηκε εγκαίρως. Η εναγομένη αρνείται το κονδύλιο αυτό, ισχυριζόμενη ότι οι πέντε αυτές ημέρες στην πραγματικότητα ήταν η άδεια για το γάμο του, αιτία για την οποία του καταβλήθηκαν οι προβλεπόμενες αποδοχές στις 27-3-2019, δηλαδή έχει εξοφληθεί. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Σε Εθνικό επίπεδο έχει καθιερωθεί η χορήγηση άδειας σε όλους τους εργαζόμενους που συνάπτουν γάμο πέντε (5) εργασίμων ημερών για όσους εργάζονται πενθήμερο, με αποδοχές η οποία δεν συμψηφίζεται με την ετήσια κανονική άδεια που προβλέπεται από τον Ν. 539/1945. Η άδεια αυτή, πρέπει να ζητείται και να χορηγηθεί έγκαιρα, δηλαδή για το εργάσιμο 5θήμερο πριν ή μετά την ημερομηνία γάμου (βλ. Κ. Λαναρά Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική έκδοση 2018, σελ 420). Δηλαδή, στον εργαζόμενο καταβάλλονται οι συνήθεις αποδοχές τις οποίες θα ελάμβανε εάν εργαζόταν κατά την περίοδο αυτή, ενώ σε περίπτωση που δεν χορηγηθεί η άδεια γάμου δεν προβλέπεται η αστική κύρωση της προσαύξησης των αποδοχών αδείας κατά 100%. Ο ενάγων στις 25-8-2018 τέλεσε νόμιμο γάμο (βλ. σχετικό απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γάμου) για τον οποίο όμως δεν του χορηγήθηκαν οι νόμιμες προς τούτο αποδοχές, όπως άλλωστε και σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζεται ο ενάγων, παραδέχτηκε η εναγομένη ήδη κατά τη συζήτηση της προσφυγής του ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας (βλ. το αριθμ. δελτίο διαφοράς 35/23-1-2019). Οι αποδοχές όμως αυτές εν συνεχεία καταβλήθηκαν στον ενάγοντα στις 27-3-2019 και πιο συγκεκριμένα η εναγομένη κατέβαλε για αποδοχές άδειας γάμου το ποσό των 120 ευρώ (βλ. σχετικό αποδεικτικό κατάθεσης στην τράπεζα ΑLΡΗΑ στο οποίο αναγράφεται και η αιτία κατάθεσης). Το ποσό αυτό υπολογίστηκε επί των μηνιαίων αποδοχών ύψους 600 ευρώ (600 : 25 = 24 X 5) και όχι επί των αποδοχών που αποδείχθηκε ότι του κατέβαλε η εναγομένη, ωστόσο ο ενάγων δεν διεκδικεί τη διαφορά αυτή, αλλά αβασίμως τις αποδοχές για μη ληφθείσα κανονική άδεια πέντε (5) ημερών του έτους 2018. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγική απαίτηση του ενάγοντος για λήψη των αποδοχών μη ληφθείσης αδείας προσαυξημένες με την αστική ποινή 100% έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το μέρος αυτό, δεκτού γενομένου του πέμπτου λόγου έφεσης της εναγομένης και αφού διακρατηθεί η αγωγή να απορριφθεί ως προς την αγωγική αυτή αξίωση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, απορριπτέα ως μη νόμιμη κρίνεται και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που παραδεκτώς και νομίμως προέβαλε η εναγομένη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανάφερε νομίμως και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με τον έκτο λόγο της εφέσεώς της καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και δη ότι ο ενάγων δολίως και εκδικητικά προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας διεκδικώντας ανύπαρκτες αξιώσεις, αποφεύγοντας να συνάψει νέα σύμβαση εργασίας μαζί της, αφού ουδόλως είχε πρόθεση να επιστρέφει στην εργασία του, στάση που οικονομικά τη ζημίωσε και απολύτως αληθή υποτιθέμενά δεν δύναται να θεμελιώσουν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος με την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την ένσταση αυτή δεν έσφαλε αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Τέλος με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της από 14-2-2021 εφέσεώς του, ο ενάγων παραπονείται διότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε την αίτηση για επίδειξη εγγράφων (ταχογράφων) από την εναγομένη, αίτημα που είχε υποβάλλει παραδεκτώς και νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κρίνοντας (η εκκαλουμένη απόφαση)μεταξύ άλλων, ότι δεν ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου υποβάλει και πάλι το ίδιο αίτημα και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ωστόσο, το υποβληθέν, κατά τα άρθρα 450 επ. ΚΠολΔ, αίτημα αυτό του ενάγοντος για επίδειξη των αναφερόμενων εγγράφων, τυγχάνει απορριπτέο ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, διότι, το παρόν Δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς την ουσία της υποθέσεως από το σύνολο των προσκομισθέντων από αμφότερα τα διάδικα μέρη αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου κρίνει περιττή την επίδειξη των εν λόγω εγγράφων, ενώ και η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε τα ίδια δεν έσφαλε, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει να απαρριφθεί κατ’ ουσίαν η από 14-2-2021 έφεση του ενάγοντος και να συμψηφιστούν τα μεταξύ των διάδικων δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού, καθόσον υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 ΚΠλοΔ ), ενώ ενόψει του ότι όταν εξαφανίζεται ολικώς ή μερικώς η εκκαλουμένη απόφαση, εξαφανίζεται ολικώς και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων λόγω της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της αποφάσεως (ΑΠ 192/1998 ΕλλΔικ 39.825), πρέπει δεκτής εν μέρει γενομένης της από 13-5-2021 έφεσης της εναγομένης να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου- ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος της εκκαλούσας – εναγομένης λόγω της ήττας της κατόπιν σχετικού αιτήματος του εφεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης.

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 14-2-2021 έφεση του εκκαλούντος- ενάγοντος και την από 13-5-2021 έφεση της εκκαλούσας – εναγομένης κατά της εκκαλουμένης υπ’ αριθμ. 1873/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις εφέσεις

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 14-2-2021 έφεση

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μετά των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει κατ’ ουσίαν την από 13-5-2021 έφεση

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξη που αφορά τη μη ληφθείσα άδεια του έτους 2018

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή ως προς την ανωτέρω εκκληθείσα διάταξη της.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή όσον αφορά το αίτημα αυτής για τη μη ληφθείσα άδεια του έτους 2018

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος της εναγομένης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2022 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies