Τελευταία ενημέρωση: 18 Ιουλίου 2022
Γράφει η Δικηγόρος – εργατολόγος Μαλβίνα Προύντζου | Δικηγορικό γραφείο εργατικού δικαίου Δημήτρης Βλαχόπουλος & συνεργάτες
Ορισμός
Ως εποχική απασχόληση νοείται η εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος σε ορισμένα χρονικά διαστήματα μέσα στο έτος λόγω της εποχικής λειτουργίας της επιχείρησης, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, σε τουριστικές και επισιτιστικές επιχειρήσεις εποχικής λειτουργίας, στην αλιεία, σε ελαιοτριβεία κ.λπ. Εποχική εργασία εμφανίζεται, επίσης, σε επιχειρήσεις οι οποίες ναι μεν λειτουργούν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, πλην όμως ορισμένες χρονικές περιόδους εμφανίζουν αυξημένο φόρτο εργασίας και, συνακόλουθα, αυξημένη ανάγκη για εργατικό δυναμικό. Βασικό χαρακτηριστικό της εποχικής εργασίας είναι η εναλλαγή περιόδων παροχής και μη παροχής εργασίας κατά τη διάρκεια του έτους, η οποία (εργασία) παρέχεται δυνάμει διαφορετικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για κάθε μία χρονική περίοδο ξεχωριστά. Σε κάθε περίπτωση, κάνουμε λόγο για εποχική απασχόληση όταν, με χρόνο αναφοράς το ένα έτος, η παροχή εργασίας δεν υπερβαίνει τους εννέα μήνες ούτε είναι μικρότερη των δύο μηνών.
Συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου εποχικής απασχόλησης
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, η σύμβαση εργασίας που συνάπτει εργαζόμενος, προκειμένου να προσφέρει την εργασία του σε επιχείρηση εποχικής λειτουργίας, είναι ορισμένου χρόνου και διαρκεί όσο η περίοδος λειτουργίας της επιχείρησης. Με το πέρας της περιόδου λειτουργίας της επιχείρησης, λύεται αυτοδικαίως και η σύμβαση εργασίας. Ειδικά στην περίπτωση των εποχικώς απασχολούμενων, η σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν τίθεται με σκοπό την καταστρατήγηση των προστατευτικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, αλλά δικαιολογείται αντικειμενικά, λόγω της ιδιαιτερότητας της επαγγελματικής δραστηριότητας και της κάλυψης παροδικών αναγκών της επιχείρησης. Έτσι, τυχόν διαδοχικές συμβάσεις εποχικής εργασίας καταρτίζονται εγκύρως ως ορισμένου χρόνου και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ξενοδοχοϋπάλληλοι – Το δικαίωμα επαναπρόσληψης
Μία ειδική κατηγορία εποχικώς απασχολούμενων εργαζομένων αποτελούν οι ξενοδοχοϋπάλληλοι, για τους οποίους έχει θεσπιστεί δικαίωμα – και αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη – επαναπρόσληψης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 ν. 1346/1983: «…1. Σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εποχιακής λειτουργίας ο εργοδότης υποχρεούται να επαναπροσλαμβάνει συνολικά τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που είχε κατά μέσο όρο τις δυο προηγούμενες περιόδους εργασίας και κατά προτίμηση αυτούς που εργάζονταν την τελευταία περίοδο. 2. Η επαναπρόσληψη θα γίνεται σταδιακά ως εξής: α) με τη συμπλήρωση 20% της πληρότητας θα επαναπροσλαμβάνεται το 1/3 τουλάχιστον των εργαζομένων, β) με τη συμπλήρωση 50% της πληρότητας θα επαναπροσλαμβάνονται τα 2/3 τουλάχιστον των εργαζομένων, γ) με τη συμπλήρωση 80% της πληρότητας θα επαναπροσλαμβάνεται το σύνολο του προσωπικού…». Το δικαίωμα επαναπρόσληψης έχει ρυθμιστεί και εξειδικευθεί μέσω κλαδικών ΣΣΕ, οι οποίες ενδέχεται να προβλέπουν και ευνοϊκότερες ρυθμίσεις, οι οποίες έχουν κωδικοποιηθεί με την, υπ’ αριθμ. ΔΑ 20/1997, πράξη καταθέσεως Υπ. Εργασίας 9/8-5-1997, που κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική δυνάμει της, υπ’ αριθμ. 