Τελευταία ενημέρωση: 27 Ιανουαρίου 2023
Γράφει ο Δικηγόρος – εργατολόγος Δημήτρης Βλαχόπουλος | Δικηγορικό γραφείο εργατικού δικαίου Δημήτρης Βλαχόπουλος & συνεργάτες
Σε αντίθεση με τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκεια της σύμβασης είναι σαφώς καθορισμένη, είτε διότι συμφωνήθηκε από τα μέρη, ρητά ή σιωπηρά, είτε διότι συνάγεται από τον σκοπό και το είδος της.
Μία σύμβαση ορισμένου χρόνου μπορεί να λυθεί με τους εξής τρόπους:
(α) Αυτοδικαίως, με τη λήξη του χρόνου που συμφωνήθηκε ή όταν επιτεύχθηκε ο καθορισμένος σκοπός της. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται οποιαδήποτε δήλωση βούλησης, είτε του εργοδότη είτε του εργαζόμενου, ενώ δεν οφείλεται ούτε αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης.
(β) Με συμφωνία των μερών.
(γ) Εκτάκτως, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργαζόμενο, σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 672 ΑΚ: «Καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία».
Για να λυθεί η σύμβαση ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο απαιτείται μονομερής δήλωση του καταγγέλλοντος. Το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να αποκλεισθεί με προηγούμενη συμφωνία των μερών. Εξάλλου, τυχόν συμφωνία μεταξύ των μερών, με την οποία απαριθμούνται περιοριστικά οι λόγοι που μπορούν να θεμελιώσουν το δικαίωμα καταγγελίας, δεν είναι δεσμευτική για τα μέρη.
Σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τη νομολογία, συνιστούν όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά – ακόμη και μεμονωμένα – τα οποία, κατ’ αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα (εργοδότη ή εργαζόμενο) τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, ο «σπουδαίος λόγος» συνιστά αόριστη νομική έννοια, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας επαφίεται, τελικά, στο δικαστήριο. Μάλιστα, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης ορισμένου χρόνου από πλευράς εργοδότη, το δικαστήριο θα κρίνει, μεταξύ άλλων, αν έχει παραβιαστεί ή όχι η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού και του χρησιμοποιούμενου μέσου.
Σημειωτέον ότι η διαπίστωση σπουδαίου λόγου καταγγελίας δεν προϋποθέτει την ύπαρξη υπαιτιότητας. Συναφώς, δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση σπουδαίου λόγου η πρόκληση ζημίας στον εργοδότη ή ο κίνδυνος πρόκλησης ζημίας αυτού στο μέλλον από αντισυμβατική συμπεριφορά του εργαζόμενου, εάν διατηρηθεί στη θέση του.
Ενδεικτικά, σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν μεταξύ άλλων: η μη συμμόρφωση προς τις εντολές και οδηγίες του εργοδότη, η επαγγελματική ανεπάρκεια, η αντιεπαγγελματική συμπεριφορά, η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων, η επανειλημμένη αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία κ.ά.
Τέλος, η μη ύπαρξη σπουδαίου λόγου καθιστά την καταγγελία άκυρη, δηλαδή σαν να μην έγινε ποτέ και ο εργαζόμενος μπορεί να διεκδικήσει τους μισθούς που θα έπαιρνε μέχρι τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου της, αν δεν είχε εμφιλοχωρήσει η άκυρη καταγγελία.