12161/11-6-1997, Υ.Α. Ειδικότερα, στο άρθρο 5 παρ. 5 προβλέπεται ότι: «…οι μη συνεχούς λειτουργίας ξενοδοχειακές επιχειρήσεις (εποχιακές), και αυτές θεωρείται ότι είναι εκείνες που λειτουργούν μέχρι 9 μήνες το χρόνο, υποχρεούνται να επαναπροσλάβουν το αυτό προσωπικό που απασχόλησαν κατά την προηγούμενη περίοδο. Προϋπόθεση γι’ αυτό το καθιερωμένο δικαίωμα του εργαζομένου αποτελεί η έγγραφη προειδοποίηση προς τον εργοδότη του μέχρι τέλους Ιανουαρίου, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο. Η έγγραφη αυτή ειδοποίηση πρέπει να γίνει μέσω της οικείας οργάνωσής του και σε έντυπο – δήλωση που έχει εκδώσει αυτή. Η επιχείρηση υποχρεούται να τον απασχολήσει σε κάθε περίπτωση από την 10η Ιουνίου, εκτός εάν βρίσκεται σε περιοχές Κρήτης, Ρόδου και Κέρκυρας, οπότε υποχρεούται από 25 Μαΐου και από 15 Ιουνίου εάν βρίσκεται στις λουτροπόλεις. Σε κάθε περίπτωση ο μισθωτός που θα κληθεί από την επιχείρηση να αναλάβει υπηρεσία και δε την αναλάβει αδικαιολόγητα, εντός πενθημέρου, χάνει κάθε δικαίωμα επαναπρόσληψης και αποζημίωσης. Η πρόσληψη και τα μετά απ’ αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις αρχίζουν από τη στιγμή που εργαζόμενος αναλαμβάνει εργασία. Τα παραπάνω ισχύουν και σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 1346/1983 …».
Με βάση τα παραπάνω, οι συμβάσεις εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων εξακολουθούν μεν να συνάπτονται ως ορισμένου χρόνου, λύονται δηλαδή με την πάροδο της περιόδου λειτουργίας του ξενοδοχείου, παρέχεται, όμως, στους εργαζόμενους δικαίωμα επαναπρόσληψης. Αν ο εποχικώς απασχολούμενος ξενοδοχοϋπάλληλος ασκήσει το δικαίωμά του αυτό, ο εργοδότης υποχρεούται να τον επαναπροσλάβει κατά τη νέα περίοδο εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το ξενοδοχείο αφενός θα επαναλειτουργήσει αφετέρου θα έχει συμπληρώσει ορισμένη πληρότητα.
Πώς ασκείται το δικαίωμα επαναπρόσληψης του ξενοδοχοϋπαλλήλου
Το δικαίωμα επαναπρόσληψης των ξενοδοχοϋπαλλήλων ασκείται με μονομερή έγγραφη ειδοποίηση του εργαζόμενου προς τον εργοδότη, με την οποία του δηλώνει ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο. Η έγγραφη αυτή ειδοποίηση απαιτείται να λάβει χώρα μέσω της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης του εργαζόμενου. Ο εργοδότης που δεν επαναπροσλαμβάνει τον εργαζόμενο, παρ’ όλο που ειδοποιήθηκε εγγράφως και συντρέχουν οι προϋποθέσεις πληρότητας του ξενοδοχείου, καθίσταται υπερήμερος και οφείλει στον εργαζόμενο μισθούς υπερημερίας είτε έως την πραγματική απασχόλησή του είτε έως τη νομότυπη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, με ταυτόχρονη, φυσικά, καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Σημειωτέον, δε, ότι στην περίπτωση που στην επιχείρηση ακολουθείται συγκεκριμένη – ευνοϊκότερη – πρακτική όσον αφορά στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος επαναπρόσληψης, η οποία (πρακτική) λαμβάνει χώρα επί μακρόν, με ομοιόμορφο και ανεπιφύλακτο τρόπο, έτσι ώστε να έχει καθιερωθεί ευνοϊκότερη επιχειρησιακή συνήθεια, τότε αρκεί για την επαναπρόσληψη η ατομική δήλωση του εργαζόμενου – ακόμη και προφορική – χωρίς να απαιτείται μεσολάβηση της συνδικαλιστικής οργάνωσης.
